English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary converted by Piotr Bański Maintainer Piotr Bański 0.1.1 converted from XDXF, slightly cleaned up, and temporarily maintained by Piotr Bański 20973 headwords FreeDict

Available under the terms of the GNU General Public License ver. 2.0 or later, OR under the terms of Creative Commons (CC) BY-SA license, version 3.

Available under the terms of the GNU General Public License, version 2.0 or later. You have to make the choice before you distribute a modified version of this dictionary.

Nov 29, 2017 http://freedict.org/
big enough to be useful

Full title of the source version: "English-Greek dictionary"

Original description: "Copyright: http://www.freelang.net/dictionary/; Version: 1.0 [FreeDict clean-up, phase II]"

Converted from version 1.0 distributed by the XDXF project, part of Sourceforge.net.

This dictionary comes to you through nice people making it available for free and for good. It is part of the FreeDict project, http://www.freedict.org. This project aims to make many translating dictionaries available for free. Your contributions are welcome!

Sebastian Humenda remove loads of empty pos tags (improves formatting) unify licencing stanza (thanks to Karl Bartel Version 0.1, 11 November 2009. Compiler/converter: Piotr Bański Created version 0.1 on the basis of the English-Greek dictionary distributed by the XDXF project This involved a clean-up of the original and conversion to TEI P5 simplified markup, according to the ideas sketched in a paper entitled A repository of free lexical resources for African languages: the project and the method by Piotr Bański and Beata Wójtowicz, accepted for the AfLaT-2009 (Language Technologies for African Languages) workshop, part of the 12th meeting of the European Association for Computational Linguistics (EACL). The paper is available from the ACL web archive. What follows is a copy of my notes written down during the clean-up stage and placed in the transitory file included in the first distribution of this dictionary (this is not entered in the CVS; sorry about the CDATA and rendering): This glossary has been apparently put together from two others, using different headword conventions, different diacritics and at least in part being prepared by non-expert lexicographers. In part, it's a phrase book. It also appears to contain some specialized zoological terminology. It comes from the XDXF project housed at Sourceforge. Changes in the XDXF file: * some homophones are not disambiguated by means of POS, and some are collapsed into a single entry - I didn't fix such cases. * braces inside <k> became dtrn/"dom"; inside <ar>: dtrn/"hint" * threw away over 200 duplicated entries, merged some of them, split a few others, especially around slashes; removed stray diacritics, fixed capitalization (to some extent only) * introduced <dtrn> instead of brackets or braces (needed a <note>-like element) * tried to avoid touching equivalents, added Αθήνα to Athens (hmm), threw away stuff like <ar><k>burst out into tears</k> ξεσπώ σε δάκρυα, ξεσπώ σε γέλια</ar> (there weren't many such cases, mostly of them involved duplicated headwords or equivalents; I only fixed those equivalents that I noticed in the process of pruning [some!] duplicate headwords) * the ordering of entries here is changed from the original (I wanted to have identical headwords next to each other, then I resorted); threw away lots of whitespace * changed "sea sick" into "I am sea-sick", according to the translation - it could be "be sea-sick" as well; in general, there are lots of entries in "I", "be", "a" or "the", etc...; sometimes the only difference is in the handling of compounds ("seasick" vs. "sea-sick" vs. "sea sick") * this dictionary (well, glossary) needs LOTS of lexicographic work still <dtrn> is just an abused element here; according to the XDXF spec, dtrn had the @type attribute, but the DTD wouldn't allow it, so I added: <!ATTLIST dtrn type CDATA #IMPLIED> Values: "hint" for further explanations/examples in Greek, "infl" for inflections of the headword (used inconsistently in the source), "pos" (inconsistent) for POS values of headwords in cases that I noticed during the clean-up phase "dom" for some domain restrictions, etc., provided in English "colloc" for broadly understood collocates of the headword or sense restrictions "variant" inconsistent: for spelling variants (instal(l)ment) but also dialectal variants (autumn/fall) and abbreviations "editor" for internal notes Before the transformation into TEI, it has 20973 entries, some of which are still duplicated, and some of which should be split (e.g. "Norwegian", into adj and noun, etc.). The XDXF original had 21237 <ar> elements. Piotr Bański, November 2009, http://freedict.org/
3D
τρισδιάστατο
a
ένα, μια, ένας
aardvark
ορυκτερόπους
abaca
αβάκα
aback
προς τα πίσω
abactor
ζωοκλέφτης
abacus
αβάκιο, άβακας
abaft
πρυμναίος, προς την πρύμνη
abalone
είδος γαστρόποδου, αυτί της θάλασσας
abandon
εγκαταλείπω, παρατάω
abandoned
έκθετος
abandonment
εγκατάλειψη
abase
ταπεινώνω, ξεφτιλίζω
abash
φέρνω σε δύσκολη θέση, πτοώ
abate
κοπάζω, μειώνω
abatement
ελάττωση, μείωση
abattoir
σφαγείο
abbacy
ηγουμενία
abbatial
ηγουμενικός
abbess
ηγουμένη
abbey
μονή, αβαείο, μοναστήριο
abbot
ηγόυμενος
abbotship
ηγουμενία
abbreviate
συντομεύω
abbreviated
συντομευμένος
abdicate
παραιτούμαι από το θρόνο
abdomen
στομάχι, κοιλιά
abdominal
κοιλιακός, γαστρικός
abdominal cavity
κοιλιακή χώρα
abduct
απάγω
abeam
εγκάρσια
abed
στο κρεβάτι
aberrant
παρεκκλίνων, διεστρεμμένος
aberrate
αποκλίνω
aberration
παρέκκλιση, παρεκτροπή
abet
υποβοηθώ
abetted
υποβοηθούμενος
abetting
υποβοήθηση
abettor
υποκινητής
abeyance
εκκρεμότητα, αναβολή
abeyant
εκκρεμής, λανθάνων
abhor
σιχαίνομαι, απεχθάνομαι
abhorred
απεχθής
abhorrent
απεχθής, αποτροπιαστικός
abide
εμμένω
abiding
διαρκής, μόνιμος
abilities
ικανότητες
ability
ικανότητα
a bit
λιγάκι
a bitter argument
έντονη λογομαχία
abject
άθλιος, ταπεινός
abjure
αποκηρύσσω, εξομώνω, απαρνούμαι
ablate
αφαιρώ
ablation
αποκόμιση
ablative
αφαιρετική
ablaze
φλεγόμενος
able
ικανός
ablution
νίψιμο, πλύσιμο
ably
ικανά
abnegation
αποκήρυξη
abnormal
ανώμαλος
abnormally
ανώμαλα
aboard
στο τρένο, στο αεροπλάνο
abode
κατοικία
abolish
καταργώ
abolition
κατάργηση, κατάλυση
abominable
απεχθής, εναγής
abominate
απεχθάνομαι
abomination
απέχθεια, σίχαμα
aboriginal
γηγενής, ιθαγενής
aborigine
ιθαγενής
abort
αποβάλλω, ματαιώνω
abortion
έκτρωση, άμβλωση
abortionist
κάποιος που κάνει εκτρώσεις
abortive
άκαρπος, ανεπιτυχής
abound
αφθονώ
about
περί, περίπου, για
above
άνω, πάνω από
above all
πάνω απ'όλα
aboveboard
καθαρός, νόμιμος, ανοικτός
aboveground
που βρίσκεται πάνω από την γη
abovementioned
άνω αναφερόμενος
above your head
πάνω από το κεφάλι σου
abrade
τρίβω, λειαίνω
abrasion
απόξεση, φθορά, τριβή, αμυχή
abrasion resistance
αντοχή στην τριβή
abrasive
τριπτικός, τραχύς, αποξεστικός
a breach in the walls
ρήγμα στα τείχη
a breach of the peace
διατάραξη κοινής ησυχίας
abreact
απελευθερώνω με ψυχανάλυση
abreast
παράπλευρα, ενήμερος
a breeze got up
σηκώθηκε ένα αεράκι
abridge
συντομεύω
abridgment
σύντμηση, σύνοψη
abroad
στο εξωτερικό
abrogate
ανακαλώ
abrup
απότομος
abrupt
κοφτός
abruptly
κοφτά, απότομα
abscission
αποκοπή
abseiling
κατάβαση γκρεμού με σχοινιά
absence
απουσία
absent
απών
absentminded
αφηρημένος
absent minded
αφηρημένος
absinthe
άψινθος, αψίνθι
absolute
απόλυτος
absolutely
απολύτως, τελείως
absolutely necessary
επιβαλλόμενος
absolute zero
απόλυτο μηδέν
absolution
άφεση, άφεση αμαρτιών
absolve
απαλλάσσω, δίνω άφεση
absorb
απορροφώ
absorbent
απορροφητικός
absorber
απορροφητικό μέσο, αποβεστήρας
absorption
απορρόφηση
absorptive
απορροφητικός
abstain
απέχω
abstemious
λιτός, φειδωλός, εγκρατής, συγκρατημένος
abstention
αποχή
abstinence
εγκράτεια
abstract
αφαιρώ, θεωρητικός, αφηρημένος
abstract art
αφηρημένη τέχνη
abstracted
αφηρημένος, απορροφημένος
abstract thinking
αφηρημένη σκέψη
abstruse
δυσννόητος
absurd
παράλογος
absurdities
γελοιότητες
absurdity
γελοιότητα, παραλογία
absurdly
παράλογα
a bunch of keys
μάτσο κλειδιών
abundance
αφθονία, συρροή
abundant
άφθονος
abundantly
άφθονα
abuse
κατάχρηση, καταχρώμαι, λοιδορία, βρίζω, βρισιά
abusive
υβριστικός, καταχρηστικός
abut
συνορεύω, εφάπτομαι
abutment
βάθρο
abutting
εφαπτόμενος
abysmal
φοβερός
abyss
άβυσσος
acacia
ακακία
academe
ακαδημία
academia
ακαδημαϊκός κόσμος
academic
ακαδημαϊκός
academic achievement
σχολική επίδοση
academician
ακαδημαϊκός
academy
ακαδημία
a calculated insult
εσκεμμένη προσβολή
acanthus
άκανθος
a case of mistaken identity
υπόθεση λανθασμένης ταυτότητας
accede
συγκατατίθεμαι, αποδέχομαι
accelerate
επιταχύνω, επισπεύδω, πατάω γκάζι
accelerating
που επιταχύνει
acceleration
επιτάχυνση, επίσπευση
accelerator
γκάζι
accelerometer
επιταχύμετρο
accent
τόνος, προφορά
accentual
τονικός
accentuate
δίνω έμφαση, τονίζω
accept
αποδέχομαι, δέχομαι, παραδέχομαι
acceptable
αποδεκτός, δεκτός
acceptance
αποδοχή
acceptant
δεκτικός
accepting house
τράπεζα εγγυήσεως
acceptor
αποδέκτης
accesory
σύνεργος
access
προσπέλαση, πρόσβαση
accessible
ευπρόσιτος
accession
άνοδος, προσχώρηση, απόκτημα, ένταξη, πρόσθηκη
access logging
ημερολόγιο χρήσης
accessory
συνεργός, αξεσουάρ
access road
οδός προσπέλασης
access time
χρόνος πρόσβασης
accident
ατύχημα, τύχηcaccidental
accidental
τυχαίος
accipiter
γεράκι
acclaim
επευφημώ, επικροτώ, επιδοκιμάζω
acclamation
επευφημία
acclimate
εγκλιματίζομαι
acclimatize
εγκλιματίζομαι
accolade
επικρότηση
accommodate
εξυπηρετώ, στεγάζω
accommodating
που στεγάζεται, εξυπηρετικός
accommodation
στέγαση, κατάλυμα
accomodation
κατάλυμα
accompanied by
συνοδευόμενος από
accompaniment
συνοδεία
accompany
ακολουθώ, συνοδεύω
accompanying
που συνοδεύει
accomplice
σύνεργος
accomplish
πληρώ, επιτυγχάνω, καταφέρω, πραγματοποιώ
accomplishment
διενέργεια
accord
συμφωνία, συγκατάθεση
accordant
σύμφωνος
accordingly
ανάλογα
according to
σύμφωνα με
according to rumours
σύμφωνα με φήμη
accordion
ακορτεόν
accost
πλησιάζω, διπλαρώνω, πλευρίζω
account
αναφορά, λογαριασμός, σημασία
accountable
δωσίλογος, υπόλογος
accountancy
λογιστική
accountant
λογιστής
account for
εξηγώ, λογοδοτώ
accoustic distortion
ηχητική παραμόρφωση
accouter
ντύνω, εφοδιάζω
accoutre
ντύνω, ενδύω
accredit
εξουσιοδοτώ, διαπιστεύω
accredited
διαπιστευμένος
accretion
προσαύξηση, πρόσφυση
accrual
επαύξηση
accrue
προκύπτω, προστίθεμαι
acculturate
προσαρμόζω
accumulate
συσσωρεύομαι, συσσωρεύω
accumulation
συσσώρευση, συρροή
accuracy
ορθότητα, ακρίβεια
accurate
ακριβής
accurate in
ακριβής
accurately
ακριβέστατα
accusation
κατηγορία
accusative
αιτιατική
accusatory
κατηγορητικός
accuse
κατηγορώ
accused
υπόδικος, κατηγορούμενος
accustom
εξοικειώνομαι, συνηθίζω, εξοικειώνω
accustomed to
συνηθισμένος σε
ace
άσος
acerbic
στυφός
acerbity
δριμύτητα, οξύτητα, στυφότητα
acetate
οξικό άλας
acetic
οξικός
acetone
ακετόνη
acetylene
ακετυλένιο
ache
πονώ, πόνος, λαχταρώ
achievable
που μπορεί να κατορθωθεί
achieve
κατορθώνω
achievement
επίτευξη
a child as good as gold
παιδί μάλαμα
aching
που πονεί
achromatic
αχρωματικός
acid
οξύς, οξύ
acidic
όξινος
acidify
οξινίζω, οξύνω
acid rain
όξινη βροχή
acidulate
ξινίζω
acidulous
υπόξινος
acknowledge
αναγνωρίζω
acknowledgeable
αναγνωρισμένος
acknowledgement
αναγνώριση
a claim for
αίτηση
acme
ακμή, κολοφώνας, το άκρον άωτον
acolyte
βοηθός ιερέως, ακόλουθος
acorn
βελανίδι
acorn bar
αντιδονητική ράβδος
acoterion
ακρωτήριο στεγής
a couple
κάνα δυο-τρια
a couple of
δύο-τρία, 2-3
acoustic
ηχητικός, ακουστικός
acoustic guitar
ακουστική κιθάρα
acoustics
ακουστική
acquaint
γνωρίζω, πληροφορώ
acquaintance
γνωριμία
acquainted with
γνωστός
acquiesce
συναινώ, συγκατατίθεμαι
acquiescence
συναίνιση
acquiescent
συγκαταβατικός
acquire
αποκώ, αποκτώ
acquired
κεκτημένο
acquired characteristics
επίκτητα χαρακτηριστηκά
acquired disease
επίκτητη αρρώστια
acquired rights
κετημένα δικαιώματα
acquisition
απόκτημα, απόκτηση
acquisitive
κτητικός, άπληστος
acquistion of land
απαλλοτρίωση γης
acquit
αθωώνω, απαλλάσσω
acquittal
αθώωση, απαλλαγή
acre
ακρ, στρέμμα, 4.000 τ.μ.
acreage
εμβαδό σε ακρ
acrid
πικρός, σέρτικος, πνιγηρός, στυφός
acrimonious
πικρός, θυελλώδης
acrimony
δριμύτητα, πικρία
acrobat
ακροβάτης
acrobatic
ακροβατικός
acrobatics
ταυροκαθάψια
acronym
ακρώνυμο
across
κατά πλάτος, απέναντι
acrostic
ακροστοιχίδα
acrylic
ακρυλικός
act
πράξη, παίζω από ηθοποιό, επενεργώ, ενεργώ
act accordingly
ενεργώ ανάλογα
act affectedly
ακκίζομαι
acting
αναπληρωματικός
actinic
ακτινικός
actinium
ακτίνιο
action
δράση, επενέργεια, αγωγή, διάβημα, ενέργεια
actionable
ενακτέος
action pending in other court
εκκρεμοδικία
activate
ενεργοποιώ
activated sludge
ενεργός ιλύς
activation
ενεργοποίηση
active
ακμαίος, δραστήριος, ενεργός, ενεργετικός
actively
ενεργά
active volcano
ηφαίστειο εν ενέργεια, ενεργό ηφαίστειο
activism
ακτιβισμός
activist
ακτιβιστής
activity
δραστηριότητα
act of God
Θεομηνία
act of parliament
νομοσχέδιο
act of violence
πράξη βίας
actor
ο ηθοποιός
actress
η ηθοποιός
acts
πράξεις, ενέργειες
actual
πραγματικός, αληθινός
actually
πραγματικά, πράγματι, στην αλήθεια
actuate
παρακινώ, προτρέπω, διεγείρω
actuated by
κινούμενος από
act up
ενοχλώ, παρεκτρέπομαι, δημιουργώ πρόβλημα
acuity
οξυδέρκεια
acumen
διορατικότητα, οξύνοια, επιχε
acupuncture
βελονισμός
acute
οξυδερκής, οξύς, έντονος
AD A.D.
μετά Χριστόν
ad
διαφήμηση
adage
ρητό, απόφθεγμα
adagio
αντάτζιο
adamant
άκαμπτος, αμετάπειστος
adamant plaster
επίχρισμα ταχείας πήξεως
adapt
διασκευάζω, προσαρμόζω
adaptability
ευστροφία
adaptable
ευπροσάρμοστος
adaptation
διασκευή, διασκευή, προσαρμογή
adaptations of emoluments
αναπροσαρμογές του καθεστώτος
adaptive
προσαρμοστικός
a dash of
λίγο
add
προσθέτω
added
επιπρόσθετος, πρόσθετος
addend
προσθετέος
addenda
συμπληρώματα
addendum
παράτμημα βιβλίου
adder
οχιά
addict
ναρκομανής, εθίζω
addicted
εξαρτημένος, εθισμένος
addiction
εθισμός
addictive
εθιστικός
add insult to injury
ύβρις καί ζημιά
addition
πρόσθηκη
additional
πρόσθετος, επιπρόσθετος
additive
πρόσθετη ουσία, πρόσθετο, πρόσμειξη
additives
πρόσθετες ουσίες
addle
κλουβιάζω, συγχύζω
addled
κλούβιος
address
διεύθυνση, απευθύνω τον λόγο σε, απευθύνω
addressee
παραλήπτης
add to
προσθέτω
adductor
προσαγωγός
add up
βγάζω νόημα, προσθέτω
adenine
αδενίνη
adenoma
αδένωμα
adept
επιτήδειος, επιδέξιος
adequacy
επάρκεια
adequate
επαρκής
adhere
εμμένω, κολλώ, προσκολλώμαι
adherence
εμμονή
adherent
οπαδός
adhere to
εμμένω
adhesion
προσκόλληση
adhesive
κολλώδης, κολλητικός, κόλλα
adiabatic
αδιαβατικός
adieu
αντίο
a diner
κάποιος που δειπνεί, μικρό εστιατόριο
adipose tissue
λιπώδης ιστός
adjacent
κοντινός, παρακείμενος, προσκείμενος
adjectival
επιθετικός
adjective
επίθετο
adjoin
εφάπτομαι, συνορεύω, γειτονεύω
adjoining
διπλανός
adjourn
αναστέλλω
adjudge
αποφαίνομαι
adjudicate
επιδικάζω, δικάζω
adjunct
συμπλήρωμα, αναπληρωτής
adjust
ρυθμίζω, προσαρμόζω
adjustable
αυτό που ρυθμίζεται, ρυθμιζόμενος
adjustment
ρύθμιση
adjust to
προσαρμόζομαι
adjutant
υπασπιστής
administer
χορηγώ, εφαρμόζω, απονέμω, διοικώ, διαχειρίζω
administer an oath
επάγω όρκο
administrate
διοικώ
administration
διοικητικός, διοίκηση, κυβέρνηση, χορήγηση
administrative
διαχειριστικός
admirable
θαυμαστός
admiral
ναύαρχος
admiralty
ναυαρχείο
admiration
θαυμασμός
admire
θαυμάζω
admirer
θαυμαστής
admiring
που θαυμάζει
admissible
επιτρεπτός, αποδεκτός
admission
παραδοχή, είσοδος, ομολογία
admission to
εισαγωγή
admit
αφήνω να μπεί, παραδέχομαι, αφήνω να μπει, εισάγω
admittance
είσοδος
admittedly
ομολογουμένως
admitting
το να παραδέχεται κανείς
admix
ανακατεύω
admixture
πρόσμειξη
admonish
νουθετώ, παραινώ
admonition
παραίνεση, νουθεσία
admonitory
παραινετικός
ado
ντόρος, φασαρία
adobe
πλίνθος
adolescence
εφηβεία
adolescent
έφηβος, εφηβικός
adopt
αποδέχομαι, υιοθετώ, υιοθετώ
adopted
υιοθετημένος
adoption
υιοθεσία, υιοθέτηση, θιοθέτηση
adoptive
θετός
adorable
αξιολάτρευτος
adoration
λατρεία
adore
λατρεύω
adoring
που λατρεύει
adorn
κοσμώ, λουσάρω, στολίζω, καλλωπίζω
adrenal
επινεφριδικός
adrenaline
αδρεναλίνη
adrift
εκυβέρνητος
adroit
επιδέξιος
adsorb
προσροφώ
adsorbate
προσροφημένη ουσία
adsorption
προσρόφηση
adsorptive
προσροφητικός
adulate
κολακεύω
adult
ενήλικος, ενήλικας
adulterate
νοθεύω, αλλοιώνω
adulterer
μοιχός
adulterous
μοιχικός
adultery
μοιχεία
adulthood
ενηλικότητα
adults
ενήλικοι
advance
πρόοδος, προβαίνω, προχωρώ, προκαταβάλλω
advanced
προχωρημένος
advanced bookings
κρατήσεις εκ των πρότερων
advancement
ανάδειξη
advancing
προοδευτικός
advantage
πλεονέκτημα, προτέρημα
advantageous
πλεονεκτικός
advent
ερχομός, έλευση
adventitious
παρείσακτος, τυχαίος
adventure
περιπέτεια
adventurous
περιπετιώδης, τολμηρός
adverb
επίρρημα
adverbial
επιρρηματικός
adversary
αντίπαλος
adverse
δυσμενής
adversely
δυσμενώς
advert
διαφήμιση, διαφήμηση
advertise
διαφημίζω
advertisement
διαφήμιση
advertisements
διαφημήσεις
advertising
διαφημιστικός
advertising campaign
διαφημιστική εκστρατεία
adverts
διαφημίσεις
advice
συμβουλή
advisability
ορθότητα, σκοπιμότητα
advisable
συνετός, συνετό
advise
συνιστώ, συμβουλεύω
advising
το να συμβουλεύει κανείς
advisor
σύμβουλος
advisory
συμβουλευτικός
advocacy
υπεράσπιση
advocate
συνήγορος, υποστηρικτής, υπερασπιστής, συνηγορώ
adytum
άδυτο
aedicule
πύλη, θύρωμα
aegis
αιγίδα
aeolian
αιολικός
aerate
αερίζω
aerial
κεραία
aerie
αετοφωλιά
aerobic
αεροβικός
aerobics
αεροβική
aerodynamic
αεροδυναμικός
aerofoil
αεροτομή
aeronaut
αεροναύτης
aeronautic
αεροναυτικός
aeroplane
αεροπλάνο
aerosol
σπρέι, αεροζόλ
aerosol spray
αεροζόλ
aerospace
διάστημα
aesthete
αισθητιστής
aesthetic
αισθητικός
afar
μακριά, αλάργα
a fee
δίδακτρα, αμοιβή
a few
μερικοί, μερικές, μερικά
affability
προσήνεια, αβρότητα
affable
προσηνής, αβρός
affair
δεσμός, υπόθεση
affairs
υποθέσεις
affect
συγκινώ, επηρεάζω, παριστάνω
affectation
επιτήδευση, εκζήτηση
affected
επιτηδευμένος
affection
στοργή, τρυφερότητα
affectionate
στοργικός
affectionately
στοργικά
affection for
στοργή
afferent
κεντρομόλος
affiance
υπόσχεση γάμου
affidavit
ένορκη κατάθεση
affiliate
προσκτώμαι, προσχωρώ
affinity
αγχιστεία, συνάφεια, έλξη
affirm
βεβαιώνω, επικυρώνω, διαβεβαιώνω
affirmation
διαβεβαίωση
affirmative
καταφατικός
affix
προσθέτω, πρόσφυμα
afflict
βασανίζω, ταλαιπωρώ
afflicted
βασανιζόμενος
affliction
βάσανο
affluence
αφθονία
affluent
εύπορος
affluent society
κοινωνία της αφθονίας
afford
διαθέτω χρήματα, διαθέτω χρήματα ή χρόνο
afforest
αναδασώνω
afforestation
αναδάσωση
affray
συμπλοκή
affront
προσβολή
Afghanistan
Αφγανιστάν
aficionado
οπαδός
afield
μακριά
a fine figure of a man
άνδρας που φαίνεται ωραίος
afire
φλεγόμενος
a fit of coughing
σπασμός βήχα
a five door car
πεντάπορτο αυτοκίνητο
aflame
φλεγόμενος
a flight of stairs
σκάλα
afloat
επιπλέων
afoot
στα σκαριά
a foregone conclusion
προκαθορισμένο αποτέλεσμα
aforementioned
προειρημένος, προαναφερθείς
aforesaid
προλεχθείς
aforethought
προμελετημένος
a fork
διακλάδωση
afraid
φοβισμένος, που φοβάται
afreet
αφρίτ
afresh
ξανά
Africa
Αφρική
African
Αφρικανός
afro
αφρό χτένισμα
aft
της πρύμνης
after
μετά από, έπειτα, μετά
afterbirth
πλακούντας
after cataract
δευτεροπαθής καταρράκτης
aftereffect
επακόλουθο
afterglow
μεταλαμπή
afterimage
μετείκασμα
afterlife
ζωή μετά θάνατον
aftermath
επακόλουθο
after my own heart
σύμφωνα με την επιθυμία μου
afternoon
απόγευμα, απόγεμα
aftersensation
μεταίσθηση
aftershock
μετασεισμός
after the event
εκ των υστέρων
afterthought
μεταγενέστερη σκέψη
afterward
έπειτα, μετά
afterwards
εκ των υστέρων, μετά
afterword
επίλογος
again
πάλι, άλλη μία φορά, ξανά
again and again
επαναλειμμένες φορές
against
εναντίον, κατά, κόντρα σε
agar
άγαρ
age
περιόδος, εποχή, ηλικία
aged
ηλικιωμένος, ηλικίας
ageing
γήρανση, που γερνάει
agencies
πρακτορεία
agency
υπηρεσία, πρακτορείο
agenda
ημερίσια διάταξη
agent
μεσίτης, παράγων, πράκτορας
age of majority
ηλικία ενηλικίωσης
ages
ηλικίες
aggravate
επιδεινώνω
aggravating
εξοργιστικός
aggregate
συσσωμάτωμα
aggression
επιθετικότητα
aggressive
επιθετικός
aggressively
επιθετικά
aggrieved
αδικηθείς
agift that is no gift
δώρον άδωρον
agile
εύστροφος, σβέλτος, ευκίνητος
agility
ευστροφία, σβελτάδα
agitated
ανασταωμένος, ταραγμένος, ανάστατος
agitatedly
αναστατωμένα
agnostic
αγνωστικιστικός, αγνωστικιστής
ago
πριν
agonising
σπαρακτικός
agony
αγωνία
a good deal of
πολύς
a great deal of
πολύς
a great many
πάμπολλοι
agree
συμφωνώ
agreeable
ευάρεστος, τερπνός
agreement
συμφωνία
agree on
συμφωνώ για
agree to
συμφωνώ
agree with
συμφωνώ με
agricultural
γεωργικος
agriculturally
αγροτικά, γεωργικά
agriculture
γεωργία
a gust of wind
ριπή ανέμου
a hard worker
σκληρός εργάτης
ahead of
μπροστά από
a hell of a lot of
πάρα πολύ
aicraft
αεροσκάφος
aid
βοήθημα, βοήθεια, επικουρία, βοηθώ
aigrette
λοφίο
ailment
ασθένεια, αρρώστια, νοσός
aim
βλέψη, σκοπός, αποβλέπω, σκοπεύω
aiming
το να σημαδεύει κανείς
aimless
άσκοπος
aimlessly
άσκοπα
aim to
αποβλέπω
air
αέρας, ατμόσφαιρα
air attack
αεροπορική επιδρομή
airbase
αεροπορική βάση
airbed
στρώμα θάλασσας
airborne
αερομεταφερόμενος
airborne troops
αεράγημα
air condition
κλιματίζω
aircraft
αεροσκάφος
aircraft carrier
αεροπλανοφόρο
airfares
εισιτήρια αεροπορικά
airforce
πολεμική αεροπορία
air hostess
αεροσυνοδός
airlift
μεταφέρω δι'αερός
airline
αεροπορική εταιρία
airliner
αεροπλάνο της γραμμής
airmail
αεροπορικό ταχυδρομείο, αεροπορικός
air navigation
αεροπλοΐα
airport
αεροδρόμιο
airscrew
έλικας
air sickness
ναυτιά σε αεροπλάνο
airtight
αρραγής, αδιάψευστος, αεροστεγής
airway
αναπνευστική οδός, αεροδιάδρομος
airy
άυλος, ευάερος
aisle
διάδρομος
ajar
μισάνοικτος
ajudicate
αποφαίνομαι
akin
συγγενικός, συγγενής
alabaster
αλάβαστρο
alacrity
προθυμία, γρηγοράδα
alarm
συναγερμός, τρομάζω, συναργερμός
alarm clock
ξυπνητήρι
alarming
ανησυχητικός
alarmingly
ανησυχητικά
alb
άλμπα
albatross
άλμπατρος
albeit
έστω, αν και
albinism
λευκοπάθεια
albino
λευκοπαθής, αλμπίνος
album
δίσκος μεγάλης διάρκειας, δίσκος, λεύκωμα
albumin
λευκωματίνη
alchemist
αλχημιστής
alchemy
αλχημεία
alcohol
αλκοόλ, οινόπνευμα
alcoholic
αλκοολικός, οινωπνευματώδης
alcoholism
αλκοολισμός
alcove
σηκός, εσοχή
alder
κλήθρα, σκλήθρος
alderman
δημοτικός σύμβουλος
aldermen
δημοτικοί σύμβουλοι
ale
μπύρα
alert
άγρυπνος, σε ετοιμότητα
alertness
επαγρύπνηση, ετοιμότητα
alfalfa
αλφάλφα
alfresco
υπαίθριος
algae
άλγη
algebra
άλγεβρα
algebraic
αλγεβρικός
algorithm
αλγόριθμος
algorithmic
αλγοριθμικός
alias
ψευδώνυμο
alibi
άλλοθι
alien
αλλοδαπός, εξωγήινος
alienate
αλλοτριώνω, αποξενώνω
alienation
αποξένωση
alight
κατεβαίνω, αναμμένος
a light shower
βροχούλα
align
ευθυγραμμίζω
alike
όμοιος
alimentary
τροφικός, πεπτικός
alimony
διατροφή
aliphatic
αλειφατικός
a little rain
βροχούλα
alive
ζωτανός, ζωντανός, εν ζωή
a live broadcast
ζωντανή μετάδωση
alizarin
αλιζαρίνη
alkali
άλκαλι
alkaline
αλκαλικός
alkaloid
αλκαλοειδής
all
όλες, όλα, το παν, όλος, όλοι
all aboard
όλοι στο πλοίο, όλοι στο τρένο
all airs and graces
όλο ύφος και καμώματα
all and sundry
όλοι
all around the world
σε όλο τον κόσμο
allay
ανακουφίζω, κατευνάζω
all but
σχεδόν
allegation
κατηγορία, ισχυρισμός
allege
ισχυρίζομαι, κατηγορώ
alleged
φερόμενος
allegedly
φερόμενος
allegiance
υπακοή
allegoric
αλληγορικός
allegory
αλληγορία
allegro
αλέγκρο
allergen
ουσία που προκαλεί αλλεργία
allergic
αλλεργικός
allergic to
αλλεργικός σε
allergy
αλλεργία
alleviate
ανακουφίζω, καταπραϋνω, καταπραΰνω
alley
πάροδος, σοκάκι
alleyway
αλέα
alliance
συνασπισμός, συμμαχία
allied
σύμμαχος, συμμαχικός
Allied Headquarters
Συμμαχικό Επιτελείο
alligator
αλιγάτορας
all in all
στην τελική ανάλυση
alliterate
παρηχώ
all-knowing
παντογνώστης
allocate
κατανέμω, αναθέτω
allocation
κατανομή, καταμερισμός
all of a sudden
ξαφνικά
allot
διανέμω
allotment
κλήρος
allotropic
αλλοτροπικός
all over the world
παγκοσμίως
allow
επιτρέπω, αφήνω
allowance
επίδομα, επιχορήγηση
allowances
επιδόματα
alloy
κράμα
all powerful
παντοκράτορας
all-round
ολόκληρος
all seater
στάδιο με καθίσματα
all set to go
πανέτοιμος
all-subduing
πανδαμάτωρ
all the time
όλη την ώρα
all things considered
λαμβάνοντας όλα αυτά υπ' όψιν
all together
σύσσωμος
allude
υπαινίσσομαι, κάνω νύξη
allude to
υπαινίσσομαι, αναφέρομαι
allure
δελεάζω
alluring
σαγηνευτικός
allusion
νύξη, υπαινιγμός
allusive
υπαινισσόμενος
alluvial
προσχωματικός, αλλουβιακός
alluvium
πρόσχωση, πρόσχωμα, αλούβιο
all weather
παντός καιρού
ally
σύμμαχος
almanac
καζαμίας
Almighty
Παντοκράτορας
almighty
παντοδύναμος
almond
αμύγδαλο
almond grove
αμυγδαλεώνας
almost
σχεδόν
aloft
ψηλά στον αέρα
alone
μοναχός, μόνος
along
κατά μήκος
a long shot
απίθανη εκδοχή
alongside
δίπλα, παρπλεύρως
a long time
πολύς καιρός
aloof
ακατάδεχτος, υπερόπτης
alopecia
αλωπεκία, τριχοφάγος
alopecia areata
γυροειδής αλωπεκία
a lot of
πολύς
aloud
φωναχτά
alpaca
αλπακάς
alpenstock
ορειβατικό μπαστούνι
alpha
άλφα
alphabet
αλφάβητο
alphabetic
αλφαβητικός
alphameric
αλφαριθμητικός
alpine
αλπικός
already
κιόλας, κίολας, ήδη
alright
εντάξει
also
επίσης, και
altar
βωμός, ’για Τράπεζα
alter
αλλάζω, μετατρέπω, παραποιώ, τροποποιώ, μεταβάλλω
alteration
τροποποίηση, μεταβολή
altercate
λογομαχώ
altercation
λογομαχία
alternate
εναλλάσσω
alternating current
εναλλασσόμενο ρεύμα
alternation
εναλλαγή
alternative
μιά διαζευκτική επιλογή
alternatively
εκ περιτροπής, εναλλακτικά, διφορετικά
alternative medicine
ομοιπαθητικό φάρμακο
although
αν και
altimeter
υψομέτρης
altitude
υψόμετρο
alto
άλτο
altogether
εντελώς
altruism
αλτρουισμός
altruist
αλτρουιστής
alumina
αλουμίνα
aluminate
αργιλικό άλας
aluminium
αλουμίνιο
aluminium foil
αλουμινόχαρτο
alveolar
κυψελιδικός
alveoli
πνευμονικές κυψελίδες
alveolus
πνευμονική κυψελίδα, φάτνιον
always
πάντα, πάντοτε
am
είμαι, έιμαι
amalgam
μίγμα, αμάλγαμα
amalgamate
ενώνω, συγχωνεύω
amalgamation
ένωση, συγχώνευση
a man of the world
ένας άνθρωπος του κόσμου
amanuensis
γραμματέας
amaranth
αμάραντος
amass
αποθησαυρίζω
amateur
ερασιτέχνης, ερασιτεχνικός
amateur dramatics
ερασιτεχνικό θέατρο
amateurish
ερασιτεχνικός
amateurism
εραστεχνισμός
amatory
ερωτικός
amaze
εκπλήσσω
amazed at
έκπληκτος
amazement
έκληξη
amazing
εκπληκτικός, που θαυμάζει
amazingly
εκπληκτικά
ambassador
πρεσβευτής, πρέσβης
amber
κεχριμπάρι, πορτοκαλί
ambiance
ατμόσφαιρα
ambidextrous
αμφιδέξιος
ambient
περιβάλλων
ambiguity
κάτι το διφορούμενο, ασάφεια
ambiguous
διφορούμενος
ambition
βλέψη, φιλοδοξία
ambitious
φιλόδοξος
ambivalent
ταλαντευόμενος
amble
σουλατσάρω
ambrosia
αμβροσία
ambulance
νοσοκομειακό
ambulant
περιπατητικός
ambulate
περιφέρομαι
ambulatory
περιπατητικός
ambuscade
στήνω ένεδρα
ambush
στήνω ενέδρα, καρτέρι, ενέδρα
ameliorate
βελτιώνω
amen
αμήν
amend
τροποποιώ
amendment
τροπολογία
amenities
ανέσεις
America
Αμερική
American
Αμερικάνος
American bittern
αμερικανική τρανομουγκάνα
American wigeon
αμερικανικό σφυριχτάρι
americium
αμερίκιο
amethyst
αμέθυστος
amiable
φιλόφρων, προσηνής, αξιαγάπητος, φιλικός
amicable
φιλικός
amid
μεταξύ, ανάμεσα
amidst
ανάμεσα, μεταξύ
amiss
στραβά
amity
φιλία
ammeter
αμπεριόμετρο
ammo
πυρομαχικά
ammonia
αμμωνία
ammoniac
αμμωνιακός
ammonium
αμμώνιο
ammunition
πυρομαχικά
amnesia
αμνησία
amnesiac
αμνησιακός
amnesty
αμνηστία
amniocentesis
αμνιοκέντηση
amoeba
αμοιβάδα
amoeboid
αμοιβαδοειδής
amok
αμόκ
among
ανάμεσα, ανάμεσα σε
among other things
μεταξύ άλλων, μεταξύ άλλων
amongst
ανάμεσα σε
amoral
αήθης
amorous
ερωτικός
amorphous
άμορφος
amortised loan
απεσβεσμένο δάνειο
amount
ποσόν, ποσό, ανέρχομαι
amount carried forward
ποσό εις μεταφοράν
amount to
ανέρχομαι
amp
ενισχυτής, αμπέρ
amperage
ενταση ρεύματος
ampere
αμπέρ
ampersand
το σύμβολο &
amphetamine
αμφεταμίνη
amphibian
αμφίβιο
amphibious
αμφίβιος
amphibology
αμφισημία
amphictyony
αμφικτυονία
amphitheatre
αμφιθέατρο
ample
άφθονος, αρκετός
amplification
ενίσχυση
amplifier
ενισχυτής
amplify
ενισχύω
amplitude
πλάτος, εύρος
amply
ικανοποιητικά
amputate
ξεκόβω, ακρωτηριάζω
amputation
αποκοπή, ακρωτηριασμός
amputee
ακρωτηριασμένος
amulet
φυλαχτό
amuse
διασκεδάζω, ψυχαγωγώ
a must
κάτι το απόλυτα αναγκαίο
amygdaloid
αμυγδαλοειδής
an
ένας, μία, ένα
anachronism
αναχρονισμός
anachronistic
αναχρονιστικός
anaemia
αναιμία
anaemic
αναιμικός
anaerobic
αναερόβιος
anaesthetic
αναισθητικό
anaesthetist
αναισθησιολόγος
anaesthetize
αναισθητοποιώ, ναρκώνω
anagogical
αναγωγικός
anagram
ανάγραμμα
anal
πρωκτικός
analgesic
αναλγητικός
anal intercourse
πρωκτική συνουσία
analog
αναλογικός
analogous
ανάλογος
analogue
ανάλογο
analogy
αναλογία
analyse
αναλύω
analyses
αναλύσεις
analysis
ανάλυση
analyst
αναλυτής
analytic
αναλυτικός
anamorphic
αναμορφικό
an animal's coat
τρίχωμα
anarch
αναρχικός
anarchic
αναρχικός
anarchy
αναρχία
anastigmatic
αναστιγματικός
anathema
κατάρα, ανάθεμα
anatomist
ανατόμος
anatomy
ανατομία
ancestor
πρόγονος
ancestral
προγονικός, πατρογονικός
ancestry
καταγωγή
anchor
άγκυρα
anchorage
αγκυροβολία
anchorite
ασκητής
anchoritism
ασκητισμός
anchovy
αντσούγια
ancient
αχάιος
Ancient Greek
Αρχαία
ancillary
βοηθητικός
and
και
Andalusian hemipode
ψευτόρτυγας
andesine
ανδεσίνης
andesite
ανδεσίτης
andiron
πυροστιά
Andora
Ανδώρα
androgen
ανδρογόνο
and so it was done
και έτσι έγινε
anecdote
ανέκδοτο
anemone
ανεμώνη
anent
περί
anew
πάλι, εκ νέου
angel
άγγελος
angelfish
ρίνη
angelic
αγγελικός
anger
οργή, θυμός, φούρκα
angiogram
αγγειογραφία
angiosperm
ανθόφυτο, αγγειόσπερμα
angle
γωνία
anglicise
εξαγγλίζω
angling
ψάρεμα
angrily
θυμωμένα
angry
θυμωμένος, οργισμένος
angst
άγχος
angstrom
άγκστρομ
anguish
αγωνιώ, αγωνία, άγχος
angular
γωνιακός
anharmonic
οχι αρμονικός
anhydrite
ανυδρίτης
anhydrous
άνυδρος
aniline
ανιλίνη
animadversion
παρατήρηση, μομφή
animadvert
μέμφομαι
animal
ζώο, κτήνος
animal's foodbag
ταγάρι
animal feed
ζωοτροφή
animal loving
φιλόζωος
animate
εμψυχώνω, ζωντανεύω, έμψυχος
animated
ζωντανός, ζωηρός
animism
ανιμισμός
animist
ανιμιστικός, ανιμιστής
animosity
εχθρότητα, εμπάθεια, καταφορά, κακεντρέχεια
anion
ανιόν
anise
γλυκάνισο
anisotropic
ανισοτροπικός
anisotropy
ανισοτροπία
ankle
αστράγαλος
annal
χρονικό
annals
χρονικά
anneal
ανοπτώ, πυρακτώνω
annex
προσαρτώ έδαφος
annihilate
καταστρέφω, εκμηδενίζω
anniversary
επέτειος
annotate
σχολιάζω
annotation
υποσημείωση, σχολιασμός
announce
ανακοινώνω
announcement
ανακοίνωση, εξαγγελία
announcer
αυτός πού ανακοινώνει
annoy
ενοχλώ
annoyance
ενόχληση
annoyed about
ενοχλημένος για
annual
ετήσιος
annually
ετήσια, κάθε έτος
annual percentage rate APR
ετήσιο, ετήσιο ποσό επιβαρύνσεων, ΕΠΕ
annuity
πρόσοδος
annul
ανακαλώ, ακυρώνω
annular
δακτυλοειδής
annulment
ακύρωση
annulus
δακτύλιος
annum
έτος
annunciate
ευαγγελίζομαι
anode
ανόδιο
anodic
ανοδικός
anoint
χρίω
anomalous
ανώμαλος
anomaly
ανωμαλία
anomie
ανομία
anonymity
ανωνυμότητα
anonymous
ανώνυμος
anorak
ανοράκ
anorexia
ανορεξία
another
άλλος ένας, άλλος
another side to the coin
άλλη όψη του νομίσματος
answer
απάντηση, απαντώ
answer back
αντιμιλώ
answer in the affirmative
καταφάσκω
ant
μυρμήγκι
antacid
αντιοξύ
antagonism
ανταγωνισμός
antagonist
ανταγωνιστής
antagonistic
ανταγωνιστικός
Antarctic
Ανταρκτική
ante
προ-
antebellum
προπολεμικός
antecedent
προηγούμενος
antedate
προχρονολογούμαι
antelope
αντιλόπη
antenna
κεραία
anterior
πρόσθιος
anterior chamber
πρόσθιος θάλαμος
anteroom
προθάλαμος
anthem
ύμνος
anther
ανθήρας, ανθήρ
anthology
ανθολογία
anthracite
ανθρακίτης
anthropocentric
ανθρωποκεντρικός
anthropoid
ανθρωποειδής
anthropology
ανθρωπολογία
anthropomorphic
ανθρωπομορφικός
anthropomorphism
ανθρωπομορφισμός
anti
αντί
anti-aircraft fire
αντιαεροπορικό πυροβολικό
antibiotic
αντιβιοτικό
antibody
αντίσωμα
anticipate
προλαμβάνω, προκαταλαμβάνω
anticipation
προσδοκία, αναμονή
anticipatory
προληπτικός
anti-climax
αντικλίμακα
anti-clockwise
αριστερόστροφος, αριστερόστροφα
anticonvulsant
σπασμολυτικό
antics
καμώματα
antidote
αντίδοτο
anti-establishment
αντικαθεστωτικός
antigen
αντιγόνο
anti-inflammatory
αντιφλεγμονώδης
antilope
αντιλόπη
antimony
αντιμόνιο
antipasto
ορεκτικό
antipathy
αντιπάθεια
antiperspirant
αντιιδρωτικός, αποσμητικό
antipode
τελείως διαφορετικός
antiquarian
αρχαιόφιλος, αρχαιολόγος, αντικέρ
antiquary
αρχαιολόγος
antiquated
απαρχαιωμένος, πεπαλαιωμένος
antique
αντίκα
antiquity
αρχαιότητα
antisemite
αντισημίτης
antisemitic
αντισημιτικός
antisemitism
αντισημιτισμός
antiseptic
αντισηπτικό
anti-social
αντικοινωνικός
antithetic
αντιθετικός
antivenim
αντίδοτο για δηλητήριο
antler
ελαφοκέρατο
antonym
αντίθετο
anus
πρωκτός
anvil
αμόνι
anxiety
ανησυχία
anxious
ανήσυχος, αγχώδης
anybody
κανένας
anyhow
με οποιοδήποτε τρόπο
any longer
όχιπλέον, όχι πλέον, όχι πια
any more
πια
anyone
κανείς
anything
τίποτα
anyway
πάντως
anywhere
οπουδήποτε, πουθενά
aorta
αορτή
apace
γρήγορα
apache
αλήτης, απάχης
a pair of jeans
τζιν
a pair of pyjamas
μία πιτζάμα
a pair of scissors
ένα ψαλίδι
a pair of shorts
σορτς
apart
χωριστά
apart from
εκτός από
apartheid
απαρτχάιντ
apartment
διαμέρισμα
apathetic
απαθής
apathy
απάθεια
apatite
απατίτης
ape
πίθηκος
aperiodic
απεριοδικός
aperture
οπή
apex
αποκορύφωμα, κολοφώνας
aphasia
αφασία
aphelion
αφήλιον
aphorism
απόφθεγμα
aphrodisiac
αφροδίσιος
apiary
μελισσοτροφείο
apical
κορυφαίος
apiece
καθένας
aplhanumeric
αλφαριθμητικός
aplomb
ψυχραιμία
apocalypse
αποκάλυψη
apocalyptic
αποκαλυπτικός
apocryphal
απόκρυφος
apogee
απόγειο
apologetic
μεταμελημένος
apologise
ζητώ συγνώμη
apologise for
ζητώ συγγνώμη
apology
συγνώμη
apoplectic
αποπληκτικός
apoplexy
αποπληξία
apostasy
αποστασία
apostate
αποστάτης
apostle
απόστολος
apostolic
αποστολικός
apostrophe
αποστροφή
apothecary
φαρμακοποιός
apothegm
απόφθεγμα
apotheosis
αποθέωση
appal
συγκλονίζω
appaling
απαίσιος
appall
συγκλονίζω
appalling
τρομακτικός, φρικιαστικός
apparatus
συσκευή, σθσκευή, εξοπλισμός
apparel
ένδθμα
apparent
προφανής, έκδηλος, φαινομενικός, εμφανής
apparently
κατά φαινόμενο, φαινομενικά
apparition
φάντασμα, οπτασία
appeal
κάνω έφεση, έφεση, κάνω έκκληση, τραβώ, έκκληση
appealable
εφέσιμος
appealing
επικλητικός
appeal to
κάνω έφεση, τραβώ, κάνω έκκληση
appear
διαφαίνομαι, φαίνομαι, εμφανίζομαι
appearance
εμφάνιση, παρουσίαση
appease
κατευνάζω
appellant
εκκαλών, εφεσείων
appellate
εκκλητός, εφετικός
appellation
επωνυμία, τίτλος
appellee
εφεσίβλητος
append
επισυνάπτω
appendage
προσάρτμημα, παράρτημα
appendectomy
σκωλικοειδεκτομή
appendicitis
σκωληκοειδίτιδα
appendix
σκωληκοειδής απόφυση, παράρτημα, προσάρτημα
apperception
ενσυνείδητη αντίληψη
appertain
σχετίζομαι
appertain to
προσιδιάζω
appetising
ορεκτικός
appetite
όρεξη
applaud
χειροκροτώ, επευφημώ
applause
επευφημία, χειροκρότημα, επευφημίες
apple
μήλο
appliance
συσκευή
applicable
εφαμόσιμος, ταιριαστός, εφαρμόσιμος
applicant
αιτών
application
εφαρμογή, αίτηση, προσήλωση, χρήση, άλειμμα
applications
αιτήσεις
applied
εφαρμοσμένος
apply
κάνω αίτηση, εφαρμόζω, βάζω, αιτούμαι
apply for
κάνω αίτηση, αιτούμαι
apply oneself to
εγκύπτω
appoint
διορίζω, ορίζω
appointee
διοριζόμενος
appointment
ραντεβού, συνάντηση, διορισμός, ορισμός
apportion
διανέμω, κατανέμω
apportioning of blame
καταμερισμός των ευθυνών
apposite
ταιριαστός
apposition
παράθεση
appraisal
εκτίμηση, αξιολόγηση
appraise
εκτιμώ, αξιολογώ
appreciable
αξιοσημείωτος, αισθητός
appreciate
κατανοώ, αναγνωρίζω, εκτιμώ
apprehend
συλλαμβάνω
apprehension
ταραχή, φόβος, ανησυχία, σύλληψη
apprehensive
ανήσυχος
apprentice
δόκιμος, μαθητευόμενος
apprenticeship
μαθητεία
apprise
γνωστοποιώ
approach
προσεγγίζω, μέθοδος, πλησιάζω, προσέγγιση
approachable
προσηνής, ευπροσήγορος
approbation
επιδοκιμασία, έγκριση
appropriate
κατάλληλος, οικειοποιούμαι, σφετερίζομαι
appropriately
ταιριαστά, κατάλληλα
appropriation
σφετερισμός
approval
έγκριση, παραδοχή
approval of
έγκριση
approve
επιδοκιμάζω, εγκρίνω
approved
εγκεκριμένος
approve of
εγκρίνω
approximate
περίπου
approximately
στα περίπου
apricot
βερίκοκο
April
Απρίλιος
apron
ποδιά, χώρος στάθμευσης αεροπλάνων
apropos
επί τη ευκαιρία
apse
αψίδα
apt
κατάλληλος, επιρρεπής
apterous
άπτερος
aptitude
ικανότητα, ταλέντο, κλίση, προτέρημα
aqua
ύδωρ
aquarium
ενυδρίο, ενυδρείο
Aquarius
Υδρόχοος
aquatic
υδρόβιος
aqueduct
υδραγωγείο
aqueous
υδατινός
aquifer
υδροφόρο πέτρωμα, υδροφορέας
aquifer exploitation
εκμετάλλευση υδροπονίας
aquiline nose
αετίσια μύτη
aquitard
ημιυδροπερατός σχηματισμός
arabesque
αραβούργημα
arabic
αραβικός
arachnid
αραχνοειδής, αραχνιδής
a rap at the door
ελαφρύ χτύπημα της πόρτας
arbiter
διαιτητής
arbitrarily
αυθαίρετα
arbitrary
αυθαίρετος
arbitrate
διαιτητεύω
arbitration
διαιτησία, διατησία
arboreal
δενδρικός
arborescent
δενδροειδής
arboretum
φυτώριο
arbour
κρεβατίνα, περβόλι
arc
αψίδα, τόξο
arcade
αψίδωση, στοά
arcade game
ηλεκτρονικό παιχνίδι
arcane
απόκρυφος
arcdiocese
αρχιεπισκοπή
arch
θόλος, αψίδα
archaeologist
αρχαιολογικός
archaeology
αρχαιολογία
archaic
αρχαίος, απαρχαιωμένος
archaise
εξαρχαϊζω
archaism
αρχαϊσμός
archangel
αρχάγγελος
archbishop
αρχιεπίσκοπος
archdeacon
αρχιδιάκονος
archdeaconry
αρχιδιακονία
arched
καμαρωτός
archenemy
ο μεγαλύτερος εχθρός
archer
τοξότης
archery
τοξοβολία
archetypal
αρχετυπικός
archetypally
αρχετυπικά
archetype
πρότυπο, αρχέτυπο
archetypical
αρχετυπικός
archipelago
αρχιπέλαγος
architect
αρχιτέκτωνας
architectonic
αρχιτεκτονικός
architectural
αρχιτεκτονικός
architecture
αρχιτεκτονική
architrave
επιστύλιο
archival
αρχειακός
archive
αρχείο
archives
αρχεία
Arctic
Αρκτική
arctic
αρκτικός
arctic skua
μικροληστόγλαρος
arctic wasteland
αρκτικός χερσότοπος
ardency
πάθος
ardent
φλογερός
ardour
θέρμη
arduous
επίπονος
are
είναι, είμαστε
area
περιοχή
arena
αρένα
aresting
που συλλαμβάνει
are you still desirous of
επιθυμείς ακόμα
argillaceous
αργιλώδης
argon
αργόν
argot
αργκό
argue
επιχειρηματολογώ, διαφωνώ, διαπληκτίζομαι
argue about
μαλώνω
argue over
μαλώνω
argue with
διαφωνώ
argument
διαφωνία, επιχείρημα, λογομαχία
argumentation
επιχειρηματολόγιο
argumentative
αμφιλεγόμενος, ερειστικός
aria
άρια
arial
κεραία, αντένα
arid
ξερός
aridity
ξηρότητα
Aries
Κριός
arise
εγείρομαι, προκύπτω
arise from
προκύπτω από
aristocracy
αριστοκρατία
aristocrat
αριστοκράτης
aristocratic
αριστοκρατικός
arithmetic
αριθμητική, μαθηματικά
ark
κιβωτός
arm
χέρι, μπράτσο, όπλο, βραχίων
armada
αρμάδα
armadillo
αρμαδίλος
armament
εξοπλισμός
armband
περιβραχιόνιο
armchair
πολυθρόνα
armed
ένοπλος, οπλισμένος
armed forces
ένοπλες δυνάμεις
armed to the teeth
οπλισμένος σαν αστακός
Armenia
Αρμενία
armful
αγκαλιά
armhole
άνοιγμα μασχάλης
armistice
αναχωχή
armour
πανοπλία
armpit
μασχάλη
arms
όπλα
army
στρατός
aroma
άρωμα
aromatic
αρωματικός
around
γύρω, γύρω από
around normal
γύρω στα κανονικά επίπεδα
arousal
διέγειρση
arouse
διεγείρω, διεγείρω υποψίες, ξεσηκώνω
arpeggio
αρπέτζο
arraign
κλητεύω, καταγγέλλω, εγκαλώ
arrange
τακτοποιώ, κανονίζω
arrange a marriage
παντρολογώ
arrangement
ετοιμασία, διακανονισμός, τακτοποίηση, διευθέτηση
arranger
αυτός που κανονίζει
array
διάταξη, παράταξη, παρατάσσω
arrears
καθυστερούμενα
arrest
συλλαμβάνω
arrival
άφιξη
arrivals board
πίνακας αφίξεων
arrive
φτάνω, φθάνω
arrive in the nick of time
φτάνω στο τσακ
arrogance
αλαζονεία, υπεροψία, έπαρση
arrogant
υπερόπτης, αλαζόνας, αλαζονικός, υπεροπτικός
arrogate
σφετερίζομαι
arrow
βέλος
arrowhead
αιχμή βέλους
arrowroot
μαραντάμυλο
arroyo
ξεροπόταμος
arse
κώλος, πισινό
arse licker
γαλίφης
arse licking
γαλιφιά
arsenal
οπλοστασίο
arsenate
αρσενικό άλας
arsenic
αρσενικό
arsenide
αρσενικούχον μέταλλο
arsine
αρσίνη
arson
εμπρησμός
arsonist
εμπρηστής
art
τέχνη
arterial
αρτηριακός
arteriosclerosis
αρτηριοσκλήρωση
artery
αρτηρία
artesian water
αρτεσιανόν ύδωρ
artesian water power
αρτεσιανή υδραυλική ενέργεια
artful
πονηρός
arthritis
αρθρίτιδα
arthropod
αρθρόποδο
artichoke
αγκινάρα
article
άρθρο
Articles of Association
καταστατικά εταιρίας
articulate
έναρθρος, ευκρινής
articulation
διάρθρωση
artifact
τεχνούργημα
artifice
τέχνασμα
artificial
τεχνητός
artificial insemination
τεχνητή γονιμοποίηση
artificial intelligence
τεχνητή νοημοσύνη
artificially
τεχνητά
artificial respiration
τεχνητή αναπνοή
artillery
πυροβολικό
artisan
τεχνίτης
artisitc
με καλλιτεχνικές ευαισθησίες
artist
καλλιτέχνης
artistic
καλλιτεχνικός
artistry
καλλιτεχνία
artless
άτεχνος
Arts and Humanities
ελεύθερες τέχνες
artwork
καλλιτέχνημα
arty
επιδεικτικός
as
σαν, όπως
as a last resort
στην τελευταία ανάγκη
as a matter of form
τύποις
as a result of
ως αποτέλεσμα, σαν αποτέλεσμα
as a rule
εν γέννει, σαν κανόνα, κατά κανόνα
asbestos
αμίαντος
as black as night
μαύρο σαν κατράμι
as brown as a berry
μαυρισμένος από τον ήλιο, σαν αράπης
ascend
ανεβαίνω, αναρριχώμαι
ascendant
ανερχόμενος
ascension
ανάβαση
ascent
ανάβαση
ascertain
εξακριβώνω, διαπιστώνω
ascetic
ασκητικός
asceticism
ασκητισμός
ascribe
επιρρίπτω, αποδίδω
ascription
απόδοση
aseptic
ασηπτικός
asexual
μονογονικός, άφυλος
as far as
ως
as far as possible
εκ των ενόντων
as good as
τόσο καλός όσο
ash
στάχτη, φράξος
ashame
ντροπιάζω
ashamed
ντροπιασμένος
ashamed of
ντροπιασμένος, ντρέπομαι
as happy as pig in muck
στο στοιχείο μου
ashen
τεφροειδής, ωχρός, σταχτής
as he put it
όπως το έλεγε
ashore
στην ξηρά
ashtray
σταχτοδοχείο, τασάκι
ash tree
μελιά, φράξο
Ash Wednesday
πρώτη τετάρτη της Σαρακοστής
ashy
τεφρώδης
Asia
Ασία
Asian
ασιάτης
Asian
ασιατικός
aside
πλάι, στην άκρη
as if
σαν να
asinine
ηλίθιος, γαϊδουρινός
as it was pointed out to him
όπως του επισημάνθηκε
ask
ρωτώ
askance
λοξά
ask a question
κάνω μία ερώτηση
asked
ζήτησα
askew
στραβά
ask for trouble
πάω γυρεύοντας
ask oneself
διερωτώ
asleep
κοιμώμενος
as long as
αρκεί να, εφ'όσον
asocial
ακοινώνητος
as one
σύσσωμος
as opposed to
σε αντίθεση με
asparagus
σπαράγγι
a spate of
πληθώρα
aspect
θωριά, όψη, πλευρά, άποψη
aspen
λεύκη
asperity
δριμύτητα, οξύτητα
aspersion
κακολογία
asphalt
άσφαλτος
asphyxiate
ασφυκτιώ
aspic
καλογερικόχορτο, λεβάντα
aspic jelly
πηκτή
aspirant
υπψήφιος, φιλόδοξος
aspirate
αναρροφώ
aspiration
βλέψη, φιλοδοξία, απορρόφηση
aspire
φιλοδοξώ
aspire to
επιδιώκω
aspirin
ασπιρίνη
as plain as a pikestaff
ηλίου φαεινότερον
ass
γάιδαρος, βλάκας
assai
επιτίθεμαι
assailant
επιτιθέμενος
assassin
δολοφόνος
assassinate
δολοφονώ πολιτικό
assassination
δολοφονία
assault
επιτίθεμαι, βιαιοπραγία, επίθεση, επίθεση
assault and battery
κακοπραγία
assay
δοκιμάζω
assemblage
σύναξη, συναρμολόγηση
assemble
συναθροίζω, συναρμολογώ
assembled
συναθροισμένος, συναρμολογημένος
assembly
συνέλευση, ομήγυρη
assembly line
γραμμή παραγωγής
assent
συγκατάθεση
assert
υποστηρίζω, διεκδικώ
assertive
κατηγορηματικός, θετικός
assess
εκτιμώ, αποτιμώ
assessable
που μπορεί να ετιμηθεί
assessment
εκτίμηση
assessor
εκτιμητής
asset
περιουσιακό στοιχείο, κεφάλαιο, ενεργητικό
assets and liabilities
ενεργητικό και παθητικό
assiduity
προσήλωση, επιμέλεια
assiduous
εργατικός, επιμελής, ενδελεχής
assign
αποδίδω, διορίζω, αναθέτω
assignation
ανάθεση, διανομή
assignee
εντολοδόχος
assignment
ανάθεση, δουλειά, αποστολή, ορισμός
assimilate
αφομοιώνω, εξομοιώνω
assimilation
αφομοίωση
assist
βοηθώ
assistant
βοηθός
assize
έκτακτο ορκωτό δικαστήριο
associate
συνέταιρος, συσχετίζω
associated
ομοειδής, συγγενής
associate with
συναναστρέφομαι
association
σχέση, ομοσπωνδiα
as soon as
μόλις
assort
ταξινομώ, συναναστρέφομαι
assorted
διάφορος, ποικίλος
assuage
κατευνάζω, καταπραϋνω
assume
υποθέτω
assume .... proportions
προσλαμβάνω ... διάσταση
assume a role
υποδύομαι ένα ρόλο
assume office
αναλαμβάνω τα καθήκοντα του
assumption
υπόθεση
assumption of debt
αναδοχή χρέους
assurance
σιγουριά, εγγύηση, διαβεβαίωση
assure
βεβαιώνω, διαβεβαιώνω
a steady job
σταθερή δουλειά
asterisk
αστερίσκος
asteroid
αστεροειδής
as thick as thieves
τάτσι μίτσι κότσι
as things stand now
όπως έχουν τα πράγματα
asthma
άσθμα
as though
σαν να
astigmatic
αστιγματικός
astigmatism
αστιγματισμός
astonish
εκπλήσσω
astonished
κατάπληκτος, έκπληκτος
astonishing
καταπληκτικός
astonishingly
εκπληκτικά
astonishment
εμβροντησία
astound
αποσβολώνω, ξαφνιάζω, εκπλήσσω
astraddle
καβάλα
astral
αστρικός
astray
παραστρατημένος
astride
διάσκελα
astringent
στυπτικός
a string of albums
μία σειρά δίσκων
a stroke of the clock
χτύπημα του ρολογιού
astrologer
αστρολόγος
astrology
αστρολογία
astronaut
αστροναύτης
astronomer
αστρονόμος
astronomic
αστρονομικός
astronomy
αστρονομία
astrophysical
αστροφυσικός
astrophysicist
αστροφυσικός
astrophysics
αστροφυσική
a stubborn stain
επίμονος λεκές
astute
ευφυής, τετραπέρατος
asunder
χωριστά, σε πολλά κομμάτια
as usual
κατά τα ειωθοτά
as well as
καθώς και
asylum
άσυλο, ασυλία
asymmetric
ασύμμετρος
asymmetry
ασυμμετρία
asymptomatic
ασυμπτωματικός
asymptote
ασύμπτωτο
asymptotic
ασύμπτωτος
asynchronous
ασύγχρονος
asynchrony
ασυγχρονισμός
at
σε, σε
at .... k.p.h
με .... την ώρα
at 70 kph
με 70 χιλιόμετρα την ώρα
at a fixed price
σε σταθερή τιμή
at all costs
πάση θυσία
at all events
τέλος πάντων
at a loss
απορώ, με απώλεια κερδών
at a moment's notice
από την μία στιγμή στην άλλη
at any rate
τέλος πάντων
at a profit
με κέρδος, σε κέρδος
at a tangent
εφαπτομενικά
at a target
σε στόχο
atavism
προγονισμός, αταβισμός
atavistic
αταβιστικός
at Christmas
τα Χριστούγεννα
at dawn
την αυγή
ate
έφαγα
at ease
άνετος
at Easter
το Πάσχα
a tempting offer
δελεαστική προσφορά
at first hand
από πρώτο χέρι
at great length
εκτενώς
at hand
κοντά μου
at heart
βασικά
atheism
αθεϊσμός
atheist
άθεος, αθεϊστής
Athens
Αθήνα, κλεινόν άστυ
athlete
αθλητής
athletic
αθλητικός
athletics
αθλητικά
athletic shoes
παπούτσια για το στίβο
athletics is
αθλητικά είναι
at home
εντός έδρας, στο σπίτι
a three-hour flight
πτήση τριών ωρών
a through train
τραίνο κατ?ευθείαν προς
athwart
εγκάρσια
Atlantic
Ατλαντικός
atlas
άτλας
at last
επί τέλους
at least
τουλάχιστον
at length
διεξοδικά
at liberty
αδέσμευτος, ελεύθερος
atmosphere
ατμόσφαιρα
atmospheric
ατμοσφαιρικός
at my expense
σε βάρος μου
at my request
μετά παράκλησης
at no point
ποτέ
at no time
ποτέ
atoll
ατόλη
atom
άτομο
atomic
ατομικός
atomic bomb
ατομική βόμβα
atonal
ατονικός
at once
αμέσως
atone
εξιλεώνομαι
at one's disposal
στη διάθεση κάποιου
atonic
άτονος
atop
στην κορυφή, πάνω σε
a touch of
λίγο
at random
τυχαία
at regular intervals
σε τακτά διαστήματα
atrichia
ατριχία
atrium
άτριο
atrocious
απαίσιος, αποκρουστικός
atrocity
ωμότητα, κτηνωδία
atrophic
ατροφικός
atrophy
ατροφία
at school
στο σχολείο
at sea
στην θάλασσα
at someone's beck and call
άγεται και φέρεται
at someone's feet
στα πόδια κάποιου
at sunset
το δειλινό
attach
επισυνάπτω, συνδέω
attached to
συνδεμένος με, συναισθηματικά δεμένος
attachement
προσάρτημα
attachι
ακόλουθος
attack
κάνω επιδρομή, επιτίθεμαι, επιδρομή, επίθεση
attacker
επιτιθέμενος
attacking
που επιτίθεται
attain
επιτυγχάνω, κατορθώνω
attainable
εφικτός
attainder
στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων
attempt
απόπειρα, αποπειρώμαι, προσπάθεια, προσπαθώ
attempted
αποπειρώμενος
attempt to
προσπάθεια να
attend
παραβρίσκομαι, παρακάθομαι, παρακολουθώ
attendance
παρουσία
attendant
ακόλουθος
attend to
περιπιούμαι
attention
προσοχή, φροντίδα
attentive
προσεκτικός, γνωστικός
attentively
προσεκτικά, περιποιητικά
attenuate
ελαφρύνω, αμβλύνω
attest
πιστοποιώ, μαρτυρώ
attestation
κατάθεση, μαρτυρία
at the back of one's mind
στο νου μου, στις σκέψεις μου
at the crack of dawn
τα χαράματα
at the cutting edge
στην αιχμής της τεχνολογίας, στην πρώτη γραμμή
at the eleventh hour
την τελευταία στιγμή
at the foot of
στις παρυφές του
at the forefront of
στην πρώτη γραμμή
at the head of the table
στην κορυφή του τραπεζιού
at the moment
σ'αυτήν την στιγμή
at the present
προς το παρόν
at the present juncture
στην παρούσα συγκυρία
at the same time
ταυτόχρονα, παράλληλα
at the turn of the century
στο γύρισμα του αιώνα
at the weekend
το Σαββατοκύριακο
attic
σοφίτα
at times
ώρες ωρες, που και που
attire
αμφίεση, ντύσιμο
attitude
συμπεριφορά, στάση
attitudinal
ποζάτος
attorney
συνήγορος
attract
τραβώ, προσελκύω, επισύρω, έλκω, ελκύω
attraction
έλξη, πόλος έλξης, θέαμα, θέλξη
attractive
ελκυστικός
attributable
που μπορεί να αποδωθεί σε
attribute
αποδίδω, ιδιότητα
attribution
κατανομή
attributive
χαρακτηριστικός, επιθετικός
attrition
φθορά, τριβή
attrition rate
ρυθμός απομείωσης, ρυθμός φθοράς, τιμή κατανομής
attune
κουδίζω, συντονίζω
atuds
τάπες
at will
κατά βούληση, κατά δοκούν
at work
στην δουλειά
atypical
μη τυπικός, άτυπος
aubergine
μελιτζάνα
auburn
πυρόξανθος
auction
πλησηριασμός, πλειστηριασμός, πληστηριασμός
auctioneer
πλειστηριαστής, εκπλειστηριαστής, δημοπράτης
audacious
παράτολμος
audacity
θράσος
audible
ηχητικός, που μπορεί να ακουστεί
audience
ακροατήριο
audience participation
συμμετοχή του κοινού
audio
ακουστικός
audiotape
κασέτα για κασετόφωνο
audiovisual
οπτικοακουστικός
audit
ελέγχω
audition
δοκιμαστική ακρόαση, δοκιμή ηθοποιού
auditorium
αίθουσα
auditory
ακουστικός
auditory ossicles
ακουστικά οστάρια
Audouin's gull
αιγαιόγλαρος
Augend register
καταχωρητής Αugend
auger
τρυπάνι
augite
αυγίτης
augment
αυξάνω
augmentation
αύξηση
augur
προοιωνίζομαι, προιωνίζομαι
August
Αύγουστος.
aunt
θεία
auntie
θεία
aura
φωτοστέφανο
aural
ακουστικός
aureomycin
χρυσοκυκίνη
auric oxide
χρυσικό οξείδιο
aurochs
άουροχς
aurora
σέλας, αυγή
auspice
προστασία
auspices
οιωνοί
auspicious
ευοίωνος, ευθοίωνος, εύσημος, ευοίωνος
austenite
ωστενίτης
austere
αυστηρός
austral
νότιος
Australia
Αυστραλία
Australian
Αυστραλέζος
Austria
Αυστρία
Austrian
αυστριακός
authentic
αυθεντικός, γνήσιος
authenticate
πιστοποιώ, επικυρώνω
authenticity
γνησιότητα
author
συγγραφέας
authorisation
εξουσιοδότηση
authoritarian
απολυταρχικός
authoritative
έγκυρος, επιβλητικός
authoritativeness
αυταρχικότητα
authority
εξουσία, αυθεντία, κύρος
autism
αυτισμός
autistic
αυτιστικός
auto
αυτοκίνητο
autobiography
αυτοβιογραφία
autochthonous
αυτόχθων
autoclave
αυτόκλειστο
autocollimator
αυτοδιοπτήρας
autocracy
αυτοκρατορία
autocrat
δεσποτικός, αυτοκράτορας
autocratic
αυτοκρατορικός
autograph
αυτόγραφο
automat
αυτόματο
automata
αυτόματα
automate
αυτοματοποιώ
automatic
αυτόματο, αυτοματικός
Automatic Wage Indexing
ΑΤΑ
automation
αυτοματοποίηση
automaton
αυτόματο
automobile
αυτοκίνητο
automorphic
αυτόμορφος
automotive
αυτοκίνητος
autonomic
αυτόνομος
autonomous
αυτόνομος
autonomy
αυτονομία
autopilot
αυτόματος πιλότος
autopsy
νεκροψία
auto racing
αγώνας αυτοκινήτων
autosuggestion
αυθυποβολή
autosuggestive therapy
θεραπεία αυθυποβολής
autotransformer
αυτομετασχηματιστής
autumn fall
φθινόπωρο
autumnal
φθινοπωρινός
auxiliary
βοηθητικός
auxiliary verb
βοηθητικό ρήμα
auxin
ωξίνη, αυξίνη
avail
όφελος, χρησιμεύω, ωφελώ
available
διαθέσιμος
avalanche
πλημμύρα, κατκλυσμός, χιονοστιβάδα
avarice
τσιγκουνιά, φιλαργυρία
avaricious
φιλάργυρος
avenge
εκδικούμαι
avenue
λεωφόρος
aver
αποδεικνύω, πιστοποιώ
average
μέσος, μέσος όρος
averse
αντίθετος
averse to
αντίθετος
aversion
αποστροφή
avert
αποστρέφω, αποτρέπω
avian
ορνιθοειδής
aviary
πτηνοτροφείο
aviate
πιλοτάρω
aviation
αεροπορία
aviator
αεροπόρος
aviatrix
αεροπόρος θηλυκός
avid
ενθουσιώδης
avocado
αβοκάντο
avocat
λικέρ με βάση αυγά
avocation
επάγγελμα
avocet
αβοκέτα
avoid
αποφεύγω
avoidance
αποφυγή
avoiding
το να αποφεύγει κανείς
avow
διαβεβαιώνω, ομολογώ
avowal
ομολογία
avowed
δηλωμένος
await
αναμένω, περιμένω
awake
ξυπνώ
awaken
ξυπνώ
awakening
ξύπνημα
award
βραβείο, απονέμω, κατακυρώνω
aware
γνωρίζων
awareness
αντίληψη, συνειδοτοποίηση
awash
ίσαλος, πλημμυρισμένος, γεμάτος
away
μακρυά, μακριά
awe
δέος
awe inspiring
που εμπνέει δέος
awesome
προκάλωντας δέος, επιβλητικός
awful
απαίσιος
awhile
γιά λίγο
awkward
ατζαμής, αδέξιος
awkwardly
αδέξια
awl
σουβλί, ξέστρο
awning
τέντα
awoke
ξύπνησα
a write-off
εντελώς άχρηστος
awry
λοξός, στραβά
ax
πέλεκυς, τσεκούρι
axe
πέλεκυς, τσεκούρι, πελέκι, πέλεκας
axeman
ξυλοκόπος
axes
τσεκούρια
axial
αξονικός
axial flow fan
ελικοειδής ανεμιστήρας
axiom
αξίωμα
axiomatic
αξιωματικός, αυταπόδεικτος
axis
άξωνας, άξονας
axle
άξoνας, άξωνας, άξονας
axolotl unit
μονάδα axolotl
axon
νευρίτης
axon reflex
αξονικός αντανακλαστικός
ayatollah
αγιατολάχ
aye
ναι
azalea
αζαλέα
azimuth
αζιμούθιο
azimuthal
αζιμούθιος, αζιμουθιακός
azimuthal chart
αζιμούθιος χάρτης
azimuthal control
κυκλικός έλεγχος
azimuthal cover
αζιμουθιακή κάλυψη
azimuthal equidistant chart
αζιμούθιος ισαπεχάρτης
azimuthal projection
αζιμουθιακή προβολή
azure
γαλάζιος, γαλανός, κυανός
babble
φλυαρώ, κελαρύζω, ασυναρτησίες
babe
μωρό, γκόμενα
baboon
βαβουίνος
baby
μωρό
babyhood
βρεφική ηλικία
babysit
κάνω τον μπείμπι σίτερ
babysitter
μπείμπι σιτερ
babysitting
το να κάνω τον μπείμπι σίτερ
baccalaureate
μπακαλορεά
baccarat
μπακαρά
bacchanalia
Βακχεία
bachelor
εργένης
bacilli
βακτήρια
bacillus
βακτήριο
back
ενισχύω, υποστηρίζω, υποστηρίζω, πλάτη, πίσω
backache
πόνος στην πλάτη
back and forth
πάνω κάτω
backbite
καταλαλώ
backboard
ακουμπιστήρι, ράχη
backbone
βασική υπηρεσία, σπονδυλική στήλη, κότσια
backdated
αναδρομικά
back door
πίσω πόρτα
backdrop
φόντο
backfill tamper
συμπιεστής επίχωσης
backgammon
τάβλι
background
το φόντο
backing
συμπαράσταση
back into
μπαίνω με όπισθεν
back out
βγαίνω με όπισθεν
back out of
υποχωρώ
backside
πισινό, κώλος
backstage
παρασκήνια
back to back
διαδοχικός, διαδοχικά, πλάτη με πλάτη
back to front
ανάποδα
back up
υποστηρίζω, υποστηρίζω, κάνω όπισθεν
backward
καθυστερημένος
backwards and forwards
πάνω κάτω
backyard
πίσω αυλή
bacon
μπέικον
bacteria
βακτηρίδια
bacterium
βακτηρίδιο
bad
κακός, άσχημος
bad feeling
δυσαρέσκεια
badge
διακριτικό γνώρισμα, κονκάρδα
badger
ασβός, παρενοχλώ
badgering
παρενόχληση
bad luck
κακοτυχία
badly
άσχημα, κακά
badly behaved
ανάγωγος
badly brought up
ανάγωγος
badly written
άσχημα γραμμένος
badminton
παιχνίδι με ρακέτες και σαΐτα
bad smell
αποφορά
bad tempered
εκνευρισμένος
bad-tempered
με κακή διάθεση, κακοκεφάτος
bad weather
αντάρα
baffle
προκαλώ σύγχυση
baffling
που σε σαστίζει, που σε φέρνει σε αμηχανία
bag
τσάντα
baggage handler
αχθοφόρος
baggage is
αποσκευές είναι
Baikal teal
κλωσσόπαπια
bail
χρηματική εγγύηση
bailey
περιτείχισμα
bailiff
φρουρός, επιστάτης, διαχειριστής
Baillon's crake
νανοπουλάδα
bail out
πηδώ με αλεξίπτωτο
bairn
παιδί
bait
δόλωμα
baker
φούρναρης, φουρνάρης
baker's
φούρνος, αρτοπωλείο
balance
πλάστιγγα, ζυγαριά, ισοζύγιο, ισορροπία
balance beam
δοκός
balance sheet
ισολογισμός
balconies
μπαλκόνια
balcony
μπαλκόνι
bald
καραφλός, φαλακρός
balding
που φαλακραίνει
baleful
ολέθριος, απελπισμένος, θλιβερός
ball
κουβάρι, μπάλα
ballad
μπαλάντα
ballast
σαβουρώνω, σαβούρα, έρμα, ερματισμός
ball bearings
ρουλεμάν
ballerina
μπαλερίνα
ballet
μπαλέτο
ballet dancer
χωρευτής μπαλέτου, χορεύτρια μπαλέτου
ballet shoes
παπούτσια μπαλέτου
balloon
μπαλόνι, αερόστατο
ballot box
κάλπη
ballpoint pen
στυλό διαρκείας
ballroom
αίθουσα χωρού
balls
αρχίδια, κότσια
balmy
γλυκός
ban
απαγόρευση, αποκλείω, απαγορεύω, αποκλεισμός
banality
πεζότητα
banana
μπανάνα
band
συγκρότημα. ομάδα, ταινία
bandage
επίδεσμος
bandwidth
εύρος ζώνη
bandy about
πιάνω στο στόμα, περνώ από στόμα σε στόμα
bandy jokes with
ανταλλάσσω αστεία
bandy-legged
στραβοπόδαρος
bang
βρόντος, κρότος, γδούπος, βροντώ
banger
σαραβαλάκι
bang in the middle
καταμεσίς
bank
τράπεζα, ανάχωμα, όχθη
bank clerk
υπάλληλος τράπεζας
bankcruptcy
πτώχευση
banker
τραπεζίτης
banking
τραπεζική
banknote
χαρτονόμισμα
bank officer
αξιωματικός τράπεζας
bankrupt
χρεοκοπημένος, χρεωκοπημένος
bankruptcy
χρεωκοπία
banned
απαγορευμένος
banner
λάβαρο
bannock
λαγάνα
banquet
συμπόσιο, πανδαισία
baptise
βαφτίζω
baptism
βάπτισμα
Baptist
Βαπτιστής
bar
μπαρ, εμποδίζω, κάγκελο, φράζω, ράβδος
barbary partridge
βραχοπέρδικα
barbecue
ψησταριά
barbel
σκαρούνι
barber
μπαρμπέρης, κουρέας
barber's
κουρείο
bard
ραψωδός
bare
γυμνός
bare-facedly
ασύστολα
barefoot
ξυπόλυτος
bare ground
γυμνό έδαφος
bare-headed
ξεσκούφωτος
barely
σχεδόν καθόλου, μόλις και μετά βίας
bare neck
γυμνός λαιμός
bare one's teeth
δείχνω τα δόντια απειλητικά
bargain
τιμή ευκαιρίας, παζαρεύω
bargain for
παζαρεύω
bargaining
παζάρι
barge
μαούνα
baritone
βαρύτονος
bark
γαυγίζω, φλοιός, γαβγίζω
barking
γαύγισμα
barley
κριθάρι
barley sugar
κάντιο
barman
μπάρμαν
barn
αχυρώνας
barnacle
βάλανος
barnacle goose
ασπρομαγουλόχηνα
bar of chocolate
πλάκα σοκολάτας, πλάκα σκολάτας
baron
βαρόνος
baroness
βαρόνη
baroque
με έντονη διακόσμηση, μπαρόκ
barracades
οδοφράγματα
barracks
στρατώνας
barracuda
λούτσος
barrel
βαρέλι, κάννη
barrel organ
λαντέρνα, λατέρνα
barren
στείρος, άκαρπος, άγονος
barren place
ξερότοπος
barricade
φράσσω, οδόφραγμα
barrier
εμπόδιο, μπάρα, φράγμα, φραγμός
barrow
τύμβος
Barrow's goldeneye
ισλανδική κουδουνόπαπια
bar-tailed godwit
ακτοτούρλι
bartender
μπάρμαν
base
βάθρο, ευτελής
baseball
μπέιζμπολ
baseball cap
καπέλο μπεϊσμπολ
baseband
φάσμα γραμμής, βασική ζώνη
basement
υπόγειο
baseness
ευτέλεια, προστυχιά
bashful
ντροπαλός, δειλός
basil
βασιλικός
basin
λεκάνη
basis
βάση
bask
λιάζομαι
basket
κοφίνι, καλάθι, πανέρι
basketball
μπάσκετ
basket weaving
καλαθοπλεκτική
basketwork
καλαθοπλεκτική
bass
μπάσος
basta
νισάφι
bastard
νοθός, τσογλάνι
bastion
προμαχώνας
bat
ρόπαλο, νυχτερίδα
batch
φουρνιά
batch command
ομαδική διαταγή
batch file
ομαδικό αρχείο
batch processing
επεξεργασία κατά δέσμες
bath
λουτρό, μπάνιο, μπανιέρα
bathe
κάνω μπάνιο, λούζομαι
bathmat
χαλάκι του μπάνιου
bathrobe
μπουρνούζι
bathroom
λουτρό
baths
λουτρά
baton
σκυτάλη
battalion
τάγμα
battered
στραπατσαρισμέμος
battery
μπαταρία, συστοιχία
battle
μάχη
battlefield
πεδίο μάχης
battleship
θωρηκτό
battle with
πολεμώ
bauxite
βοξίτης
bawler
φωνακλάς
bay
κόλπος
bayonet
ξιφολόγχη
bazaar
παζάρι
bazooka
μπαζούκα
BC B.C.
Προ Χριστού, π.Χ.
be
διανύω, είμαι, βρίσκομαι
be a bit of a handful
είμαι ζωηρός
be able to
είμαι σε θέση, δύναμαι, μπορώ
be about to
είμαι έτοιμος να
be a carrier
είμαι φορεύς
beach
αμμουδιά, ακτή, γιαλός
beacon
φάρος
bead
χάντρα
beady
χάντρινος
be affiliated to
προσκείμαι
be afflicted with
βασανίζομαι από
be afraid of
φοβάμαι
be after
επιδιώκω, αναζητώ
be against
είμαι κατά
be a good omen
είμαι καλός οιωνός
beak
ράμφος
be allowed to
επιτρέπομαι
beam
αχτίδα, δοκός, χαμογελώ ευτυχισμένα, καδρόνι
beam of light
ακτίνα του φωτός
bean
φασόλι
be an accessory to
γίνομαι σύνεργος
bean goose
χωραφόχηνα
be annealed
αναθερμαίνομαι
beanpole
στήριγμα φασολιάς, τηλεγραφόξυλο
bean soup
φασολάδα
be appalled at
σοκάρομαι
bear
αρκούδα, υποφέρω, γεννώ
bear a child
γεννώ ένα παιδί
bear a grudge
κρατώ κακία
bear a responsibility for
έχω την ευθύνη για
beard
γένι, μούσι
bearded
μουσάτος, γενειοφόρος
bearded vulture
γυπαετός
bearer
κομιστής, φορέας
bearing
έδρανο, σχέση, στάση
bearings
προσανατολισμός
bear malice
εχθρεύομαι
bear no comparison with
δεν συγκρίνομαι με
bear the mark of
φέρνω το σημάδι, φέρνω την σφραγίδα
bear the same name as
έχω το ίδιο όνομα με
bear up
αντέχω
bear witness to
μαρτυρώ
be ashamed of
ντρέπομαι
be as right as rain
αισθάνομαι πάρα πολύ καλά
beast
κτήνος, ζώο
beat
δέρνω, νικώ, χτυπώ
be at a dead end
βρίσκομαι σε αδιέξοδο
be at a loose end
δεν έχω τι να κάνω
be at a loss
τα έχω χαμένα, πελαγώνω
be at a low ebb
είμαι πεσμένος
beat an opponent
νικώ ένα αντίπαλο
be at ease
αισθάνομαι άνετα
beaten
νικώ, χτυπώ, δέρνω
beater
δάρτης
beating
παλλόμενος
be at large
παραμένω ασύλληπτος
be at loggerheads with
είμαι στα μαχαίρια με
be at odds with
καβγαδίζω, είμαι σε διάσταση με
be at one's disposal
είμαι στη διάθεση κάποιου
be at one's wits' end
δεν ξέω τι να κάνω, τα έχω χαμένα
be at stake
διακυβεύομαι
be at the forefront
προπορεύομαι
beat the living daylights out
ρέβω κάποιο στο ξύλο
beat up
χτυπώ, δέρνω
Beaufort scale
κλίμακα Μποφόρ
beautician
αισθητικός
beautification
καλλωπισμός
beautified
καλλωπισμένος
beautiful
όμορφος
beauty
ομορφιά, καλλονή
beauty contest
καλλιστεία
beaver
κάστορας, δουλεύω σκληρά
be averse to
έχω αντιπάθεια, αντιπαθώ
be awarded
απονέμομαι
be awarded a certificate
μου απονέμουν πιστοποιητικό
be baffled
πελαγοδρομώ
be behind with
πηγαίνω πίσω
be believed to be
φέρομαι
be bitten by the bug
είμαι τσιμπιμένος από
be bogged down
βρίσκομαι σε τέλμα
be bound to
είμαι βέβαιο ότι, είναι βέβαιο ότι
be bowled over
κοκαλώνω
be breathalysed
μου γίνεται αλκοτέστ
be buried
ενταφιάζομαι
became
γίνατε, γίναμε, έγινες, έγινε, έγιναν, έγινα
be capped
κλείνομαι
be carried out
διεξάγομαι
because
διότι, γιατί
because of
λόγω, εξ αιτίας
be civilised
εκπολιτίζομαι
beckon
κάνω νόημα, γνέφω
become
αρμόζω, γίνομαι
become an accessory to
γίνομαι σύνεργος
become extinct
εξοντώνομαι
become furious
μανίζω
become impure
νοθεύομαι
become incarnate
ενανθρωπίζομαι
become purple
πορφυρίζω
become tedious
γίνομαι βαρετός
become useless
περιπίπτω σε αχρηστία
becoming
αρμόζων
be compensated for
αποζημιώνομαι
be concerned about
νοιάζομαι για, προβληματίζομαι για
be concerned with
ασχολούμαι
be consolidated
εδραιώνομαι
be crushed
συνωστίζομαι, στριμώχνομαι
be cut out to be
είμαι πλασμένος για
bed
κρεβάτι
be dashed against the rocks
εκσφενδονίζομαι στα βράχια
bedclothes
σεντόνια και κουβέρτες
bedding
σεντόνια και κουβέρτες
be decarburized
απανθρακώνομαι
be dedicated to
αφιερώνομαι σε
be defeated
νικιέμαι, ηττώμαι
be denitrogenized
απαζωτώνομαι
bedevil
καταβασανίζω, ταλαιπορώ
be devoid of
στερούμαι από
be devoted to
αφοσιώνομαι σε
be disposed
διατίθεμαι
be distant
απέχω
be down in the dumps
είμαι στις μαύρες μου
be dragged
σύρομαι
be drawn
τραβιέμαι
be drawn into
προσελκύομαι
be drawn to
προσελκύομαι
bedridden
κατάκοιτος
be driven mad
ξετρελαίνομαι
bedrock
βραχώδες υπόστρωμα
bedroom
κρεβατοκάμαρα, υπνοδωμάτιο
bedside table
κομοδίνο
bedsit
γκαρσονιέρα, σαλόνι - υπνοδωμάτιο
bed-sit
γκαρσονιέρα
bedspread
κάλυμμα κρεβατιού
bee
μέλισσα
beech
οξυά
beef
βοδινό
beef steak
βοδινή μπριτζόλα
be electrocuted
παθαίνω ηλεκτροπληξία
be empowered to
είμαι εξουσιοδοτημένος να
be endemic
ενδημώ
be endowed with
είμαι προικισμένος
be enough
επαρκώ
be entitled to
έχω το δικαίωμα, δικαιούμαι
be equivalent
ισοδυναμώ
beer
μπύρα
be established
εγκαθίσταμαι
beet
τεύτλο
beetle
σκαθάρι
be expecting a baby
περιμένω παιδί
be exposed
εκτίθεμαι
be extolled
εκθειάζομαι
befall
συμβαίνω
be flatmates
συγκατοικώ
be fond of
μ'αρέσει
be fond of flirting
μ'αρέσουν τα ξινά
be for
είμαι υπέρ
before
πριν από, πριν, μπροστά από, προτού
beforehand
πριν, πιο πριν
before that
πριν από αυτό
before time
πρόωρα
be formed
σχηματίζομαι
be foul-mouthed
βωμολογώ
be frank
ξαστερώνω
be free
είμαι ελεύθερος
be frightened
δειλιάζω
be furious
είμαι πυρ και μανία
beg
επαιτώ, ικετεύω, παρακαλώ, ζητιανεύω
began
άρχισα
beg for
ικετεύω
beg for forgiveness
ζητώ συγγνώμη
beggar
ζητιάνος
begging
ικετευτικός
be gifted
είμαι προικισμένος
begin
αρχίζω
beginner
αρχάριος, ατζαμής
beginning
έναρξη, αρχή
be given to
είμαι επιρρεπής σε
be good at
επιτηδεύομαι
be greeted with derision
αντιμετωπίζω κάποιο χλευαστικά
begrudge
τσιγγουνεύομαι, φθονώ
begrudged
στυφνός
beg the question
αποφεύγω το πρόβλημα
beguile
απατώ
be hard at it
δουλεύω εντατικά
behave
συμπεριφέρομαι
behaviour
συμπεριφορά, διαγωγή, φέρσιμο
behavioural difficulties
δυσκολίες στη συμπεριφορά
behaviour towards
συμπεριφορά
behead
καρατομώ
behind
πίσω από
behind one's back
κρυφά, πίσω από την πλάτη
behind the scenes
παρασκηνιακός
behold
ιδού
be hopeful
ευελπιστώ
be humiliated
ταπεινώνομαι
be hungry
πεινώ
beige
μπεζ
be impatient
αδημονώ
be in
είμαι στο σπίτι
be in agony
υποφέρω πολύ
be in a position to
είμαι σε θέση
be in a tantrum
έχω τις ζοχάδες μου
be inclined to
έχω διάθεση να, τείνω να
be in cohorts with
είμαι φατρία με, είμαι κλίκα με, συνομωτώ μαζί
be incorporated in
ενσωματώνομαι, εντάσσομαι
be in danger
διακινδινεύω
be in debt to
οφείλω
be in deep thought
είμαι σε βαθιά περισυλλογή
be in doubt
αμφισβητώ
be inert
αδρανώ
be in existence
υπάρχω
being
όν
being a member
το να είναι κανείς μέλος
being available
το να είναι διαθέσιμο
being composed of
που αποτελείται από
being ill
καχεξία
being just
το να είναι δίκαιο
be in good health
είμαι καλά στην υγεία
being overripe
παραγίνωμα
being readable
το να είναι ευανάγνωστο
being right
το να είναι δίκαιο
being thick skinned
παχυδερμία
be in heat
βαρβατεύω
be in jeopardy
διακινδυνεύω
be in labour
έχω τις ωδίνες του τοκετού, έχω τις ωδίνες του
be in limbo
βάζω στο χρονοντούλαπο
be inoculated against
εμβολιάζομαι
be in pain
πονώ
be in power
κυβερνώ, έχω την εξουσία
be in progress
συντελούμαι
be in search of
ψάχνω
be in someone's good graces
απολαμβάνω την εύνοια
be in store for
επιφυλλάσσω, επιφυλλάσσομαι
be interested
ενδιαφέρομαι
be interested in
ενδιαφέρομαι γιά, ενδιαφέρομαι για
be interred
ενταφιάζομαι
be in the doldrums
είμαι στις μαύρες μου
be in the limelight
είμαι στο προσκήνιο
be in the middle of
μεσώ
be in the pay of
δουλεύω για, εργάζομαι για
be in the red
έχω παθητικό
be in trouble
έχω ντράβαλα με
be in two minds
είμαι αναποφάσιστος
be involved in
εμπλέκομαι
beird
γενειάδα
be jammed
συνωστίζομαι
be keen on
ενδιαφέρομαι γιά
be keyed up about
αγωνιώ
be lacking in
μου λείπει
be laden with
είμαι φορτωμένος με
be laid out
προβλέπομαι
belay
σχοινί
belch
ρεύομαι, ρέψιμο
belching
ρέψιμο
beleaguered
πολιορκημένος
be legion
αφθονώ
Belgian
Βέλγος, βελγικός
Belgium
Βέλγιο
belief
πεποίθηση, πίστη
believe
πιστεύω
belittle
υποτιμώ
belittling
υποτμητικός
bell
κουδούνι, καμπάνα
bell-bottoms
καμπάνα
belligerent
εριστικός, φιλοπόλεμος, επιθετικός
bellow
μουγκρίζω
bell-ringing
κωδωνοκρουσία
bell used in monasteries
σήμαντρο
be located
βρίσκομαι
belong
ανήκω
belongings
υπάρχοντα
be long in the tooth
δεν είμαι νέος πία
beloved
αγαπημένος
below
από κάτω, κάτω από
be low on
μου τελειώνει
below zero
κάτω από το μηδέν
belt
ζώνη, ιμάντας
beluga whale
ασπροδέλφινο
be mad about
παθιάζομαι, παθιάζω
be made up of
αποτελούμαι
be married
είμαι παντρεμένος
be matched by
ανταγωνίζομαι
be mistaken
κάνω λάθος
be more than a match for
είμαι πολύ καλύτερος από, υπερτερώ
bench
έδρα, πάγκος, έδρανο, παγκάκι
bend
καμπυλώνεται, γέρνω, στροφή, σκύβω
bend down
σκύβω να μαζέψω
bend over
σκύβω
beneath
από κάτω, κάτω από
beneath contempt
ανάξιος περιφρόνησης
benefactor
ευεργέτης
beneficial
ευεργετικός, επωφελής, ωφέλιμος
beneficiary
δικαιούχος
benefit
ωφέλεια, επωφελούμαι, όφελος, επίδομα, καρπώνομαι
benefit from
επωφελούμαι
benevolence
καλοσύνη, φιλανθρωπία
benevolent
συνετός, ευμενής, καλόβουλος, φρόνιμος
benign
καλοήθης, καλοκάγαθος, ήπιος
be no longer used
περιπίπτω σε αχρηστία
bent
κυρτός
be obsessed
έχω έμμονη ιδέα
be obstinate
πεισματώνω
be off
είναι χαλασμένος, είμαι κλειστός, αναβάλλομαι
be on
είμαι ανοικτός
be one's first customer
κάνω σεφτέ σε
be on patrol
κάνω περιπολία
be on strike
απεργώ
be on stronger ground
είμαι σε καλύτερη θέση
be on the lookout for
ψάχνω για
be on the receiving end of
είμαι ο δέκτης
be on top of the w
αισθάνομαι πάρα πολύ καλά
be on trial
εκδικάζομαι
be on trial for
δικάζομαι
be opposed to
αντιτίθεμαι σε
be out
λείπω
be out of breath
μου κόβεται η ανάσα, είμαι λαχανιασμένος
be out of one's depth
τα 'χω χαμένα
be overrun
κατακλύζομαι
be over the moon
πετώ από τη χαρά μου
be overwhelmed
καταβάλλομαι
be pained by
στενοχωριέμαι από
be party to
είμαι διάδικος σε δίκη
be permitted to
επιτρέπομαι
be poisoned
δηλητηριάζομαι
be praised
εκθειάζομαι
be present
δίνω το παρόν
be present at
παραβρίσκομαι
be pressed
συνωστίζομαι
be programmed
είμαι προγραμματισμένος
be prominent
εξέχω
be proper
αρμόζω
be prosecuted
διώκομαι
be protected against
προστατεύομαι από
be pulled
τραβιέμαι
be put off by
αποθαρρύνομαι από
bequeath
κληροδοτώ
bequeathal
κληροδότηση
be quiet
καμώνομαι, σιωπώ
be ready for
είμαι έτοιμος για
bereaved person
τεθλιμμένο άτομο που
bereavement
απώλεια
be reflected
αντικατοπτρίζομαι
be resolved to
βάζω πείσμα να
beret
μπερές
be rolling in money
έχω λεφτά με τη σέσουλα
be roped together
συνδέομαι με σκοινιά
berry
ρόγα, μούρο
berth
κρεββάτι πλοίου
beryl
βήρυλλος
beryllium
βηρύλλιο
be sarcastic
σαρκάζω
be scared of
φοβάμαι
be scared stiff
φοβάμαι πολύ
be seriously injured
τραυματίζομαι σοβαρά
be set against
εναντιώνομαι
be short of
έχω έλλειψη από
be sick
κάνω εμετό
beside
πλάι, δίπλα
besides
άλλωστε, εκτός από, έξον
besides that
εκτός από αυτά
besiege
πολιορκώ
be situated
κείμαι
be slow on the uptake
αργώ να καταλάβω, δεν του κόβει
be so bold as to
λαμβάνω το θάρρος να
be sorry to
λυπάμαι
be spoiling for a fight
αμολάω το ζωνάρι μου για καβγά
best
ο καλύτερος, καλύτερος, νικώ
be starving
λιμάζω
be stationed
υπηρετώ σε μία βάση
best friend
κολλητός, καλύτερη φίλη, καλύτερος φίλος
be stingy
τσιγκουνεύομαι
best man
κουμπάρος
bestow
παραχωρώ, παρέχω
be stricken by
προσβάλλομαι από
be struck by
εντυπωσιάζομαι
bestseller
μπεστσέλερ
bestselling
που έγινε μπεστσέλερ
be stumped
πελαγοδρομώ
best wishes
τις καλύτερες ευχές
be subject to
υποκείμαι σε
be sufficient
επαρκώ
be sullen
σκουντουφλιάζω
be swarming with
βρίθω
bet
στοίχημα, το παω στοίχημα, στοιχηματίζω
be taken aback
είμαι έκπληκτος, ξαφνιάζομαι
be taken in
ξεγελιέμαι, πιάνομαι κότσος
be thirsty
διψώ
be through
τελειώνω
be tired of
μπαφιάζω
betoken
σημαίνω
be tossed about
κλυδωνίζομαι
be transplanted
μεταμοσχεύομαι
be trapped
παγιδεύομαι
betray
προδίδω
betrayed
προδομένος
be tried
εκδικάζομαι
better
καλύτερος, καλύτερος από
better safe than sorry
καλού-κακού
better still
ακόμα καλύτερο
between
μεταξύ
be unable to
αδυνατώ
be ungrateful
φέρομαι με αχαριστία
be up against
βρίσκομαι αντιμέτωπος με
be up sharply
αυξάνομαι δραματικά
be up to one's neck in
πνίγομαι
be used to
είμαι συνηθισμένος σε
bevel
κόβω λοξά
bewail
μοιρολογώ
beware
φυλάξου
beware of
προσοχή
be wealthy
ευπορώ
be well aware
γνωρίζω καλά
be well-heeled
ευπορώ
be well off
ευπορώ
Bewick's swan
νανόκυκνος
bewildering
που σου φέρνει αμηχανία, που φέρνει ζάλη
bewilderment
σύγχυση
be willing
διατίθεμαι
bewitch
θέλγω
be worried
τον ζώσουν τα φίδια
beyond
πέρα από
beyond description
ανεκδιήγητος
beyond reasonable doubt
πέραν λογικής αμφιβολίας
beyond repair
αδύνατο να επιδιορθωθεί
bias
προκατάληψη
biased
προκατειλημμένος
bib
τραχιλιά
Bible
βίβλος
biblical
βιβλικός
biceps
δικέφαλος, ποντίκι
biconcave
αμφίκοιλος
bicycle
ποδήλατο
bid
αποπειρώμαι, απόπειρα, προσπάθεια, προσφορά
bide one's time
καιροφυλακτώ
bidet
μπιντές
bid farewell to
αποχαιρετώ
bifocal
διεστιακός
big
μεγάλος
bigamist
δίγαμος
bigamy
διγαμία
big-breasted woman
βυζαρού
big brother
μεγάλος αδελφός
big dipper
το τρενάκι στο λούνα-παρκ
big eater
λιμάρης
big mouth
μεγαλοστομία
bigspender
κουβαρντάς
big talk
φούμαρα, μεγαλοστομία
big top
τέντα του τσίρκου
big wheel
ρόδα στο λούνα-παρκ
bike
ποδήλατο
bikini
μπικίνι
bilateral
διμερής
bile
χολή
bile duct
χοληφόρος αγωγός
bilingual
δίγλωσσος
bilious
πικρόχολος
bill
λογαριασμός, νομοσχέδιο, ράμφος
billet doux
ραβασάκι
billiards is
μπιλιάρδο
billion
δισεκατομμύριο
billionnaire
δισεκατομμυριούχος
Bill of Attainder
διάταγμα στέρησης
bill of lading
φορτωτική
billow
κινούμαι κυματοειδώς
bills
λογαριασμοί, νομοσχέδια
billy goat
τράγος
bin
κάδος
binary
δυαδικός
bind
βιβλιοδετώ, δένω, πεδικλώνω, δεσμεύω
binding
δέσιμο, δεσμευτικός
bingo
μπίνγκο
bin liner
σακκούλα σκουπιδοτενεκέ
binoculars
κυάλια
bioavailability
βιοδιαθεσιμότητα
biodegradable
βιοαποσυντιθέμενος
biodiversity
ποικιλία ζωικών μορφών
biographer
βιογράφος
biography
βιογραφία
biologist
βιολογικός
biology
βιολογία
biomedical
βιοιατρικός
biopsy
βιοψία
biosphere
βιόσφαιρα
biplane
διπλάνο
birch
σημύδα
birch bark
φλοιός από σημύδα
bird
κόμματος, πουλί
bird of passage
διαβατάρικο πουλί
bird of prey
αρπακτικό πουλί
birth
γέννηση, γέννα
birth certificate
πιστοποιητικό γέννησης
birthday
γενέθλια
birthday greetings
ευχές γιά τα γενέθλια
birthplace
τόπος γεννήσεως
birth rate
ποσοστό γεννήσεως
biscuit
μπισκότο
biscuits
μπισκότα
bisect
διχοτομώ
bishop
επίσκοπος
bit
δυαδικό ψηφίο, στόμιο χαλιναριού, φίμωτρο
bit by bit
μάνι μάνι
bitch
σκύλα
bite
δαγκώνω, δάγκωμα, τσίμπημα
bite one's nails
τρώω τα νύχια μου
bitter
δριμύς, πικρός
bitterly
τσουχτερός, με πικρία, πικρά
bitterly cold
με τσουχτερό κρύο
bittern
τρανομουγκάνα
bitterness
πικράδα
bitter pill
φαρμάκι
bivalve
δίθυρος
bivouac
καταυλισμός
bizarre
εκκεντρικός
black
μαύρος
black and white photo
ασπρομαύρη φωτογραφία
black and white television
α/μ τηλεόραση
blackbird
κότσυφας
blackboard
μαυροπίνακας
black elder
κουφοξυλιά
blacken
αμαυρώνω
black francolin
φρανκολίνος
black grouse
λυροπετεινός
black guillemot
κέπφος
black headed gull
καστανοκεφαλόγλαρος
black hole
μαύρη οπή
black humour
μαύρο χιούμορ
black kite
τσίφτης
blackleg
απεργοσπάστης
blackmail
εκβιασμός, εκβιάζω
blackmailer
εκβιαστής
black market
μαύρη αγορά
black marketeer
μαυραγορίτης
black necked grebe
μαυροβουτηχτάρα
blackout
αμαύρωση όρασης στην πτήση
black sheep of the family
απολωλό πρόβατο
black stork
μαυροπελαργός
black tailed godwit
οχθοτούρλι
black throated diver
λαμπροβούτι
black vulture
μαυρόγυπας
black widow
μαύρη χήρα
black winged kite
έλανος
black winged pratincole
μαυρονεροχελίδονο
black winged stilt
καλαμοκανάς
bladder
κύστη
blade
λεπίδα, λάμα
blam
κατηγορώ
blame for
κατηγορώ για
blaming
που κατηγορεί
bland
άνοστος
blank
άγραφτος, κενό, λευκός, άγραφος, ανέκφραστος
blank cartridge
άσφαιρο φυσίγγι
blank cheque
εξουσιοδότηση εν λευκώ
blanket
κουβέρτα, σκεπάζω
blankly
άδεια, ανέκφραστα
blanks
άσφαιρα φυσίγγια
blank spaces
κενά
blast
ριπή ανέμου, έκρηξη, εκρητικό κύμα
blast furnace
υψικάμινος
blastula
βλαστίδιο
blatant
χονδροειδής
blatantly
κατάφορα
blaze
ανάφλεξη, φλόγες, πυρκαγιά
bleach
λευκαντικό, χλωρίνη
bleak
γυμνός, ανεμοδαρμένος, σίρκο
bleat
βληχώμαι, βελάζω
bleed
αιμορραγώ, ματώνω
bleeding
αιμοραγία
blemish
στίγμα, ψεγάδι, αμαυρώνω
blend
αναμιγνύω
blender
μίξερ
bless
ευλογώ
blessed
ευλογημένος
blessed are the poor in spirit
μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι
blessed with
ευλογημένος
blessing
ευλογία
blessing in disguise
απρόσμενο καλό
bless you!
υγείτσες
blind
θαμπώνω, τυφλός, στοράκι
blind alley
αδιέξοδο
blinding
εκτυφλωτικός
blindly
με κλειστά τα μάτια, τυφλά
blindness
τύφλωση
blind rage
τυφλή οργή
blink
αναβοσβήνω, ανοιγοκλείνω τα μάτια
blinkers
παρωπίδες
bliss
ευδαιμονία
blissful
ευτυχής
blister
φούσκα, φλυκταίνα, φουσκάλα
blithe
ευτυχής
blizzard
θύελλα, χιονοθύελλα
blob
ρανίδα
bloc
συνασπισμός, μλοκ
block
τετράγωνο πόλης, στηρίγματα, φραγμός, μλοκ
blockbuster
ταινία που σπάει τα ταμεία
blocked
φραγμένος, βουλωμένος
blocker
αναστολή
blockhead
στουρνάρι
block of flats
πολυκατοικία, πολυκατοικίες, διαμερίσματα
block of stone
ογκόλιθος
blond
ξανθός
blonde
ξανθός
blood
αίμα
blood cell
αιμοσφαίριο
blood corpuscle
αιμοσφαίριο
blood count
αιματοκρίτης
blood donor
αιμοδότης
blood is thicker than water
το αίμα νερό δεν γίνεται
bloodless
αναίμακτος
blood poisoning
πυαιμία
blood pressure
πίεση του αίματος
blood sample
δείγμα αίματος
bloodshed
αιματοχυσία
bloodshot
ερεθισμένος, κόκκινος
blood transfusion
μετάγγιση αίματος
blood vessel
αιμοφόρο αγγείο
bloody
αιματηρός, κώλο-
bloom
ανθίζω, άνθος
blooming
που ανθοβολεί, άνθισμα
blossom
άνθος, ανθίζω
blot
αμαυρώνω
blotting paper
στουπόχαρτο, ατυπόχαρτο
blouse
μπλούζα, γυναικείο πουκάμισο
blow
φυσώ, χτύπημα, χτυπήμα
blow down
καταρρές, καταρρέω
blow dry
στεγνώνω με το πιστολάκι
blow fly
μύγα μπλε του κρέατος
blow one's horn
κορνάρω
blow over
ξεθυμαίνω
blow up
ανατινάζω, φουσκώνω, εκρήγνυμαι
blue
μπλε
bluebottle
μύγα μπλε του κρέατος
blue ling
μουρούνα
blueprint
κυανοτυπία, πρωτότυπο
blues
μπλουζ
blue whale
γαλάζια φάλαινα
blue winged teal
γαλαζοφτερόπαπια
bluff
απότομος γκρεμός, ντόμπρος, ευθύς, μπλόφα
bluffness
φιλική ντοπροσύνη
blunder
κάνω γκάφα, γκάφα, πέφτω άτσαλα πάνω σε
blunt
απότομος, μονοκόμματος, αμβλώνω, αμβλύς
blurred
θολωμένος, θολός
blurt out a stupid remark
πετώ κοτσάνα
blush at
κοκκινίζω
bluster
λεονταρισμός
blustering
μαινομένος, λυσσαλέος
blustery conditions
ανεμοζάλη
boa
βόας
boar
κάπρος, χοίρος
board
διατροφή σε ξενοδοχεί, σανίδα, επιβιβάζομαι
boarder
οικότροφος μαθητής
board game
επιτραπέζιο παιχνίδι
boarding
σανίδωμα
boarding house
πανσιόν
boarding pass
κάρτα επιβιβάσεως
boarding school
οικοτροφείο
board of directors
διοικητικό συμβούλιο
board over
κλείνω με σανίδες
boardroom
αίθουσα συμβουλίου
board up
σανιδώνω
boast
περιφανεύομαι, καύχημα, καυχιέμαι
boast about
καυχιέμαι
boastful
καυχώμενος
boasting
λεονταρισμοί, μεγαλοστομία, μεγαλορρημοσύνη
boast of
καυχιέμαι
boat
βάρκα
boathouse
λεμβοστάσιο
boatrace
λεμβοδρομία
boatswain
ποδότης
bob
ανεβοκατεβαίνω, πλεξούδα, αναπηδώ
bodice
κορσάζ
bodies
φορείς
bodily
σωματικά
body
σώμα
body building
μπόντι μπίλντινγκ
bodyguard
σωματοφύλακας
bodywork
αμάξωμα
bog
βάλτος, έλος
bogeyman
μπαμπούλας
bohemian
μποέμ, βοημικός
boil
v βράζω
boil
n καλόγερος
boiled
βραστός
boiled wheat
κόλλυβα
boiler
καυστήρας, καζάνι
boiling
που βράζει, χόχλασμα
bold
γενναίος, θαρραλέος, τόλμημα, έντονος
boldly
θαρραλέα, γενναία
boldness
τόλμη
bolero
μπολερό
bolt
αφηνιάζω, βίδα που σφίγγει με παξιμάδι
bomb
βόμβα
bombard
βομβαρδίζω, κατακλύζομαι, κατακλύζω
bombardment
βομβαρδισμός
bombast
μεγαλορρημοσύνη
bombastic
εξεζητημένος
bomb attack
βομβιστική επίθεση
bomber
βομβιστής, βομβαρδιστικό αεροπλάνο
bomber jacket
μπουφανάκι
bombing
βομβιστική επίθεση, βομβαρδισμός
Bonaparte's gull
γλάρος του Βοναπάρτη
bond
δεσμός, συγκολώ, συνδέω, συγκολλώ, ομόλογο
bonds
δεσμοί, δεσμά, ομόλογα
bone
οστούν, κόκκαλο, κόκαλο
Bonelli's eagle
σπιζαετός
bone marrow
μεδούλι, μυελός
bone of contention
μήλο της έριδος
bonito
παλαμίδα
bonnet
καπό, καπώ, πίλος, γυναικείο καπέλο
bonus
πριμ
bonuses
επιδόματα
boo
αποδοκιμάζω
boob
βυζιά
booing
η πρόγκα
book
βιβλιάριο, βιβλίο, καπαρώνω, κλείνω θέσω
book a passage to
κλείνω θέση
bookcase
βιβλιοθήκη
book-keeping
λογιστική
booklet
βιβλιαράκι, φυλλάδιο
bookmark
σελιδοδείκτης
bookseller
βιβλιοπώλης
bookshelf
ράφι βιβλιοθήκης
bookshop
βιβλιοπωλείο
bookstore
βιβλιοπωλείο
boom
οικονομική άνθηση, έξαρση
booming
πολύ ανοδικός, που βροντά, τρανταχτός
boorish
αγροίκος
boost
αυξάνω, ενισχύω, ανεβάζω
boot
μπότα, πορτ-μπαγάζ
booted eagle
σταυραετός
booth
παράπηγμα, θάλαμος, πάγκος
boots
μπότες
booty
λάφυρα
borage
βούγλωσσο
border
μεθόριος, σύνορο, ρέλι
borderline
οριακός, παραμεθόριος
border on
συνορεύω, εγγίζω
bore
βαρετός άνθρωπος, πλήττω, διατρυπώ
boredom
βαρεμάρα, οκνηρία
borehole
οπή, γεώτρηση
bore hole
πηγάδι
boring
βαρετός
born
γενημένος
borrow
δανείζομαι
borrower
δανειζόμενος
Bosnia
Βοσνία
bosom buddy
επιστήθιος φίλος
boss
αφεντικό, κάνω το αφεντικό
bossy
αυταρχικός
botched work
άρπα-κόλλα
both
και οι δυο
both ..... and
καί ..... και
both ... and
τόσο .... όσο
bother
ενοχλούμαι, κόπος, ενοχλώ, σκοτίζομαι
bother about
νοιάζομαι
both of them
και οι δυο τους
bottle
εμφιαλώνω, μπουκάλι
bottle bank
κέντρο ανακύκλωσης μπουκαλιών
bottle-feedίng
τάισμα με μπιμπερό
bottling
εμφιάλωση
bottom
πάτος
bottom fish
ψάρια του βυθού
bottomless
απύθμενος, άπατος
bottom line
τελική ανάλυση
bottom pollan
κορέγονος
boulder
κοτρόνι
bounce
μπιστάω, κάνω γκελ, γκελ
bouncer
τραμπούκος, μπράβος
bouncing
που μπιστάει
bound
δεμένος, σιδηροδέσιμος
boundary
σύνορο, όριο
bounty
επίδομα, πριμοδότηση
bouquet
μπουκέτο
bow
κόμπος, φιόγκος, τόξο, υποκλίνω
bowels
έγκατα
bowl
μπολάκι
bowler
ρεπούμπλικο, καπέλο ντέρμπυ, ένα σκληρό
bowler hat
ρεπούμπλικα
bowling
μπόουλινγκ
bows
πλώρη
bow tie
παπιγιόν
bow to
υποκλίνομαι
bow window
τοξωτό παράθυρο με καθίσματα
box
πυγμαχώ, κάσα, κουτί
boxer
πυγμάχος
boxer shorts
σκελέα
boxing
πυγμαχία
Boxing Day
26 Δεκεμβρίου
boxing gloves
γάντια πυγμάχου
box office
εκδοτήριο εισιτηρίων θεάτρου
box office hit
εμπορική επιτυχία
box on the ears
ράπισμα
boy
αγόρι
boycott
μποϋκοτάρω
boyfriend
γκόμενος
boyish
αγορίστικός
boyo
παιδί, μικρέ
bozo
βλάκας, μπούφος, χαζός
bra
σουτιέν, περιστήθιο
bracelet
βραχιόλι
braces
σιδεράκια, τιράντες, αντιστηρίγματα
brachiosaurus
βραχιοσαύρος
bracing
τονωτικός
bracken
φτέρη
bracket
αγκύλη
brackish
γλυφός
brag
κομπάζω, καυχιέμαι
braggart
μεγαλορρημόνας, καυχησιάρης
braid
ρελιάζω, κοτσίδα, πλέκω
brain
εγκέφαλος
braindead
κλινικά νεκρός
brainless
ανεγκέφαλος, άμυαλος
brain stem
στέλεχος εγκεφάλου
brainstorming
καταιγισμός ιδεών
brainteaser
σπαζοκεφαλιά
brainwash
κάνω πλύση εγκεφάλου
brainwave
φαεινή ιδέα, επιφοίτηση
brake
τροχοπεδώ, φρενάρω, φρένο
brake block
τακάκι
brake pedal
τροχοπέδη, φρένο
braking
φρενάρισμα
braking distance
απόσταση φρεναρίσματος
bramble
βάτος
bran
πίτυρο, πίτουρο
branch
κλαδί, κλάδος, υποκατάστημα
branch-line
επαρχιακή γραμμή
brand
στιγματίζω, σφραγίδα, μάρκα
brandish
σείω, κραδαίνω
brand new
της κούτας
brandy
μπράντι, κονιάκ
brash
αυθάδης
brass
μπρούτζος
brasserie
μπυραρία
brassiere
σουτιέν
brat
βρομόπαιδο
bravado
νταηλίκι, λεονταρισμοί, παλικαρισμός
brave
γενναίος
brave the elements
αψηφώ την κακοκαιρία
brawl
συμπλέκομαι
bray
γκαρίζω
brazen
ασύστολος
brazier
φουφού
Brazil
Βραζιλία
Brazilian
βραζιλιάνος
breach
ρήγμα, παραβιάζω, αθετώ, παραβίαση
breach in a relationship
ρήξη σε σχέσεις, ρήξη
breach of formality
παρατυπία
breach of the peace
διατάραξη της κοινής ησυχίας
bread
ψωμί
breaded
πανέ
breadfruit tree
αρτοφόρο δένδρο
breadth
φάρδος
break
διάλλειμα, σπάζω, αντεπίθεση, διάλειμμα
break away
ξεφεύγω από, δραπετεύω
breakdown
ρήξη, νευρικός κλονισμός
break down
κλονίζομαι, χαλώ
breakfast
πρωινό, το πρωινό
break in
διακόπτω, διάρρηξη
break into
κάνω διάρρηξη
break off
χαλάω δεσμούς
break one's word
αθετώ τον λόγο
breakout
δραπέτευση
break out
εκδηλώνομαι, ξεσπώ
break the speed limit
παραβιάζω το όριο ταχύτητας
breakthrough
σημαντική πρόοδος
break up
τελειώνω, τα χαλάω με
bream
αβραμίδα, λεστία
breast
στήθος
breast-feeding
θήλασμα
breasts
στήθη
breath
ανάσα, αναπνοή
breathalyser test
αλκοτέστ
breathe
αναπνέω
breathe in
εισπνέω
breathe out
εκπνέω
breathing problems
αναπνευστικά προβλήματα
breath one's last
πνέω τα λοίσθια
breath one's last breath
πνέω τα λοίσθια
breathtaking
που σου κόβει την ανάσα
breech
ουραίο
breeches
περισκελίδα, παντελόνι
breed
γεννοβολώ, αναπαράγω, ράτσα
breeder
εκτροφέας
breeding
αναπαραγωγή
breeding ground
τόπος αναπαραγωγής
breeding programme
πρόγραμμα αναπαραγωγής
breeding season
περιόδος αναπαραγωγής
breeze
αεράκι, αύρα
breezy
χαρωπός, κεφάτος
Brent goose
δαχτυλιδόχηνα
brethren
αδελφοί
Breton
βρετονικός, Βρετόνος
brevity
συντομία
brew
βράσιμο, μαγειρεύω, ποτό, βράζω
brewer
ζυθοποιός
brewery
ζυθοποιία, ζυθοποιείο
briar
ρείκι
bribe
λουφές, λεφτά για δωροδοκία
bribery
δεκασμός, λάδωμα, δωροδοκία
brick
τούβλο
bricklayer
κτίστης
bridal
της νύφης, γαμήλιος
bride
νύφη
bridegroom
γαμπρός
bridesmaid
παρανυφάκι
bridge
γέφυρα, γεφυρώνω
bridgehead
προγεφύρωμα
bridle
χαλινώνω, χαλινάρι, χαλιναγωγώ
brief
σύντομος
briefcase
χαρτοφύλακας
briefing
ενημέρωση
briefly
κοντολογίς, σύντομα
brigade
ταξιαρχία
brigadier
ταξίαρχος
bright
λαμπερός, υποσχόμενος
brightly
λαμπερά, λαμπρά
brightness
φωτεινότητα
brilliant
λαμπερός, φανταστικός, έξοχος
brim
περιστόμιο, χείλος
bring
φέρνω
bring about
προκαλώ, προξενώ
bring a legal action
ενάγω
bring an action
κάνω αγωγή
bring back
φέρνω πίσω
bring down
προκαλώ την πτώση
bring down to
κατεβάζω
bring forward
φέρνω μπροστά
bring in
αποφέρω
bring pressure to bear on
ασκώ πίεση σε
bring round
επαναφέρω
bring to a halt
βάζω τέλος σε
bring to justice
διώκω ποινικά
bring to pass
πραγματοποιώ
bring to the notice of
φέρνω στην προσοχή του
bring under the heading of
υπάγω
bring up
φέρνω προς συζήτηση, ανατρέφω
brinkmanship
ακροβατισμός
brinksmanship
ακροβατισμός
brio
μπρίο
briskly
γοργά
bristle
τρίχα, ορθώνω τις τρίχες, ανατριχιάζω
Britain
Βρετανία
British
Βρετανός
brittle
εύθραυστος
brittleness
ψαθυρότητα
broad
ευρύς, φαρδύς
broadband
ευρεία ζώνη
broad billed sandpiper
μπεκατσινοσκαλίδρα
broadcast
εκπέμπω, μεταδίδω τηλεοπτικά, μεταδίδω
broadcasting
εκπομπή, μετάδοση
broadening
διεύρυνση
broaden one's horizons
διευρύνω τους ορίζοντές μου
broader
πιο φαρδύς
broadly speaking
σε γενικές γραμμές
broadminded
προοδευτικός, ανεκτικός
broad shouldered
με πλατείς ώμους
broad sword
ρομφαία
brocade
χρυσοποίκιλτο ύφασμα, μπροκάρ
broccoli
μπρόκολο
brochiole
βρογχιόλιο
brochure
ενημερωτικό φυλλάδιο, διαφημιστικό φυλλάδιο
broke
άφραγγος, μπατίρης, λιγούρης
broken
σπασμένος, χαλασμένος
broker
χρηματομεσίτης, μεσίτης
bromide
βρομιούχος
bromine
βρόμιο
bronze
μπρούτζος
Bronze Age
εποχή του χαλκού
bronze medal
χαλκό μετάλλιο
brooch
καρφίτσα, πόρπη
brood
μελαγχολώ, τσούρμο, γενεά νεοσσών
brooding
επώαση
brood over
συλλογίζομαι, σκέφτομαι
brook no delay
δεν επιδέχομαι αναβολή
broom
αφάνα, σκούπα όχι ηλεκτρική
broomstick
σκουπιδόξυλο
brother
αδελφός, αδερφός
brother in law
μπατζανάκης
brother-in-law
κουνίαδος, γαμπρός
brothers-in-law
κουνιάδοι
brought
έφερα
brow
φρύδι
brown
καστανός, καφέ
browse
βόσκω
browse through
ξεφυλλίζω
bruise
μελανιάζω, μελανιά, μώλωπας
bruised
μαυρισμένος
bruising
μελάνιασμα
brush
σκούπα, πινέλο, βούρτσα, βουρτσίζω
brush and pan
σκούπα καί φαράσι
brush fire
πυρκαγιά θάμνων
brush the dust off
ξεσκονίζω
brush up on
ξεσκονίζω
brusque
απότομος
brusquely
κοφτά
brutal
θηριώδης, κτηνώδης
brutalise
αποκτηνώνω
brutality
κτηνωδία
brutally
σκληρά, βάναυσα
brute
κτήνος
brutish
κτηνώδης
bubble
φουσκάλα, φυσαλλίδα, φούσκα, παφλάζω
bubonic plague
βουβωνική πανούκλα
buck
αρσενικός λαγός
bucket
κουβάς
buck-toothed
με δόντια σαν το λαγό
buck up
σπεύδω, παίρνω κουράφγιο, ενθαρρύνομαι
bucolic
βουκολικός, ποιμενικός
bud
μπουμπούκι, πρωτοεμφανίζομαι
budding
νεαρός, που βγάζει μπουμπούκια, ανερχόμενος
buddy
φιλαράκος, κολλητός
budge
κινούμαι, κάνω πίσω
budget
προϋπολογισμός
budgetary control
διαχειριστικός έλεγχος
budgie
παπαγαλάκι
buffalo
βούβαλος
buff breasted sandpiper
τρυγγίτης
buffer
περιοχή προσωρινής μνήμης, ασπίδα
buffet
μπουφές
buffet car
βαγόνι εστιατόριο
bug
μαμούδι, ζουζούνι
bugger
τσογλάνι
buggery
σοδομία, κτηνοβασία
buggy
αμαξάκι
bugle
σάλπιγγα
build
μπόι, χτίζω, ανάστημα, κορμοστασιά
builder
χτίστης, κτίστης, οικοδόμος
building
κτήριο, χτήριο
buildings
χτήρια
building site
εργοτάξιο, οικόπεδο
build on
χτίζω σε
build up
αναπτύσσω
built
χτισμένος
built-up area
κατοικημένη περιοχή
bulb
βολβός, γλόμπος
Bulgaria
Βουλγαρία
Bulgarian
Βούλγαρος
bulge
διογκώνω
bulging
φουσκωμένος, διογκωμένος
bulk
το κύριο μέρος
bulk buying
χονδρική αγορά
bulkhead
μπουλμές, φρακτή, διάφραγμα
bull
ταύρος, βούλα
bull's eye
διάνα
bulldog
μπουλντόγκ
bulldozer
μπουλντόζα
bullet
σφαίρα
bulletin
δελτίο
bullet-proof
αλεξίσφαιρος
bullfight
ταυρομαχία
bullion
χρυσός
bully
θρασύδειλος, νταής
bulwark
μετερίζι
bum
μόρτης
bumble bee
μπάμπουρος, αγριομέλισσα
bump
κύρτωμα, κραδασμός, καρούμπαλο
bumper
προφυλακτήρας
bumpers
προφυλακτύρες, προφυλακτήρες
bump into
συγκρούω, συγκρούομαι, κουτουλώ, πέφτω πάνω σε
bun
κότσος
bunch
τσαμπί, δέσμη, μάτσο
bundle
δεσμίδα, σωριάζω, μάτσο, τσουβαλιάζω, δέσμη
bungalow
μπανγκαλόου
bunk bed
διώροφο κρεβάτι
buoy
σημαδούρα
bur
κολλιτσίδα
burden
φορτώνω, ζαλίκι, βάρος, φορτίο
burdened
φορτωμένος με, με το βάρος του κάτι
burden of proof
βάρος αποδείξεως
burdock
κολλιτσίδα
bureaucracy
γραφειοκρατία
bureaucrat
γραφειοκράτης, γραφειοκρατία
bureaucratic
γραφειοκρατικός
burglar
διαρρήκτης
burglary
διάρρηξη
burgle
διαρρηγνύω
burial
ταφή, ενταφή
burly
γεροδεμένος, εύσωμος
burn
καίω
burn down
κατακαίω
burnt
καίω
burp
ρεύομαι, ρέψιμο
burping
ρέψιμο
burrow
κουνελοφωλιά, σκάβω, ανοίγω τρύπα
burst
σπάω, ξέσπασμα, ξεσπώ
bursting
πού σκάει
burst into
ορμώ, ξεσπώ
burst into tears
ξεσπώ σε δάκρυα
burst with laughter
ξεσπώ σε γέλια
bury
ενταφιάζω, θάβω
bus
λεωφορείο
bus conductor
εισπράκτορας
bush
θάμνος, θαμνώδης έκταση, ουρά αλεπού
bushel
μόδι
bushes
θάμνοι
busines
νταραβέρι
business
δουλειές, επιχείρηση, υπόθεση, δουλειά
business stagnation
κεσάτι
busk
τραγουδώ στο δρόμο για λεφτά
busker
υπαίθριος τραγουδιστής
bus stop
στάση
bus-stop
στάση λεωφορείου
bust
προτομή
bustle with
πηγαινοέρχομαι βιαστικά
bustling
σφριγεί από ζωή, βιαστικός
busy
με πολλή κίνηση, απασχολημένος
busy oneself with
καταγίνομαι
but
αλλά, όμως
butcher
σφάζω, κρεοπώλης, χασάπης
butcher's
κρεοπωλείο
but for
αν δεν ήταν για
butt
κουτουλώ, κοντάκι
butter
βούτυρο
butterfly
πεταλούδα
button
κουμπί
buy
αγοράζω
buy dirt cheap
αγοράζω κάτι κοψοχρονιά
buyer
αγοραστής
buyer's market
αγορά του αγοραστή
buying off
εξαγορά
buzz
βομβώ
buzzard
ποντικοβαρβακίνα
buzzing
που βουίζει
by
από
by accident
τυχαία, κατά λάθος
by air
αεροπορικώς, με αεροπλάνο
by airmail
αεροπορικώς
by all accounts
κατά τα λεγόμενα όλων
by all means
παρακαλώ
by and by
με τη πάροδο του χρόνου, σιγά-σιγά
by birth
κατά γέννηση
by boat
με την βάρκα
by bus
με το λεωφορείο, με λεωφορείο
by car
με το αυτοκίνητο
by chance
κατά συγκυρία, τυχαία
by cheque
με επιταγή
by credit card
με πιστωτική καρτα
by crooked means
δια της τεθλασμένης
by day
την ημέρα, κατά την ημέρα
by default
ερήμην
by definition
στην κυριολεξία
by dint of
λόγω
bye
ώρα καλή
by far
μακράν, κατά πολύ
by force
μετά βίας, με το στανιό
bygone
περασμένος, του παρελθόντος
by hand
με το χέρι
by heart
απ'έξω, φαρσί
by his own account
κατά τα λεγόμενα του ίδιου
by land
κατά ξηράς
by luck
κατά τύχη
by marriage
αγχιστεία
by means of
με, διά, με την βοήθεια, μέσω
by myself
μόνος μου
by name
ονομαστικά
by night
την νύχτα, κατά την νύχτα
by no means
καθόλου
by order of
υπό εντολή
bypass
παρακαμπτήριος
by pass
μπάι πας
by-passing
παράκαμψη
by post
ταχυδρομικώς
by product
υποπροϊόν
by rail
με τρένο
by reason of
λόγω
by request
μετά παράκλησης
by sea
διά θαλάσσης
by ship
με το πλοίο
by sight
φατσικά, κατ' όψιν, εξ όψεως
bystander
παρατυχών θεατης
by taxi
με ταξί
by the sea
παραθαλάσσιος
by the skin of my teeth
παρά τρίχα γλιτώνω
by the way
επί την ευκαιρία, παρεμπιπτόντως, επί ευκαιρίας
by train
με το τρένο, με τρένο
by trial and error
με συνεχείς δοκιμές
by which
με το οποίο
cab
ταξί
cabaret
καμπαρέ
cabbage
λάχανο
cab driver
ταξιτζής
cabin
θαλαμίσκος, καμπίνα
cabin cruiser
θαλαμηγός
Cabinet
politics υπουργικό συμβούλιο
cable
καλώδιο
cable car
τελεφερίκ
cable television
καλωδιακή τηλεόραση
cackle
κακαρίζω
cactus
κάκτος
caddy
βυτίνα
cadence
ρυθμός έμμετρου λόγου, ρυθμός βηματισμού
cadet
δόκιμος
caesarian section
καισαρική τομή
cafe
καφετέρια
cafeteria
καφετέρια
caffeine
καφεΐνη
cage
κλουβί
caged
εγκλωβισμένος
cagey
επιφυλακτικός, φιλύποπτος
caisson
ποντόνι
cajole
καλοπιάνω, πείθω κάποιο με κολακεία
cake
κέικ
cake shop
ζαχαροπλαστείο
calamity
συμφορά, πάνδεινα
calculate
υπολογίζω, λογαριάζω
calculated
εσκεμμένος
calculated risk
καλοζυγιασμένο ρίσκο
calculator
κομπιουτεράκι
calculus
λογισμός
caldera
καλδέρα
calendar
ημερολόγιο
calf
γάμπα, μοσχάρι
calibrate
διαμετρώ
calibre
ολική, διαμέτρημα
calico
κάμποτο
calk
πακτώ
call
κλήση, τηλεφωνώ
call a cab
καλώ ταξί
call away
καλώ έξω για δουλειά
called
που ονομάζεται, ονοματί
called for
ενδεδειγμένος
caller
επισκέπτης
call for
απαιτώ
call girl
πόρνη
call in
περνώ από
call off
αναβάλλω
call on
επισκέπτομαι
callous
απάνθρωπος, στυγνός
call up
στρατολογώ
calm
ήρεμος, νηνεμία
calm and collected
ψύχραιμος
calm down
ησυχάζω, καλμάρω
calmly
ήρεμα, ήσυχα
calumny
συκοφαντία, διαβολή
camcorder
μικρό βιντεοκάμερα
came
ήλθα
camel
καμήλα
camelia
καμέλια
camera
φωτογραφική μηχανή, κάμερα
cameraman
εικονολήπτης
camouflage
καμουφλάζ, συγκάλυψη
camp
στρατόπεδο
campaign
εκστρατεία, καμπάνια
campaigner
αγωνιστής
campaigning
εκστρατεύων
camping
κατασκήνωση
campsite
κατασκηνωτικός χώρος
campus
χώρος πανεπιστημίου
can
μπορώ, κουτί
can't
δεν μπορώ
can't make head or tail of
δεν βγάζω άκρη
can't stand
δεν ανέχομαι
Canada
Καναδάς
Canada goose
Καναδόχηνα
Canadian
Καναδός
canal
διώρυγα, κανάλι
canary
καναρίνι
cancel
ακυρώνω
cancellation
ακύρωση
Cancer
Καρκίνος
cancer
καρκίνος
cancerous
καρκινωματώδης
candid
ειλικρινής
candidate
υποψήφιος
candles
κεριά
candlestick
λυχνία, κηροπήγιο
candy
καραμέλα
candyfloss
μαλλιά της γριάς
candy-floss
μαλλί της γριάς
canine
κυνόδοντο, σκυλίσιος, κυνοειδής
cankered
σαρακιάρης
cannabis
κάνναβι
canned food
κονσερβοποιημένο τρόφιμα
cannibal
καννίβαλος
canning
κονσερβοποίηση
cannon
κανόνι
cannonball
βόλι κανονιού
cannot
δεν μπορώ
canny
έξυπνος
canoe
κανώ, κανό
canonize
αγιοποιώ
canopy
σκιάδα
cant
υποκρισία
cantankerous
πικρόχολος
canteen
καντίνα, παγούρι
canvas
καμβάς, κανναβάτσο πίνακα
canvas shoe
λινά παπούτσια
canyon
φαράγγι
can you speak up?
να μιλάς πιό δυνατά
can you tell me how to get to
να μου πείς πως να πάω
cap
σκούφος, θήκη, τραγιάσκα
capable
ικανός
capacity
χωρητικότητα
cape
ακρωτήριο, κάπα, μπέρτα, πατατούκα
caper
κάπαρη
capercaillie
αγριόκουρκος
capillary
τριχοειδές αιμοφόρο αγγείο
capital
πρωτεύουσα, κεφαλαίο γράμμα
capitalism
καπιταλισμός
capitalist
καπιταλιστής
capitalization
κεφαλαιοποίηση
capitalize
κεφαλαιοποιώ
capital market
κεφαλαιαγορά
capital punishment
έσχατη ποινή, θανατική ποινή
capitulate
παραδίδωμαι, συνθηκολογώ
capricious
αλλοπρόσαλλος
Capricorn
Αιγόκερος
capsule
κάψουλα
capsulotomy
διάνοιξη της καψής του φακού
captain
καπετάνιος
captaincy
βαθμός του λοχαγού
caption
λεζάντα
captivating
γοητευτικός
captive
αιχμάλωτος, δέσμιος
capture
αιχμαλωτίζω, αιχμαλωσία
car
κούρσα
carapace
καύκαλο
carat
καράτι
caravan
τροχόσπιτο
carbide
καρβίδιο
carbohydrate
υδατοάνθρακας
carbon dioxide
διοξείδιο του άνθρακα
carbonise
καρβουνιάζω
carbuncle
καλόγερος
carcass
ψοφίμι, κουφάρι
card
κάρτα
cardboard
χαρτόνι
cardigan
πλεκτή ζακέτα με κουμπιά, πλεκτή ζακέτα
cardinal
καρδινάλιος
cardiovascular
καρδιαγγειακός
card phone
καρτοτελέφωνο
care
προσέχω, προσοχή, φροντίδα, φροντίζω, νοιάζομαι
care about
ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι
career
καριέρα
care for
φροντίζω
carefree
ανέμελος, αμέριμνος, ξέγνοιαστος
careful
προσεκτικός
careless
απρόσεκτος
caress
θωπεύω
caretaker
θυρωρός, επιστάτης
cargo hold
αμπάρι
caricature
καρικατούρα
caries
τερηδόνα
caring
που νοιάζεται για άλλους, στοργικός, που φροντίζει
carnage
σφαγή, μακελειό
carnal
σαρκικός
carnation
γαρίφαλο
Carnival
Καρνεβάλι
carnival
καρναβάλι, πανηγύρι
carnivore
σαρκοφάγο
carnivorous
σαρκοβόρος, σαρκοφάγος
carols
κάλαντα
carotid
καρωτίδα
carp
κυπρίνος
car park
πάρκινγκ
carpenter
μαραγκός
carpet
μοκέτα
carpet fitter
κάποιος που στρώνει μοκέτες
carpeting
υλικό για χαλιά, εφαρμογή μοκετών
car phone
τηλέφωνο του αυτοκινήτου
carriage
βαγόνι, άμαξα
carriage return
γαρμμή επαναφοράς
carrier
φορέας
carrion
ψοφίμι
carrot
καρότο
carry
μεταφέρω, κουβαλώ
carry a load
κουβαλώ ένα φορτίο
carry on with your work
συνέχισε με την δουλειά
carry out
πληρώ, εκτελώ
cart
αραμπάς, χειράμαξα, κουβαλώ
carte blanche
εν λευκώ
cartoon
κινούμενο σχέδιο
cartridge
φυσίγγιο, φυσίγγι
carve
σκαλίλω, λαξεύω, γλύφω, σκαλίζω
car wash
πλυντήριο αυτοκινήτων
case
υπόθεση, περιστατικό, βαλίτσα, θήκη
case law
νομολογία
cash
μετρητά, χρήματα, εξαργυρώνω
cashier
ταμίας
cashmere
κασμίρι, από κασμήρι
cash on delivery
με αντικαταβολή
casing
περιτύλιγμα, σωλήνας επενδύσεως
casino
καζίνο
cask
βύτιον, βαρέλι
casket
κιβούρι, φέρετρο
cassette
κασέτα
cassette recorder
κασετόφωνο
cassock
ράσο, καζάκα
cast
ρίχνω πετονιά, ρίξιμο, βολή, επιτελείο, γύψος
cast a damper over
χαλάω
cast a shadow
ρίχνω σκιά
castaway
ναυαγός
castaways
ναύαγοι, ναυαγοί
caste
κάστα
castigate
επιπλήττω, τιμωρώ
cast in the same mould
είμαι ολόιδιος
castle
κάστρο
castles
κάστρα
castrate
ευνουχίζω
castration
ευνουχισμός
casual
ανεπίσημος, ξέγνοιαστος
casually
αδιάφορα, ξέγνοιαστα, ανέμελα
casualty
θύμα
casualty department
τμήμα εκτάκτων περιστατικών
cat
γάτα
cataclysmic
κατακλυσμικός
catalogue
κατάλογος
catalyst
καταλύτης
cat and mouse
η γάτα με το ποντίκι
catapult
καταπέλτης
cataract
καταρράκτης
catarrh
καταρροή
catastrophe
πανωλεθρία
catastrophic
καταστροφικός
cat-burglar
λωποδύτης
catcalls
η πρόγκα
catch
πιάσιμο της μπάλας κρίκετ, πιάνω, αρπάζω
catch a cold
κρυολογώ
catch a glimpse of
ίσα-ίσα προλαβαίνω να δω
catch by surprise
πιάνω κάποιον απροετοίμαστο
catch fire
πιάνω φωτιά
catch in th
πιάνω στα πράσα
catch off guard
πίανω κάποιον απροετοίμαστο
catch on
γίνομαι της μόδας
catch question
ερώτηση παγίδα
catch red-handed
πιάνω στα πράσα
catch sight of
παίρνει το μάτι μου
catch somebody's eye
προσελκύω την προσοχή
catch someone's eye
μου γυαλίζει το μάτι κάτι
catch up
καταφτάνω
caterer
τροφοδότης
cater for
φροντίζω γιά, τροφοδοτώ
catering
τροφοδοσία
caterpillar
κάμπια, κάμπη
caterwaul
φωνάζω, νιαουρίζω
catfish
γουλιανός, λυκόψαρο
cathedral
καθεδρικός ναός
Catherine wheel
περιστρεφόμενο πυροτέχνημα, ρόδα
Catholic
Καθολικός
Catholicism
Καθολικισμός
cation
κατιόν
catmint
καλαμίνθη η νεπέτη
catsuit
ολόσωμη εφαρμοστή φόρμα
cattle
βοειδή, αγελάδες και βόδια
cattle egret
γελαδάρης
cat walk
πασαρέλα
caught
έπιασα
cauldron
καζάνι
caulk
καλαφατίζω
cause
προκαλώ, σκοπός, προξενώ, αιτία
causeway
κράσπεδο
caustic
καυστικός, σαρκαστικός
caustic soda
καυστικό νάτριο
cauterize
καυτηριάζω
caution
επιφύλαξη, περίσκεψη, προειδοποιώ, προειδοποίηση
cautionary
προειδοποιητικός
cautionary tale
επιμύθιο
cautious
επιφυλακτικός, εφεκτικός
cautious about
επιφυλακτικός
cautiously
επιφυλακτικά
cavalry
ιππικό
cave
σπηλιά, άντρο verify
cave in to
υποτάσσομαι, παραδίνομαι
cavern
άντρο
cavity
κοιλότητα
caοque
καϊκι
cc
κυβικά εκατοστά
CD
CD
CD player
συσκευή CD
CD recorder
συσκευή εγγραφής CD
cease
παύω
ceasefire
ανακωχή, κατάπαυση πυρός
cease fire
κατάπαυση πυρός, παύση πυρός
cease to
παύω να
cedar
κέδρος, κέδρινος
ceiling
ταβάνι
celebrate
εορτάζω
celebrated
πολύκροτος
celebration
εορτή, εορτασμός
celebratory
εορταστικός
celebrity
διασημότητα
celery
σέλινο
celestial
επουράνιος
cell
κελί, κύτταρο
cellar
κελάρι
cello
τσέλο
cellular
κυτταρικός
cellulite
κυτταρίτιδα
cellulitis
κυτταρίτιδα
cement
λάσπη, οστεΐνη, μπετό, τσιμέντο
cement block
τσιμεντόλιθος
cemetery
νεκροταφείο
censing
λιβάνισμα
censor
λογοκρίνω, λογοκριτής
censorship
λογοκρισία
censure
μέμψη, επίκριση, κατακρίνω, ψέγω
census
απογραφή
cent
εκατοστό του δολαρίου
cente of the wheel
πλήμνη
centigrade
βαθμός κελσίου
centimetre
εκαταστό
centipede
σαρανταποδαρούσα
central
κεντρικός
central heating
κεντρική θέρμανση
centralised
συγκεντρωμένος, συγκεντρωτικό
central nervous system
κεντρικό νευρικό σύστημα
central processing unit
κεντρική μονάδα
centre
κέντρο
centre on
επικεντρώνομαι σε, επικεντρώνω σε
centrifugal force
κεντρόφυγη δύναμη
centrifugal impeller
φυγοκεντρική πτερωτή
centrina shark
κεντρίνα
centuries
αιώνες
century
εκατονταετηρίδα, αιώνας
CEO
ανώτατο στέλεχος επιχείρισης
cephalopod
κεφαλόποδο μαλάκιο
ceramic
κεραμικός
ceramics
κεραμική
cereal
δημητριακό
cerebellum
παρεγκεφαλίδα
cerebral
εγκεφαλικός
cerebral cortex
εγκεφαλικός φλοιός
cerebral palsy
εγκεφαλική παράλυση
cerebrum
εγκέφαλος
ceremonial
τελετουργικός
ceremony
εθιμοτυπία, τελετή
certain
σίγουρος, βέβαιος
certainly
ασφαλώς, βεβαίως, βέβαια
certainty
βεβαιότητα
certificate
πιστοποιητικό
certificate of merit
το εύσημο, εύσημα
cery seriously
πολύ σοβαρά
cessation of hostilities
κατάπαυση των εχθροπραξίων, εκεχειρία
chafe
ερεθρίζω
chaffinch
σπίνος
chagrin
πικρία
chain
αλυσίδα, καδένα
chainsaw
αλυσιδοπρίονο, μηχανικό πριόνι
chair
έδρα, καρέκλα
chairman
πρόεδρος επιτροπής
chalet
εξοχικό ελβετικό σπίτι
chalk
κιμωλία
challenge
προκαλώ, πρόκληση
challenger
αντίπαλος του πρωταθλητή, αυτός που προακλεί
chamber
κοιλότητα, θάλαμος, θαλάμη
chamfer
κόβω λοξά
chamois
σαμουά
champagne
σαμπάνια
champion
πρωταθλητής, υπερασπιστής
chance
ευκαιρία, τύχη, συγκυρία, πιθανότητα
chancellor
καγκελάριος
Chancellor of the Exchequer
υπουργείο οινονομικών
Chancellorship
γραφείο Καγκελαρίου
chance of
ευκαιρία
chances
πιθανότητες
change
παραλλαγή, μετατροπή, αλλάζω, παραλλάζω, μεταβολή
changeable
ευμετάβλητος, άστατος, μεταβλητός
change direction
αλλάζω πορεία
change for
αλλαγή
change gear
αλλάζω ταχύτητα
change gears
αλλάζω ταχύτητες
change of course
αλλαγή πορείας
change of mind
παλιμβουλία
change of scenery
αλλαγή σκηνικού
change trains
αλλάζω τρένο
changing room
αποδυτήριο
channel
κανάλι, διοχετεύω, ρείθρο
chant
ψέλνω, φωνάζω συνθήματα
chaos
χάος
chaotic
χαοτικός, χαώδης
chaow
χάος
chapel
εξωκλήσι
chaperon
καβαλιέρος
chaplain
εφημέριος
character
χαρακτήρας, πρόσωπο έργου
characterisation
χαρακτηρισμός
characterise
χαρακτηρίζω
characters
χαρακτήρες
charcoal
ξυλάνθρακας, ξυλοκάρβουνο
charge
κατηγορία, έφοδος, αναθέτω, φροντίδα
charge for
χρεώνω
charges
επιβαρύνσεις
charge somebody with
κατηγορώ
chariot
άρμα
charismatic
χαρισματικός
charitable
φιλάνθρωπος
charity
φιλανθρωπιά, ψυχικό
charlatan
αγύρτης
charm
θέλξη, γοητεύω, μαγεύω, θέλγω, φυλακτό, γοητεία
charred
καρβουνιασμένος, μαυρισμένος, καμένος
chart
χάρτης, διάγραμμα
charter
καταστατικός χάρτης, καταστατικό, ναυλώνω
chartered accountant
ορκωτός λογιστής
charter flight
πτήση τσάρτερ
chartering
ναύλωση
charwoman
παραδουλεύτρα, καθαρίστρια
chase
κυνηγώ
chasm
άβυσσος
chassis
σασί, αμάξωμα
chaste
απέριττος, αγνός
chastely
αγνά
chasten
τιμωρώ, φρονηματίζω, κολάζω
chastity
αγνότητα
chastity belt
ζώνη αγνότητας
chat
κουβεντιάζω, κουβέντα
chatter
τρίζω, φλυαρώ, γλωσσοκοπανώ
chatterbox
πολυλογάς, φαφλατάς
chatty
γλαφυρός
chauffeur
σοφέρ
cheap
φτηνός
cheap book
φθηνό βιβλίο
cheaper
φτηνότερος
cheapness
ευτέλεια
cheat
φενακίζω, ζαβολιάρης, κλέβω, απατώ, κάνω ζαβολιές
cheat at
κλέβω σε χαρτιά
cheating
ζαβολιά, ζαβολίες
check
σταματώ, ανακόπτω, αναχαιτίζω, καρέ, ελέγχω
checker
ελεγκτής
check in
υπογράφω σε ξενοδοχείο, τσεκάρω τις αποσκευές
check over
ελέγχω
checkpoint
έλεγχος
checks and balances
έλεγχος και εξισορρόπηση
check up on
ελέγχω
cheek
μάγουλο, αναίδεια, θρασύτητα, θράσος
cheekbone
ζυγωματικό
cheeky
αναιδής, ξετσίπωτος, θρασύς
cheer
ζητωκραυγάζω
cheerful
φαιδρός
cheering
ζητωκραύγασμα
cheers
εις υγεία
cheer up
γίνομαι πιο χαρούμενο, γίνουμαι πιο χαρούμενος
cheese
τυρί
cheese pie
τυρόπιτα
cheetah
τσίτα
chef
μάγειρας, σεφ
chemist
φαρμακοποιός, χημικός
chemist's
φαρμακείο
chemistry
χημεία
chemotherapy
χημειοθεραπεία
cheque
επιταγή
cherry
κεράσι
chervil
σκαντζίκι, χαιρέφυλλο
chess
σκάκι, ζατρίκι
chest
στήθος, κάσα, θώρακας
chest of drawers
σιφονιέρα
chew
μασώ
chic
σικ
chick
κοτοπουλάκι, κόμματος, κοτπουλάκι
chicken
κοτόπουλο
chickenfeed
ασήμαντο ποσό
chickenpox
ανεμοβλογιά
chicken run
κοτέτσι
chickpea
ρεβίθι
chickweed
κεράστιον το χορτόλυθον
chicory
ραδίκι
chide
μαλώνω
chief
κύριος, ηγετικός
chief executive officer
ανώτατο στέλεχος επιχείρισης
chieftain
φύλαρχος, αρχηγός φυλής
child
παιδί
childcare
φροντίδα για παιδιά
childhood
παιδικά χρόνια
child-minder
παιδαγωγός
child prodigy
παιδί θαύμα
children
παιδί, παιδιά
chill
καταψύχω, ανατριχίλα, ρίγος, παγερός, πούντα
chill factor
συντελεστής ψύξης ανέμου
chilling
φρικιαστικός, φοβερός
chill stability
κρυοσταθερότητα
chilly
λίγο ψυχρός
chime
ηχώ
chimney
καμινάδα
chin
πηγούνι
Chinaman
Κινέζος
chine
ραχοκόκκαλο
Chinese
κινέζικα, Κίνα, κινέζικός
chip
τσιπ
chip in
διακόπτω
chip off the old block
τσιράκι
chips
τηγανιτές πατάτες
chirp
τιτιβίζω
chirping
τιτίβισμα
chisel
σμίλη, λαξευτήρι, καλέμι, λαξεύω, κοπίδι
chit chat
κουβεντολόγι
chivalry
ιπποσύνη
chlorine
χλώριο
chlorophyll
χλωροφύλλη
chock full
ξέχειλος
chocolate
σοκολάτα
choice
εκλεκτός, επιλογή
choir
χορωδία
choke
φλομώνω, στραγγαλίζω
choker
κολλητό περιδέραιο
choking
ασφυξία
cholera
χολέρα
cholesterine
χολεστερίνη
choose
επιλέγω, διαλέγω
chop
κόβω, παϊδάκι, τσεκουριά, τεμαχίζω
chop-chop
μάνι-μάνι
chopper
ελικόπτερο, πέλεκας
choppy
ταραγμένος, ελαφρά τρικυμισμένος
chopsticks
ξυλάκια κινέζικα
choral
χορωδιακός
chord
συγχορδία
chore
αγγαρεία, δουλειά σπιτιού
chorea
χορεία
choreographer
χορογράφος
choreography
χορογραφία
chorus
χορωδία
chosen
έκλεκτος
christen
βαφτίζω
christening
βαπτίσια
Christian
χριστιανός
Christianity
Χριστιανισμός
Christmas
Χριστούγεννα
Christmas card
χριστουγεννιάτικη κάρτα
Christmas Day
ημέρα Χριστουγέννων
Christmas Eve
παραμονή Χριστουγέννων
Christmas Eve party
ρεβεγιόν
Christmas tree
χριστουγεννιάτικο δέντρο
chrome
χρώμιο
chrome finish
επίστρωση χρωμίου
chromosome
χρωμόσωμα
chronic
χρόνιος
chronically
χρόνια
chronicle
ιστορώ, χρονικό, αφηγούμαι
chronicler
χρονικογράφος
chrysalis
χρυσαλλίδα
chub
κέφαλος, πλατίτσα
chub mackerel
κολιός
chuck
πετώ
chuckle
κρυφογελώ
chukar
νησοπέρδικα
chum
φιλαράκος, φίλος
chunk
χοντρό κομμάτι
church
εκκλησία
church wedding
θρησκευτικός γάμος
churchyard
νεκροταφείο
churl
αγροίκος
churlish
αγροίκος
churn
ταράζω, ανακατεύω, κάδος, καρδάρα
churn out
παράγω με ταχύ ρυθμό
cicada
τζίτζικας
CID
γενική ασφάλεια
cider
μηλίτης
cigar
πούρο
cigarette
τσιγάρο
cigarette butt
γόπα
cigarette end
γόπα
ciliary body
ακτινωτό σώμα του οφθαλμού
cinammon
κανέλα
cinchona
κιγχόνη
cinchonism
κιγχονισμός
Cindarella
Σταχτοπούτα
cinders
τέφρα, στάχτες, ανθρακιά
cinema
σινεμά, κινηματογραφικός
circle
κύκλος, θεωρείο θεάτρου
circuit
κύκλωμα, γύρος
circuit board
πλακέτα κυκλωμάτων
circuitous
πλάγιος
circular
κυκλικός
circulate
κυκλοφορώ
circulation
κυκλοφορία
circulatory
κυκλοφοριακός
circumcise
περιτέμνω
circumflex
περισπωμένη
circumspection
προσοχή
circumstances
καταστάσεις, περιστάσεις, συνθήκες
circumvent
παρακάμπτω
circus
τσίρκο
cirque
παγετώδης αμφιθεατρική μορφή
cirrhosis
κίρρωση
cistern
δεξαμενή, καζανάκι
citadel
κάστρο, φρούριο
cite
παραθέτω, αναφέρω
citizen
πολίτης
citizens
υπήκοοι
citric
κιτρικός
citron
κίτρο
citrus
εσπεριδοειδής
citrus fruit
εσπεριδοειδή
city
πόλη
city dweller
αστός
civil
ευπροσήγορος
civilisation
πολιτισμός
civilise
εκπολιτίζω
civilised
πολιτισμένος
civil law
αστικό δίκαιο
civil servant
δημόσιος υπάλληλος
civil war
εμφύλιος πόλεμος
civil wedding
πολιτικός γάμος
claim
διεκδικώ, διεκδίκηση, ισχυρισμός, ισχυρίζομαι
claim damages
ζητώ αποζημίωση
clam
αμμοκόχυλο, κυδώνι
clamber
σκαρφαλώνω
clamp
συσφίγγω, σφίγγω, μέγκενη
clan
φατρία
clang
μεταλλικός ήχος, κλαγγή
clang shut
κλείνω με θόρυβο
clap
κροτώ, χειροκροτώ
clapper
εγκάθετος
claqueur
εγκάθετος
clarify
διασαφηνίζω, αποσαφηνίζω
clarinet
κλαρίνο
clarity
σαφήνεια, σαφένεια, ευκρίνεια
clash
προσκρούω, αψιμαχία, αντιπαράθεση, κλαγγή
clashes
συγκρούσεις
clashing
αντικρουόμενος
clasp
σφίγγω, κρατώ σφιχτά
class
τάξη, υπάγω, κλάση
classical
κλασσικός
classification
ταξινόμηση
classified
απόρρητος
classify
ταξινομώ
classmate
συμμαθητής
classroom
αίθουσα διδασκαλίας
clatter
πάταγος, κροτώ
clause
ρήτρα
clavicle
κλείδα
claw
νύχι ζώου
clay
άργιλος, πηλός
clean
εκκαθαρίζω, καθαρίζω, καθαρός
cleaner
καθαρίστρια, καθαριστής
cleaning
καθάρισμα, καθαρισμός
clean out
αδειάζω
clean record
λευκό μητρώο
cleanse
εκκαθαρίζω
clean-shaven
καλοξυρισμένος
clear
εναργής, διαυγής, έκδηλος, ελευθερώνω, καθαρός
clear away
καθαρίζω το τραπέζι
clear blue skies
αιθρία
clear customs
περνώ από το τελωνείο
clear cut
ξεκάθαρος
clearing
ξέφωτο, εκκαθάριση
clearly
ξεκάθαρα, καθαρά
clear off
το βάζω στα πόδια
clear out
συμμαζεύω, ξεκαθάρισμα, καθαρίζω
clear-sightedness
διορατικότητα
clear up
καθαρίζω, ξαστερώνω, ξεκαθαρίζω
cleave
σχίζω, σχίζω
cleaver wrasse
κατσούλα
clemency
επιείκεια
clench
σφίγγω
clergy
ιερατείο
clerical
γραφειοκρατικός
clerk
υπάλληλος
clever
έξυπνος
cleverer
πιο έξυπνος
cleverly
έξυπνα
clichι
κοινοτοπία
click
κλικ, κάνω κλικ
click open
ανοίγω με ένα κλικ
client
πελάτης
clientele
πελατεία
cliff
γκρεμός
climate
κλίμα
climax
αποκορύφωμα
climb
σκαρφαλώνω, ανεβαίνω
climber
ορειβάτης
climbing
ορειβασία
cling
πιάνομαι
clinic
κλινική
clinical
κλινικός
clinical trials
κλινικές δοκιμές
clinker
σκωρία
clinker built boat
άκατος με κλιμακωτή αρμολογία
clip
ψαλιδίζω, πόρπη, συνδετήρας, κουρεύω
clique
κλίκα, φατρία
clitoris
κλειτορίδα
cloak
μανδύας, καζάκα
cloche
κώδωνας κήπου
clock
ρολόι
clockwise
δεξιόστροφος, δεξιόστροφα
clod
βώλος
clodhopper
ατζαμής
clog
βουλώνω, τσόκαρο
clogged
βουλωμένος
clone
κλώνος
cloning
κλωνοποίηση
close
κολλητός, αποπνιχτικός, πνιγηρός, κοντά, κλείνω
closed
κλειστό, κλειστός
close down
κλείνω
close in
πλησιάζω
close to
κοντά σε
close up
από κοντά, κλείνω
closure
κλείσιμο
clot
πήζω
cloth
πανί, ύφασμα
clothes
ρούχα
clothes make the man
τα εργαλεία κάνουν το μάστορα
clothing
ρουχισμός
clotting
σύμπηξη
cloud
σύννεφο, θολώνω
cloudburst
σύντομη νεροποντή, μπόρα
clouded
θολωμένος, θολός
cloudless
χωρίς σύννεφα
cloudy
νεφελώδης, συννεφιασμένος, με συννεφιά
cloudy conditions
συννεφιά
clout
καρπαζώνω, καρπαζιά
clove
μοσχοκάρφι
cloven-hoofed
δίχηλος
clover
τριφύλλι
clown
κλόουν
club
ρόπαλο, λέσχη
clubhouse
χτήριο στο γήπεδο γκολφ
clubs
cards σπαθί
cluck
κακαρίζω
clue
κλειδί, ίχνος
clump of trees
συστάδα
clumsy
αδαής
cluster
σύμπλεγμα, συστοιχία
clutch
αρπάζω, πιάνω, κλώσημα, απομόνωση, αμπραγιάζ
clutch pedal
ντεμπραγιάζ, συμπλέκτης
clutter
φορτώνω με άχρηστα αντικείμεν
coach
προπονητής, προπονώ, πούλμαν, άμαξα
coagulation
σύμπηξη
coal
κάρβουνα, άνθρακας
coalfish
γάδος μαύρος
coalition
συνασπισμός
coarse
αγροίκος, χονδροειδής
coarsely
χυδαία, χοντρά
coast
ακτή
coastal
παράκτιος, παραλιακός, παραθαλάσσιος
coastal land
παράκτια γη
coastguard
ακτοφυλακή
coastline
ακτές, παραλία
coat
παλτό
coating
στρώση
coat of arms
οικόσημο
coat of paint
επίστρωση
cobbled
με καλντερίμι, λιθόστρωτος
cobbler
τσαγκάρης
cobweb
αραχνιά, ιστός, αράχνης
cocaine
κοκαϊνη
cock
ψωλή, πετεινός, κόκορας
cockle
κυδώνι Ατλαντικού
cock one's head
γέρνω το κεφάλι
cockpit
πιλοτήριο
cockroach
κατσαρίδα
cocktail
κοκτέϊλ
cocktail dress
επίσημο φόρεμα
cocnrete
τσιμέντο, τσιμεντένιος
cocoa
κακάο, κακό
coconut
καρύδα
cocoon
κουκούλι
cocooned
τυλιγμένος
cod
βακαλάος, μπακαλάος
code
κώδικας
coded
κωδικοποιημένος
co-education
μικτή εκπαίδευση
coefficient
συντελεστής
coerce
πειθαναγκάζω
coercion
εξαναγκασμός
coercive
πιεστικός
coexist
συνυπάρχω
coexistence
συνύπαρξη
coffee
καφές
coffee shop
καφενείο
coffee table
τραπεζάκι
coffin
κιβούρι, κάσα, φέρετρο
co-founder
συνιδρυτής
cog
δόντι γραναζιού
cognac
κονιάκ
cognisance
γνώση, αντίληψη
cognitive psychology
γνωστική ψυχολογία
coherence
ειρμός
coherent
που έχει ειρμό
cohesion
συνοχή
coiffure
κόμμωση
coil
κουλουρίαζω, κουλούρα, πηνίο
coiled
τυλιγμένος
coin
κέρμα
coincide
συμπίπτω
coincidence
σύμπτωση, συγκυρία
coincidentally enough
συμπτωματικά
coin collecting
συλλογή κερμάτων
cojones
αρχίδια
coke
κόλα
cold
κρύος, κρυολόγημα, πούντα
cold-blooded
ψυχρόαιμος
coldly
ψυχρά
colic
κωλικός, κολικός
coliform bacterium
κολοβακτηρίδιο
coling
ψύξη
colitis
κολίτιδα
collaboration
συνεργασία
collaborator
τσιράκι
collagen
κολλαγόνο
collapse
σωριάζομαι, καταρρέω
collar
λουρί, κολάρο, γιακάς
collar and tie
γιακάς και γραβάτα
collarbone
κλείδα
collate
παραβάλλω
colleague
συνάδελφος
collect
συλλέγω
collect for
κάνω έρανο
collection of
συλλογή
collective
συλλογικός
collective conscience
συλλογική συνείδηση
collective farm
κολεκτίβα
collectively
συλλογικά
collector
συλλέκτης
collect stamps
συλλέγω γραμματόσημα
college
κολέγιο
collegial
κολεγιακός
collegiate
κολεγιακός
collide
συγκρούω, συγκρούομαι
collide with
τρακάρω
colliding with one another
αλληλοσυγκρουόμενος
collision
σύγκρουση
collision course
πορεία σύγκρουσης
collocate
σχηματίζω ιδιωματική φράση
collocated transmission
παρεμβαλλόμενη εκπομπή
collocation
ιδιωματική έκφραση
colloquial expressions
καθημερινές εκφράσεις
collusion
συμπαιγνία
collyrium
κολλύριο
cologne
κολόνια
colombine
κολομπίνα
colonel
συνταγματάρχης
colonial
αποικιακός
colonisation
αποικισμός
colonise
αποικίζω, αποικώ
colonnade
κιονοστοιχία
colony
παροικία, αποικία
colossal
κολοσσιαίος
colossus
κολοσσός
colour
έγχρωμος, χρώμα
colour bar
σύστημα φυλετικών διακρίσεων
colour blind
που παθαίνει από αχρωματοψία
coloured
έγχρωμος
colourful
γραφικός, χρωματιστός, πολύχρωμος, φανταχτερός
colour photo
έγχρωμη φωτογραφία
colour television
έγγρωμη τηλεόραση
colt
πουλάρι
column
κολόνα, στήλη
columnist
αρθρογράφος
coma
κώμα
comatose
κωματώδης
comb
χτένα, χτενίζω
combat
αγώνας, μάχη, καταπολεμώ
combative
μαχητικός
combat soldier
μάχιμος στρατιώτης
combatting
καταπολέμηση
comber
χάννος
combination
συνδυασμός
combine
συνδυάζω
combined
σε συνδυασμό
combustible
καύσιμος
combustion
καύση, ανάφλεξη
come
έρχομαι
come across
συναντώ κατά τύχη, ανακαλύπτω τυχαία, συναντώ
come across as
δημιουργώ την εντύπωση
come along
έλα, ελάτε, έρχομαι
come and go
έρχομαι και φεύγω, πηγαινοέρχομαι
come a real cropper
πέφτω χάμω
comeback
επάνοδος
come back
επανακάμπτω
come back to the fold
γυρίζω στο ποίμνιο
come by
συναντώ κατά τύχη
come down
κατεβαίνω
come down to earth with a bump
προσγειώνομαι απότομα, κατεβαίνω από τα σύννεφα
come down with
αρρωσταίνω
comedy
κωμωδία
comedy act
κωμικό νούμερο
come forward
προσφέρομαι εθελοντικά
come in
εμπρός, μπαίνω, εισέρχομαι
come into existence
έρχομαι στη ζωή
come into one's own
δείχνω τι αξίζω
come near to
λίγο λείπω να
come off
πετυχαίνω
come off second best
νικιέμαι
come off the rails
εκτροχιάζομαι
come out
βγαίνω
come over
περνώ από
come round
περνώ από, συνέρχομαι
comet
κομήτης
come thick and fast
πέφτω βροχή
come to a sad pass
φτάνω σε θλιβερή κατάσταση
come to a standstill
ακινητοποιούμαι
come to blows
χειροδικώ
come to light
έρχομαι στο φως
come to terms with
συμβιβάζομαι με, καταλαβαίνω, κατανοώ
come tumbling down
κατρακυλώ
come up
ανεβαίνω
come up in the world
ανεβαίνω κοινωνικά
come upon
συναντώ τυχαία
come upon a snag
προσκόπτω σε κάτι
come up to
πλησιάζω
come up to standard
πληρώ τις προδιαγραφές
come up with
επινοώ
come up with a solution to
βρίσκω λύση
comfort
καθησυχάζω, άνεση, παρηγορώ
comfortable
άνετος, βολικός, τρυφηλός
comfrey
σύμφυτο
comic
αστείος, κωμικός
comics
κόμικς
coming
προσεχής, ερχομός
command
προσταγή, προστάζω, διατάζω, εντολή, διαταγή
commandant
διοικητής
commandeer
επιτάσσω
commando
καταδρομέας, καταδρομέας, λοκατζής
commemorate
τιμώ τη μνήμη
commend
επαινώ
comment
σχόλιο, σχολιάζω, σχαολιάζω
commentary
σχόλιο
commentator
σχολιαστής
comment on
σχόλιο, σχολιάζω
commercial
εμπορικός, διαφήμιση
commercial activity
εμπορική δραστηριότητα
commercial area
εμπορική περιοχή
commercial breaks
διαφημήσεις
commercial exploitation
εμπορική εκμετάλλευση
commercialisation
εμπορικοποίηση
commercialise
εμπορικοποιώ
commercialism
εμπορικοποίηση
commercially
εμπορικά
commercials
διαφημίσεις, διαφημίσεις στην τηλεόραση
comminuted fracture
συντριπτικό κάταγμα
commission
παραγγέλλω, παραγγελία, επιτρο, εξουσιοδότηση
commissioner
παραγγελιοδόχος
commit
δεσμεύω, διαπράττω, κάνω
commit a crime
διαπράττω έγκλημα
commit an offence
παραβιάζω τον νόμο
commit a robbery
διαπράττω ληστεία
commit arson
διαπράττω
commit a sin
κριματίζομαι
commitment
δέσμευση
commit onself to
δεσμεύομαι να
commit perjury
ψευδορκώ
commit suicide
αυτοχερίζομαι
committee
επιτροπή
commodity
αγαθό, εμπόρευμα
common
συνηθισμένος, κοινός
common denominator
κοινός παρανομαστής
common gull
θυελλόγλαρος
common herd
χύδην όχλος
commonly
κοινά, συνήθως, κοινώς
common man
κοινός άνθρωπος
commonplace
τετριμμέμνος, κοινός
common sandpiper
ποταμότρυγγας
common scoter
μαυρόπαπια
common sense
κοινή λογική
common two-banded seabream
αυλίας
commonwealth
κοινοπολιτεία
commotion
αναταραχή, σάλος
commune
κοινόβιο
communicable
μεταδοτικός
communicate
επικοινωνώ
communication
επικοινωνία
communism
κομμουνισμός
communist
κομμουνιστής
communities
κοινότητες
community
κοινότητα, κοινότητα
community service
κοινωνική εργασία
commuter
ταξιδευτής καθημερινός
compact
συμπαγής, συμπυκνωμένος
compact disk
CD
companion
σύντροφος
companionship
συντροφιά
company
θίασος, εταιρία, ομήγυρη, παρέα
comparable
εφάμιλλος, συγκρίσιμος
comparative
παραθετικός
comparatively
σχετικά, συγκριτικά
compare
παραβάλλω
compared to
σε σύγκριση με
compared with
σε σύγκριση με
compare to
συγκρίνω
comparison
παραβολή, σύγκριση
compartment
τμήμα, θάλαμος σε τραίνο, μέρος
compass
πυξίδα, διαβήτης
compassioante
εύσπλαχνος
compassion
συμπόνια, συμπάθεια, οίκτος
compassionate
πονόψυχος
compatible
συμβατός
compatible with
συμβατός με
compatriot
συμπατριώτης
compel
εξαναγκάζω
compelling
ακαταμάχητος
compendium
επιτομή
compensate
αναπληρώνω, αντισταθμίζω
compensation
συμψηφισμός, αποζημίωση
compensation for
αποζημίωση
compete
συναγωνίζομαι, διαγωνίζομαι
compete against
ανταγωνίζομαι
competence
αρμοδιότητα
competently
ικανά
competition
συναγωνισμός, διαγωνισμός
competitive
συναγωνιστικός, αγωνιστικός, ανταγωνιστικός
competitiveness
ανταγωνιστικότητα
competitor
διαγωνιζόμενος, συναγωνιζόμενος
compile
συντάσσω, μεταγλωττίζω, συλλέγω
compiler
computer μεταγλωττιστής
compiler of a dictionary
συγγραφέας λεξικού
complacency
αυταρέσκεια
complacent
αυτάρεσκος
complain
παραπονιέμαι
complaint
πάθηση, παράπονο
complement
συμπλήρωμα
complementary
συμπληρωματικός
complete
περατώνω, ολόκληρος, ολοκληρώνω
completed
τελειωμένος
complete in
τέλειος
completely
πέρα για πέρα, εντελώς
completion
τελείωμα, ολοκλήρωση
complex
πολυσύνθετος, περίπλοκος, πολύπλοκος, σύνθετος
complexion
χροιά
compliance
συμμόρφωση
compliant
ενδοτικός
complicate
περιπλέκω
complicated
πολύπλοκος, περίπλοκος
complication
μπέρδεμα, επιπλοκή, περιπλοκή
complicity
συνέργεια
compliment
φιλοφρόνηση
complimentary
φιλοφρονητικός
compliment on
φιλοφρόνηση
comply with
συμμορφώνομαι
component
συστατικός, εξάρτημα, συστατικό μέρος
component part
εξάρτημα
compose
συνθέτω, συγκροτώ, αποτελώ
composed
ατάραχος
composed of
αποτελείται από
composer
συνθέτης
composition
έκθεση, σύνθεση
composure
αταραξία, ηρεμία, ψυχραιμία
compound
σύνθετος, σύνθετη λέξη, επιδεινώνω, χημική ένωση
compound interest
επιτόκιο
comprehensible
κατανοητός
comprehension
κατανόηση
comprehensive
περιεκτικός, πλήρης
compress
συμπιέζω, πατικώνω
compressed air
συμπιεσμένος αέρας
compression
συμπίεση
compressor
συμπιεστής
comprise
περιλαμβάνω
compromise
διακυβεύω, συμβιβασμός, συμβιβάζω
compromise oneself
εκθέτω την υπόληψη, εκτίθεμαι
compulsion
εξαναγκασμός, παρόρμηση
compulsive
παθολογικός
compulsory
υποχρεωτικός
compunction
τύψη
computer
υπολογιστής
computer games
ηλεκτρονικά παιχνίδια, ηλεκτρονικά
computerise
βάζω σε υπολογιστή
computerised
μέσο ηλεκτρονικό υπολογιστή
computerised axial tomography
αξονική τομογραφία
computer studies
σπουδές υπολογιστών
computing
υπολογισμός
con
απάτη, κλέβω με απάτη
concatenation
συναλύσωση
conceal
κρύβω
conceal from
κρύβω
concealment
απόκρυψη, συγκάλυψη
concede
παραχωρώ
conceit
έπαρση, αλαζονεία
conceited
αλαζονικός
conceivable
νοητός
conceive
συλλαμβάνω παιδί
concentrate
συγκεντρώνω, συγκεντρώνομαι, συμπυκνώνω
concentrated
συγκεντρωμένος, συμπυκνωμένος
concentration
συγκέντρωση
concept
αντίληψη, έννοια, ιδέα
conception
σύλληψη
conceptual
εννοιλογικός
conceptual thinking
αφαιρετική σκέψη
concern
ενδιαφέρον, προβληματισμός, ανησυχία
concern about
ανησυχώ
concerned
προβληματισμένος, ανήσυχος
concern oneself with
ασχολούμαι
concern oneslf about
προβληματίζομαι
concert
συναυλία
concert hall
αίθουσα συναυλίας
concerto
κοντσέρτο
concession
παραχώρηση
conciliatory
συμβιβαστικός
concisely
περιεκτικά
conclude
συμπεραίνομαι, συμπεραίνω, τελειώνω, καταλήγω
conclusion
ποόρισμα, τέλος, συμπέρασμα, λήξη
conclusions
συμπεράσματα
conclusive
αδιαμφισβήτητος, πειστικός
concomitant
με συνοδεία
concord
ομοφονία, συμφωνία, αρμονία, ομόνοια
concrete
συγκεκριμένος, σκυρόδεμα, μπετό, μπετόν
concubine
παλλακίδα
concurrence
συγκατάθεση
concurrently
ταυτόχρονα
concussion
διάσειση
condemn
καταδικάζω
condemnation
καταδίκη
condemned
καταδικασμένος
condensation
συμπύκνωση
condense
συνοψίζω, συμπυκνώνω, υγροποιώ
condenser
πυκνωτής
condescending
περιφρονητικός, συγκαταβατικός
condescension
καταδεχτικότητα, συγκατάβαση
condition
πάθηση, κατάσταση
conditional
υπό όρους
conditioning
προετοιμασία, καθορισμός, εξάρτηση
condolence
συλλυπητήρια
condominium
πολυκατοικία
condone
συγχωρώ, παραβλέπω
conduct
φέρσιμο, διαγωγή, διεξάγω, συμπεριφορά
conductance
αγωγιμότητα
conducting tissue
αγωγός ιστός
conduction
αγωγή
conductive
αγώγιμος
conductor
μαέστρος
conduit
οχετός, αγωγός καλωδίων
condyle
κόνδυλος
condyloid
κονδυλοειδής
cone
κώνος
confederation
συνομοσπονδία
confer
χορηγώ, προσφέρω, συσκέπτομαι
conference
σύσκεψη, συνέδριο
confess
εξομολογώ, διακηρύσσω, ομολογώ
confession
εξομολόγηση
confessional
εξομολογητικός
confessor
εξομολογητής
confess to
ομολογώ σε
confetti
χαρτοπόλεμος
confidant
έμπιστος
confidante
κάποια έμπιστη
confide in
εκμυστηρεύομαι
confidence
αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη, εχεμύθεια
confidence in
εμπιστοσύνη
confident
γεμάτος αυτοπεποίθησης, σίγουρος
confidential
εμπιστευτικός
configuration
διευθέτηση, διάταξη
confine
περιστέλλω, περιορίζω
confined to bed
κρεβατωμένος
confirm
επιβεβαιώνω, διαβεβαιώνω
confirmatory
επικυρωτικός
confirmed
κατασταλαγμένος
confiscate
δημεύω, κατάσχω
confiscate drugs
κατάσχω ναρκωτικά
confiscation
δήμευση
conflagration
πυρκαγιά
conflicts
συγκρούσεις
conflict with
συγκρούομαι
conformity
συμμόρφωση
conform to
συμμορφώνομαι σε
confront
αντιμετωπίζω, αντικρίζω
confrontation
διαμάχη, αντιμετώπιση
confused about
μπερδεμένος
confusion
κυκεώνας, παραζάλη, σύγχυση
confute
ανασκευάζω
congenial
ευχάριστος
congenital
εκ γενετής
conger
μουγγρί
conger eel
δρόγγος, κόγγρος
congessional
του Κονγκρέσου
congested
βουλωμένος
congestion
συμφόρηση
congratulate
συγχαίρω
congratulations
συγχαρητήρια
congratulations on
συγχαρητήρια γιά
congregation
εκκλησίασμα
conic
κωνικός
conifer
κωνοφόρο δέντρο
coniferous
κωνοφόρος
conjectural
εικαστικός
conjugate
κλίνω
conjunction
σύνδεσμος
conjunctivitis
επιπεφυκίτιδα
conjure
εξορκίζω
conman
απατεώνας
conmbustion
καύση
connect
συνδέω
connecting
που συνδέει, ενωτικός
connection
σύνδεση, ανταπόκριση, σχέση
connectionless
ασυνδεσμικός
connective
συνδετικός
connective tissue
συνδετικός ιστός
connect with
συνδέω με
conoisseur
ειδήμων, ειδικός
conquer
κατακτώ
conqueror
κατακτητής
conquest
πόρθηση, κατάκτηση
conscience
συνείδηση
conscientiously
συνειδητά
conscious
που έχει τις αισθήσεις
consciously
συνειδητά
consciousness
το να έχει τις αισθήσεις του, επίγνωση, αισθήσεις
conscious of
γνωρίζω, αμήχανος
conscription
στρατολογία
consecutive
διαδοχικός
consensus
συναίνεση, κοινή συναίνεση, ομοφωνία
consent
συγκατανεύω, συναίνιση
consequence
σημασία, συνέπεια, επίπτωση
consequent
επακόλουθος
consequently
συνεπώς, επομένως
conservation
προστασία του περιβάλλοντος
conservationist
περιβαλλοντολόγος
conservatism
συντηρητισμός
conservative
συντηρητικός
conservator
διατηρητής αρχαίων
conserve
διατηρώ, συντηρώ
consider
λαμβάνω υπ'όψιν, θεωρώ
considerable
όχι ευκαταφρόνητος, αξιόλογος, αρκετός
considerably
αρκετά
considerate about
ευγενικός
consideration
σεβασμός, σκέψη
consideration for
ευγένεια
considerations
σκέψεις, κριτήρια
consign
αποστέλλω
consistent
συνεπής, σταθερός
consistently
συνεχώς, σταθερά
consistent with
σύμφωνος με
consolation
παρηγορία
consolatory
παρηγορικός
console
παρηγορώ
consolidate
εμπεδώνω, εδραιώνω
consolidated fund
ενοποιημένο κεφάλαιο
consolidated text
συντονισμένο κείμενο
consolidation
εδραίωση
conspicuous
καταφανής, περίβλεπτος, περίοπτος
conspiracy
συνωμοσία
conspirator
συνωμότης
constant
αδιάκοπος, συνεχής
constantly
συνεχώς
constellation
αστερισμός
consternation
άγχος, τρόμος, απελπισία
constituency
εκλογική περιφέρεια
constituent
συστατικός
constituent assembly
συντακτική συνέλευση
constitute
συγκροτώ, αποτελώ
constitution
σύνταγμα
constitutional
συνταγματικός
constraint
συστολή, εξαναγκασμός
construct
κατασκευάζω, χτίζω, οικοδομώ
constructed
κατασκευασμένος
construction
ανέγερση, κατασκευή
constructive
εποικοδομητικός
construe
ερμηνεύω
consulate
υπατεία
consult
συμβουλεύομαι, ανατρέχω
consultant
εμπειρογνώμων, εμπειρογνώμονας, σύμβουλος
consultation
διαβούλεση
consume
καταναλώνω
consumed
βασανισμένος, καταβροχθισμένος
consumer
καταναλωτής
consumerism
καταναλωτισμός
consumer tax
φόρος κατανάλωσης
consumption
φθίση, κατανάλωση
contact
επαφή, έρχομαι σε επαφή
contacting
που συστέλλεται
contact lenses
φακοί επαφής
contagious
κολλητικός
contain
περιλαμβάνω, περιέχω, αναχαιτίζω
container
κοντέηνερ
containing
που περιέχει
contaminate
μολύνω, μιαίνω
contaminated
μολυσμένος
contamination
μόλυνση, μίασμα
contemplation
περισυλλογή, στοχασμός, διαλογισμός
contemplative
συλλογιζόμενος, στοχαστικός, περισυλλογιστικός
contemporary
σύγχρονος
contempt
περιφρόνηση, καταφρόνια
contemptible
ποταπός, περιφρονητέος
contempt of court
ασέβεια προς το δικαστήριο
contemptuous
περιφρονητικός
content
ικανοποιημένο, ευχαριστημένος, ικανοποιημένος
contented
ικανοποιημένος
contentment
αίσθηση της ικανοποίησης
contents
τα περιεχόμενα
contest
αντιπαράθεση
contestant
διαγωνιζόμενος
context
πλαίσιο, συμφραζόμενα
continent
ήπειρος
continental
ηπειρωτικός
continual
συνεχής
continually
συνεχώς
continuation
συνέχεια
continue
συνεχίζω, συνεχίζομαι
continuing
που συνεχίζεται
continuity
ειρμός, ενδελέχεια
continuous
διαρκής
contour
περίγραμμα
contraception
αντισυλληπτική μέθοδος
contract
κολλάω, προσβάλλομαι, συστέλλομαι, συμβόλαιο
contraction
συστολή
contractor
εργολάβος
contradict
διαψεύδω, αντιφάσκω, αντιλέγω
contradiction
αντίφαση
contradiction in terms
εξ ορισμού αντίφαση
contradictory
αντιφατικός
contralateral
αντίπλευρος
contrary to
αντιθέτως με
contrast
αντιπαραθέτω, συγκρίνω, αντίθεση
contrast with
σύγκριση
contribute
συνεισφέρω
contribute to
συνεισφέρω
contribution
συνεισφορά, ρεφενές, συμβολή
contributor
συνεργάτης, αυτος που συνεισφέρει
contriv
επινοώ
contrive
εφευρίσκω
control
έλεγχος, εξουσιάζω
controller
ελεγκτής
control tower
πύργος ελέγχου
controversial
επίμαχος, αμφιλεγόμενος, αμφισβητήσιμος
controversy
διαμάχη
conundrum
γρίφος
convalescence
ανάρρωση
convalescent
αναρρωνύων
convection
μεταφορά θερμότητας με ρεύματα, διάδοση
convene
συγκαλώ
convenience
άνεση
conveniences
ανέσεις, ευκολίες, οικιακές συσκευές
convenient
βολικός
convention
σύμβαση, συνέλευση, συνέδριο, συνθήκη
conventional
συμβατικός
conventionality
συμβατικότητα
conventionally
παραδοσιακά
conventional wisdom
κοινή γνώμη
convention hall
αίθουσα συνεδρίου
converge
συγκλίνω
convergence
σύγκλιση
conversation
συνομιλία
conversational
συνομιλητικός
converse
συνομιλώ
conversely
αντίστροφα
conversion
μετατροπή
convert
μετατρέπω
convertibility
μετατρεψιμότητα
convertible
μετατρέψιμος
convex
κυρτός
convey
μεταδίδω, διαβιβάζω, μεταβιβάζω
conveyor belt
ιμάντας μεταφοράς
convict
καταδικάζω, κατάδικος
convicted
καταδικασμένος
convicted of
καταδικασμένος
conviction
καταδίκη, πεποίθηση
convinced of
πεπεισμένος
convince of
πείθω
convincing
πειστικός
convincingly
πειστικά
convivial
εύθυμος, γλεντζής
convocation
σύγκληση, σύνοδος
convulsion
σπασμός
convulsive
σπασμωδικός
cook
μάγειρας, μαγειρεύω
cooked
ψητός
cooker
κουζίνα ηλεκτρική
cookery
μαγειρική
cookie
μπισκότο
cook the books
πλαστογραφώ, νοθεύω τους λογαριασμούς
cool
δροσερός, ψυχρός, τη βρίσκω
coolant
ψυκτικό
cool down
δροσίζομαι
cooler
ψύκτης, ψυγείο
cool-headed
ψύχραιμος
cooling
δροσιστικός
cool off
δροσίζω, ηρεμώ
cooper
βαρελάς, βαγενάς
cooperate
συνεργάζομαι
cooperation
συνεργασία
cooperative
συνεταιρισμός, συνεργάσιμος
coordinate
συντεταγμένη
coordinates
συντεταγμένες
coordinating conjunction
συμπλεκτικός σύνδεσμος
coordination
συντονισμός
co-ordinator
συντονιστής
coot
φαλαρίδα
cop
μπάτσος
cope
αντεπεξέρχομαι, αντιμετωπίζω αντεπεξέρχομαι
cope with
τα βγάζω πέρα, αντιμετωπίζω
copier
φωτοαντιγραφικό μηχάνημα
copper
χαλκός
copper etch
χαλκούχα προσβολή
coppersmith
χαλκευτής, χαλκέας
copse
δασάκι
copy
αντίτυπο, αντιγράφω, αντίγραφο, αντίτύπο
copying
αντιγραφή
copyright
τα πνευματικά δικαιώματα
coquettish
φιλάρεσκος
coral
κοράλλι
coral reef
κοραλλιογενής ύφαλος
cord
κορδόνι, σπάγγος
cordial
εγκάρδιος
cordiality
εγκαρδιότητα
cordite
κορδίτης
cordon off
αποκλείω
cordon sanitaire
υγειονομική ζώνη
corduroy
κοτλέ
core
πυρήνας
coriander
κόλιαντρος
coring
πυρηνόληψη
cork
φελλός
corkscrew
τυρμπουσόν, ανοιχτήρι, τιρμπουσόν
cormorant
κορμοράνος
corn
καλαμπόκι
corncrake
ορτυγομάννα
cornea
κερατοειδής χιτώνας
corner
στριμώχνω, γωνία, δύσκολη θέση
cornered
στριμωγμένος στη γωνία
cornershop
μαγαζί της γειτονίας
cornerstone
ακρογωνιαίος λίθος, γωνιόλιθος
cornerwise
γωνιακά
cornet
κορνέτα
cornflower
κενταύριον ο κυανός
coronary
στεφανιαίος
coronation
στέψη
corporal
δεκανέας
corporal punishment
σωματική κακοποίηση
corporation
συντεχνία, μεγάλη επιχείρηση
corporation tax
φόρος επιχειρήσεων
corpse
πτώμα
corpulence
παχυσαρκία
corpulent
τροφαντός, εύσαρκος, παχύσαρκος
corpuscle
σωμάτιο, κύτταρο
correct
διορθώνω, σωστός
correction
διόρθωση, διόρθωμα
correctly
σωστά
correct short-sightedness
διορθώνω την μυωπία
correlation
συσχέτιση
correspond
αντιστοιχώ, ανταποκρίνομαι, συμφωνώ
correspondence
αλληλογραφία
correspondence course
μαθήματα δια αλληλογραφίας
correspondent
απεσταλμένος
corresponding
που αντιστοιχεί
correspond to
ανταποκρίνομαι
corridor
διάδρομος
corrie
κεφαλή κυκλικών εγκοίλων
corrosion
διάβρωση
corrugated
αυλακωτός
corrupt
αλλοιώνω, εκμαυλίζω, ξεμαυλίζω, διαφθείρω, μαυλίζω
corruption
ξεμαύλισμα, μαύλισμα, διαφθορά, εκμαυλισμός
corsage
κορσάζ
corset
κορσέ
cortisone
κορτιζόνη
coruscating
που σπινθηροβολεί
Cory's Shearwater
Αρτέμης
cosine
συνημίτονο
cosmetic
το φτιασίδι
cosmopolitan
κοσμοπολίτης
cost
δαπάνη, κόστος, κοστίζω
costly
δαπανηρός, ακριβός
cost of living
κόστος της ζωής, κόστος ζωής
costume
ενδυμασία
cosy
ζεστός και φιλικός
cottage
μικρό εξοχικό σπίτι
cotton
βαμβακερό, βαμβάκι, βαμβακερός
cotton gin
εκκοκιστήριο βάμβακος
cotton material
μακό
cotton wool
βαμβάκι
couch
ανάκλιντρο, ντιβάνι, καναπές
cough
βήχας, βήχω
could
μπορούσα, μπόρεσα
couldn't care less
ο μήνας έχει εννέα
council
συμβούλιο, δήμος
councillor
δημοτικός σύμβουλος
counsel
καμαρίλα, συμβουλεύω
counselling
χειραγωγία
counsellor
σύμβουλος
count
κόμης, μετρώ
countenance
ανέχομαι, έκφραση, όψη
counter
θυρίδα, θυρίδα
counteract
καταπολεμώ
counter-attack
αντεπίθεση
counterbalance
αντίβαρο
counter-balancing
αντίρροπος
counterdraft
αντοσχέδιο
counterfeit
κάλπικος, πλαστός, κίβδηλος
counterfeiting
παραχάραξη
counterpart
ομόλογος
counterproductive
που φέρνει το αντίθετο, αντιπαραγωγικός
countersign
προσυπογράφω
countersunk
βυθισμένος, φρεζάτος
countervailing duty
αντισταθμιστικός δασμός
countess
κόμησσα
count in
βασίζομαι σε, είμαι μέσα
counting of votes
διαλογή ψήφων
countless
αναρίθμητος
count on
στηρίζομαι, βασίζομαι σε, βασίζομαι
country
χώρα, εξοχή, πατρίδα
countryside
εξοχή
count to
μετρώ μέχρι
count up
αθροίζω, μετρώ
county
κομητεία
coup d'ιtat
πραξικόπημα
coupled with
μαζί με
couples
ζευγάρια
courage
γενναιότητα, θάρρος
courageous
γενναίος, θαρραλέος
courgette
κολοκυθάκι
courier
αγγελιοφόρος, κούριερ
course
γήπεδο γκολφ, πλεύση, σειρά μαθημάτων, πιάτο
course of action
τρόπος δράσης, στρατηγική, σχέδιο
court
ερωτοτροπώ, αυλή, διακυνδινεύω, δικαστήριο, γήπεδο
courteous
ευπροσήγορος
courteously
ευγενικά
courtesan
εταίρα
courtesy
φιλοφρόνηση, ευγένεια
courtier
αυλικός
courtly love
ιπποτικός έρωτας
court martial
στρατοδικείο
court of appeal
εφετείο
court of first instance
πρωτοδικείο
courtroom
αίθουσα δικαστηρίου
courtship
ζευγάρωμα
court shoe
γόβα
courtyard
αυλή
cousin
ξάδελφος, εξαδέλφη
cove
ορμίσκος, παιδί
covenant
σύμφωνο
cover
καλύπτω, σκαεπάζω
coverage
κάλυψη
covered wagon
σκεπασμένο κάρο
covered with
καλυμμένος με
covering
που καλύπτει
cover up
συγκαλύπτω
covet
λιγουρεύω, εποφθαλμιώ
cow
αγελάδα
cowardly
κιοτής, θρασύδειλος
cowboy
κάου-μπόι
cower
μαζεύομαι, λουφάζω, ζαρώνω
cowl
κάλυμμα καμινάδας
coy
ντροπαλός, σεμνότυφος, σεμνός
crab
καβουράκι
crabiness
τζαναμπετιά
crack
ράγισμα, σπάζω, ρωγμή, ραγίζω
cracker
βαρελότο
crackle
τριζοβολώ, τρίξιμο, κροτάλισμα
crack of dawn
άγρια χαράματα
cradle
λίκνο
craft
σκάφος
craftsman
τεχνίτης
crafty
μουσίτσα
crag
βράχος
cram
ξερό μπισκοτάκι
cramp
κράμπα, σύσπαση
cramped
στριμωγμένος, στενόχωρος
crane
γερανός, σταχτογερανός
craniotomy
κρανιοτομία
crank
μανιβέλα
crap
σκατά
crash
πάταγος, προσκρούω, πέφτω, κραχ, σύγκρουση
crash barrier
προστατευτικό κιγκλίδωμα
crashes
συγκρούσεις
crash helmet
κράνος
crash into
τρακάρω
crash land
κάνω αναγκαστική προσγείωση
crate
καφάσι
crater
κρατήρας
craving
δίψα, λαχτάρα
crawfish
ποταμοκαραβίδα
crawl
μπουσουλάω, σύρσιμο, σύρομαι
crayfish
ποταμοκαραβίδα
craze
τρέλα
crazily
τρελά
crazy
τρελούτσικος, τρελός
creak
τρίζω
creaky
τριζάτος
cream
κρέμα
cream coloured courser
αμμοδρόμος
creamy
κρεμώδης
crease
τσαλάκα, πτυχή, ζάρωμα
creased
ζαρωμένος
create
δημιουργώ
create a diversion
δημιουργώ αντιπερισπασμό
create a division
δημιουργώ σχισμή
create a rift
προκαλώ χάσμα
creation
δημιουργία
creative
δημιουργικός
creativity
δημιουργικότητα
creator
δημιουργός
creature
πλάσμα
credentials
διαπιστευτήρια
credit
πίστωση
creditor
πιστωτής
credulous
ευκολόπιστος, εύπιστος
creed
πίστη
creek
ρεύμα, ρυάκι
creep
έρπω, σέρνομαι, κόλακας
creeping
που απλωνεται σιγά-σιγά
creme de la creme
άκρον άωτον
creole
μιγάς
crepe
κρεπ
crescent
ημισέληνος, μισοφέγγαρο
cress
κάρδαμο, το κάρδαμο
crest
οικόσημο, λειρί, λοφίο
crested coot
λειροφαλαρίδα
Cretan
Κρητικός
Crete
Η Κρήτη, Κρήτη
crevasse
ρωγμή
crevice
σχισμή
crew
εργάτες θεάτρου
cricket
κρίκετ, τριζόνι
cricketer
παίκτης κρίκετ
cried
φώναξα
crime
έγκλημα
crime rate
δείκτης εγκληματικότητας
criminal
εγκληματικός, εγκληματίας
criminal court
ποινικό δικαστήριο
criminality
εγκληματικότητα
criminal record
ποινικό μητρώο
criminology
εγκληματολογία
crimson
βαθύ κόκκινο
cripple
ανάπηρος, μισερεύω
crisis crises
κρίση
crisp
τσουχτερός, ξηρός, τραγανιστός
crisps
τσιπς
criss-cross
τέμνω σταυροειδώς
crista galli
κάλαιον του ηθμοειδούς οστού
criterion
κριτήριο
critic
κριτικός, κριτικός
critical
καίριος
critically
κριτικά
critical of
επικριτικός
criticise
κριτικάρω, επικρίνω
criticism
επίκριση, κριτική
criticize
επικρίνω
critics
επικριτές
croak
μιλώ με τραχιά φωνή, κοάζω
Croatia
Κροατία
crock
στάμνα
crockery
πιατικά
crocodile
κροκόδειλος
crocus
κρόκος
croft
μικροεκμετάλλευση, μικροφούντιο
crook
γκλίτσα, κακοποιός, απατεώνας
crooked
στραβός, σκολιός
croon
τραγουδώ σε χαμηλό τόνο
crop
κουρεύω, σοδειά
crops
σοδειές
croptailed
κολοβός
croquet
κροκέ
crosbar
τραβέρσα
cros beam
τραβέρσα
cross
γέμισμα, σταυρός, πάω κόντρα, διασχίζω
crossbar
οριζόντιο δοκάρι
crossbow
βαλλίστρα
cross-check
διασταυρώνω
cross cultural
διαπολιτισμικός
crossed
χιαστός
cross-eyed
γκαβός
crossing
διάβαση
cross-match
έλεγχος ιστοσυμβατότητας
cross over
περνώ απέναντι
cross pollination
διασταύρωση, ετεροεπικονίαση
cross-roads
σταυροδρόμιο
cross the boundary
περνώ την γραμμή
cross the road
διασχίζω τον δρόμο
crossword
σταυρόλεξο
crotchet
τσιγγέλι
crouch
κάθομαι οκλαδόν
crow
κουρούνα
crowbar
λοστός
crowd
πλήθος
crowded
φίσκα, γεμάτος
crowds
πλήθη
crown
κορόνα, στέμμα, θήκη, κορώνα
crowned with laurels
δαφνοστεφής
crucial
ζωτικός, κρίσιμος, πολύ σημαντικός
crucible
πυρίμαχο σκεύος
crucifixion
σταύρωση
cruciform
χιαστός, σταυροειδής
crude
ωμός, ακατέργαστος, χονδροειδής
crude oil
μαζούτ
crudity
χυδαία συμπεριφορά
cruel
απάνθρωπος, σκληρός
cruelly
απάνθρωπα
cruelty
απανθρωπιά
cruise
κρουαζιέρα
cruiser
καταδροικό
cruising altitude
ύψος πλεύσης
cruising ceiling
οροφή πλεύσης
cruising speed
αποδοτική ταχύτητα
crumb
ψίχουλο, ψίχα
crumble
θρυμματίζω
crumbled
τετριμμέμνος
crumple
ζαρώνω, τσαλακώνω
crunch
κριτσανίζω
crunching
που τρίζει
crusade
σταυροφορία
crush
συνωστισμός, ζουλώ, συνθλίβω
crushed
που έχει συνθλιβεί
crushed grain
μπλιγούρι
crushing
συντριπτικός
crust
καύκαλο, κρούστα, εξωτερικός φλοιός της γης, κόρα
crustacean
οστρακοειδής
crutch
δεκανίκι, πατερίτσα
crutches
πατερίτσες
crux
ζωτικό σημείο
cry
φωνάζω, κραυγή, κλαίω
crying
κλάψιμο, κλάμα
crypt
κρύπτη
crystal
κρύσταλλος
crystallised sugar
αποκρυσταλλωμένη ζάχαρη
cub
νεογέννητο αρκούδας, λιονταριού
cube
κύβος
cubical
κυβικός
cubic capacity
κυβισμός
cubicle
θαλαμίσκος
cuckoo
κούκος
cucumber
αγγούρι
cue
στέκα
cuff
μανικέτι
cuffs
μανικέτi
cuisine
κουσίνα
cul de sac
αδιέξοδο
culinary
μαγειρικός
culminate in
αποκορυφώνομαι
culprit
φταίχτης, δράστης
cult
θρησκεία ανορθόδοξη ή πλαστή
cultivate
καλλιεργώ, σκαλίζω
cultural
πολιτιστικός
culture
πολιτισμός
culture vulture
κουλτουριάρης
cum
ζουμί
cumulative
σωρευτικός, αθροιστικός
cunning
πανουργία, καπάτσος, πονηρός
cunt
πατσαβούρα, μουνί
cup
φλιτζάνι
cupboard
ντουλάπι
cupola
τρούλος
cur
κοπρόσκυλος
curator
διευθυντής μουσείου, έφορος
curb
κράσπεδο, χαλιναγωγώ, συγκρατώ
curd
στάλπη
curdle
πήζω, τυροποιώ
curdling
σύμπηξη
cure
καπνίζω, παστώνω, αλατίζω, θεραπεύω
cured
θεραπευμένος, καπνιστός
cure of
θεραπεύω
curfew
απαγόρευση κυκλοφορίας, συσκότιση
curiosity
περιέργεια
curious
περίεργος
curiously
περίεργα, παράξενα, περιέργως
curl
μπούκλα, κατσαρώνω
curlew
τουρλίδα
curlew sandpiper
δρεπανοσκαλίδρα
curling
σκωστέζικο παιχνίδι σε πάγο
curly
σγουρός, κατσαρός
currant
κορινθιακή σταφίδα
currency
νόμισμα, συνάλλαγμα, κθκλοφορία
currency rates
τιμές συναλλάγματος, τιμές συναλλάγματος
current
ρεύμα, τωρινός
current affairs programme
πρόγραμμα επικαιρότητας
currently
σήμερα, τωρινά, τώρα
curriculum vitae
βιογραφικό σημείωμα
curry
κάρι
curse
αναθεματίζω, καταριέμαι
cursed
εναγής, επάρατος, αναθεματισμένος
cursor
κέρσορας
cursory
απρόσεκτος, βιαστικός
curtail
περικόπτω, κονταίνω
curtailment
περικοπή
curtain
κουρτίνα, αυλαία
curtness
απότομη συμπεριφορά
curvature
κύρτωμα
curve
καμπύλη, καμπυλώνω, κυρτώνω
curved
κυρτός
cushion
μαξιλάρι, προσκεφάλι
cushy job
θεσούλα
custody
φύλαξη, κράτηση, κηδεμονία
custom
έθιμο
customer
μουστερής, πελάτης
customers
πελάτες
customize
φτιάχνω κατά παραγγελία
customs
τελωνείο, έθιμα
customs officer
τελωνειακός
cut
κόψιμο, κόβω, κοπή
cut across
κόβω δρόμο
cut and dried
οριστικός, προκαθορισμένος
cut back on
περικόπτω
cut down
λιγοστεύω, κόβω
cut down on
λιγοστεύω
cute
πανέξυπνος, τετραπέρατος
cuticle
εφυμενίδα, παρανυχίδα
cut in
διακόπτω
cut in two
κόβω στη μέση
cutlery
μαχαιροπήρουνα
cut off
ξεκόβω
cut out
εκτέμνω, ξεκόβω
cut out for
είμαι ταιριαστός
cut out the shilly-shallying
άσε τα ήξεις αφήξεις
cuts and bruises
εκδορές και μώλωπες
cuts and bruising
εκδορές καί μώλωπες
cut the ties
κόβω τους δεσμούς
cutthroat competition
σκληρός ανταγωνισμός
cut-throat competition
σκληρός ανταγωνισμός
cutting edge
πρωτοποριακός
cutting wind
τσουχτερός άνεμος
cuttlefish
σουπιά
cut up
κόβω σε μικρά κομμάτια
cyberspace
κυβερνόχωρος
cycle
κύκλος, ποδηλατώ
cycle clips
πιαστράκια
cyclic stressing
κυκλική τάση
cycling
ποδηλασία
cyclist
ποδηλάτης
cyclone
κυκλώνας
cylinder
κύλινδρος
cymbal
κύμβαλο
cynical
κυνικός
cynically
κυνικά
cynicism
κυνισμός
cypress
κυπαρίσσι
Cyprus
Κύπρος
cystic fibrosis
κυστική ίνωση
Czech
τσεχικά, Τσέχος
dab
καλκάνι
dad
μπαμπάς
daddy
μπαμπάς
daffodil
ασφόδελος
dagger
μαχαίρι
daily
καθημερινός
dairy
γαλακτομείο
daisy
μαργαρίτα
Dalmatian pelican
αργυροπελεκάνος
dam
φράγμα, φραγμός
damage
βλάπτω, κάνω ζημιά, ζημιά, βλάβη, ζημιές
damaged
ζημιωμένος
damaging to the nation
εθνοβόρος
damnation
κόλαση, κολασμός, καταδίκη
damned
κολασμένος, κώλο-, καταρραμένος
damning
καταδικαστικός
damn it
να πάρη η ευχή
damp
υγρός, νωπός
damping
απόσβεση
dampness
υγρασία σε σπίτι
damp-proof construction
ανθυγρή κατασκευή
dance
χορεύω
dancer
χωρευτής, χορευτής
dancing
χορός, χωρός
dandruff
πιτυρίδα
dandy
δανδής
danger
κίνδυνος
dangerous
ριψοκίνδυνος, επικίνδυνος
dangerously
επικίνδυνα
dangle
κρεμιέμαι, κουνώ
Danish
δανικά, δανέζικος, δανικός, Δανός
dank
νοτερός, υγρός και ψυχρός
dapper
φιλάρεσκος
dappled
παρδαλός, διάστικτος
daring
τόλμημα, τόλμη
dark
σκοτεινός, μουχρός, σκούρος, μελαχρινός, σκοτάδι
darling
αγάπη μου
darn
μαντάρω
dart
βέλος, ξεπετάγομαι, σαϊτα, τρέχω απότομα
dash
τρέχω, ορμώ, ραντίζω, συντρίβω, παύλα
dashboard
ταμπλό, ταμπλώ
dashing
κομψός
data
δεδομένα, στοιχεία
database
βάση δεδομένων
datagram
ανεξάρτητο δοτόδεμα
date
ημερομηνία, χουρμάς
date from
χρονολογούμαι από
daughter
κόρη
daughter-in-law
νύφη
dauphin
δελφίνος
dawn
αυγή
dawn on
συνειδητοποιώ, έρχεται στο νου
day
μέρα
day's wages
μεροκάματο
daydream
ονειροπόληση, ρεμβάζω, εντρυφώ στις ονειροπολήσεις
day dream
ονειροπολώ
day in lieu
ρεπό
daylight
φως της ημέρας
day off
ρεπό, σκόλη
days
μέρες
dazed
ζαλισμένος, σαστισμένος
dazzle
τυφλώνω, θαμπώνω
dazzling
εκθαμβωτικός, έκπαγλος
dcline
αρνούμαι
deacon
διάκονος
dead
πεθαμένος, νεκρός
dead drunk
σε κραιπάλη μέθης
dead-end
αδιέξοδο
dead heat
ισοπαλία
deadline
τελευταία προθεσμία, λήξη, διορία
deadlock
απραξία
deadly
μοιραίος
dead reckoning
στίγμα από αναμέτρηση
deaf
κουφός
deafening
εκκωφαντικός
deal
αγορά, μοιράζω
dealer
έμπορος
deal in
εμπορεύομαι σε, εμπορεύομαι
dealings
πάρε-δώσε, δοσοληψίες, νταραβέρι
deal the cards
μοιράζω τα χαρτιά
deal wit
ασχολούμαι με
deal with
τακτοποιώ
dean
κοσμήτορας
dear
ακριβός, αγαπητός
dearly
ακριβά
death
θάνατος
death by misadventure
θάνατος από ατύχημα
deathly
νεκρικός
death rattle
ρόγχος
debacle
κατάρρευση, πανωλέθρια
debase
προστυχαίνω
debatable
συζητήσιμος
debate
συζήτηση
debauch
μαυλίζω, ξεμαυλίζω, εκμαυλίζω
debauched
έκλυτος
debauchery
μαύλισμα, ασωτία, ακολασία, ξεμαύλισμα
debilitate
καταβάλλω, εξασθενώ
debilitating
που εξασθενίζει
debility
ατονία
debit
χρέωση
debris
συντρίμια, συντρίμματα
debt
χρέος
debt equity ratio
δείκτης δανειακής επιβάρυνσης
debt ratio
αναλογία φερεγγυότητας
debut
πρώτη εμφάνιση, ντεμπούτο
decade
δεκαετία
decanter
καράφα
decay
φθορά, παρακμή, παρακμάζω, σαπίζω
decayed
σαθρός
deceased
αποθανών
deceased person
μακαρίτης
deceit
απάτη
deceitful
απατηλός, δόλιος
deceive
εξαπατώ, απατώ
deceived
πλανημένος
decelerate
επιβραδύνω
decelerating
επιβραδυντικός
December
Δεκέμβριος
decency
φρονιμάδα
decent
ευπρεπής, εύσχημος, πρέπων, καθωσπρεπής
deceptive
απατηλός, παραπλανητικός
decide
αποφασίζω
decide against
αποφασίζω κατά
decide for
αποφασίζω υπέρ
decide on
αποφασίζω για
deciduous
φυλλοβόλος
decimate
αποδεκατίζω
decipher
αποκρυπτογράφω
decision
απόφαση
decisive
καθοριστικός, αποφασιστικός
decisively
αποφασιστικά
decisiveness
αποφασιστικότητα
deck
κατάστρωμα
deck chair
ξαπλωτή καρέκλα
deck of cards
τράπουλα
declaration
κήρυξη
declare
δηλώνω
declare war
κηρύσσω πόλεμο
decline
κλίνω, ξεπεσμός, μαρασμός, αρνούμαι, παρακμάζω
declining
φθίνουσα
declivity
κατήφορος
decompose
σαπίζω, αποσυνθέτω
decomposer
αποικοδομήτης
decontaminate
απολυμαίνω
decorate
διακοσμώ
decorated
διακοσμημένος
decoration
διακόσμηση, στολισμός
decorative
διακοσμητικός
decorous
ευπρεπής
decorum
ευπρέπεια, κοσμιότητα
decoy
δόλωμα, κράχτης
decrease
μείωση
decree
θέσπισμα, θεσπίζω, διάταγμα
dedicated
αφοσιωμένος
dedicated to
αφιερωμένος
dedicate oneself to
αφοσιώνομαι
dedicate to
αφιερώνω
dedication
προσήλωση, αφιέρωση
deduce
συνάγω, συμπεραίνω
deducible
συναγομένος
deduct
εκπίπτω
deduction
έκπτωση, παραγωγικός συλλογισμός, ποόρισμα
deductive reasoning
παραγωγικός συλλογισμός
deem
κρίνω, θεωρώ
deep
βαθύς
deep-freeze
καταψύκτης
deeply
βαθιά
deep-rooted
βαθειά ριζωμένος
deer
ζαρκάδι, ελάφι
defamation
δυσφύμιση, συκοφαντία, δυσφήμιση
defamatory
συκοφαντικός
defame
δυσφημώ, δυσφυμίζω
default
αθέτηση, αθετώ, απουσία
defeat
κάνω ζάφτι, ήττα
defeated
ηττημένος
defeatism
ηττοπάθεια
defeatist
ηττοπαθής
defect
κουσούρι, ελάττωμα, αποστατώ
defection
αποσκίρτηση, αποστασία
defective
ελλειπτικός, ελαττωματικός
defence
συνηγορία, άμυνα
defenceless
ανυπεράσπιστος
defend
προστατεύω, υπερασπίζομαι, αμύνομαι, υπερασπίζω
defend against
υπερασπίζω
defendant
εναγόμενος, κατηγορούμενος
defend one's rights
υπερασπίζω τα δικαιώματά μου
defensive
αμυντικός
defensively
αμυντικά
defer
αναβάλλω
deferential
με σεβασμό
deferred payment
προθεσμιακός διακανονισμός
deferring
παρέκλυση
defiant
ιταμός
deficient
ελλιπής, ελλατωματικός
deficit
έλλειμα
defies description
δεν επιδέχεται περιγραφή
defile
μαγαρίζω, βεβηλώνω, κηλιδώνω, λερώνω
define
προσδιορίζω
definite
οριστικός, σαφής
definitely
οριστικά
definition
ορισμός
deflation
αποπληθωρισμός
deflect
εκτρέπω, παρεκκλίνω
defloration
διακόρευση, εκπαρθένευση
deforestation
καταστροφή δασών
deformed
παραμορφωμένος
deformity
παραμόρφωση
defraud
φενακίζω
defrock
καθαιρώ
defrost
ξεπαγώνω
deft
επιδέξιος, σβέλτος
deftly
σβέλτα, επιδέξια
defuse
αφοπλίζω
defy
αψηφώ, αντιστέκομαι
degenerate
εκφυλίζομαι, έκφυλος
degeneration
εκφύλιση
degenerative
εκφυλιστικός
degrade
εκφαυλίζω, καθαιρώ, εξευτελίζω, υποβαθμίζω
degraded
υποβιβασμένος
degree
βαθμός, πτυχίο
degree Celsius
βαθμός Κέλσιου
dehumanise
αποκτηνώνω
dehumidify
αφαιρώ την υγρασία
dehydrated
αφυδατωμένος
dehydration
αφυδάτωση
dejected
κατηφής, αποθαρρυμένος
dejectedly
αποκαρδιωμένα
delay
καθυστέρηση, παρέκλυση
delayed
καθυστερημένα
delectable
απολαυστικός, χαριτωμένος, νόστιμος
delegate
δίνω εντολή, αναθέτω καθήκοντα
delegation
αντιπροσωπεία
delete
διαγράφω, εξαλείφω
deliberate
εσκεμμένος, εθελημένος
deliberately
σκόπιμα, εσκεμμένα, επίτηδες
delicacy
λεπτότητα, λιχουδιά
delicate
φίνος, λεπτός, μαλθακός
delicate matter
λεπτό θέμα
delicious
νόστιμος
delight
εντρυφώ, ηδονή, χαρά, ευφροσύνη
delighted
ευχαριστημένος
delightful
ευφρόσυνος, ευχάριστος, τερπνός
delimit
οριοθετώ, οροθετώ
delineate
σκιαγραφώ
delinquent
εγκληματίας
delirium
παραλήρημα
deliver
παραδίδω, εκφωνώ
deliverable
παραδοτέος
deliver a speech
βγάζω λόγο
deliver the goods
παραδίδω τα αγαθά
delivery
παραλαβή, παράδοση
dell
λαγκαδιά
delude
εξαπατώ
deluge
κατακλυσμός
delve
αναζητώ, ψάχνω, ερευνώ
demand
απαιτώ, απαίτηση, ζήτηση, ζητώ
demand for
απαίτηση
demanding
απαιτητικός
demarcation
οροθεσία
dematerialize
εξαϋλώνω
demented
παράφρων
demerit
κακός βαθμός, μειονέκτημα, μειονέκτημα
demi-god
ημίθεος
demilitarisation
αποστρατιωτικοποίηση
demise
τέλος, τερματισμός, θάνατος
demist
εξαχνώνω
demister
διαχωριστής σταγονιδίων
demobilise
αποστρατεύω
democratic
δημοκρατικός
demodulator
αποδιαμορφωτής
demoiselle crane
νυφογερανός
demolition
κατεδάφιση
demon
τελώνιο, δαίμονας
demonstrate
διαδηλώνω, αποδεικνύω, δείχνω
demonstration
διαδήλωση, επίδειξη
demonstration of
επίδειξη, διαδήλωση
demonstrator
διαδηλωτής
demoralization
έκλυση
demote
υποβαθμίζω
demur
ένσταση, προβάλλω ένσταση
demure
σεμνός, μαζεμένος
demystification
απομυθοποίηση
den
φωλιά θηρίου, λημέρι, καταγώγιο, τρώγλη
denarius
δηνάριος
denial
άρνηση
denigrate
κακολογώ, δυσφυμίζω
denigration
δυσφήμιση, διαβολή
denim
τζιν
denim jacket
τζιν μπουφάν, σακάκι τζιν
denizen
κάτοικος
Denmark
Δανός, Δανία
denote
υποδηλώ, σημαίνω, εμφαίνω
denounce
καταγγέλνω
dense
δασύς, πυκνός
densely populated
πυκνοκατοικημένος
dent
βαθουλώνω, στραπατσάρισμα, βαθούλωμα
dental
οδοντικός
dental assistant
βοηθός οδοντογιατρού
dentex
συναγρίδα
dentist
οδοντίατρος
dentures
μασέλες, οδοντοστοιχίες
denude
απογυμνώνω
denuded
απογυμνωμένος
denunciation
καταγγελία, δημόσια καταγγελία
deny
αρνούμαι
deodorant
αποσμητικό
depart from
αποχωρώ
departing
που αναχωρεί
department store
πολυκατάστημα
departure
απόκλιση, αναχώρηση
departure from
αποχώρηση
departure lounge
αίθουσα αναχώρησης
departures board
πίνακας αναχωρήσεων
depend
εξαρτώμαι
dependable
συνεπής, αξιόπιστος
dependence
εξάρτηση
dependency
εξάρτηση
dependent
προστατευόμενο μέλος
dependent on
εξαρτημένος, εξαρτώμενος, που εξαρτώμαι από
depending
εξαρτούμενος
depending on
εξαρτώμενος
depend on
εξαρτώμαι από
depict
απεικονίζω
depiction
απεικόνιση
depilation
αποτρίχωση
deplete
εξαντλώ, μειώνω
depletion
εξάντληση
deplore
ελεεινολογώ
deploy
παρατάσσω
deponent verb
αποθετικό ρήμα
depopulate
ερημώνω
deport
εκτοπίζω, απελαύνω
deportation
απέλαση
depose
εκθρονίζω
deposit
επαναθέτω, προσχώνω, ίζημα, επανοθέτω, προκαταβολή
depositor
καταθέτης
deprecate
αποδοκιμάζω
deprecatory
επικριτικός
depreciation
υποτίμηση
depredation
λεηλασία
depress
μελαγχολώ, προξενώ κατάθλιψη
depressed
θλιμμένος
depressingly
θλιβερά
depression
κατάθλιψη, ύφεση
depress the clutch
πατώ την απομόνωση
deprivation
στέρηση
deprive
αποστερώ
deprived
στερημένος
deprive of
στερώ, στερούμαι
depth
βάθος
deputy head
υποδιευθυντής
derail
εκτροχιάζομαι
derby
ντέρμπι
derelict
εγκαταλειμμένος, ετοιμόρροπος
deride
περιγελώ, περιφρονώ, εμπαίζω
derision
χλευασμός
derivative
παράγωγος
derive
παράγομαι, αντλώ, προέρχομαι
derive courage from
αντλώ το θάρρος από
derogatory
υποτιμητικός
derrick
πύργος γεωτρήσεως
descend
προέρχομαι
descendant
απόγονος, επίγονος
descent
καταγωγή
descrambler
αποψευδοτυχαιοποιητής
describe
περιγράφω
describing
που περιγράφει
description
περιγραφή
description of
περιγραφή του
desecration
σύληση τάφου
desert
έρημος
deserted
εγκαταλειμμένος
deserve
αξίζω
desforestation
καταστροφή δασών, αποψίλωση
design
σχεδιασμός
designer
σχεδιαστής
desirable
επιθυμητός
desire
επιθυμία, καημός
desirous
επιθυμών
desirous of
επιθυμών
desk
θρανίο
despair
απόγνωση
despair of
απελπίζομαι
desperate
απεγνωσμένος, απελπισμένος
desperately
απελπισμένα
despicable
ποταπός, αξιοκαταφρόνητος
despite
παρ'όλο
despondent
αποκαρδιωμένος
despotic
δεσποτικός, τυρρανικός
dessert
επιδόρπιο
destination
προορισμός
destine
προορίζω
destined
προοριζόμενος
destiny
πεπρωμένο, ειμαρμένη, μοίρα
destitute
άπορος, πάμφτωχος
destroy
καταστρέφω
destroyed
κατεστραμμένος
destroyer
τορπιλικό
destruction
καταστροφή
destructive
καταστροφικός
desultory
άτακτος, απρογράμμιστος, ακανόνιστος
detach
αποκολλώ
detached
αποκολλημένος
detached house
μονοκατοικία
detachment
αποκόλληση
detail
λεπτομέρεια, αναφέρω λεπτομερώς, απαριθμώ
detailed
λεπτομερής, διεξοδικός
detailed examination
εμβάθυνση
details
λεπτομέριες
detain
καθυστερώ, κρατώ
detainee
κρατούμενος, κρατούμενη
detain illegally
κατακρατώ
detect
ανιχνεύω
detective
ντεντέκτιβ, ντετέκτιβ
detente
ύφεση
detention centre
σωφονιστήριο
detergent
απορρυπαντικό
deteriorate
χειροτερεύω, επιδεινώνω
deteriorating
που χειροτερεύει
deterioration
επιδείνωση, χειροτέρευση
determination
όρισμος, αποφασιστικότητα
determine
αποφασίζω, υπολογίζω, καθορίζω, προσδιορίζω
determined
αποφασισμένος
determinedly
αποφασισμένα
determined to
αποφασισμένος να
deterrent
αποτρεπτικό
detest
σιχαίνομαι, απεχθάνομαι
detestable
βδελυρός
detour
παράκαμψη, παρακαμπτήρια οδός
detoxify
αποτοξινώνω
detract from
μειώνω, αφαιρώ από, αποσπώ από
detractors
επικριτές
detrimental
επιβλαβής επιζήμιος, επιζήμιος
detritus
κατάλοιπα
devaluation
υποτίμηση
devalued
υποτιμημένος
devastate
δηώνω, καταστρέφω, ερημώνω
devastating
ολέθριος, καταστρεπτικός
devastation
ρήμαγμα, όλεθρος
develop
αναπτύσσομαι, αναπτύσσω
develop a film
εμφανίζω
developer
εμφανιστής, αυτός που αναπτύσσει
developing
αναπτυσσόμενος
development
ανάπτυξη, εξέλιξη
deviant
παρεκκλίνων, έκτροπος, αποκλίνων, έκφυλος
deviate
παρεκκλίνω, εκτρέπομαι
deviation
απόκλιση
device
μηχάνημα, τέχνασμα, συσκευή
device driver
οδηγός συσκευής
devil
ο εξαποδώ, διάβολος
devil's advocate
δικηγόρος του διαβόλου
devilish
σατανικός
devious
ύπουλος, δόλιος
devise
μηχανε, επινοώ, σκαρφαρίζομαι
devoid of
άνευ, χωρίς
devote
αφιερώνω, αφοσιώνω
devoted
αφοσιωμένος
devoted to
αφιερωμένος
devotee
μερακλής, οπαδός
devote oneself to
αφοσιώνομαι
devotion
αφιέρωση, αφοσίωση, ευλάβεια
devour
καταβροχθίζω
devout
ευσεβής, πιστός
devoutness
ευσέβεια
dew
δρόσος, δροσούλα
dexterity
δεξιοτεχνία, επιτηδειότητα, επιδεξιότητα
dexterous
επιτήδειος
diabetes
διαβήτης
diabetes mellitus
σακχαρώδης διαβήτης
diabetic
διαβητικός
diadem
διάδημο
diagnose
κάνω την διάγνωση
diagnosis
διάγνωση
diagonal
διαγωμικός
dial
καντράν, παίρνω τον αριθμό, ταμπλό
dialogue
διάλογος
dial tone
τόνος επιλογής
diameter
διάμετρος
diametrically
εκ διαμέτρου
diamond
διαμάντι
diaper
πάνα
diaphragm
διάφραγμα
diarrhoea
διάρροια
dice
ζάρια
dick
ψωλή
dictate
υπαγορεύω
dictation
υπαγόρευση, ορθογραφία
dictator
δικτάτορας
dictatorship
δικτατορία
diction
λεκτικό ύφος
dictionaries
λεξικά
dictionary
λεξικό
die
τεζάρω, πεθάνω, αποθνήσκω
die away. die down
σβήνω σιγά-σιγά
die of
πεθαίνω από
die out
σβήνω, εκλείπω
diesel fuel
ντίζελ
diet
διαιτολόγιο, διατροφή
dietician
διαιτολόγος
differ
διαφέρω
difference
διαφορά
difference between
διαφορά ανάμεσα
different
διαφορετικός
different from
διαφορετικός από
differentiate
διαφοροποιώ
differentiation
διαφοροποίηση
differently
διαφορετικά
differing
που διαφέρει
difficult
δύσκολος
difficult position
δύσκολη θέση
difficult to digest
δυσκολοχώνευτος
difficulty
δυσκολία, δυσχέρεια
diffident
άτολμος, διστακτικός
dig
σκάβω, κέντρισμα, νύξη, σαρκασμός
digest
χωνεύω
digestion
πέψη, χώνεψη
digestive
πεπτικός
digestive disorder
πεπτική διαταραχή
digestive tract
πεπτικό σύστημα
digger
εκσκαφέας
digging
σκάψιμο
digit
ψηφίο
digital
ψηφιακός
digitization
ψηφιοποίηση
dignified
αξιοπρεπής, επιβλητικός
dignity
αξιοπρέπεια
dig out
σκάβω
digression
παρέκβαση
dig up
ξεριζώνω, σκάβω
dike
τάφρος
dilapidated
σαθρός
dilatable
διασταλτός
dilate and curettage D&C
διαστολή και απόξεση
dilated
διασταλμένος
dilating
διασταλτικός
dilation
διαστολή
dilemma
δίλημμα
dilettante
ερασιτέχνης
diligence
φιλοτεχνία, επιμέλεια
diligent
εργατικός, επιμελής
dill
άνηθο
dilute
αραιώνω
diluted
αραιωμένος
diluvian
κατακλυσμικός
dim
θαμπός, αμυδρός, θολός, θολωμένος
dimension
διάσταση
dimesnional
διαστασιακός
diminish
συρρικνώνομαι, μικραίνω, μειώνομαι
diminishing returns
φθίνουσες αποδόσεις
diminutive
υποκοριστικός
dimming
θόλωμα
dimness
θολούρα, θαμπάδα
dimple
λακκάκι
dimwit
βλάκας
din
πάταγος, σαματάς
dine
γευματίζω, δειπνώ
dingle
λαγκαδιά
dining car
βαγόνι εστιατόριο
dining-room
τραπεζαρία
dinner
βραδινό, το βραδινό
dinner jacket
σμόκιν
dinosaur
δεινόσαυρος
dioxide
διοξείδιο
dip
βουτώ κάτι σε κάτι
diploma
δίπλωμα
diplomacy
διπλωματία
diplomat
διπλωμάτης
diplomatic
διπλωματικός
diplomatic corps
διπλωματικό σώμα
dipper
νεροκότσυφας
dire
τρομερός, έσχατος
direct
καθοδηγώ, σκηνοθετώ
direct current
συνεχές ρεύμα
direction
κατεύθυνση
directions
οδηγίες
directive
οδηγία
director
σκηνοθέτης, διευθηντής
directory
τηλεφωνικός κατάλογος
direct train
τραίνο κατ'ευθείαν προς
dirge
μοιρολόι
dirt cheap
πάμφθηνος
dirtiness
μουρνταριά
dirt is
βρομιά είναι
dirty
λερωμένος, βρώμικος
disability
ανικανότητα, αναπηρία
disable
αχρηστεύω, απενεργοποιώ
disadvantage
μειονέκτημα
disaffection
δυσαρέσκεια, αντιπάθεια
disagree
διαφωνώ
disagreeing
που διαφωνεί
disagreement
ασυμφωνία
disagreements
διαφωνίες
disagree with
διαφωνώ
disappear
εξαφανίζομαι
disappearance
εξαφάνιση, αφανισμός, χαμός
disappeared
εξαφανισμένος
disappoint
απογοητεύω
disappointed
απογοητευμένος
disappointing
απογοητευτικός
disappointment
απογοήτευση
disapproval
αποδοκιμασία
disapproval of
αποδοκιμασία
disapprove of
αποδοκιμάζω
disaray
αταξία
disarmament
αφοπλισμός
disassemble
αποσυναρμολογώ, διαλύω
disaster
συμφορά, όλεθρος, καταστροφή
disastrous
καταστροφικός
disavow
αποκηρύσσω
disbelief
δυσπιστία
disc
δίσκος
discard
απορρίπτω
disc brake
δισκόφρενο
discern
διαβλέπω
discernible
ευδιάκριτος
discharge
απολύω, άφεση, εκπυρσοκρότηση, εκροή, εκτελώ
disciple
μαθητής
disciplinary
πειθαρχικός
discipline
πειθαρχία, πειθαρχώ
disclaim
αρνούμαι, απαρνούμαι, απορρίπτω, αποποιούμαι
disclose
αποκαλύπτω
disclosure
αποκάλυψη
disco
ντίσκο
discomfort
δυσφορία, ταλαιπωρία, το να είναι άβολο
disconcert
αποσβολώνω
disconnect
αποσυνδέω
disconnected
χωρίς ειρμό
discontent
δυσφορία
discord
διχόνοια, ασυμφωνία
discount
σκόντο, έκπτωση, μείωση
discourage
αποβαρρύνω, αποθαρρύνω
discover
ανακαλύπτω
discovery
ανακάλυψη
discredit
θέτω υπό αμφισβήτηση, εξευτελίζω, αμφισβητώ
discreet
εχέμυθος, διακριτικός
discreetly
διακριτικά
discrepancy
ασυμφωνία, αναντιστοιχία
discrete
διακριτικός
discrete state
διάκριτη κατάσταση
discretion
περίσκεψη, εχεμύθεια, διακριτικότητα, διάκριση
discriminate
κάνω διακρίσεις
discriminate against
κάνω διάκριση
discriminating
οξυδερκής
discrimination
διακρίσεις, διάκριση
discs
δίσκοι
discus
δισκοβολία
discuss
συζητώ
discussion
συζήτηση
discusss at great length
διεξέρχομαι λεπτομερώς
disdainful
περιφρονητικός
disease
ασθένεια, αρρώστια, νόσος
disembark
αποβιβάζομαι
disembodied
άϋλος, ασώματος
disembodied voice
απλώς μια φωνή μονάχα
disembowel
ξεντερίζω
disenchantment
απογοήτευση
disentangle
ξεμπλέκω
disfavour
δυσμένεια
disfigured
παραμορφωμένος
disgrace
δυσμένεια
disgraceful
επαίσχυντος
disguise
μεταμφίεση
disguised
συγκεκαλυμμένος
disgust
αηδιάζομαι, αηδία, φρίκη
disgusting
αηδιαστικός
dish
πιάτο
disheartened
αποκαρδιωμένος
dishonest
άτιμος
dish washer
πλυντήριο πιάτων
disillusioned
απογοητευμένος, απογοητευμένος
disinclination
απροθυμία
disinfect
απολυμαίνω
disinfectant
απολυμαντικό
disinherit
αποκληρώνω
disinterestedness
ανιδιοτέλεια
disjointed
χωρίς ειρμό
disk
δίσκος
dislike
αντιπαθώ, αντιπάθεια
dislocate
εξαρθρώνω
dislocation
εξάρθρωση
disloyal to
άπιστος
disloyalty to
απιστία
dismantle
κατεδαφίζω
dismay
ανησυχία, τρόμος, κατατρομάζω
dismiss
απολύω
dismissal
απόλυση, αποπομπή
dismiss from
απολύω
dismount
πεζεύω
dismounting
πέζεμα
disobedient
ανυπάκουος
disobey
παρακούω
disorder
διαταραχή, αταξία, πάθηση, ακαταστασία
disorderly
ακατάστατος, χαώδης, άτακτος
disorderly conduct
διατάραξη της κοινής ησυχίας
disorganised
ανοργάνωτος
disorientation
αποπροσανατολισμός, σύγχυση
disparate
άνισος
dispensable
περιττός
dispensation
θρησκευτικός νόμος, απαλλαγή, απονομή
dispense
εκτελώ συνταγή, απονέμω
disperse
διασκορπίζω
Dispersion
Διασπορά
dispersion
Διασπορά
displacement
εκτόπισμα, μετατόπιση
display
παρουσιάζω, εκθέτω, οθόνη, οθόνη, εκδήλωση, δείχνω
displease
δυσαρεστώ
displeased
δυσαρεστημένος
displeasure
δυσφορία, δυσαρέσκεια
disport
διασκεδάζω
disposable
μίας χρήσης
disposable nappies
πάνες της μιας χρήσης
disposed towards
διατειθεμένος
dispose of
εκποιώ, διαθέτω, ξεφορτώνομαι
disposition
διάθεση
disproportional
δυσανάλογος
disproportuionally
δυσανάλογα
disputable
αμφισβητήσιμος
dispute
διεκδικώ, διένεξη, διαφωνία
dispute about trifles
ερίζω περί όνου σκιάς
disquiet
ανησυχία
disregaarding
αψηφώντας
disregard
αψηφώ, αμέλεια, άγνοια, παραγνωρίζω
disregard for
ασέβεια
disreputable
ανυπόληπτος, κακόφημος
disreputably
κακόφημα
disrepute
κακή φήμη
disrupt
καταστρέφω
disruption
αναστάτωση
disruptive
διασπαστικός
dissatisfaction
δυσαρέσκεια
dissect
διαμελίζω, αναλύω, τεμαχίζω
disseminate
διασπείρω
dissension
διχόνοια
dissent
διίσταμαι, διχονοώ, διαφωνία
dissenting
διιστάμενος
dissenting views
διιστάμενες απόψεις
dissertation
διατριβή, πραγματεία
dissipate
καταδαπανώ
dissociation
διχασμός
dissoluble
διαλυτός
dissolute
έκλυτος, ακόλαστος, έκφυλος
dissolve
διαλύω
dissolve into tears
αναλύομαι σε δάκρυα
dissolve into thin air
γίνομαι καπνός
dissonance
χασμωδία
dissuade
μεταπείθω, αποτρέπω
distaff
ρόκα
distance
απόσταση
distance in miles
απόσταση σε μίλια
distance oneself from
κρατώ τις αποστάσεις από, απομακρύνομαι από
distant
απομακρυσμένος, απόμακρος
distill
διυλίζω, αποστάζω
distillation
απόσταξη
distilled water
απεσταγμένο νερό
distinct from
διαφορετικός από
distinction
δθιάκριση
distinction of merit
εύσημον
distinctive
ξεχωριστός
distinctly
σαφώς
distinctness
ευκρίνεια
distinguish between
ξεχωρίζω
distort
στρεβλώνω
distorted
διαστραμμένος
distract
διασπώ, αποσπώ
distracted
αναστατωμένος
distraction
αναψυχή
distraught
αναστατωμένος
distress
καημός, ατυχία, αγωνία, θλίψη, φτώχεια
distribute
μοιράζω, διανέμω, απονέμω
distributed
κατανεμημένος
distribution
διανομή, κατανομή
distributor
διανομέας
district
περιφέρεια, περιοχή, μαχαλάς
distrust
δεν εμπιστεύομαι, δυσπιστία
disturb
παρενοχλώ, ενοχλώ
disturbance
ενόχληση
disturbance of the peace
διατήρηση της ειρήνης
disturbances
διαταραχές
disturbing
ενοχλητικός, ανησυχητικός
ditch
χαντάκι, τάφρος
diva
ντίβα
dive
καταγώγιο, βουτώ, καταδύομαι
diver
δύτης
diverge
αποκλίνω
divergence
απόκλιση
diverging
που διίσταται, διιστάμενος
diversion
αντιπερισπασμός, διασκέδαση, παρέκβαση, παρεκτροπή
diversity
ποικιλία
divert
παρεκτρέπω
divide
χωρίζω, διχάζω, διαιρώ
dividend
μέρισμα
divination
μαντοσύνη
divine
θεσπέσιος, θεϊκός
divine madness
ενθεή αλλοφροσύνη
divine retribution
θεία δίκη
diving
κατάδυση
diving board
εξέδρα καταδύσεων
diving header
ψαράκι
division
διαίρεση, διχασμός, μεραρχία
divorce
διαζύγιο
divorced
διζευγμένος
divorce rate
αριθμός διαζυγίων
dizziness
ζαλάδα
dizzy
ζαλισμένος
do
κάνω
do a crossword
λύνω σταυρόλεξο
do a favour
κάνω μια χάρη
do away with
καταργώ, καταλύω τη μοναρχία
do business
κάνω δουλειές
docile
πειθήνιος, υπάκοος
dock
λάπαθο, αποβάθρα, προβλήτα, αράζω, περικόπτω
docked
κολοβός
dockyard
νεώριο
Doc Martins
αρβύλες
do credit
αποδίδω τιμές, τιμώ
doctor
ιατρός
document
έγγραφο
documentary
ντοκιμαντέρ, ντοκουμαντέρ
do damage
βλάπτω, ζημιώνω
dodge
αποφεύγω
dodgem cars
τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια
doff
εκδύομαι
dog
σκύλος
dog cart
αμαξάκι
dog days
θερινός καύσωνας
dog food
φαγητό για σκύλους
dogue
δογής
do harm
βλάπτω, κάνω κακό
doing
κάμωμα
do justice
χειρίζομαι δίκαια
do justice to
δικαιώνω
doleful
θλιβερός
doll
κούκλα
dollar
δολάριο
dolphin
δελφίνι
dolphinfish
κυνηγός
domain
κτήση, περιοχή, κυριαρχία, αρμοδιότητα, περιοχή
dome
αψίδα, τρούλος, θόλος, καμάρα
do me a favour
κάνε μου μία χάρη
domestic
κατοικίδιος, οικιακός
domesticate
εξημερώνω, τιθασεύω
domesticated
εξημερωμένος, ήμερος
domestication
εξημέρωση
domestic flights
εσωτερικές πτήσεις
domestic staff
οικιακοί βοηθοί
domestic violence
βία στο σπίτι
dominant
επικρατών
dominate
δεσπόζω, κυριαρχώ
domination
κυριάρχια
domineer
δεσπόζω, ενεργώ δεσποτκά, κυριαρχώ
domineering
τυραννικός, αυταρχικός
dominion
κυριαρχία
do miracles
κάνω θαύματα
don't
μην, μη
don't come the high and mighty
μη μου κάνεις εμένα τον κάργα
don't jostle
μην συνωστίζεστε
don't laugh
μην γελάτε
don't push yourself
μην το παρακάνεις
don't worry about
μην ανησυχείτε για
donation
δωρεά
done
γινωμένος
donkey
γάϊδουρος
donor
δότης
doom
ειμαρμένη
doomed
καταδικασμένος
do one's best
κάνω ό τι καλύτερο μπορώ
door
πόρτα
doorbell
κουδούνι
doormat
χαλάκι
door to door salesman
πλασιέ
do out
ανακαινίζω
do out of
κλέβω δια απάτης
dope
ντοπάρω
dopey
βλαμμένος
do research
κάνω έρευνα
dormant
σε λανθάνουσα κατάσταση
dormitory
κοιτώνας
dose
δοσολογία
do somebody a good turn
κάνω καλό σε κάποιο
dossier
φάκελος
dot
κουκίδα, βάζω σημείο
dotage
ραμολιμέντο
dotard
ραμολιμέντο, ραμολί
do the best one can
κάνω ό τι καλύτερο μπορώ
do the donkey work
κάνω τις αγγαρείες
do the honours
παίζω ρόλο οικοδεσπότη
do the ironing
σιδερώνω
do the sights
βλεπω τα αξιοθέατα
do the trick
πετυχαίνω, είμαι αποτελεσματικός
do the washing
πλένω τα ρούχα
do the washing up
πλένω τα πιάτα
dotterel
βουνοσφυριχτής
double
δίττος, διπλασιάζω, διπλός, σωσίας
double act
παράσταση για δύο
double-barrelled shotgun
δίκανο
double blind test
διπλή-τυφλή δοκιμασία
double crossing
μπαμπεσιά
double decker
δίπατος
double-decker
διώροφο λεωφορείο
doubled-glazed windows
παράθυρα με διπλά τζάμια
double-faced
αλλοπρόσαλλος
double vision
διπλωπία
doubling
διπλασιασμός
doubly
διπλά
doubt
αμφιβάλλω, αμφισβητώ, αμφιβολία
doubtful
αμφίβολος
doubtless
αναμφίβολος
dough
ζύμη
do up
επισκευάζω, κουμπώνω, φτιάχνω
dove
περιστέρι
dowdy
άκομψος
do wheelies
κάνω σούζες
do with
χρειάζομαι
do without
κάνω χωρίς
down
ίουλος, κάτω, πούπουλο
down and out
απένταρος, άστεγος
down at heel
κουρελής
downcast
κατσούφης
down graded
έκπτωση από το βαθμό
downgrading
υποβιβασμός
downpour
νεροποντή
downstairs
στο κάτω όροφο
downswing
κατιούσα, πτώση
down the hatch
άσπρο πάτο
downwards
προς το κάτω
downward trend
πτωτική τάση
do wonders
κάνω θαύματα
do wonders for
κάνω θαύματα
dozen
δωδεκάδα
doze off
αποκοιμάμαι
draft
ρεύμα αέρος
drag
σέρνω
dragging
που σέρνεται
drag my feet
σέρνω με τα πόδια
dragon
δράκος, δράκοs
drag on
συνεχίζομαι ατελείωτα
drain
οχετός, λούκι, στραγγίζω
drain holes
βοηθητικά πηγάδια
draining
αποστραγγίζω
drake
αρσενική πάπια
drama
δράμα
dramatic
δραματικός
dramatically
δραματικά
dramatist
δραματουργός
drape
τυλίγω
drastic
δραστικός
drastically
δραστικά
draught
το πούλι, βύθισμα
draughts
ντάμα
draughty
φυσάει
draw
ζωγραφίζω, τραβώ, επισύρω, έλκω, ισοπαλία, σέρνω
draw a blank
κάνω μία τρύπα στο νερό
draw attention to
εφιστώ την προσοχή
draw a violent response
προκαλώ μια βιαία αντίδραση
drawback
μειονέκτημα
drawer
συρτάρι
drawing
ζωγραφιά
drawing-room
γραφείο
draw lots
τραβώ κλήρους
drawn by α horse
τραβηγμένος από
draw near
εγγίζω
draw on
χρησιμοποιώμ αντλώ
draw out
κάνω ανάληψη
draw the line
βάζω ένα όριο
draw up
σταματώ, συντάσσω
draw up a chair
φέρε την καρέκλα σού κοντά
draw up at the traffic lights
σταματώ στα φανάρια
draw water
αντλώ νερό, βγάζω νερό
dream
ονειρεύομαι, όνειρο
dreary
ζοφερός
drench
βρέχω, μουσκεύω
drenched
μούσεκμα
dress
φόρεμα, ντύνομαι, ντύνω
dress a wound
δένω μία πληγή
dressed
ντυμένος
dressing
δέσιμο
dressing gown
ρόμπα
dressing table
τουαλέτα
dressmaker
μοδίστρα
dress rehearsal
πρόβα τζενεράλε
dress the part
ντύνομαι κατάλληλα
dress up
μεταμφιέζομαι, ντύνομαι με τα καλά, στολίζομαι
dressy
λουσάτος
drew
τράβηξα, έσυρα, ζωγράφισα
dribble
ντριμπλάρω, μου τέχουν τα σάλια, καταβρέχω
dried mackerel
τσίρος
drift
παρασύρομαι, παραδέρνω
driftwood
επιλέοντα ξύλα
drill
άσκηση, τροχός, τριβελίζω, κάνω γεώτρηση, τρυπώ
drill bit
μύτη τρυπανιού
drillship
πλοίο γεωτρήσεως
drill string
διατρητική στήλη
drink
ποτό, πίνω, το κοπανάω
drinking
πόσιμο
drink to
πίνω στην υγεία
drink to the health
κάνω σε υγεία με
drip
σταλάζω, στάζω
dripping
που στάζει
drive
οδηγώ
drive a car
οδηγώ αυτοκίνητο
drive away
διώκω
drive in
μπήγω
drive into
τρακάρω
drivel
μωρολογώ
drive mad
κουζουλαίνω
driven in
μπηχτός
drive out
εκδιώκω
driver
οδηγός
drive round the twist
κουζουλαίνω
driving
οδήγηση
driving condition
συνθήκες οοδήγησης
driving licence
άδεια οδήγησης
drizzle
ψιλοβρέχω, ψιλοβροχή, ψιλόβροχο, ψιλοβρόχι, ψιχάλα
drizzly
με ψιλόβροχο
dromedary
δρομάς
drone
κηφήνας, βουίζω
drop
μου πέφτει, μειώνομαι, σταγόνα, ρανίδα, ρίχνω
drop a hint
υπαινίσσομαι
drop anchor
ρίχνω την άγκυρα
drop by
περνώ από
drop in
πετάγομαι να δω κάποιο
droplet
σταγονίτσα
drop off
αποκοιμάμαι
drop out
τελειώνω το σχολείο πρόωρα
droppings
περιττώματα
drops
σταγόνες
drought
ξηρασία
droves
πλήθη κόσμου
drown
πνίγομαι σε νερό
drowning
πνιγμός
drown out
σκεπάζω ήχο
drowsiness
νύστα
drowsy
μαχμουρλής, νυσταγμένος
drubbing
διασυρμός
drudgery
αγγαρεία
drug
ναρκωτικό
drug abuse
κατάχρηση ναρκωτικών
drugs
ναρκωτικά
drugstore
φαρμακείο
drug trafficking
εμπόριο ναρκωτικών
drum
ταμπούρλo, ταμπουρλό, τύμπανο
drummer
ντραμίστας, τυμπανιστής
drumstick
τουμπανόξυλο
drunk
μεθυσμένος, φέσι
drunkard
μεθύστακας
drunk driver
μεθυσμένος οδηγός
drunken
μεθυσμένος
dry
ξηρός, στεγνός
drydock
δεξαμενίζω
drying
στέγνωμα
dry rot
ερυθρά σήψη του ξύλου
dry up
τελείωνω, στεγνώνω, στερεύω
dual
διπλός, δυϊκός
dub
μεταγλωττίζω, επονομάζω, επονομάζω
Dublin Bay prawn
καραβίδα
duchess
δούκισσα
duchy
δουκάτο
duck
σκύβω, πάπια
ductibility
ελατότητα
dude
άνθρωπος
due
πρέπων, απαιτούμενος
duel
μονομαχία
due respect
ο προσήκων σεβασμός
duet
ντουέτο
due to
εξ αιτίας
duke
δούκας
dull
πληκτικός, μουντός, μουχρός, βαρετός, ανούσιος
duly
δεόντως
dumb
μουγγός, χαζός
dummy
πιπίλα, κούκλα βιτρίνας
dump
πετώ, ρίχνω, ξεφορτώνομαι
dun
σκούροο γκρι
dunce
κούτσουρο, τούβλο
dune
αμμόλοφος
dung
καβαλλίνα, κοπριά
dungarees
φόρμα από τζίν
dungeon
μπουντρούμι
dunlin
λασποσκαλίδρα
dunnock
θαμνοψάλτης
duplex
διώροφη κατοικία, διώροφο διαμέρισμα
duplicate
εις διπλούν
duration
διάρκεια
during
κατά την διάρκεια
dusk
σουρούπωμα, λυκόφως, το μούχρωμα
dusky
μουχρός
dusky grouper
ροφός
dust
σκόνη
dustbin
σκουπιδοτενεκές
duster
ξεσκονόπανο
dust jacket
κουβερτούρα
dustman
σκουπιδιάρης
dustpan
φαράσι
dust respirator
απορροφητής κόνεως
dusty
θαμπός, σκονισμένος
Dutch
Ολλανδέζικος, Ολλανδοί
duties
καθήκοντα
duty
καθήκον, δασμοί
duty bound to
υποχρεωμένος
duty free
αφορολόγητα
duty-free
αφορολόγητος
duvet
πάπλωμα
dwarf
νάνος, επισκιάζω
dwarves
νάνοι
dwell
διαμένω, κατοικώ
dwindle
συρρικνώνομαι
dwindling
φθίνουσα
dye
βάφω, χρωστική ουσία, βερνίκι
dyed eggs
βαμένα αυγά
dying
που πεθαίνει
dynamic
δυναμική
dynamite
δυναμίτης
dynamo
δυναμό
dynasty
δυναστεία
dysentry
δυσεντερία
each
κάθε, ο καθένας
each other
ο ένας τον άλλο
eager
πρόθυμος
eagerly
με ενθουσιασμό
eagerness
προθυμία
eager to
πρόθυμος να
eagle
αετός
ear
αυτί
eardrum
τύμπανο
ear lobe
λοβός αυτιού
early
πρώιμος, νωρίς
early elections
πρόωρες εκλογές
early retirement
πρώιμη συνταξιοδότηση
earn
κερδίζω
earnings
αποδοχές, απολαβές
earn interest
κερδίζω τόκο
earn one's living
κερδίζω τα προς το ζην, κερδίζω το ψωμί μου
earphones
ακουστικά
earring
σκουλαρίκι
earth
γη, χώμα
earthly
γήινος
earthquake
σεισμός
earwig
ωτοσκώληκας
ease
καταπραΰνω, άνεση
easel
καβαλέτο ζωγράφου
easily
εύκολα
easily flustered
που εκνευρίζεται εύκολα
East
Ανατολή
east
ανατολή
eastbound
με ανατολική κατεύθυνση
east-bound
κατευθυνόμενος ανατολικά
Easter
Πάσχα
eastern
ανατολικός
easy
άνετος, εύκολος
easy going
ξέγνοιαστος, ήρεμος
easy-going
ανέμελος
eat
τρώω
eat a bellyful
τρώω το περίδρομο
eat like a pig
τρώω άπληστα
eat one's heart out
σαρακιάζω
eat out
τρώω έξω
eaves
μαρκίζα
eavesdrop
ωτακουστώ, κρυφακούω
eavesdropper
ωτακουστής
ebb
άμπωτη, υποχωρώ, παύση
ebb tide
φυρονεριά, άμπωτη
ebony
εβένινος
eccentric
εκκεντρικός
ecclesiatical
εκκλησιαστικός
echelon
κλιμάκιο
echo
αντιλαλώ, αντηχώ, αντήχηση, μιμούμαι, ηχώ, μίμηση
eclectic
εκλεκτικός
ecliptic
εκλειπτική
eclpise
έκλειψη
ecological
οικολογικός
ecologically
οικολογικά
ecologist
οικολόγος
ecology
οικολογία
econimcally
οικονομικά
economic
οικονομικός
economic area
οικονομική περιφέρεια
economics
οικονομική, οικονομολογία
economise on
κάνω οικονομίες
economist
οικονομολόγος
ecosystem
οικοσύστημα
ecstatic
εκστατικός
eczema
έκζεμα
eddy
δίνη
edge
κοχή, χείλος, περιστόμιο, άκρη
edge of the road
άκρη του δρόμου
edge towards
προχωρώ δειλά-δειλά
edict
διάγγελμα
edifice
μεγαλοπρεπές κτίριο
edit
εκδίδω, επιμελούμαι
editing
μοντάζ
edition
τεύχος
editor
συντάκτης
editorial
κύριο άρθρο εφημερίδας
educate
μορφώνω, εκπαιδεύω
educated
μορφωμένος
education
μόρφωση
educational
εκπαιδευτικός
eel
χέλι
eel basket
κιούρτος
eel grass
τζίβα θαλάσσια
eerie
απόκοσμος, τρομοκρατικός
effect
επίδραση, αποτέλεσμα
effective
αποτελεσματικός
effectively
αποτελεσματικά
effectiveness
αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα
effects
επιπτώσεις
effeminate
θυληπρεπής, μαλθακός, μαλθακός
efficiency
αποτελεσματικότητα
efficient
αποτελεσματικός, αποδοτικός
efficiently
αποτελεσματικά
effort
προσπάθεια
effusion
διάχυση
effusive
διαχυτικός
egg
αυγό
eggcup
αυγουλιέρα, αυγοθήκη
egg dealer
αυγουλάς
egg on
προτρέπω
eggplant
μελιτζάνα
eggshell
τσόφλι
egg-yolk
κρόκος
eglantine
αγριοτριαντάφυλλο
Egyptian goose
αλοπόχηνα
Egyptian vulture
ασπροπάρης
eh!
ε!
eighth
όγδοος
eighties
δεκαετία του 80
either
είτε, ούτε, ή
either ..... or
ή .... ή
either of them
ή το ένα ή το άλλο
eject
εκτοξεύω, εκτινάσσω
ejector seat
κάθισμα εξωστήρας
elaborate
λεπτομερής, περίτεχνος, προσεγμένος
elated
συνερπασμένος
elbow
αγκώνας
elbow out of the way
παραγκωνίζω
elbow room
τράτο
elect
εκλέγω
election
αναγόρευση, εκλογές
electoral
εκλογικός
electorate
εκλογικό σώμα
electric
ηλεκτρικός
electrical
ηλεκτρικός
electric blanket
ηλεκτρική κουβέρτα
electric guitar
ηλεκτρική κιθάρα
electrician
ηλεκτρολόγος
electric shaver
ηλεκτρική ξυριστική μηχανή
electric shock
ηλεκτροπληξία
electrify
ηλεκτρίζω, ηλεκτροδοτώ
electrocardiogram
ηλεκτροκαρδιογράφημα
electroencephalogram
ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
electron
ηλεκτρόνιο
electronegative
ηλεκτροαρνητικός
electronic
ηλεκτρονικός
electronic media
ηλεκτρονικά μέσα
electrophorus
ηλεκτροφόρο
electropositive
ηλεκτροθετικός
elegance
κομψότητα
elegant
εκλεπτυσμένος, κομψός
elegantly
κομψά
elegiac
ελεγειακός
elegy
ελεγεία
element
στοιχείο
elemental
των στοιχείων της φύσης
elementary
στοιχειώδης
Eleonora's falcon
μαυροπετρίτης
elephant
ελέφαντας
elephantine
ελεφάντινος
elevate
υψώνω, σηκώνω, ανυψώνω
elevated
μεταρσιωμένος, ανεβασμένος
elevation
ανάδειξη, ανύψωση, ύψωση
elevator
ασανσέρ
eleven
έντεκα
eleventh
ενδέκατος
elfin
ξωτικός
elicit
επιφέρω, βγάζω, αποσπώ
elide
εκθλίβω, αποβάλλω
eligible
κατάλληλος, εκλέξιμος, εκλόγιμος, άξιος
eliminate
αποκλείω, εξαλείφω
elimination
εξάλειψη
elision
έκθλιψη
elite
ελίτ, αφρόκρεμα
elitist
ελιτίστρια, ελιτιστής
elk
ταυρότραγος
ell
πήχυς
ellipsoid
ελλειψοειδής
elliptically
ελλειπτικά
elm
φτελιά
elonate
επιμηκύνω
elongation
επιμήκυνση
elope
κλέβω
eloquence
ευφράδεια
eloquent
εύγλωττος, ευφραδής
eloquently
με ευφράδεια
else
άλλος, αλλιώς
elsewhere
αλλού
eluate
διάλυμα
elucidate
διευκρινίζω, αποσαφηνίζω
elude
διαλανθάνω, διαφεύγω
elusive
ασύλληπτος, φευγαλέος
elute
εκπλύνω ουσία διαλύτη
elver
νεαρό χέλι
elves
ξωτικά
Elysian
ευδαιμονικός, Ηλύσιος
emaciated
κάτισχνος
e-mail
ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
emanate
εκπηγάζω, απορρέω
emanation
απορροία
emancipate
χειραφετώ, απελευθερώνω
emancipation
χειροφέτηση, χειραφέτηση
emasculate
εξασθενώ
embalm
ταριχεύω
embalm. soothe
βαλσαμώνω
embank
κρηπιδώνω
embankment
ανάχωμα
embargo
εμπάργκο, απαγόρευση
embark
επιβιβάζω, επιβιβάζομαι
embarkation
επιβίβαση
embark on
επιχειρώ, αποτολμώ
embarrass
φέρνω σε δύσκολη θέση
embarrassment
δύσκολη θέση, αμηχανία
embassy
πρεσβεία
embattle
οχυρώνω
embed
περιζώνω, μπήγω, ενσωματώνω
embedded
ενσωματωμένος
embedding
ενσωμάτωση
embellish
καλλωπίζω, λουσάρω, εξωραϊζω
embellishment
στολισμός
ember
χόβολη
embezzle
υπεξαίρω, σφετερίζομαι, υπεξαιρώ, καταχρώμαι
embezzlement
κατάχρηση
embezzler
καταχρηστής
embitter
πικραίνω
embody
εκφράζω, συσσωματώνω, ενσαρκώνω, ενσωματώνω
emboss
αποτυπώνω με ανάγλυφο
embrace
αγκάλιασμα, αγκαλιάζω
embroider
κεντώ
embroidered
με κέντημα
embroidery
κέντημα
embroil
μπλέκω, περιπλέκω
embryo
έμβρυο
emerald
σμαραγδένιος, σμαράγδι
emerge
αναδύομαι
emergency
έκτακτη ανάγκη, επειγούσα ανάγκη
emergency exit
έξοδος κινδύνου
emerging
που αναδύεται, ανερχόμενος
emery cloth
σμυριδόπανο
emigrate
αποδημώ, αποικώ
emigrate from
μεταναστεύω
emigration
μετανάστευση, αποδημία
emission
έκλυση, εκπομπή
emit
εκπέμπω, αναδίνω
emoluments
απολαβές
emotion
συναίσθημα
emotional
συναισθηματικός
emotionally
συναισθηματικά
emotive
που προκαλάει συγκίνηση
emperor
αυτοκράτορας
emphasis
έμφαση
emphasise
κάνω έμφαση
emphasising
που τονίζει
emphasis on
έμφαση σε
emphatic
εμφατικός
emphatically
εμφατικά
empire
αυτοκρατορία
employ
εργοδοτώ, χρησιμοποιώ
employer
εργοδότης
employment
εργασία
empower
εξουσιοδοτώ
empress
αυτοκράτορα
empty
άδειος
empty-headed
φυρόμυαλος
emulate
παραβγαίνω, μιμούμαι
emulsion
κολλοειδής διάλυση, γαλάκτωμα
enable
επιτρέπω, δίνω την δυνατότητα, καθιστώ ικανό
enabling
που δίνει την δυνατότητα
enact
θεσπίζω
enacted
θεσπισμένος
enact laws
θεσμοθετώ, θεσπίζω
enactment
θέσπισμα, θεσμοθέτηση
enamel
εμαγιέ, σμάλτο, αδαμαντίνη
enbarrassing
που σε φέρει σε αμηχανία
encampment
καταυλισμός
encapsulate
εγκλείω
enchant
σαγηνεύω
enchanting
μαγευτικός, σαγηνευτικός
enclose
εσωκλείω, περικλείω
enclosed
εσώκλειστος
enclosure
περίφραγμα, εσώκλειστο, μάντρα, περίφραξη, σταλός
encounter
συνάντηση, συναντώ
encourage
ενθαρρύνω
encouraged
ενθαρρύμενος, εμψυχωμένος
encouragement
ενθάρρυνση
encouraging
ενθάρρυνση, ενθαρρυντικός
encroachment
παρέμβαση
end
τέλος, τελειώνω
endanger
θέτω σε κίνδυνο
endangered
απειλούμενος
endeavour
προσπαθώ, πασχίζω
endemic
ενδημικός
endgame
τελιή φάση
end in
λήγω σε
ending
κατάληξη
endive
αντίδι
end justifies the means
ο σκοπός αγιάζει τα μέσα
endocrine system
ενδοκρινές σύστημα
endorse
οπισθογραφώ, επιδοκιμάζω
endorsement
επιδοκιμασία, οπισθογράφηση
endorsements
κυρώσεις
endow
προικίζω
endowed
προικισμένος
endowment
προικοδότηση, χάρισμα
end up
καταλήγω
endure
υπομένω, αντέχω, υπομένω
enduring
μόνιμος, σταθερός
enemy
εχθρός
enemy territory
εχθρικό έδαφος
eneral
στρατηγός, γενικός
energetic
δραστήριος, ενεργητικός
enervate
εξασθενίζω
enforce
επιβάλλω
enforced
υποχρεωτικός
enforcement
επιβολή, εφαρμογή
enforcement of the law
εφαρμογή του νόμου
engaged
αρραβωνιασμένος
engaged in
απασχολημένος με
engage first gear
βάζω πρώτη
engagement
αρραβώνες
engagement ring
βέρα
engine
μηχανή
engine driver
οδηγός τραίνου
engineer
μηχανικός, μηχανεύομαι
engine room
μηχανοστάσιο
England
Αγγλία
English
Αγγλικά, ’γγλος, Αγγλικός
engross
απασχολώ, απορροφώ
engrossed in
απορροφωμένος
engrossment
απορρόφηση, απασχόληση
engulf
τυλίγω, καταποντίζω
enhance
βελτιώνω
enhanced
ενισχυμένος, επαυξημένος, βελτιωμένος
enigmatic
αινιγματικός
enjoy
διασκεδάζω, χαίρω, απολαμβάνω, καρπώνομαι
enjoyable
διασκεδαστικός
enlarge
μεγεθύνω
enlarge a photo
μεγεθύνω μια φωτογραφία
enlarged
μεγεθυμένος
enlargement
μεγέθυνση
enlighten
διαφωτίζω
enlightened
δαιφωτισμένος
enlightenment
διαφωτισμός
enlightning
διαφωτιστικός
enlist
εντάσσω, εξασφαλίζω, κατατάσσομαι
enlist help in
εξασφαλίζω την συνδρομή
ennoble
εξευγενίζω
enough
νισάφι
en passant
παρεμπιπτώντως
enquiry
ερώτηση, έρευνα
enrage
εξαγριώνω
enraged
λυσσαλέος
enrich
εμπλουτίζω
enrol
εγγράφομαι, εντάσσω
enrollment
ένταξη
enrolment
εγγραφή
ensemble
ανσάμπλ
enshrine
φυλάσσω, εγκλείω
enslave
σκλαβώνω, υποδουλώνω
ensue
επακολουθώ, προκύπτω
ensuing
επακόλουθος
en suite
ενιαίο συγκρότημα
ensure
βεβαιώνομαι, εξασφαλίζω
entail
συνεπάγομαι
enter
εισέρχομαι, μπαίνω
enter a competition
συμμετέχω σ'ένα διαγωνισμό
enterprising
επιχειρηματικός, τολμηρός
entertain
κάνω τραπέζι, φιλοξενώ
entertainer
καλλιτέχνης, διασκεδαστής, αυτός που ψυχαγωγεί
entertain hopes
τρέφω ελπίδες
entertaining
διασκεδαστικός
entertainment
ψυχαγωγία, ψυγαγωγία
enthusiasm
ενθουσιασμός
enthusiastic
ενθουσιασμένος
enthusiastically
ενθουσιασμένα
entice
παρασύρω, δελεάζω
enticing
σαγηνευτικός
entire
ολόκληρος
entirely
εντελώς
entitle
τιτλοφορώ
entitled
με το τίτλο
entity
οντότητα, οντότητα, οντότητα, οντότητα
entourage
ακολουθία
entrance
είσοδος
entrance fee
εξέταστρα
entrance to
είσοδος σε
entreat
εκλιπαρώ, εξορκίζω, θερμοπαρακαλώ
entreaty
παράκληση
entrepreneur
επιχειρηματίας
entrust
αναθέτω, εμπιστεύομαι
entry
λήμμα, είσοδος, είσοδος, καταχώρηση
entry to
είσοδος σε
envelope
φάκελος
en ville
ενταύθα
envious
ζηλόφθονος
enviously
με ζήλεια
envious of
ζηλεύω
environment
περιβάλλον
environmentally friendly
φιλικός; προς το περιβάλλον
envisage
προβλέπω, φαντάζομαι
envy
φθονώ, ζηλεύω, φθόνος
enzyme
ένζυμο
eon
αιώνες
epic
έπος, επικός
epidemic
πανδημία, επιδημία
epilepsy
επιληψία
epileptic
επιληπτικός
episcopal
επισκοπικός
episcopate
επισκοπή
episode
επεισόδιο
epitome
επιτομή
epoch
εποχή
eponymous
επόνυμος
equal
ίσος, ίσιος
equalise
ισοφαρίζω
equaliser
ισοφάριση
equality
ισόσητα
equalize
εξισώνω
equally
εξ ίσου, εξίσου
equal opportunities
ίσες ευκαιρίες
equal pay
ίση αμοιβή
equal to
ίσος με
equanimity
ηρεμία
equation
εξίσωση
equator
ισημερινός
equilibrium
ισορροπία
equinox
ισημερία
equipment
εξοπλισμός
equip with
εξοπλίζω
equitably
δίκαια, ακριβοδίκαια
equity
ευθυδικία
equivalent
αντίστοιχος, ισότιμος
equivalent to
ισάξιος με
equivocally
διφορούμενα
era
εποχή
eradicate
εξαλείφω, εξολοθρεύω, εξαφανίζω
erase
σβύνω, διαγράφω
eraser
γόμα
erect
ανεγείρω, ορθώνω, αναστηλώνω
erection
ανέγερση
ermine
ερμίνα
erode
διαβρώνω
eroneous
λανθασμένος
erosion
διάβρωση
erroneous
εσφαλμένος
erroneously
λανθασμένα
error
λάθος
erudite
πολυμαθής, λόγιος
eruption
έκρηξη
escalate
κλιμακώνομαι
escalation
κλιμάκωση
escalator
κύλιωμενη σκάλα
escape
δραπετεύω, ξεφεύγω
escape from
δραπετεύω από
escort
ακολουθία, καβαλιέρος, συνοδεύω
escrow
μεσεγγύηση
esophagus
οισοφάφος, οισοφάγος
especially
ειδικά, ιδιώς
espionage
κατασκοπεία
essay
δοκίμιο, δοκίμια, έκθεση
essence
ουσία
essential
απαραίτητος, ουσιώδης
essential for
απαραίτητος
essentially
ουσιαστικά
essential to
απαραίτητος
establish
καθιερώνω, επιβάλλω, ιδρύω, διαπιστώνω
established
κατεστημένος
establishment
ίδρυση, ίδρυμα, εμπέδωση
estate
περιουσία
estate agent
κτηματομεσίτης
esteem
υπόληψη, εκτίμηση
ester
εστέρας
estimate
υπολογίζω, εκτιμώ κατά προσέγγιση
estimation
εκτίμηση
Estonian
εστονικός
estrange
αποξενώνω, αλλοτριώνω
et cetera etc
κτλ, και τα λοιπά
etch
χαράζω με οξύ
eternal
παντοτινός, αιώνιος
eternity
αιωνιότητα
ethanol
αιθανόλη
ether
αιθέρας
ethical
ηθικός
ethics
ηθική, ηθικές αρχές
ethmoid
ηθμοειδής
ethnic
εθνικός
ethos
ήθος
etiquette
εθιμοτυπία
etymology
ετυμολογία
eucalyptus
ευκάλυπτος
euhedral
εύεδρος
eunuch
ευνούχος
Euro
Εύρω
Europe
Ευρώπη
European
Ευρωπαίος, ευρωπαϊκός
European elections
Ευρωεκλογές
European Monetary Union EMU
ΟΝΕ, Οικονομική και Νομισματική Ένωση
European Parliament
ευρωβουλή
European Union EU
ΕΕ, Ευρωπαϊκή Ένωση
Eustachian tube
ευσταχιανή σάλπιγξ
euthanasia
ευθανασία
evacuate
εκκενώνω
evacuation
εκκένωση
evade
αποφεύγω
evaluate
αποτιμώ
evaluation
αξιολόγηση
evangelist
ευαγγελιστικός
evaporate
εξατμίζομαι
evaporation
εξάτμιση
evasion
περιστροφή, υπεκφυγή
evasive
διφορούμενος
eve
παραμονή
even
ακόμα, ακόμα και, ίσος
evening
βράδι, βράδυ
evening dress
βραδινό φόρεμα
evening gown
βραδινό ταγιέρ, βραδινό φόρεμα
even number
ζυγός αριθμός
event
άθλημα, γεγονός
eventuality
ενδεχόμενο
eventually
τελικά
ever
ποτέ
evergreen
αειθαλής
ever increasing
διαρκώς αυξανόμενος
every
κάθε
everybody
όλοι
every nook and cranny
παντού
every now and then
κάθε τόσο και λιγάκι
everyone
όλοι
every other day
μέρα παρά μέρα
everything
τα πάντα, όλα
everything indicates that
όλα δέιχνουν ότι
every three months
κάθε τρείς μήνες
everywhere
παντού, πανταχού
every year
κάθε έτος
evict
εκνικώ, κάνω έξωση
evidence
μαρτυρία, στοιχεία, απόδειξη, αποδείξεις
evident
προφανής, εναργής
evidently
προφανώς, φανερά
evil
σατανικός, κακός
evil eye
βασκανία
evoked potential
προκλητό δυναμικό
evolution
εξέλιξη
evolutionary
εξελικτικός
evolve
εξελίσσομαι, αναπτύσσομαι
evolving
που εξελίσσεται
ewe
προβατίνα
exacerbate
επιδεινώνω, οξύνω
exact
ακριβής, απαιτώ
exactly
ακριβώς
exactly to your requirements
κομμένα και ραμμένα
exaggerate
παραλέω, υπερβάλλω
exaggeratedly religious
θρησκόληπτος
exaltation
μεταρσίωση
exalted
μεταρσιωμένος
exam
εξέταση
examination
διεργασία, εξέταση
examine
εξετάζω
examine thoroughly
εμβαθύνω
examining
ανακριτικός
example
υπόδειγμα, παράδειγμα
exarch
έξαρχος
exarchate
εξαρχία
exasperate
εξοργίζω
exasperating
εκνευριστικός
excavate
κάνω ανασκαφές, σκάβω
excavation
ανασκαφή
excavator
εκσκαφέας
exceed
ξεπερνώ, υπερβαίνω
exceedingly beautiful
πεντάμορφος
exceed the speed limit
υπερβαίνω το όριο ταχύτητας
excel
υπερακοντίζω, διαπρέπω
excel at
αριστεύω σε
excellence
υπεροχή
Excellency
Εξοχότης
excellent
εξαίσιος, άριστος
excellently
εξαίσια
except
εκτός από
exception
εξαίρεση
exceptional
εξαιρετικός
exception to
εξαίρεση
excerpt
απόσπασμα
excess
περίσσευμα, πλεόνασμα
excess baggage
επιπλέον βάρος αποσκευών
excessive
υπερβολικός
exchange
ανταλλάσσω, διαφωνία, συνάλλαγμα, λογομαχία
exchange rate
τιμή συναλλάγματος
excise
εκτέμνω
excitable
ευέξαπτος
excitation
διέγερση
excite
συγκινώ
excited about
συγκινημένος
excitement
διέγερση
exciting
συναρπαστικός
exclaim
αναφωνώ
exclamation
επιφώνημα
exclude
αποκλείω
excluding
μη συμεριλαμβανώμενος
exclusion
αποκλεισμός
exclusive
αποκλειστικός, αποκλειστικότητα
excommunicate
αφορίζω, αναθεματίζω
excoriation
εκδορά
excrement
περίττωμα, κόπρανα
excrurtiating
βασανιστικός, αφόρητος
excursion
εκδρομή
excusable
συγγνωστός
excuse
αφορμή, δικαιολογία, συγχωρώ
excused
συγχωρημένος
excuse me for mentioning
συγγνώμη που το αναφέρω
execute
εκτελώ
execution
εκτέλεση
executioner
δήμιος
executive
διοικητικό στέλεχος
executive member
στέλεχος
exegesis
ερμηνεία κειμένου
exemplary
υποδειγματικός
exemplary damages
παραδειγματική αποζημίωση
exemplify
εξηγώ
exempt
απαλλάσσω, απαλλαγμένος
exemption
απαλλαγή
exercise
άσκηση
exercise book
τετράδιο
exert
ασκώ, καταβάλλω
exhalation
εκπνοή
exhaust
εξάτμιση
exhausted
εξαντλημένος, παρακουρασμένος
exhaust fumes
καυσαέρια
exhaust pipe
εξάτμιση
exhibit
έκθεμα, εκθέτω
exhibition centre
χώρος έκθεσης
exhibition of
έκθεση
exhilarated
συναρπασμένος
exhilarating
συναρπαστικός
exhilaration
ευφροσύνη
exhort
παραινώ, παρακινώ
exhortation
παραίνεση, προτροπή
exhortative
παραινετικός
exhumation
εκταφή
exile
εξορία, εξορίζω
exiled
εξόριστος
exisitng
υπαρκτός
exist
υπάρχω
existence
ύπαρξη
existentialism
υπαρξισμός
existing
υπαρκτός
exit
έξοδος
exonerate
απαλλάσσω
exorbitant
εξωφρενικός
exorcise
εξορκίζω
exotic
εξωτικός
expand
διαστέλλω, επεκτείνω, φουσκώνω, διευρύνω
expand on
επεκτείνομαι
expansible
διασταλτός
expansion
εξάπλωση, διαστολή
expansion joints
αρμοί διαστολής
expansive
επεκτατικός
expatriation
εκπατρισμός
expect
περιμένω, προσδοκώ, αναμένω
expectation
προσδοκία
expected
αναμενόμενος
expectorant
αποχεμπτικό
expediency
σκοπιμότητα
expedient
σκόπιμος
expedite
επισπεύδω
expedition
εκστρατεία
expel
αποβάλλω, απελαύνω
expel from
αποβάλλω
expenditure
δαπάνη, δαπάνες
expense
έξοδα, έξποδα
expensive
ακριβός
expensively
ακριβά
experience
εμπειρία
experience in
εμπειρία
experience of
εμπειρία
experiment
πείραμα, πειραματίζομαι
experimental
πειραματικός, δοκιμαστικός
expert
εμπειρογνώμονας, εμπειρογνώμων, ειδικός
expertise
πραγματογνωμοσύνη
expert on
έμπειρος
expire
λήγω
explain to
εξηγώ σε
explanation
εξήγηση
explicit
σαφής, ρητός, κατηγορηματικός
explicitly
ρητά
explicit proviso
σαφής ρήτρα
explode
εκρήγνυμαι
exploit
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
exploitation
εκμετάλλευση, καπληλεία
exploit for personal advantage
καπηλεύομαι
exploration
εξερεύνηση
exploratory
εξερευνητικός, δοκιμαστικός
exploratory drilling
γεώτρηση εξερευνήσεως
explore
εξερευνώ
explorer
εξερευνητής
explosion
έκρηξη
explosive
εκρηκτική ύλη
explosives
εκρηκτικές ύλες
exponential
εκθετική
exponential growth
εκθετική ανάπτυξη
export
εξαγωγή, εξάγω
exporter
εξαγωγέας
expose
ξεσκεπάζω, εκθέτω
exposed
εκτεθειμένος, έκθετος
exposure
έκθεση
exposure rate meter
ρυθμόμετρο έκθεσης
express
διατυπώνω, εκφράζω, εκφέρω γνώμη
expression
έκφραση
expressive
εκφραστικός
expressly
ρητώς
express train
εξπρές
expropriate
αλλοτριώνω
expropriation
απαλλοτρίωση
expulsion
απέλαση, αποβολή
extemist
εξτρεμιστής
extemporisation
αυτοσχεδιασμός
extemporise
αυτοσχεδιάζω
extend
εκτείνομαι, εκτείνω, επεκτείνω
extended
εκτεταμένος
extended addressing
αναπτυγμένη απευθύνση
extending
που επεκτείνεται
extensible
εκτατός
extension
έκταση, επέκταση, προέκταση
extensive
εκτεταμένος, διεξοδικός
extensively
εκτεταμένα
extent
βαθμός, έκταση
exterior
το εξωτερικό μέρος
extinction
εξαφάνιση, αφανισμός
extinct volcano
νεκρό ηφαίστειο
extinguish
σβήνω
extinguisher
πυροσβεστήρας
extol
εξαίρω, εκθειάζω
extort
εκβιάζω
extracapsular
εξωκαψικός
extract
αποσπώ, απόσπασμα, εκχύλισμα, κάνω εξαγωγή
extraction
καταγωγή, εξαγωγή
extractor fan
εξαεριστήρας, απορροφητήρας
extradite
εκδίδω σε άλλη χώρα
extra-governmental
παρακρατικός
extrajudicial
εξώδικος
extraordinarily
ασυνήθιστα
extraordinary
ασυνήθιστος
extra pay
επιδόματα
extrapolate
εικάζω
extrapolation
παρεκτείνω, παρέκταση
extravagant
πολυδάπανος, απλοχέρης
extravagantly
υπερβολικά
extravaganza
φιέστα
extreme
που φτάνει στα άκρα, ακραίος
extremely
εξαιρετικά, πάρα πολύ
extremely beautiful
πανώριος
extremely bold
παρακινδυνευμένος
extremely daring
παρακινδυνευμένος
extremely happy
πανευτυχής
extremely powerful
πανίσχυρος
extreme urgency
κατεπείγουσα ανάγκη
extremist
φανατικός, εξτρεμιστής
extrovert
εξωστρεφής
exuberance
ζωντάνια, διαχυτικότητα
exuberant
ενθουσιώδης, διαχυτικός
exuberantly
διαχυτικά, ενθουσιωδώς
exude
εκκρίνω
eye
μάτι, οφθαλμός
eyebrow
φρύδι
eye for an eye
οφθαλμόν αντί οφθαλμού
eyelash
βλεφαρίδα, τσίνορο
eyelid
βλεφαρίδα
eyes
φωτερά
eye screw
βίδα με κρίκο
eyesight
όραση
eye strain
υπερκόπωση ματιών
eye test
εξέταση του οφθαλμού
eyewitness
αυτόπτης μάρτυρας
eye witness
αυτόπτης μάρτυρας
eye-witness
αυτόπτης μάρτυρας
eyrie
αετοφωλιά
fable
παραμύθι
fabricate
επινοώ, κατασκευάζω
fabricated
κατασκευασμένος
fabulous
απίθανος, υπέροχος
facade
πρόσοψη
face
αντικρίζω, κύρος, πρόσωπο, αντιμετωπίζω, μούτρο
face down
πρηνής
faced with
μπροστά από
face lift
πλαστική εγχείρηση στο πρόσωπ
faces
πρόσωπα
face to face with
πρόσωπο με πρόσωπο
face up to
αντιμετωπίζω
facial
του προσώπου
facial injury
τραύμα στο πρόσωπο
facile
απλοϊκός, εύκολος
facilitate
διευκολύνω
facility
ευχέρεια, ευκολία
facsimile
πανομοιότυπο
fact
γεγονός
faction
φατρία
factor
συντελεστής, παράγοντας
factory
εργοστάσιο
facts
γεγονότα
factual
πραγματικός, αληθινός
factually
τεκμηριωμένα
faculty
διεύθυνση, έμφυτη ικανότητα
fad
τρέλα
faddiness
ιδιοτροπία
faddy
ιδιότροπος
fade
ξεθωριάζω
fade away
φεύγω σιγά-σιγά, σβήνω
faded
ξεθωριασμένος
fading
που ξεθωριάζει, ξεθωριασμένος
fag
τσιγάρο, αδελφή
faience
φαγεντιανή
fail
αποτυγχάνω
failing
εξασθενημένος, ελάττωμα
failure
αποτυχία
faint
λιποθυμώ, αμυδρός
fair
ξανθός, δίκαιος, πανηγύρι
fairground
λούνα-παρκ
fair hair
ξανθά μαλλιά
fairly
αρκετά, δίκαια
fair-minded
δίκαιος, αμερόληπτος
fairness
δικαιοσύνη, ισότητα
fairy
νεράιδα
fairy tale
παραμυθάκι
fairy tales
παραμυθάκια
faith
πίστη
faithful
πιστός
faithfully
πιστά
faithful to
πιστός
fake
πλαστογραφία, πλαστός, κάλπικος
fake out
ξεγελώ, εξαπατώ
falcon
γεράκι
falconer
γερακάρης
fall
εκπίπτω, πέφτω, πτώση
fall asleep
αποκοιμάμαι
fall back on
χρησιμοποιώ σε τελική ανάγκη
fall behind
καθυστερώ, μένω πίσω
fall behind with
πέφτω πίσω
fall down
πέφτω κάτω
fallen
πεσμένος, πεσόντες, πεσών
fall for
ερωτεύομαι, χάφτω
fall for it
πιάνομαι κότσος
fall foul of
πέφτω θύμα
fall in love with
ερωτεύομαι
fall into a deep sleep
πέφτω σε βαθύ ύπνο
fall into a trap
πιάνομαι κότσος
fall in with
συμμορφώνομαι
fall off
πέφτω από, ξεπέφτω
fall out οf
πέφτω από
fallow
χέρσος
fall silent
σιωπώ, σιγώ
false
ψεύτικος, αναληθής, λάθος, ψευδής, ψεύτικός
falsely
ψευδώς
false negative
ψευδώς αρνητικό
false teeth
μασέλες
falsification
παραποίηση
falsify
παραποιώ
falsifying
ψεύτισμα
fame
φήμη
familiar
εξοικειωμένος, γνωστός
familiarisation
εξοικονόμηση
familiarise
εξοικειώνω
familiarity
οικειότητα
familiar with
εξοικειωμένος
family
οικογένια, οικογένεια
family doctor
οικογενειακός γιατρός
famine
λιμός
famous
ξακουστός, γνωστός, διάσημος
fan
βεντάλια, οπαδός, ανεμιστήρας, κάνω αέρα
fanatic
φανατικός οπαδός, φανατικός
fanaticism
φανατισμός
fancy
γουστάρω, γούστο, φανταστικός, προτίμηση
fancy dress party
πάρτι μασκέ
fantastic
απίθανος
far
μακριά
farce
φάρσα κωμωδίας
farcical
αστείος
fare
νούλα, φαγητό, ναύλα, τα παω
Far East
Απω Ανατολή
farewell
αποχαιρετισμός
farewell party
μπενετάδα
far-fetched
εξεζητημένος
far from being
κάθε άλλο παρά
farm
αγρόκτημα
farmer
αγρότης
farmhouse
αγροτικό σπίτι, φάρμα, αγροικία
farm implement
αγροτικό εργαλείο
farm-life
αγροτική ζωή
far more expensive
πολύ πιο ακριβός
far more than
πολύ περισσότερο από
farmyard
περίνολος αγροκτήματος
farrago
συνονθύλευμα
far reaching
εκτεταμένος, σημαντικός
far-sighted
διορατικός, προνοητικός
fart
κλανιά, κλάνω, πορδή
farther
πιο μακρινός
fascinate
γοητεύω, σαγηνεύω
fascinated
γοητευμένος
fascinating
γοητευτικός
fascism
φασισμός
fascist
φασιστής
fashion
μόδα, διαμορφώνω, πλάθω, σχηματίζω
fashionable
της μόδας
fashion conscious
ευαίσθητος για την μόδα
fashion house
οίκος μόδας
fashion show
επίδειξη μόδας
fast
γρήγορα, γρήγορος
fastening
στερέωση
fastenings
σφιγκτήρες
fast food
φαστ φουντ
fast food restaurant
φαστ φουντάδικο
fast forward
γρήγορη κίνηση προς τα μπροστά
fastidious
αψίκορος
fastidiously
σχολαστικά
fat
χοντρός, λίπος, χόνδρος
fatal
θανατηφόρος, μοιραίος
fatalism
μοιρολατρία
fatalistic
μοιρολατρικός
fatalities
θάνατοι
fatality
θάνατος, θύμα
fatally
θανατηφόρα
fate
ειμαρμένη, πεπρωμένο, μοίρα
fated
έχοντας την μοίρα
fateful
μοιραίος
fat hen
χηνοπόδιο
father
πατέρας
Father Christmas
’γιος Βασίλης
father-in-law
πεθερός
fatherless
ορφανός από πατέρα
fatherly
πατρικός
fathers-in-law
πεθεροί
fathom
οργιά
fatigue
κόπος, κόπωση, κούραση
fatty acids
λιπαρά οξέα
fault
φτιάξιμο, λάθος, ατέλεια, ελάττωμα, σφάλμα, ρήγμα
faultless
αλάθητος
faulty
ελαττωματικός
fauna
πανίδα
faux-pas
ατόπημα
favour
ρουσφέτι, ευνοώ, χάρη
favourable
ευμενής, ευνοϊκός
favourably
ευνοϊκά
favoured
αγαπημένος
favourite
αγαπημένος
fawner
γαλίφης
fawning
κολακευτικός
fawn over
γλείφω, κολακεύω
fax
στέλνω με φαξ, φαξ
fealty
υποτέλεια
fear
φόβος, φοβάμαι
fearful
φοβισμένος
fearless
ατρόμητος
fearsome
τρομακτικός, φοβερός
feasible
εφαμόσιμος, εφικτός
feast
πανηγύρι, συμπόσιο, πανδαισία, ευωχούμαι, γιορτή
feather
φτερό
feature
χαρακτηριστικό, αφιέρωμα, σουσούμι
feature exhibition
έκθεση με ειδικό θέμα
features
χαρακτηριστικά
featuring
με πρωταγωνιστή, με πρωταγωνίστρια
February
Φεβρουάριος
federal
ομοσπονδιακός
federalist
φεντεραλιστής
federation
ομοσπονδία
fee
αμοιβή, δίδακτρα, τιμάριο
feeble
αδύναμος, ασθενικός, ανίσχυρος
feed
σιτίζω, τροφοδοτώ, ταΐζω
feedback
ανάδραση, ανατροφοδότηση
feedhorn
χοάνη σηματοτροφοδότησης
feeding
τάισμα
feed into
περνώ στον υπολογιστή
feed one's face
σαβουρώνω
feel
νιώθω, υφή, αισθάνομαι
feel a thrill of joy
ανασκιρτώ από χαρά
feel bewildered
σαστίζω
feel good
αισθάνομαι πάρα πολύ καλά
feel green at the gills
θέλω να ξεράσω
feel inclined to
έχω διάθεσν να
feeling
αίσθημα
feelings
συναισθήματα, αισθήματα
feel injured
βαριοφαίνομαι
feel like
γουστάρω
feel out
δοκιμάζω
feel sick
θέλω να κάνω εμετό
feel up to
αισθάνομαι ότι μπορώ
fees
δίδακτρα, αμοιβή
feet
πόδια
feign
προσποιούμαι, επιτηδεύομαι
feigned
προσποιητός
feigning
προποίηση
feint
προσποίηση
felicity
ευδαιμονία
feline
αιλουροειδής
fell
έπεσα, κόβω
fellow
συνάδελφος, τύπος, άντρας
fellow campaigner
συναγωνιστής
fellow citizen
συμπολίτης
fellow diner
συνδαιτυμών
fellow student
συμφοιτητής
felt
αισθανόμουν, τσόχα, ένιωθα
felt tip pen
μαρκαδόρος
female
θηλυκός
female neighbour
γειτόνισσα
feminist
φεμινίστρια
femur
μηρός
fence
κλεπταποδόχος, φράχτης, κάνω κλεπταποδοχή
fencing
κλεπταποδοχή, ξιφασκία
fend for
υπερασπίζω, φροντίζω
fend for oneself
αυτοσυντηρούμαι, συντηρώ
fend off
αποκρούω
fennel
μάραθο, μάραθο
fenugreek
τριγωνέλλα
ferment
βράζω, προκαλώ ζύμωση
fern
φτέρη
ferocious
θηριώδης, άγριος
ferociously
άγρια
ferret
νυφίτσα
ferruginous duck
βαλτόπαπια
ferry
φεριμπότ
fertile
γόνιμος, εύγονος
fertilisation
γονιμοποίηση
fertilise
γονιμοποιώ, λιπαίνω
fertiliser
λίπασμα
fertilisers
λιπάσματα
fertility
γονιμότητα, ευγονία, ευφορία
fertilizer
λιπασμα, λίπασμα
fervour
λαύρα
festering
που διαπυεί, που σιγοβράζει, που υποβόσκει
festina lente
σπεύσε βραδέως
festival
εορτή, πανήγυρη
fetch
πηγαίνω και φέρνω
fetters
δεσμά
fetus
έμβρυο
feud
τιμάριο
fever
θέρμη, πυρετός
feverish
πυρετώδης
few
λίγοι, λίγες, λίγα, λιγοστός
fewer
λιγότεροι, λιγότεροι, λιγότερες, λιγότερα
fiancee
αρραβωνιαστικιά
fiancι
αρραβωνιαστικός
fiasco
φιάσκο
fibre
ίνα
fibre optic cable
καλώδιο από οπτικές ίνες
fickle
ευμετάβλητος, αλλοπρόσαλλος, ασταθής
fickleness
ευμεταβλησία, αστάτια, αλλοπροσαλλισμός
fiction
έργο φαντασίας, φαντασία
fiction of one's imagination
πλάσμα της φαντασίας
fiddler
βιολιστής
fiddlesticks
κουραφέξαλα
fidelity
πιστότητα
fidget
κινούμαι συνεχώς νευρικά
fief
τιμάριο
field
χωράφι, πεδίο, τομέας
field a team
κατεβάζω μία ομάδα
field hockey
χόκεϊ
field of vision
οπτικό πεδίο
fierce
μανιασμένος, άγριος
fiery
παθιασμένος, φλογερός
fiesta
φιέστα
fifteen
δεκαπέντε
fifth
πέμπτος
fifth rate
πέμπτης κατηγορίας
fiftieth
πεντηκοστός
fifty
πενήντα
fig
σύκα
fight
καταπολεμώ, μάχη, μάχομαι, πολεμώ με, συμπλέκομαι
fight against
πολεμώ εναντίον, μάχομαι κατά
fighter
καταδιωκτικό αεροπλάνο
fighter plane
μαχητικό αεροπλάνο
fight for
μάχομαι για
fighting against
καταπολέμηση
fight with
καταπολεμώ, πολεμώ με
figurative
παραστατικός
figure
πρόσωπο, αριθμός, σιλουέτα
figurehead
σύμβολο
figure out
βρίσκω την λύση
filament
νημάτιο
filch
κλέβω, ξαφρίζω
file
πίφερο, τοποθετώ σε φάκελο, λιμάρω, υποβάλλω, λίμα
file down
λιμάρω
files
φάκελοι, αρχεία, φάκελοι
filings
ρινίσματα
fill
γεμίζω
fill in
συμπληρώνω
fill in a form
συμπληρώνω ένα δελτίο
filling
σφράγισμα, χορταστικός, γέμισμα
fill in the blanks
συμπληρώνω τα κενά
fill it up
γεμισέ το
fill out
συμπληρώνω
fill to bursting
παραγεμίζω
fill up
γεμίζω
fill with
γεμίζω
film
έργο, φιλμ, γυρίζω ταινία, ταινία
filming
γύρισμα ταινίας
film star
αστέρι του σινεμά
filt
βόρβορος
filter
διϋλίζω, φίλτρο, κρησαρίζω, διηθώ, φιλτράρω
filth
μουρνταριά
filthy
ακάθαρτος, βρώμικος
filtration
διήθηση
fin
πτερύγιο
final
τελικός
finale
φινάλε
final encounter
τελική αναμέτρηση
finalise
οριστικοποιώ
finalist
φιναλίστ
finally
τελικά
finance
χρηματοδοτώ
financial
οικονομικός
financial advisor
οικονομικός σύμβουλος
financial aid
οικονομική βοήθεια
find
βρίσκω, εύρημα, ανεύρεση
find again
ξαναβρίσκω
find a solution
βρίσκω λύση
find guilty
βρίσκω ένοχο
finding
εύρημα
find innocent
βρίσκω αθώο
find oneself
βρίσκομαι
find out
βρίσκω, ανακαλύπτω
fine
πρόστιμο, αίθριος, ψιλή, φίνος, ωραίος
Fine Arts
καλές τέχνες
fine-featured
καλοσχηματισμένος
fine grained
λεπτόκοκκος
finely-tuned
πολύ καλά συντονισμένος
finesse
φινέτσα
finest
ωραιότατος
finger
δάκτυλο
fingernail
νύχη
fining
κολλάρισμα
finish
περατώνω, τέλος, τελειώνω, τερματισμός
finish eating
αποτρώγω
finish line
νήμα τερματισμού
finish one's studies
αποπερατώνω τις σπουδές
finite
περιορισμένος, πεπερασμένος
fink
καταδότης
Finland
Φινλανδία
Finnish
Φινλανδός
fir
έλατο
fir-clad
καλυμμένος με έλατα
fire
πυρκαγιά, απολύω, πυροβολώ, φωτιά
firearm
πυροβόλο όπλο
fire brigade
πυροσβεστική υπηρεσία
fire cracker
κροτίδα
fire eater
ζογκλέρ που καταπίωει φωτιές
fire engine
μηχανή της Πυροσβεστικής
fireman
πυροσβέστης
fireplace
τζάκι
firepower
μέγεθος της οπλοστασίας
fire ship
μπουρλότο
fireside
παραγώνι
fire the imagination of
ξυπνώ την φαντασία
firework
πυροτέχνημα
fireworks
πυροτεχνήματα
firing
εκπυρσοκρότηση
firing pin
επικρουστήρας
firing squad
εκτελεστικό απόσπασμα
firm
εδραίος, εταιρία, σταθερός
firmly
σφικτά, σταθερά, ακράδαντα
first
πρώτος
first aid
πρώτες βοήθειες
first-hand
από πρώτο χέρι
first of all
πρώτα απ'όλα
first prize
αριστείο
first taste
πρώτη γεύση
firth
θαλασσοβραχιόνας
fish
ψάρι
fisherman
ψαράς
fish farm
ιχθυοτροφείο
fishing
ψάρεμα, αλιεία, αλιευτικός
fishing boat
ψαρόβαρκα
fishmonger
ιχθυοπώλης
fission track dating
χρονολόγηση με ίχνη σχάσεως
fist
γροθιά, πυγμή
fit
αρμόζων, εξοπλίζω, μου κάνει, ταιριάζω σε μέγεθος
fit for
κατάλληλος για
fit in
χωρώ, ταιριάζω
fit into
χωρώ σε
fitness
καταλληλότητα, ικανότητα
fitted
εντοιχισμένος, εφαρμοστός
fitting
πρόσφορος
fittings
διάφορα εξαρτήματα
five
πέντε
five games in succession
πέντε αγώνες διαδοχικά
five year period
πενταετία
fix
φτιάχνω
fixed income
σταθερός πρόσοδος
fixed point of reference
σταθερό σημείο αναφοράς
fixing
στερέωση
fix someone in one's gaze
καρφώνω τα μάτια μου σε
fixture
συνάντηση, προσάρτημα αυτοκινήτου
fizzy drinks
αεριούχα ποτά
flabbergasted
εμβρόντητος
flabby
πλαδαρός
flaccid
χαύνος
flag
λάβαρο, σημαία, μπαϊράκι
flageliform
μαστιγόφορος
flagship
ναυαρχίδα
flak
αντιαεροπορικό πυροβολικό
flake
νιφάδα
flake out
λιποθυμώ
flame
φλόγa
flame resistant
ανθεκτικός στις φλόγες
flame thrower
φλογοβόλο
flamingo
φλαμίνγκο
flammable
εύφλεκτος
flank
λαγόνα, πλευρό, πλαγιά
flap
φτεροκοπώ, πτερύργια, φτερουργίζω
flare up
φουντώνω
flash
αναλαμπή, φλας
flashback
αναδρομή στο παρελθόν, αναδρομή
flash distillation
απόσταξη μίας βαθμίδας
flash evaporation
εξάτμιση μίας βαθμίδας
flash flood
ξαφνικός χείμαρρος
flashing
που αναβοσβήνει
flashing blue light
μπλε φως πού αναβοσβήνει
flash in the pan
τζίφος, σαπουνόφουσκα
flash of anger
ξέσπασμα θυμού
flash of lightning
αστραπή
flashy
λουσάτος
flask
φιάλι, παγούρι, φλάσκα
flat
διαμέρισμα, επίπεδος
flatbread
λαγάνα
flatfish
πλατύψαρα
flatmate
συγκάτοικος
flatten
ισιώνω, ισοπεδώνω
flatter
κολακεύω
flattering
κολακευτικός
flattery
γαλιφιά
flat tyre
τρυπημένηο λάστιχο
flatulence
φούσκωμα
flaunt
κομπάζω, κομπορημονώ
flavour
καρυκεύω, γεύση
flaw
ατέλεια, ψεγάδι
flawed
με ψεγάδι
flawless
άψογος
flax
λινό, λινάρι
flaying
εκδορά
flea
ψυλλος
flea market
γιουσουρούμ
fled
φευγάτος
fledgling
ξεπεταρούδι, ανώριμος
fleece
έριον
fleet
νηοπομπή, στόλος
flesh
σάρκα
fleshy
σαρκώδης
flex
λυγίζω, κάμπτω
flexibility
ευλυγισία, ευκαμψία
flexible
εύκαμπτος, ευλύγιστος
flick
αγγίζω ανάλαφρα, τινάζω ελαφρά
flicker
τρεμοπαίζω, τρέμω
flickering
που τρεμοπαίζει, τρεμάμενος, που τρεμοσβήνει
flick knife
σουγιάς με ελατήριο
flight
πτήση, φυγή
flight attendant
αεροσυνοδός
flight cancellation
ακύρωση πτήσης
flimsy
φτωχός, εύθραστος, λεπτός
flinch
τραβιέμαι από τον πόνο, υποχωρώ
fling
πετώ κάτι με ορμή, εξακοντίζω, πετώ
fling open
ανοίγω ορθάνοιχτα
flip a coin
παίζω κορόνα γράμματα
flip-flop
σαγιονάρα
flip flops
σαγιονέρες
flipper
πτερύγιο
flirtatious
φιλάρεσκος
flirt with
φλερτάρω
flit
πετώ ανάλαφρα
float
φελλός, αποκριάτικο άρμα, επιπλέω
floating
επίπλευση, πλωτός
floating hose
εύκαμπτος επιπλέων σωλήνας
flocculation
κροκίδωση
flock
συρρέω, κοπάδι, αγέλη
flock into
συρρέω
flog
μαστιγώνω
flog a dead horse
ματιοπονώ
flood
πλημμύρες, κατακλύζω, πλημμυρίζω
flooding
πλημμύρισμα, πλημμύρες, εκχείληση
floor
πάτωμα, όροφος
floorboard
σανίδα πατώματος
floor show
σόου
flop
φέσι, φέσι, μεγάλη αποτυχία, χτυπιέμαι, τινάζομαι
floppy
πλαδαρός
floppy disc
δισκέτα
floppy disk
δισκέτα
flora
χλωρίδα
flora and fauna
χλωρίδα και πανίδα
floral
λουλουδάτος, λουλουδένιος
floral display
ανθοκομικός
florescence
άνθισμα
florist
ανθοπώλης
flounder
παραπαίω, παραδέρνω
flour
αλεύρι
flourish
κραδαίνω, ανθίζω, ακμάζω, ανθώ, ευημερώ
flourishing
που ανθεί
flow
ροή, ρέω
flowchart
διάγραμμα ροής
flow diagram
διάγραμμα ροής
flower
λουλούδι
flower-bed
παρτέρι
flowery
λουλουδένιος, εξεζητημένος
flowing
ριχτός
flu
γρίπη
fluctuate
κυμαίνομαι, αυξομειώνω, ταλαντεύομαι
fluctuation
διακύμανση
fluency
ευφράδεια
fluent
άπταιστος
fluently
άπταιστα
fluffy
αφράτος
fluid
υγρό
fluidity
ρευστότητα
fluorescence
φθορισμός
fluoride
φθόριο
flurry
αναταραχή, ξέσπασμα
flush
κοκκινίζω, τραβώ το καζανάκι
flushed
ξαναμμένος
flute
φλάουτα, αυλός
fluted
ραβδωτός
flutist
αυλητής
flutter
πτερυγίζω
fly
πετώ, μύγα
fly-by
πέρασμα
flying
ιπτάμενος
flying saucer
ιπτάμενος δίσκος
fly in the face of
αψηφώ, παραβαίνω
fly off the handle
γίνομαι Τούρκος
flyover
εναέρια γέφυρα
foal
πουλάρι
foam
αφρίζω, αφρός
foaming
άφρισμα
focus
συγκεντρώνω, εστία, εστιάζω
focus on
συγκεντρώνω
foe
εχθρός
foetus
έμβρυο
fog
ομίχλη
foggy
ομιχλώδης
foil
ματαιώνω, αποτρέπω
fold
πτυχή, διπλώνω
fold one's arms
σταυρώνω τα χέρια
foliage
φύλλωμα
folklore
λαογραφική παράδοση
folk tales
λαογραφία
follow
ακολουθώ
follow advice
ακολουθώ τη συμβουλή
following
παρακολούθηση, ακολουθία, οπαδοί, παρακολούΘηση
following requirements
ακόλουθες προϋποθέσεις
follow suit
μιμούμαι, κάνω το ίδιο
foment
υποκινώ
fond
τρυφερός, στοργικός
fond of
μου αρέσει
font
γραμματοσειρά, κολυμβήθρα
food
φαϊ, τροφή, φαγητό
food chain
τροφική αλυσίδα
food web
τροφική αλυσίδα
fool
βλάκας, χαζός, βλάχος, κοροϊδεύω
foolhardy
απερίσκεπτος, παράτολμος
foolish
χαζός, κουτός, βλαμμένος
fooolishness
ανοησία
foot
πρόποδες, πόδι
football
ποδόσφαιρο
football boot
ποδοσφαιρικό παπούτσι
football boots
ποδοσφαιρικά παπούτσια
football club
ποδοσφαιρικός όμιλος
footballer
ποδοσφαιριστής
football shirt
φανέλλα ποδοσφαιρική
footlight
φωτά ράμπας
footnote
υποσημείωση
footprint
πατημασιά
footrest
υποπόδιο
foot the bill
πληρώνω το λογαριασμό
footwear
υποδήματα, παπούτσια
fop
δανδής
foppish
λουσάτος
for
εφ'όσον, για
for ages
καιρούς και ζαμάνια, χρόνια και ζαμάνια
for a laugh
γιά πλάκα, γιά να σπάσω πλάκα
for all I know
απ' ό τι ξέρω
foramen
τρήμα
for and against
υπέρ και κατά
for a visit
για μια επίσκεψη
for a walk
για βόλτα
for a while
γιά λίγο
foray
επιδρομή
forbearance
μακροθυμία, αποχή
forbearing
μακρόθυμος
forbid
απαγορεύω
forbidden
απαγορευμένος
force
βία, εξαναγκάζω, δύναμη
forced labour
αναγκαστική εργασία
force feed
εξαναγκάζω κάποιον να τρώει
forceful
ισχυρός
force into
εξαναγκάζω
force majeure
ανώτερα βία
for certain
σίγουρα
fordable
ευδιάβατος
for dinner
για το βραδινό
forecast
προβλέπω, πρόγνωση
forecaster
μετεωρολόγος
foregone
προκαθορισμένος, προβλέψιμος
foregone conclusion
προεξοφλημένο αποτέλεσμα
foreground
πρώτο πλάνο
forehead
κούτελο, μέτωπο, μέτωπος
foreign
εξωτερικός, ξένος
foreign currency
συνάλλαγμα
foreigner
αλλοδαπός, ξένος
foreign policy
εξωτερική πολιτική
foreign shores
ξένες χώρες
fore leg
μπροστινό πόδι, μπροστινό πόδι
foreman
εργοδηγός
foreman of the jury
προϊστάμενος ενόρκων
foremost
πρώτος
forename
μικρό όνομα
forensic
δικανικός
forensic medicine
ιατροδικαστική
foreseeable
προβλέψιμος
foresight
προνοητικότητα
forest
δάσος
forester
δασοφύλακας
forest fire
φωτιά σε δάσος
forestry
δασολογία, δασοκομία
foretell
προλέγω, προβλέπω
for ever
για πάντα
for fear of
από φόβο
forfeit
τίμημα, στερούμαι, πρόστιμο
forge
καμίνος σιδηρουργού
forged
πλαστός, κίβδηλος, χαλκευμένος
forgery
πλαστογραφία
forget
ξεχνώ
forget about
ξεχνώ για
forget completely
απολησμονώ
forgetful
ξεχασιάρης
forging
παραχάραξη
forgive
συγχωρώ
forgiven
συγχωρημένος
forgiveness
αυγχώρεση
for good
για πάντα
for good or ill
είτε σας αρέσει είτε όχι
forgotten
ξεχασμένος
for instance
λόγου χάρη
fork
πηρούνι
fork out
ξηλώνομαι
for life
για πάντα, εφ' όρου ζωής, ισόβια
form
δελτίο, μορφή
formal
επίσημος
formality
τυπικότητα
format
τρόπος αποθήκευσης δεδομένων, μέγεθος σελίδας
formation
σχηματισμός
former
πρώην
formerly
άλλοτε
formidably
τρομερά
form the basis of
αποτελούμαι την βάση
formula
τύπος
formulate
διατυπώνω
formulation
διατύπωση
for my part
από την πλευρά μου
for my sake
για χάρη μου
for once
μία φορά
for sale
πωλείται
for sevices rendered
διά παρασχεθείσας υπηρεσίας
for short
γιά συντομία
fort
φρούριο
for ten minutes
επί δέκα λεπτά
for that reason
διά τούτο
forthcoming
προσεχής
for the last two years
τα τελευταία δύο χρόνια
for the life of her
με τίποτα
for the momen
προς το παρόν
for the most part
εν γένει, κυρίως
for the sake of
γιά χάρη του
for the time being
προς το παρόν
forthright
ευθύς, ειλικρινής
fortieth
τεσσαρακοστός
fortification
οχύρωση
fortified
ενισχυμένος
fortified wine
ενισχυμένο κρασί
fortify
καρδαμώνω, οχυρώνω. ενισχύω, ενδυναμώνω
fortitude
ηθική σθένος, αντοχή
fortnight
δεκαπενθήμερον, δύο εβδομάδες
fortress
οχυρό, φρούριο
fortunate
τυχερός, καλότυχος
fortunately
ευτυχώς
fortune
ευτυχία
fortune hunter
προικοθήρας
fortunes
τύχη
fortune teller
μελλοντολόγος
forty
σαράντα
forward
μπροστινός, μπρος, εμπρός
forwards
μπροστά, προς τα μπρος
fosse
τάφρος
fossil
απολίθωμα
fossilised
απολιθωμένος
fossilize
απολιθώνω, απολιθώνομαι
foster
θετός, ανατρέφω, υιοθετώ, υιοθετώ, ευνοώ
foster child
θετό παιδί
foster parent
θετός γονέας
foul
φάουλ, βρόμικος, ανέντιμος, απαίσιος, αηδιαστικός
foulmouth
βρωμόστομος
foul-mouthed
βωμόλοχος, βρομόγλωσσος
found
ιδρύω, βρήκα
foundation
βάθρο, ίδρυση, θεμέλιο, ίδρυμα
founder
ναυαγώ, φουντάρω, ιδρυτής
foundling
έκθετος, έκθετο παιδί
foundry
χυτήριο
fount
πηγή
fountain
συντριβάνι, πηγή, βρύση
fountainhead
κεφαλάρι
fountain pen
στυλογράφος, στυλό, πένα
four
τέσσερις, τέσσερα
four door
τετράπορτος
fourfold
τετραπλός
foursome
γιά τέσσερα άτομα
foursquare
ακαταμάχητος, τετραγωνικός
fourteen
δεκατέσσερα
fourteenth
δέκατος τέταρτος
fourth
τέταρτος
four wheel drive
τετρακίνητος
fovea
βόθριο
fovea centralis
κεντρικό βόρθιο
fowl
πουλερικά, πτηνό
fox
αλεπού
foxglove
δακτυλίτις η ερυθρά
foxhole
χαράκωμα
foxhound
κυνηγετικός σκύλος
foxrot
φόξτροτ, είδος χωρού
foxy
σέξι
foyer
φουαγιέ, προθάλαμος
fraction
κλάσμα
fractional
κλασματικός
fractional distillation
κλασματική απόσταξη
fractionate
κλασματοποιώ
fractious
στριμμένος, δύστροπος
fracture
θλάση, σπάσιμο, διχοτομία, κάταγμα, σπάζω
fractured
σπασμένος
fragile
εύθραστος, εύθραυστος
fragment
απόσπασμα, κομματάκι, θραύσμα
fragmentary
θραυσματικός, αποσπασματικός
fragmentation
κατακερματισμός
fragrance
ευωδιά, άρωμα
fragrant
ευώδης
frail
αδύναμος, εύθραστος
frailty
αδυναμία
frame
πλαισιώνω, σώμα, πλαίσιο, σκελετός, κορμί, σκελετό, of a door κούφωμα verify
frame of reference
πλαίσιο αναφοράς
framework
σκελετός, δομή
framing
πλαισίωση, διάρθρωση
franc
γαλλικό φράγκο
France
Γαλλία
franchise
πολιτικά δικαιώματα, προνόμιο, δικαίωμα ψήφου
frangipani
τούρτα με αμύγδαλα
frank
ειληκρινής
frankfurter
είδος λουκάνικο
frankincense
μοσχολίβανο
frantic
μανιώδης, φρενιτιώδης
fraternal
αδερφικός
fraternity
αδερφότητα
fraternize
αδελφοποιώ, εξομοιώνομαι
fraud
απάτη, δόλος
fraudulent
απατηλός
fraught
γεμάτος με, κατάφορτος, αγχωμένος
fraught with
είμαι κατάφορτος με, είμαι γεμάτος με
fray
ξεφτίζω, συμπλοκή
freak
αφύσικο, φρικιό
freakish
ιδιότροπος, εκκεντρικός
freckle
φακίδα
freckles
φακίδες
free
τσάμπα, ελέυθερος, αυτεξούσιος, δωρεάν
freeboot
λεηλατώ
freebooty
λάφυρα
freedman
απελευθερωμένος δούλος
freedmen
απελευθερωμένοι δούλοι
freedom
ελευθερία
freedom of expression
ελευθερία έκφρασης
freedom of speech
ελευθερία λόγου
freehand
με το χέρι
freehand drawing
ελεύθερο σχέδιο
freehold
με πλήρη κυριότητα
freeing
απελευθέρωση
freelance
αδέσμευτος, ανεξάρτητος
freeload
ζω με την τράκα
freely
απεριόριστα, ελεύθερα
freeman
ελεύθερος
freemason
τέκτονας
freemen
ελεύθεροι
free of charge
δωρεάν
free on board FOB
ελεύθερο επί του πλοίου
freer
απελευθερωτής
freestone
πέτρα που λαξεύεται εύκολα
freeway
εθνική οδός
freewheel
ζω μία ελεύθερη ζωή, ρολάρω
freeze
καταψύχω, κρουσταλλιάζω, παγώνω
freezer
καταψύκτης
freezing
ψύξη, παγερός
freight
φορτίο
French
Γαλλικά
French fries
τηγανιτές πατάτες
Frenchman
Γάλλος
frenetic
φρενιτικός
frenzied
έξαλλος, ξέφρενος
frenziedly
μανιακά
frenzy
παραλήρημα, παραφροσύνη, φρενίτιδα, ταραχή
freon
φρεόν, αέριο φρήον
frequency
συχνότητα
frequent
συχνός, συχνάζω
frequently
συχνά
fresco
τοιχογραφία
frescoes
τοιχογραφίες
fresh
ζωντανός, φρέσκος, δροσερός, νωπός
fresh air
καθαρός αέρας
freshen
ανανεώνω, φρεσκάρω
freshly
πρόσφατα
freshman
πρωτοετής φοιτητής
freshness
φρεσκάδα
freshwater
γλυκό νερό
fresh water
του γλυκού νερού
fret
ταράσσομαι, μελαγχολώ
friable
εύθρυπτος
friar
καλόγηρος
friction
τριβή, προστριβή
frictional
της τριβής
Friday
Παρασκευή
fridge
ψυγείο
fried
τηγανιτός
friend
φίλος, φίλη, φίλοι
friendly
φιλικός
Friendly Society
αλληλοβοηθητική εταιρία
friendship
φιλία
frieze
διάζωμα, ζωφόρος
frigate
φρεγάτα
fright
φόβος, τρόμος
frighten
φοβίζω, τρομάζω
frighten away
εκδιώκω, τρομοκρατώ και τρέπω σε φυγή
frightened
τρομαγμένος
frightened by
φοβισμένος από
frightening
φοβιστικός
frighten off
τρομοκρατώ και τρέπω σε φυγή, εκδιώκω
frightful
τρομερός, φοβερός
frigid
ψυχρός
frill
γαρνίρισμα, πιέτα, έξτρα
frilly
με πιέτες
fringe
το κρόσσι, φράντζα, κρόσσι, παρυφές
frisk
τσιλιμπουρδώ
frisky
παιχνιδιάρικος, παιχνιδιάρης
fritter
σπαταλώ, θρυμματίζω
fritter away
κατασπαταλώ
frivolity
επιπολαιότητα
frivolous
επιπολαίος, επιπόλαιος, ελαφρόμυαλος
frizzle
καβουρντίζω, κατσ, ξεροτηγανίζω, σγουραίνω
frizzy
κατσαρός
frock
φουστάνι, φόρεμα
frog
βάτραχος
frolic
τρέλες, ευθυμία, διασκέδαση
from
από
from a humble background
από φτωχή οικογένεια
from dawn till dusk
από το πρωί ως το βράδυ
from hand to mouth
χωρίς προγραμματισμό
from head to toe
πατόκορφα
from scratch
από την αρχή
from strength to strength
με διαρκώς αυξανόμενη επιτυχί
from the beginning
εξαρχής
from the outset
από την αρχή
from the word go
από την αρχή
from time immemorial
προ αμνημονεύτων χρόνων, προ αμνημονεύτων ετών
from time to time
πότε-πότε
from top to bottom
άρδην
frond
φύλλο
front
πρώτη γραμμή, μροστινός, πρόσοψη, μέτωπο
frontage
πρόσοψη
frontal
μετωπιός
frontal attack
επίθεση κατά μέτωπο
front door
μπροστινή πόρτα
frontier
παραμεθόριος, σύνορο
frontiersman
κάτοικος παραμεθόριου
frontiersmen
κάτοικοι παραμεθόριου
front of the stage
προσκήνιο
frost
παγωνιά, πάχνη, παχνιάζομαι, παγετός
frostbite
παγοπληξία, κρυοπάγημα
frostbitten
που έπαθε κρυοπαγήματα
frosted glass
θαμπό τζάμι
frosty
ψυχρός, παγερός
froth
αφρός, αφρίζω
frothing
άφρισμα
frothy
αφρώδης
frown
σκυθρωπιάζω, συνοφρυώνομαι
frowzy
απεριποίητος
froze
πάγωσε
frozen
παγωμένος, καταψυγμένος
frozen food
καταψυγμένο φαγητό
fructify
γονιμοποιώ, καρποφορώ
fructose
φρουκτόζη
frugal
λιτός
frugality
λιτότητα
fruit
φρούτο, καρπός
fruitful
καρποφόρος, εύκαρπος, παραγωγικός, γόνιμος
fruition
πραγματοποίηση
fruitless
άκαρπος, άγονος
fruity taste
με γεύση φρούτου
frustrate
ανατρέπω, απογοητεύω
frustrating
που φέρνει την απογοήτευση
frustration
διάψευση, απογοήτευση
frustum
κόλουρος κώνος
fry
μαρίδα, καβουρντίζω, τηγανίζω
frying pan
τηγάνι
fuck
γαμώ, γαμήσι
fuck off
στο διάολο, άντε γαμήσου
fuctioning
που λειτουργεί
fudge
υπεκφεύγω, αερολογώ, κουραφέξαλα
fuel
καύσιμο, καύσιμα, τροφοδοτώ
fuel cell
στοιχείο καυσίμου
fugitive
φυγάς, φυγόδικος
fugue
φούγκα
fulcrum
υπομόχλιο
fulfil
πραγματοποιώ, εκπληρώνω, πληρώ
fulfill
ικανοποιώ, εκπληρώνω
fulfill an obligation
εκπληρώνω μία υποχρέωση
fulfil one's potential
αξιοποιώ τις δυνατότητές μου
full
μεστός, γεμάτος, ολικός, πλήρης
fullback
αμυντικός
full board
δωμάτιο και πλήρους διατροφής
full duplex
αμφίδρομος
fuller
στεγανωτής, λευκαντής, γναφιάς
fuller's earth
διηθητική γη
full house
πιένες θέατρο
full lips
σαρκώδη χείλη
full moon
πανσέληνος
full of inhibitions
γεμάτος από αναστολές
full of oneself
αυτάρεσκος
full of verve
γεμάτος σφρίγος
full time
λήξη του αγώνα, πλήρης κύρια απασχόληση
full time care
πλήρης μέριμνα
full to overfilling
κάργα
full to overflowing
καταμεστός
fully
πλήρως
fully equipped
πλήρως εξοπλισμένος
fulmar
θυελλοπούλι
fulminate
δριμύτατα, επικρίνω
fulsome
κακόγουστος
fumble
πασπατεύω, δεν πιάνω
fume
είμαι έξω φρενών, καπνός, καυσαέριο
fumes
αναθυμιάσεις, καπνοί
fumigate
απολυμαίνω
fun
πλάκα, κέφι, διασκέδαση
function
δεξίωση, λειτουργία, λειτουργώ
functional
λειτουργικός
functionary
δημόσιος λειτουργός
fund
απόθεμα, κονδύλι
fundamental
ουσιώδης, θεμελιώδης
fundamentally
ουσιαστικά
funding
χρηματοδότηση
funeral
κηδεία
funerary
επικήδειος
funereal
πένθιμος, νεκρικός
funfair
λούνα παρκ
fungal
μυκητώδης
fungi
μύκητες
fungible
φθαρτός
fungicide
μυκητοκτόνο
fungoid
μυκητοειδής
fungus
μύκης
funk
φόβος, δειλός
funky
ρυθμικός
fun-loving
γλεντζής
funnel
χωνί, φουγάρο
funny
αστείος, περίεργος, κωμικός
fur
γουνάκι, γούνα, τρίχωμα
furbish
λουστράρω, καθαρίζω
fur coat
γούνα, γούνινο παλτό
Furies
Ερινύες
furious
οργισμένος, μαινόμενος
furious about
οργισμένος για
furiously
ασυγκράτητα, άγρια
furious with
οργισμένος με
furl
τύλιγμα, μάζεμα, τυλίγω, μαζεύω
fur lined
με φόδρα γούνα
furlong
αγγλικό στάδιο
furlough
άδεια
furnace
φούρνος, κλίβανος
furnish
επιπλώνω, προμηθεύω
furnished flat
επιπλωμένο διαμέρισμα
furnishing
επίπλωση
furniture
έπιπλα
furrier
γουναράς
furring
μάλλιασμα
furrow
χαντάκι, αυλάκι
furry
γούνινος
further
παραπέρα, περαιτέρος, περαιτέρω, μακρύτερος
furtherance
προώθηση
further inspections
περισσότεροι έλεγχοι
furthermore
επιπλέον
furthermost
απώτατος
furthest
μακρύτατα
furtive
ύπουλος, κλεφτός, κρυφός
fury
μανία, λύσσα, οργή
fuse
φιτίλι, φυτίλι
fuselage
άτρακτος
fusion
σύντηξη
fuss
ταραχή, φασαρία, αναστάτωση
fuss about
κάνω φασαρίες γιαogamble on
fussy
μικροπρεπής
future
μελλοντικός
future arrangement
μεελοντικό σχέδιο
future perfect tense
συντελεσμένος μέλλοντας
futurist
φουτουριστής
fuzzy
χνουδάτος
fuzzy logic
ασαφής λογική
fuzzy theory
θεωρία της ασάφειας
gabardine
αδιάβροχο
gable
αέτωμα
gabled
με αετώματα
gadfly
οίστρος
gadget
μαραφέτι
gadwall
φλυαρόπαπια
gag
φιμώνω, αστείο
gagging
φίμωση
gain
απολαβή, κερδίζω
gain an advantage
κερδίζω πλεονέκτημα
gain experience
αποκτώ εμπειρία
gains
κέρδη
gait
βάδισμα, περπατησιά
galaxy
γαλαξίας
gale
δυνατός άνεμος, ανεμοθύελλα
gale force
θυελλώδης
gale force winds
θυελλώδεις άνεμοι
gall
χολή
gall bladder
χοληδόχος κύστη
galled
πικραμένος
gallery
πινακοθήκη, θεωρείο
galley
μαγειρείο πλοίου, γαλέρα
gallon
γαλόνι
gallop
καλπάζω, γκάλοπ, καλπασμός
gallows
αγχόνη, φούρκα, ικριώμα, ικρίωμα, κρεμάλα
gallup poll
δημοσκόπηση
galore
άφθονος
Gambia
Γκάμπια
gamble
ριψοκινδυνεύω, διακυβεύω, κάνω τζόγο, ρισκάρω
gambling
τζόγος
gambol
τσιλιμπουρδώ, χοροπηδώ
game
παιχνίδι, σάρκα ζώων κυνηγιού
game show
τηλεπαιχνίδι
gang
σπείρα, συμμορία
ganglion
γάγγλιο
gang member
συμμορίτης
gangrene
γάγγραινα
gangster
συμμορίτης
gannet
σούλα
gantry
γερανογέφυρα
gantry crane
γερανός σταθερού πυλώνα
gap
χάσμα, κενό
garage
γκαράζ
garbage
σκουπίδια
garden
κήπος
gardener
κηπουρός
gardening
κηπουρικός, κηπουρική
Garden of Eden
ο κήπος της Εδέμ
garganey
σαρσέλα
Gargeny duck
σαρσέλα
garget
μαστίτιδα
garish
φανταχτερός
garishly
φανταχτερά
garlic
σκόρδο
garlic turns my stomach
το σκόρδο μού φέρνει αναγούλα
garment
ρούχο
garments
ρούχα
garnet
γρανάτης
gas
αέριο, βενζίνη
gas chamber
θάλαμος αερίων
gas cylinder
φιάλη αερίου
gash
κοπή
gasp
μου κόβεται η ανάσα, ασθμαίνω, αγκομαχώ, λαχανιάζω
gasping
ασθμαίνων
gastric
γαστρικός
gastric acid
γαστρικό οξύ
gastropod
γαστερόποδα
gate
πύλη, θύρα, αυλόπορτα
gateway
πύλη, κόμβος μετάβασης
gather
μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι, περισυλλέγω, μαζεύω
gather around
μαζεύομαι γύρω από
gathering
που συγκεντρώνεται, συγκέντρωση
gaudy
φανταχτερός
gauge
υπολογίζω, εκτιμώ, μετρητής
gaunt
κάτισχνος
gauze
γάζα
gave
έδωσα
gawk
αδέξιος άνθρωπος
gawky
αδέξιος
gay
ομοφυλόφιλος, φαιδρός, εύθυμος, χαρούμενος
gaze
βλέμμα, ατενίζω
gaze at
ατενίζω
gazelle
γαζέλα
gazette
εφημερίδα
gear
γρανάζια, εργαλεία, ταχύτητα, προσαρμόζω
gearbox
κιβώτιο ταχυτήτων
gear lever
μοχλός ταχυτήτων
gecko
γκέκο, σαμιαμίθι
geese
χήνες, χήνες
geisha
γκείσα
gel
πηκτή, ζελέ, πήζω
gelatin
ζελατίνη
gelatine
ζελατίνη
gelatinous
ζελατινώδης
geld
ευνουχίζω άλογο
gelding
ευνουχισμένο άλογο
gem
πετράδι, πολύτιμος λίθος
geminate
διπλός, διπλασιάζω
Gemini
Δίδυμοι
gemlike
σαν κόσμημα, σαν πετράδι
gemstone
λίθος, πετράδι, πολύτιμος
gender
φύλο, γένος
gene
γονίδιο
genealogy
γενεολογία
genera
γένη
general
γενικός, στρατηγός
general election
βουλευτικές εκλογές
general elections
γενικές εκλογές
generalisation
γενίκευση, γενικότητα
generalise
γενικεύω
generally
γενικά, σε γενικές γραμμές
general practioner
παθολόγος
general practitoner
γενικός παθολόγος
general public
ευρύ κοινό
generate
παράγω, γεννώ, γεννοβολώ
generation
γενιά
generation gap
χάσμα των γενεών
generator
γεννήτρια
generators
γεννήτριες
generic
χωρίς εμπορικό σήμα, χαρακτηριστικός
generic characteristic
γένιο χαρακτηριστικό
generic functions
λειτουργίες-γένη
generic heading
γένια επικεφαλίδα
generic name
γένιο όνομα
generic term
γένιος όρος
generosity
μεγαλοψυχία, γενναιοδωρία
generous
γενναιόδωρος, ανοιχτοχέρης
generously
γενναιόδωρα
genesis
γένεση
genetic
γενετικός
genetically
γενετικά
genetically modified
γενετικά τροποποιημένος, γενετικά μεταλλαγμένος
genetic engineering
γενετική μηχανική
genial
ζεστός, φιλικός, πρόσχαρος
genie
τελώνιο, τζίνι
genii
μεγαλοφυίες
genital
γεννητικός
genitive
γενική, γενική πτώση
genius
μεγαλοφυία
genius at
ευφυής
genius for
ταλέντο
genocide
γενοκτονία
genome
πλήρες σύνολο χρωμασωμάτων
genotype
γονότυπος
genre
είδος
gent
κύριος
genteel
ευγενικός
gentian
γεντιανή
Gentile
Εθνικός
gentile
εθνικός
gentle
ευγενικός, απαλός, πράος, ήπιος
gentleman
κύριος
gentlemen
κύριοι
gentle to
ήπιος, μαλακός
gentlewoman
κυρία
gentlewomen
κυρίες
gently
μαλακά, με το μαλακό
gentry
ευγενής τάξη
genuflect
γονυπετώ, γονατίζω
genuine
αυθεντικός, γνήσιος
genuinely
γνήσια, αληθινά
genus
γένος
geocentric
γεωκεντρικός
geochemical
γεωχημικός
geochemistry
γεωχημεία
geochronology
γεωχρονολογία
geode
γαιώδες
geodesic
γεωδαιτικός
geodesy
γεωδαισία
geodetic
γεωδαιτικός
geographer
γεωγράφος
geographic
γεωγραφικός
geography
γεωγραφία
geologist
γεωλόγος
geology
γεωλογία
geometer
γεωμέτρης
geometric
γεωμετρικός
geometrically
γεωμετρικά
geometrician
γεωμέτρης
geometry
γεωμετρία
geophysics
γεωφυσική
geopolitic
γεωπολιτική
geothermal
γεωθερμικός
geo-thermal
γεωθερμικός
geranium
γεράνι
gerbil
γέρβιλος
geriatric
γηριατρικός
germ
μικρόβιο
German
Γερμανός
germane
σχετικός
germanium
γερμάνιο
german measles
ερυρθά
Germany
Γερμανία
germicidal
μικροβιοκτονικός
germicide
μικροβιόκτονο
germinal
εμβρυακός
germinate
γεννώ, βλαστάνω, προέρχομαι, φυτρώνω
gerontology
γεροντολογία
gerund
γερούνδιο
gerundive
γερουνδιακό
gestation
κυοφορία
gesticulate
χειρονομώ
gesture
χειρονομία, γνέφω, χειρονομώ
get
αποκτώ, παίρνω
get a birthday present
παίρνω δώρο γενεθλίων
get a bit of shuteye
κοιμάμαι γιά λίγο
get across
περνώ ένα μήνυμα
get airborne
απογειώνομαι
get along with
τα πάω καλά με
get a promotion
παίρνω προαγωγή
get around
αποφεύγω με επιδεξιότητα, κυκλοφορώ, μετακινώ
get a shock
σοκάρομαι
get at
θέλω να πω
get a ticket
παίρνω κλήση
getaway
απόδραση, δραπέτευση
get away
ξεφεύγω
get away with
γλιτώνω, μένω ατιμώρητος με
get back
επανακτώ, γυρίζω
get back to the point
ξαναγυρίζω στο θέμα
get banned
αποκλείομαι
get behind with
μένω πίσω
get carried away by
παρασύρομαι, ενθουσιάζομαι
get down
κατεβαίνω, κατεβάζω, στενοχωρώ
get down to
στρώνομαι σε
get even with
ανταποδίδω τα ίσα με
get hooked
γίνομαι εθισμένος, πιάνομαι
get into a car
μπαίνω σε αυτοκίνητο
get into debt
χρεώνομαι, γίνομαι χρεωμένος
get into the swing of
μπαίνω στο ρυθμό
get into trouble
μπλέκομαι, βρίσκω το μπελά μου
get involved
μπλέκομαι, ανακατεύομαι
get involved in
συμμετέχω
get lost
χάνω το δρόμο, χάνομαι
get married
χορεύω το χορό του Ησαϊα, παντρεύομαι
get off
κατεβαίνω
get off a bus
κατεβαίνω από το λεωφορείου
get on a bus
ανεβαίνω σε λεωφορείο
get one's bearings
προσανατολίζομαι
get on with
τα πάω καλά με, συνεχίζομαι
get out of
βγαίνω από αυτοκίνητο
get out of a car
βγαίνω από το αυτοκίνητο
get over
ξεπερνώ ένα πρόβλημα
get ratted
μεθώ
get rid of
ξεφορτώνομαι
get round
κυκλοφορώ
get set
λάβετε θέση
get soaked
γίνομαι παπί
get splashed
γίνομαι λούτσα
get stuck in a traffic jam
βρίσκομαι σε μποτιλιάρισμα
get the hang of
παίρνω το κολάι
get through
συνδέομαι, βρίσκω στο τηλέφωνο
get through to
φτάνω, συνδέομαι, γίνομαι αντιληπτός
getting off scot free
ατιμωρησία
get to
φτάνω
get together
σμίγω
get to sleep
κοιμάμαι
get up
σηκώνομαι
get upset
αναστατώνομαι, ταράζομαι
get up to
φτάνω, σκαρώνω
get used to
συνηθίζω
get vexed
χαλεπαίνω
geyser
θερμοσίφωνας, θερμοπίδακας
ghastly
άρρωστος, φριχτός
gherkin
αγγουράκι
ghetto
γκέτο
ghetto blaster
μεγάλο φορητό κασετόφωνο
ghost
φάντασμα
ghostlike
σαν φάντασμα
ghostly
σαν φάντασμα
ghost train
το τραίνο με τα φαντάσματα
giant
γίγαντας
gibber
τραυλίζω
gibberellin
γιβερελλίνη
gibberish
ανοησίες
gibbet
κρεμάλα
gibe
σκώμμα
gibet
φούρκα
gift
δωρεά, δώρο, πεσκέσι, χάρισμα
gig
συναυλία
gigantic
γιγανταίος
giggle
χαχανίζω
gild
επιχρυσώνω
gill
βράγχιο
gills
βράγχια
gin
εκκοκκίζω
ginger
κόκκινος μαλλιά, πιπερόρριζα
gin pole
στήριγμα σταθερής τροχαλίας
giraffe
καμηλοπάρδαλη
girl
κορίτσι
girts
ζυγώματα, μεσοζυγώματα
give
δίνω, παραδίνω
give access to
επιτρέπω πρόσβαση σε
give a good thrashing
παραδέρνω
give and take
αμοιβαία παραχώρηση, δούναι και λάβειν
give a new lease of life
αναζωογονώ
give an explanation
δίνω εξήγηση
give an injection
δίνω ένεση
give an order
δίνω εντολή
give assurances
δίνω διαβεβαιώσεις
give a taste of
αφήνω κάποιον να γευθεί κάτι
give away
χαρίζω, προδίδω, φανερώνω
give back
γυρίζω
give birth to
γεννώ
give carte blanche
πληρεξουσιοδοτώ
give cause for concern
προβληματίζω
give edge to
αναστομώνω
give in
ενδίδω
give in your homework
παραδίδω τις εργασίες
give me a little elbow room
δώσε μου λίγο τράτο
give more
προσπορίζω
given that
δεδομένου ότι
give one's eyeteeth
τι έχω, δίνω ο
give out
χαλώ, απελευθερώνω
give rise to
δημιουργώ
give short change
τρώω κάποιο στο καντάρι
give the cold shoulder
σνομπάρω, αγνοώ επίτηδες
give up
παραιτούμαι
give up the ghost
τα παρατώ
give way
συμβιβάζω, δίνω προτεραιότητα
give way to
δίνω προτεραιότητα
giving alms
ψυχικό
gizmo
μαραφέτι
gizzard
πρόλοβος
glacier
παγετώνας
glad
χαρούμενος
gladly
χαρούμενα, μετά χαράς
glamorous
γεμάτος αίγλη
glamour
αίγλη
glance
ρίχνω μία ματιά, ματιά
glance at
ρίχνω μιά ματιά σε, ρίχνω μια ματιά
gland
αδένας
glandular fever
λοιμώδης μονοπυρήνωση, αδενοπάθεια
glare
αγριοκοιτάζω, λάμπω με έντονο φως, λάμψη
glaring
εμφανής, ολοφάνερος, που αγριοκοιτάζει
glass
ποτήρι, γυαλί, τζάμι
glasses
γυαλιά
glass fibre
υαλοβάμβακας
glaucoma
γλαυκώμα
glaucous gull
παγόγλαρος
glazed earthenware
φαγεντιανή
gleam
φεγγίζω, αναλαμπή, μαρμαρυγή, ακτινοβολώ αμυδρά
gleaming
αστραφτερός
glen
χαράδρα, λαγκάδα
glib
εύστροφος, ευχερής, εύγλωττος
glide
πετώ με τεντωμένα φτερά
glider
ανεμόπτερο
glimmer
αμυδρό φως, αχτίδα, φωτίζω αμυδρά
glimpse
βλέπω φευγαλέα
glint
λαμπυρίζω, σπιθίζω, αστράφτω
glisten
λαμποκοπώ, αστράφτω, λάμπω
glistening
λαμπρός, αστραφτερός
glitter
γυαλίζω
gloat over
επιχαίρω την καταστροφή άλλου
globe
υφήλιος
gloomy
μελαγχολικός, ζοφερός, απαισιόδοξος
glorify
εκθειάζω
glorious
ένδοξος
gloriously
ένδοξα
glory
δόξα, μεγαλείο
gloss
εξήγηση, ερμηνεία, λούστρο
glossy
στιλπνός, γυαλιστερός
glossy ibis
χαλκόκοτα
glove
γάντι
glove compartment
ντουλαπάκι στο ταμπλό
gloves
γάντια
glow
λάμψη, φεγγοβολώ, πυρακτώνομαι
glowing
ενθουσιώδης, θερμός, πυρακτωμένος, φεγγόβολος
glue
κολλώ, κόλλα
glued
κολλητός
gluing
κόλλημα
glum
σκυθρωπός, μελαγχολικός
gluten
γλουτένη
glutton
λιμάρης
gluttonous
λαίμαργος
gluttony
λαιμαργία
gnat
μουσίτσα
go
πηγαίνω
go about
αλλάζω ρότα, χειρίζομαι
goad
κεντρίζω, καθοδηγώ
go after
επιδιώκω, κυνηγώ
go against the wishes of
αψηφώ τις επιθυμίες κάποιου
go ahead
παρακαλώ
goal
γκολ
goalkeeper
τερματοφύλακας
go along with
συμμορφώνομαι με
go and tell him
σύρε και πες του
goanna
είδος σαύρας
go astray
εξοκέλλω
goat
κατσίκα, γίδα
goatee
υπογένειο, γενάκι
go away
φεύγω, φύγε, φεύγω
go back
γυρίζω πίσω
go back into one's shell
μαζεύομαι στο καβούκι μου
go back on one's word
αθετώ το λόγο μου
gobble
καταβροχθίζω
go beyond the bounds of
περνώ τον όριο
goblet
κύπελλο
gobsmack
αποσβολώνω
gob-smacked
εμβρόντητος
go by
περνώ από
go by the board
πάω με το άνεμο
God
θεός
god
θεός
godchild
βαφτιστήρι
goddaughter
βαφτιστικιά
goddess
θεά
godfather
νονός
God forbid
ό μη γένοιτο
God give me strength
μνήσθητί μου
godmother
νονά
go down
κατεβαίνω
go down with
αρρωσταίνω
godsend
κελεπούρι
godson
βαφτιστικός
godspeed
καλό κατευόδιο
go faster
επιταχύνω
go fishing
πηγαίνω για ψάρεμα
go flat out
πηγαίνω με φούλ ταχύτητα, το σανιδώνω
go for
διαλέγω, επιτίθεμαι
go for a drive
πηγαίνω βόλτα με αυτοκίνητο
go-getter
καταφερτζής
gogglebox
χαζοκούτι
goggles
χοντρά προστατευτικά γυαλιά
go head to head with
συναγωνίζομαι
go house hunting
ψάχνω γιά σπίτι
go into
εμβαθύνω
goitre
βρογχοκήλη
gold
μάλαμα, χρυσός
golden
χρυσαφένιος
golden age
χρυσή εποχή
golden eagle
χρυσαετός
goldeneye
κουδουνόπαπια
golden jubilee
50η επέτειος γάμου
golden plover
βροχοπούλι
gold nugget
σβώλος χρυσού
gold-plate
επιχρυσώνω
gold plating
επιχρύσωση
gold rush
χρυσοθηρία
goldsmith
χρυσοχόος
golf
γκολφ
golf club
μπαστούνι του γκολφ, λέσχη του γκολφ
golf course
γήπεδο γκολφ
golfer
παίκτης γκολφ
gondola
γόνδολα
gone
φευγάτος
good
καλός, αγαθός
good at English
καλός στα Αγγλικά
good fitting
εφαρμοστός
good fortune
ευτύχημα
Good Friday
Μεγάλη Παρασκευή
good handling
σταθερότητα στην οδήγηση
good-humoured
καλόκαρδος
goodies
γλυκίσματα, καλούδια
good-looking
ωραίος, όμορφος
good offices
καλές υπηρεσίες
good old days
οι παλιές καλές μέρες, τα καλά χρόνια
good riddance
στον αγύρισυο
goods
αγαθά
goods train
φορτηγό τρένο
good taste
καλαισθησία
good-tempered
μειλίχιος, καλοδιάθετος
good times
οι καλές ημέρες
goodwill
καλή θέληση
good will
καλή θέληση
gooey
γλοιώδης
go off
φεύγω, χαλώ φαγητά, εκρήγνυμαι
go on
ανάβω, συμβαίνω, συνεχίζω, άντε, συνεχίζομαι
go on a cruise
κάνω κρουαζιέρα
go on and on
τα λέω καί τα ξαναλέω
go one on one with
μονομαχώ
go on holiday
πάω διακοπές
go on the game
βγαίνω στο κλαρί
go on the rampage
αφηνιάζω
goosander
χηνοπρίστης
goose
χήνα
gooseberry
λαγοκέρασο
goosefoot
χηνοπόδιο
go out
σβήνω
go out on a limb for
βρίσκομαι σε δύσκολη θέση
go over
επαναλαμβάνω
go over the top
αντιδρώ υπερβολικά, κάνω μεγάλη αποκοτιά
goran
μουγκρητό
go rancid
ταγγιάζω
Gordian knot
γόρδιος δεσμός
go red
κοκκινίζω
gorge
λαγκάδι, φαράγγι
gorge on
τρώω λαίμαργα
gorge oneself
τρώω σα γουρούνι
gorgeous
ωραίος, έξοχος
gorilla
τραμπούκος, γορίλα
go round a bend
περνώ την στροφή
go round in circles
δεν κάνω πρόοδο
goshawk
διπλοσάινο
go shopping
πηγαίνω γιά ψώνια
go skiing
πηγαίνω γιά σκι
gosling
χηνάκι
Gospel
Ευαγγέλιο
gossip
κουτσομπολεύω, κουτσομπόλης, κουτσομπολιό
go swimming
πηγαίνω για κολύμπι
go through
περνώ, ξανακοιτάω, επαναλαμβάνω
go through a phase
περνώ από μία φάση
go through a recession
περνώ ύφεση
go to great lengths
κάνω τα πάντα, φθάνω στα άκρα
go to hell
στο διάολο
go to meet
προϋπαντώ
go to the dogs
πάει καταγκρεμού
go to the wall
καταστρέφομαι, υποκύπτω
go under
υπνωτίζομαι, φαλιρίζω, βυθίζομαι, περνώ από κάτω
go up
ανεβαίνω, αυξάνομαι
gourmet
καλοφαγάς
govern
διέπω, ιθύνω, κυβερνώ
governing
που διέπει, που κυβερνάει
government
κυβέρνηση
governor
κυβερνήτης
go white
ασπρίζω
go with
συνδυάζω, ταιριάζω, συνοδεύω
go without
κάνω χωρίς
gown
βραδινή τουαλέτα
GP
παθολόγος
gp
παθολόγος
grab
αρπάζω
graceful
που έχει χάρη
graceless
άχαρος
gracious
πρόσχαρος
grade
βαθμολογώ
grading
βαθμολόγηση
gradual
βαθμιαίος
gradually
σιγά-σιγά, βαθμιαία, μάνι μάνι
graduate
αποφοιτώ, απόφοιτος
graduated deterrent
κλιμακωτή αποτροπή
graduation
αποφοίτηση
graft
μπολιάζω, μόσχευμα
grafting
εμβολιασμός
grain
κόκκος, νερά ξύλου, δημητριακά, σπυρί
grainy
κοκκώδης
gralloch
αφαιρώ τα εντόσθια ελαφιού, εντόσθια ελαφιού
gram
γραμμάριο
gramamr
γραμματική
gramophone
πικάπ
gran
γιαγιά
grand
σπουδαίος, μεγάλος, λαμπρός
grandchild
εγγονάκι
grandchildren
εγγονάκια
granddad
παππούς
granddaughter
εγγονή
grand-daughter
εγγονή
grandeur
μεγαλείο
grandfather
παππούς
grandiose
μεγαλιώδης
grandma
γιαγιά
grandmaster
μετρ, κορυφαίος σκακιστής
grandmother
γιαγιά, βάβα, βαβά
grandpa
παππούς
grandparent
γονέας πατέρα ή μητέρας
grandson
εγγονός
grand total
γενικό σύνολο
granite
γρανίτης
granny
γιαγιά
grant
χορηγώ, επιχορηγώ, υποτροφία, επίδομα
grants
επιδόματα
grape
σταφύλι
grapefruit
γκρέιπφρουτ
graphic depiction
γραφική αναπαράσταση
graphics
γραφικά
grapple
παλεύω, αρπάζομαι, δραστηριοποιούμαι
grappling hook
αρπάγη
grasp
συλλαμβάνω, πιάνω, σφίγγω
grasping
κερδομανής
grass
χλοή, χόρτο, καταδότης, πόα, χορτάρι, γρασίδι
grassy
ποώδης
grate
τρίβω
grateful for
ευγνώμων
gratefully
ευγνωμόνως
grateful to
ευγνώμων σε
grater
τρίφτης
grating
ενοχλητικός
gratitude
ευγνωμοσύνη
gratuity
ποδοκόπι, φιλοδώρημα
grave
τάφος, τύμβος, καίριος
grave goods
κτερίσματα
gravel
χαλίκι
gravel path
μονοπάτι με χαλίκι
grave robber
τυμβρωρύχος, νεκρόσυλος
grave robbing
τυμβρωρυχία
gravestone
ταφόπετρα
gravity
βαρύτητα
gravity defying
που αψηφεί την βαρύτητα
gravy
σάλτσα
gray
πολιός, γκρί
grayling
θύμαλλος
graze
γδέρνομαι, βόσκω
grazing animal
ζώο που βόσκει
grease
αλείφω με το λίπος, λιπαντικό, γράσο
greasy
λιπαρός
great
απίθανος, μεγάλος
great black backed gull
γιγαντόγλαρος
Great Britain
Μεγάλη Βρετανία
great bustard
αγριόγαλος
great crested grebe
σκουφοβουτηχτάρα
greater sand plover
ερημοσφυριχτής
greater yellowlegs
διπλοκιτρινοσκέλης
Great Fire of London
η Μεγάλη Φωτιά του Λονδίνου
great grandchild
δισέγγονος
great granddaughter
δισέγγονη
great grandfather
προπαππούς
great grandmother
προγιαγιά
great grandparent
παππούς η γιαγιά
great grandson
δισέγγονος
great grey shrike
διπλοκεφαλάς
greatly
πολύ
great northern diver
παγοβούτι
great shearwater
τρανόμυχος
great skua
τρανοληστόγλαρος
great snipe
διπλομπεκάτσινο
great spotted cuckoo
κισσόκουκος
great white egret
αργυροτσικνιάς
Greece
Ελλάς, Ελλάδα
greed
απληστία, βουλιμία
greedy
λαίμαργος, άπληστος
Greek
Έλληνας, ελληνικά
Greek dish
Ελληνικό φαγητό
green
πράσινος
greenery
πρασινάδα
greenfly
μελίγκρα
greengrocer
λαχανοπώλης, μανάβης
greengrocer's
μανάβικο
greenhouse
θερμοκηπίο, θερμοκήπιο
greenhouse effect
φαινόμενο του θερμοκηπίου
greenish
πρασινωπός
green sandpiper
δασότρυγγας
greenshank
πρασινοσκέλης
greensward
πρασινάδα
greet
χαιρετίζω, χαιρετώ
greeting card
κάρτα χαιρετισμού
greetings
χαιρετίσματα, χαιρετισμός
gregarious
αγελαίος, κοινωνικός
grenade
χειροβομβίδα
grew
μεγάλωσε, αυξήθηκε
grey
πολιός, φαιός, γκρίζος
grey heron
σταχτοτσικνιάς
greyhound
λαγωνικό
greylag goose
σταχτόχηνα
grey matter
φαιά ουσία
grey mullet
λυθρίνι
grey phalarope
σταχτοκολυμπότρυγγας
grey plover
αργυροπούλι
grey whale
γκρίζα φάλαινα
grid
σχάρα, δίχτυ, πλέγμα
griddle
στρογγυλό ταψί
gridiron
πλέγμα, σχάρα
gridlock
μποτιλιάρισμα
grief
οδύνη, λύπη, θλίψη
grievance
παράπονο
grieve
πενθώ, θλίβομαι, θρηνώ
grieve for
θλίβω
grievous
θλιβερός, σοβαρός
griffin
γρύπας
griffin vulture
όρνιο
grill
σχάρα, ψήνω στη σχάρα, ανακρίνω
grille
κάγκελα
grilled
ψητός, ψητός στη σχάρα
grim
μοβόρικος, σκληρός, αυστηρός, ανελέητος, φριχτός
grimace
γκριμάτσα, μορφάζω, κάνω γκριμάτσα, μορφασμός
grime
βρομιά
grimy
βρώμικος, βρόμικος
grin
χαμογελώ πλατιά, πλατύ χαμόγελο
grind
λιώνω, αγγαρεία, αλέθω, τρίζω
grind down
υποτάσσω, συντρίβω
grinding
τρίξιμο, που μοιάζει με τρίξιμο
grindstone
ακόνι
grip
κράτημα, πιάνω, λαβή
gripe
γκρινιάζω, γκρίνια
grippe
γρίπη
gripping
συναρπαστικός
grisly
μακάβριος
grist
αλεσμένο σιτάρι
gristmill
μύλος
grit
χαλίκι, αμμόλιθος, άμμος
gritty
τολμηρός, αμμώδης
grizzle
γκρίζα μαλλιά
grizzly
γκρίζος, είδος αρκούδας
groan
μουγκρίζω, τρίξιμο, βογγώ, μουγκρίζω, αναστενάζω
groat
παλιό νόμισμα
groats
μπλιγούρι
grocer
παντοπώλης, μπακάλης
grocer's
παντοπωλείο, μπακάλικο
groceries
ψώνια
grocery
μπακάλικο
groggy
ζαλισμένος
groin
προβόλος, βουβώνας
grommet
ροδέλα
groom
ιπποκόμος, περιπιούμαι άλογο, γαμπρός
groove
εντομή, αυλακώνω, αυλάκι
grope
ψαχουλεύω
gross
πρόστυχος, χοντρός, ακαθάριστος, αισχρός
gross anatomy
μακροσκοπική ανατομία
grossly
χοντρά, πολύ
grotesque
τραγελαφικός, αλλόκοτος, τερατώδης
grotto
σπηλιά
grottoes
σπηλιές
grouch
τζαναμπέτης, γκρινιάζω, γκρινιάρης
grouchiness
τζαναμπετιά
grouchy
γκρινιάρης
ground
έδαφος, προσαράσσω, γη
ground crew
προσωπικό εδάφους
ground floor
ισόγειο
ground mist
καταχνιά, χαμηλή ομίχλη
ground on
βασίζω, θεμελιώνω
grounds
χώρος, σκεπτικό, κήποι
groundwater
υπόγεια ύδατα
groundwork
προκαταρακτική εργασία, θεμέλιο
group
συγκρότημα, όμιλος, ομάδα, σύμπλεγμα
grouper
σφυρίδα
grouping
παράταξη
grouse
είδος όρνιθας, λυροπετεινός, γκρινιάζω
grouser
τζαναμπέτης
grout
στόκος
grove
σύνδετρο, άλσος
grovel
γλείφω, υποτάσσομαι
grove windflower
ανεμώνη η δασόφιλος
grow
μεγαλωνω, αυξάνομαι, μεγαλώνω
grow impatient
ανυπομονώ, γίνομαι ανυπόμονος
growing
που μεγαλώωει, αυξάνων
grow in stature
μεγαλώνω, γίνομαι όλο και πιο σημαντικό
growl
μουγκρίζω
grown
μεγάλος
grown up
μεγάλος, ώριμος, ενήλικας
growth
όγκος, ανάπτυξη
grow up
μεγαλώνω
grow worried
αρχίζω να ανησυχώ
grub
σκαλίζω, μάσα
grubby
βρόμικος
grudge
άχτι, μνησικακία, μηνσικακία
gruel
κουρκούτι
gruelling
σκληρός, εξαντλητικός
gruesome
φρικτός
gruff
τραχύς
grumble
μεμψιμοιρώ, γκρινιάζω
grumble about
μουρμουρίζομαι, παραπονιέμαι
grumpy
γκρινιάρης
grunt
βογγάω, μουρμουρίζω, γρυλλίζω
gryphon
αετολέων
guanidine
γουανιδίνη
guanine
γουανίνη
guano
κόπρανα πουλιών
guarantee
εγγύηση, εγγυώμαι, αντίκρισμα, εχέγγυο
guaranteed
εγγυημένος
guarantor
εγγυητής
guaranty
τριτεγγύηση
guard
φρουρά, φρουρώ, φύλακας, φυλάω, καραούλι, φρουρός
guard dog
σκύλος φύλακας
guardhouse
φυλακή στρατιωτική
guardian
κηδεμώνας, κηδεμόνας
guardian of the law
θεσμοφύλακας
gubernatorial
κυβερνητικός
gudgeon
σέτσκα, χρύσκος
guerdon
αμοιβή
guerilla
αντάρτης
guess
μαντεύω, εικασία
guesswork
εικασία
guest
καλεσμένος, φιλοξενούμενος
guest-house
πανσιόν
guffaw
καγχάζω, χασκογελώ, γελώ δυνατά
guidance
καθοδήγηση, χειραγωγία
guide
ξεναγός, οδηγός, ξεναγώ, καθοδηγώ
guidebook
οδηγός
guide book
οδηγός
guided missile
τηλεκατευθυνόμενο βλήμα
guided tour
ξενάγηση
guideline
οδηγία, κατευθυντήρια γραμμή, οδηγός
guild
σωματείο, ένωση, συντεχνία
guile
πανουργία, δολοπλοκία
guileless
άδολος
guillemot
λεπτοραμφόκεπφος
guillotine
λαιμοτομής, λαιμητομός
guilt
ενοχή
guilty
ένοχος
guinea
μια λίρα και ένα σελίνι
guinea pig
πειραμτόζωο
guise
παρουσιαστικό, αμφίεση
guitar
κιθάρα
guitarist
κιθαριστής
gulch
φαράγγι
gulf
κόλπος, άβυσσος, χάσμα
gull
γλάρος
gullet
οισόφαγος
gullible
μωρόπιστος
gully
χαντάκι, ρεματιά
gulp
καταπίνω
gum
μαστίχα, ούλο
gummy
κολλώδης
gumption
νούς, κοινή λογική
gums
ούλα
gun
πιστόλι, όπλο, καραμπίνα
gunpowder
πυρίτιδα, μπαρούτι
gunshot
πυροβολισμός
gunstock
κοντάκι
gunwale
κουπαστή
gurgle
κελαρύζω
gurgling
γουργούρισμα
guru
γκουρού
gush
αναβλύζω
gusto
τέρψη, κέφι, απόλαυση
gust of wind
μπουρίνι
gut
έντερο
guts
κότσια
gutter
ρείθρο, οχετός
guttersnipe
ρουφιάνος
guttural
λαρυγγικός
guy
τύπος, παιδί
gym
γυμναστήριο
gymnasium
γυμναστήριο
gymnast
γυμναστής
gymnastics
γυμναστική
gym shoe
παπόυτσι γυμναστικής
gyr falcon
ασπρογέρακας
gyroscope
γυροστάτης, γυροσκόπιο
habit
έξη, συνήθεια
habitable
κατοικήσιμος
habitat
βιότοπος
hack
κακός συγγραφέας
hackberry
είδος μούρου, Celtis aetnensis
had better
θα ήταν καλύτερα
haddock
μπακαλιάρος
had to
έπρεπε, πρέπει
haemoglobin
αιμοσφαιρίνη
haemophilia
αιμοφιλία
haggard
καταβεβλημένος
haggle
παζαρεύω
hail
χαλάζι, καταιγισμός, ρίχνει χαλάζι
hailstone
χαλάζι
hailstorm
χαλαζοθύελλα
hair
μαλλιά, τρίχα
haircut
κούρεμα
hair-do
κόμμωση
hairdresser
κομμώτρια, κομμωτής
hairdryer
σεσουάρ
hair growth
τριχοφυία
hairless
άτριχος
hairpin
τσιμπιδάκι
hair restorer
ουσία που επαναφέρει τα μαλλιά
hairs
τρίχες
hairslide
τσιμπιδάκι
hairspring
σπειροειδές ελατήριο
hairy
τριχωτός, μαλλιαρός
halcyon days
αλκυονίδες μέρες
hale and hearty
αγέραστος, εμπαθής
half
ήμισυ, ημίχρονος, μισός
half board
ημιδιατροφή
half brother
ετεροθαλής αδελφός, ετεροθαλής αδερφός
half duplex
ημιαμφίδρομος
half finished
μισότελειωμενος
half-finished
μισοτελειωμένα
half-hearted
με μισή καρδιά, απρόθυμος
half-heartedly
με μισή καρδιά
half mast
μεσίστιος
half moon
μισοφέγγαρο
half-naked
μισόγυμνος
half-price ticket
εισητήριο με μισή τιμή
half way point
στα μισά της απόστασης
half way there
στα μισά της απόστασης
halibut
ιππόγλωσσος
hall
αίθουσα, χωλ
hallmark
γνώρισμα
hallo
γεία σου
hallow
καθαγιάζω
hallucinate
έχω παραισθήσεις
hallucination
παραίσθηση
hallucinogen
παραισθησιογόνο
hallucinogenic
παραισθηστογόνος
halt
σταματώ, θέτω τέρμα
halve
περιορίζω κατά το ημισύ
halyard
σκότα
ham
ζαμπόν
hamburger
χάμπουργκερ
hammer
σφυροκοπώ
hammering
σφυρηλάτηση
hammock
αιώρα
hamper
καλάθι με φαγητό
hand
δίνω, παραδίνω, δείκτης, χέρι
handbag
τσάντα χεριού
handbag snatcher
τσαντάκης
handball
χάντμπολ
handbook
εγχειρίδιο
handbrake
χειρόφρενο
handcuff
χειροπέδη
hand down
μεταβιβάζω, κληροδοτώ
hand down a sentence
καταδιζάζω
handful
χούφτα
hand grenade
χειροβομβίδα
handicapped
ανάπηρος
handicapped person
ανάπηρος
handicrafts
είδη χειροτεχνίας
hand in
παραδίδω
hand in glove
τάτσι μίτσι κότσι
handkerchief
μαντήλι
handle
μεταχειρίζομαι, χερούλι, χειρίζομαι
handlebar
τιμόνι ποδηλάτου
handlebars
τιμόνι ποδηλάτου
handle stolen goods
διακινώ κλοπιμαία
handling
μεταχείριση
hand luggage
αποσκευή χειρός
hand made
χειροποίητος
handmade object
χειροποίητο αντικείμενο
handout
δείγμα
hand out
μοιράζω
hand over
παραδίδω, δίνω, παραδίνω
hands
δείκτες, χέρια
hand saw
χειροπρίονο
hands down
κατά κράτος
handsome
όμορφος άνδρας
handsomely
ωραία
handstand
ορθοστασία
hands up
ψηλά τα χέρια
hand to
δίνω, παραδίδω
handy
εύχρηστος, πρόχειρος
hang
απαγχονίζω, κρεμώ
hang about
χαζεύω
hangar
υπόστεγο
hanger
κρεμάστρα
hanger on
γλύφτης
hanger spool
καρούλι αναρτήσεως
hang-glider
ανεμόπτερο
hang-gliding
πτήση με ανεμόπτερο
hanging
απαγχόνιση
hangover
πονοκέφαλος μετά από μέθη
hang over
επαπειλώ
hang up
κλείνω το τηλέφωνο
haphazard
τυχαίος, πρόχειρος
hapless
κακόμοιρος, άτυχος
happen
διαδραματίζω, συμβαίνω
happening
συμβάν
happen to
τυχαίνω να
happily
ευτυχισμένα
happiness
ευτυχία
happy
ευτυχισμένος
harass
παρενοχλώ, ταλαιπορώ
harassed
ενοχλημένος, ταλαιπορημένος
harassment
παρενόχληση
harbour
φυγαδεύω, φωλιάζω, λιμανι, λιμάνι, ελλιμενίζομαι
harbour dues
λιμενικά τέλη
hard
σκληρός, δύσκολος, βαρέως
hard as nails
σκληροτράχηλος
hard currency
σκληρό νόμισμα
hard done by
αδικημένος
hardened
πωρωμένος, αδιόρθωτος
harder
σκληρότερος, πιο δύσκολος
hardly
μόλις και μετά βίας, σχεδόν καθόλου
hardly anybody
σχεδόν κανείς
hardly anything
σχεδόν τίποτα
hardly anywhere
σχεδόν πουθενά
hardly ever
σχεδόν ποτέ
hardly room to swing a cat
πολύ στενόχωρος
hard of hearing
βαρήκοος
hard palate
σκληρά υπερώα
hardship
κακουχία
hardtack
γαλέττα
hard times
εποχή των ισχνών αγελάδων
hardware
εξοπλισμός υπολογιστή
hard-wearing
ανθεκτικός
hardwood
σκληρό ξύλο
hardwork
σκληρή εργασία
hard work
κόπος
hard-working
εργατικός
hare
λαγός
harlequin
αρλεκίνος, αρλεκινόπαπια
harlot
εταίρα
harm
βλάβη, βλάπτω
harmful
επιβλαβής, βλαβερός
harmless
άκακος
harmonica
φυσαρμόνικα
harmonious
που έχει αρμονία
harmonize
εναρμονίζω
harness
ιπποσκευή, χάμουρα
harp
άρπα
harpsichord
κλαβεσίνο
harrow
σβάρνα
harry
παρενοχλώ
hars
αυστηρός
harsh
δριμύς, σκληρός, τραχύς, άγριος
harshly
άγρια, σκληρά
harshness
σκληρότητα
harvest
θερίζω, σοδειά, τρύγος
has
έχει
hashish
χασίς
hassle
ενόχληση, φασαρία
haste
βιασύνη
hasten
σπεύδω
hastily
βεβιασμένα
hasty
βιαστικός, εσπευσμένος
hat
πίλος, καπέλο, καπέλλο
hatbox
καπελιέρα
hatch
μπουκαπόρτα, εκκολάπτομαι, άνοιγμα, επωάζω
hatchet
πέλεκας
hatching
επώαση
hate
μίσος, μισώ
hatred
μίσος
haughtiness
έπαρση
haunt
στοιχειώνω
haunts
λημέρια
have
έχω, έχετε, έχε, έχουμε, έχετ, έχ, έχεις
have a bird's eye view of
αγναντεύω
have a bite to eat
τσιμπώ κάτι
have a chat
κουβεντιάζω
have a do
κάνω πάρτι
have a film developed
εμφανίζω ένα φιλμ
have a good grounding in
έχω καλές βάσεις σε
have a good head for
είμαι καλός σε, θυμάμαι καλά
have a good time
περνώ καλά
have a gooδ time
περνώ καλά
have a great time
περνώ πολύ καλά
have a miscarriage
κάνω αποβολή
have an abortion
κάνω έκτρωση
have an inoculation
εμβολιάζω
have an operation
εγχειρίζομαι, κάνω εγχείρηση
have an x-ray taken
κάνω ακτίνες
have a party
κάνω πάρτι
have a photo blown up
μεγεθύνω νια φωτογραφία
have a photo taken
βγάζω φωτογραφία
have a rest
αναπαύομαι, ξεκουράζομαι
have a roving eye
μ'αρέσουν τα ξινά
have a shot at
έχω την ευκαιρία
have a shower
κάνω ντους
have a tendency to
έχω τάση να, τείνω να
have a turnover of
τζιράρω
have back
παίρνω πίσω
have butterflies
πολύ ανησυχώ
have dealings with
έχω δοσοληψίες με
have double standards
έχω δύο μέτρα και δύο σταθμά
have every reason to
έχω κάθε λόγο να
have faith in
έχω εμπιστοσύνη σε
have fun
διασκεδάζω
have high hopes
έχω υωηλούς στόχους
have in
προσκαλώ
have in common with
έχω κάτι κοινό με
have in store for
επιφυλάσσω
have moral grounds
έχω ηθικό έρεισμα
have no alternative
δέν έχω άλλη επιλογή
have no cares
ξεγνοιάζω
have no qualms about
δεν έχω ενδοιασμούς για
have no success
καρκινοβατώ
have objections to
έχω αντίρρηση σε
have one's hands full
είμαι απασχολημένος
have one's own way
περνάει το δικό μου
have second thoughts
διστάζω
have sexual intercourse with
συνευρίσκομαι
have the cheek
αποτολμώ, έχωτο θράσος
have the guts to
έχω το θάρρος να
have the heart to
έχω το κουράγιο να
have the jitters
έχω τρεμούλες
have the last word
έχω την τελευταία λέξη
have the luck of the Irish
έχω το κοκαλάκι της νυχτερίδας
have the right of way
έχω προτεραιότητα, έχω προτεραίοτητα
have time off
έχω ρεπό
have to
πρέπει
have uppermost in one's mind
έχω τον νου μου σε
have you ever been to Athens?
έχεις πάει ποτέ στην Αθήνα
hawk
γεράκι
hawthorn
κραίταγος η οξυάκανθα
hay
σανός
hayloft
αχυρώνας
haystack
θημωνιά
hazard
κίνδυνος, διακυβεύω, αποτολμώ
hazardous
επικίνδυνος
haze
καταχνιά, αχλή
hazel
ανοιχτό καστανό, φουντουκιά
hazel grouse
αγριόκοτα
hazelnut
φουντούκι
hazel tree
φουντουκιά
he
αυτός
he's got powerful connections
έχει το θεό μπάρμπα
head
ηγούμαι, κεφάλι
headache
πονοκέφαλος
headboard
κεφαλάρι κρεβατιού
head-butt
κουτουλώ
header
κεφαλιά, με κεφάλι
head for
κατευθύνομαι
head for somewhere
κατευθύνομαι
head for the shade
σταλίζω
heading
πορεία, επικεφαλίδα
headlight
προβολέας
headlights
προβολείς
headmaster
διευθυντής σχολείου
headmistress
διευθύντρια σχολείου
head office
κεντρικό γραφείο
head of state
αρχηγός κράτους
head on collision
μετωπική σύγκρουση
head phones
ακουστικό
headrest
στήριγμα του κεφαλιού
headscarf
τσεμπέρι
headsman
δήμιος
head to
κατευθύνομαι
heal
επουλώνομαι, επουλώνω, γιατρεύω
healer
θεραπευτής
health
υγεία
health comes first
η υγεία προέχει
health food
υγιεινό φαγητό
health resort
κέντρο υγείας σε θέρετρο
healthy
υγιής
heap
στοιβάδα
heaped
σωρωτός
hear
ακούω
hear about
μαθαίνω, πληροφορούμαι
heard
άκουσα
hear from
ακούω νέα από
hearing
ακοή
hearken
αφουγκράζομαι
he arrived at Athens airport
έφτασε στο αεροδρόμιο Αθηνών
he arrived in Athens
έφτασε στην Αθήνα
hearsay
διάδοση
hearsay evidence
μαρτυρία εξ ακοής
hearse
νεκροφόρα, νεκροφόρος
heart
καρδιά
heart attack
καρδιακή προσβολή
heartbeat
παλμός, καρδιοχτύπι
heartily
θερμά
heartless
άκαρδος
heartless to
άσπλαχνος, άκαρδος
heart of hearts
τα μύχια της καρδιάς
hearts
cards κούπα
heat
θερμαίνω, ζεσταίνω, ζέστη
heated
βίαιος, σφοδρός
heather
βρύο, ρείκι
heat retentive
που συγκρατεί τη θερμότητα
heat stroke
θερμοπληξία
heatwave
καύσωνας
heave a sigh of relief
αναστενάζω από ανακούφιση
heaven
ουρανός
Heaven forbid
ο Θεός να φυλάξει
heavy
βαρύς
heavy duty
μεγάλης αντοχής
heavy goods vehicle
νταλίκα, βαρύ φορτηγό
heavy-handed
αδέξιος
heavy metal
χεβι μεταλ
heavy sea
τρικυμιώδης θάλασσα
Hebrew
εβραϊκός
he came within an ace of
λίγο έλειψε να
he caught wind of
το πήρε πρέφα
he chose
διάλεξε
heckler
εγκάθετος, κλακαδόρος
hectare
εκτάριο
hectic
πολυάσχολος
hectoring
νταηλίκι, λεονταρισμοί
hedge
φράκτης
hedgehog
σκαντζόχοιρος
hedonism
ηδονισμός
he drank
ήπιε
he drove
οδήγησε
he dug
έσκαψε
he dyed his hair
έβαψε τα μαλλιά του
he dyed his hair black
έβαψε τα μαλλιά του μαύρα
heedless
απρόσεκτος
heel
τακούνι, φτέρνα
he fell overboard
έπεσε από το πλοίο
he flew
πέταξε
he forgot
ξέχασε
heft
ζυγίζω, ζυγιάζω
hegemonic
ηγεμονικός
hegemony
ηγεμονία
Hegira
Εγίρα
he got fixed by the stare
τα μάτια του τον κάρφωσαν
he got his just desserts
έλαβε τα επίχειρα της κακίας
heh!
ε!
he had
είχε
he had his new suit on
φορούσε το καινούριο του κουσ
he has been vaccinated against
εμβολιάστηκε για
he hinted that
έκανε νύξη
heifer
δάμαλις
height
ύψος
heighten
εντείνω, αυξάνω, ωψώνω
heinous
στυγερός, ειδεχθής, διαβολικός
heir
κληρονόμος
heir apparent
επίδοξος, αναγκαίος διαδόχος
heirloom
κειμήλιο
heir presumptive
πιθανός κληρονόμος
he is
αυτός είναι
he is as sharp as a needle
είναι του διάβολου κάλτσα
he is led by the nose
άγεται και φέρεται
he is more than up to
είναι αρκετά ικανός να
he is off his rocker
του έχει στρίψει
heist
κλοπή, ληστεία
he is up for promotion
είναι η σειρά του για παραγωγή
he keeps at it
δεν το βάζει κάτω
he kicked the bucket
τα τίναξε
held
κράτησα
he led
οδήγησε
he led me to believe that
με έκανε να πιστέψω ότι
helicopter
ελικόπτερο
helium
ήλιο
Hell
κόλαση
hell
κόλαση
hello
εμπρός, γεία σας, γεία σου
helm
τιμόνι, πηδάλιο
helmet
κράνος
helmeted guineafowl
φραγκόκοτα
he looked dazed
έδειχνε μοϊσμένος
he looked through the window
κοίταξε από το παράθυρο
help
βοηθός, αρωγή, επικουρία, βοήθεια, βοήθημα
help along
βοηθώ
helpful
εξυπηρετικός
helpless
ανίκανος, ανήμπορος
help oneself to
σερβίρομαι
help out
βοηθώ
helter skelter
φύρδην μίγδην
hem
το στίφωμα, ρέλι, ούγια
he made a great show of
έκανε επίδειξη, έπαιξε θέατρο
he made me believe tha
με έκανε να πιστέψω ότι
he maintained that
διατεινόταν ότι
hemisphere
ημισφαίριο
hemlock
κώνειο
hemorrhage
αιμορραγώ
hen
κότα
hence
όθεν, από εδώ
henceforth
από τώρα και εφεξής, από εδώ καί στο εξής
henchman
τραμπούκος
hen-coop
κοτέτσι
he never quits
δεν το βάζει κάτω
hen harrier
βαλτόκιρκος
hen house
κοτέτσι
hepatitis
ηπατίτιδα
he popped his clogs
τα τίναξε
he poured the coffee out
έβαζε το καφέ στα ποτήρια
he put his cigar out
έσβησε το πούρο του
her
της, αυτή, αυτήν
herald
κήρυκας, αναγγέλω την άφιξη
heraldry
οικοσημολογία
he ran away from home
τα έσκασε από το σπίτι
herb
βότανο
herbaceous
ποώδης, φυλλώδης
herbage
βοσκή
herbal
βοτανικός
herbicide
ζιζανιοκτόνο
herbivore
φυτοφάγο, χορτοφάγο
herd
αγέλη, κοπάδι, μαζεύω σαν αγέλη
here
εδώ
he reached the gate
έφτασε στην πόρτα
hereafter
εφεξής
hereditary
κληρονομικός
heredity
κληρονομικότητα
heretic
αιρετικός
heretofore
μέχρι τούδε
heritage
κληρονομιά
hermaphrodite
σερνικοθήλυκος
hermit
ασκητής, ερημίτης
hermitage
ησυχαστήριο
hernia
κήλη
hero
ήρωας
heroic
ηρωϊκός
heroin
ηρωίνη
heroine
ηρωίδα
heroism
ηρωϊσμός
heron
ερωδιός
hero worship
ηρωολατρεία
herpes
έρπης
herring
ρέγγα
herring gull
ασημόγλαρος
herself
η εαυτή της, αυτή η ίδια
he served as
διετέλεσε
he settled down
εγκαταστάθηκε
he settled down to read a book
καλοστρώθηκε να διαβάσει
he settled his debts
εξόφλησε, εξόφλησε τα χρέη του
hesitant
διστακτικός
hesitantly
διστακτικά
hesitate about
διστάζω
hesitation
διστακτικότητα, δισταγμός
he spat
έφτυσε
he stole
έκλεψε
he struck
χτύπησε
heterogenous
ετερόκλητος
he thre
πέταξε
he told me all the details
μου είπε όλα τα καθέκαστα
het up
θυμωμένος
he vanished into thin air
έγινε καπνός
hew
πελεκώ
he was
αυτός ήταν, ήταν
he was acquitted
τον βγάλανε λάδι
he was buried
τον έθαψαν
he was charged with murder
κατηγορήθηκε με φόνο
he was fined
του έδωσαν πρόστιμο
he was forced
εξαναγκάστηκε
he was forced to come up
εξαναγκάστηκε να βγεί πάνω
he was knocked down by a car
τον πάτησε ένα αυτοκίνητο
he was made redundant
τον σχόλασαν
he was on the point of leaving
ήταν έτοιμος να φύγει
he was passed over
ποσκελίζω
hewn
λαξεμένος, πελεκητός
he wore
φόρεσε
he works hard
δουλεύει σκληρά
he would be better off
καλά θα έκανε να
he wrote
έγραψε
hex
δεκαεξαδικό
hexadecimal
δεκαεξαδικό
hey!
ε!
hi
γεία, γεία σου
hiatus
χασμωδία
hibernation
χειμερία νάρκη, διαχείμαση
hibiscus
ιβίσκος
hiccup
λόξυγγας
hickory
άγρια καρυδιά, ψευδοκαρύα, εγγελαρδία, ίκορι
hidden
κρυμμένος
hide
κρύβομαι, κρύβω
hideous
βδελυρός, απεχθής
hideout
κρησφύγετο
hiding. concealing
κρύψιμο
hierarchy
ιεραρχία
hieroglyphics
ιερογλυφικά
high
ψηλός
high and mighty
οι υψηλά ιστάμενοι
high aspiration
μεγαλοπραγμοσύνη
high blood pressure
υπερτονία
higher
πιο ψηλός, ψηλότερος
highest bidder
πλειοδότης
high-handed
αυθαίρετος
high-heeled shoes
ψηλοτάκουνα παπούτσια
high heels
ψηλά τακούνια, ψηλοτάκουνα
high jump
άλμα ύψους
highland
ορεινή περιοχή
highlight
τονίζω, κλου, στιγμιότυπο
highlights
ανταύγειες, μεζ
highly
ψηλά
highly motivated
με υψηλά κίνητρα
highly sensitive
απόρρητος
high-rise
πολυώροφος
high-rise building
πολυώροφο χτίριο
high sea
πέλαγος
high speed
υψηλή ταχύτητα
high tech
υψηλής τεχνολογίας
high-tech
υψηλής τεχνολογίας
high treason
έσχατη προδοσία, εσχάτη προδοσία
highway
εθνική οδός
Highway Code
KOK, κώδικας οδικής κυκλοφορίας
high wind
δυνατός άνεμος
hijack
αεροπειρατεία
hijacker
αεροπειρατής
hijacking
αεροπειρατεία
hike
πεζοπορία
hilarious
ξεκαρδιστός, ξεκαρδιστικός, φαιδρός
hill
λόφος
hillock
τούρλα, λοφίσκος
hillside
λοφοπλαγιά
hilly
λοφώδης
him
τον, αυτόν
himself
ο εαυτός του, αυτός ο ίδιος
hinder
παρακωλύω, κωλυσιεργώ
Hindi
ινδικά
hindi
ινδικά
hind leg
πισινό πόδι
hindrance
παρακώλυση, εμπόδιο
Hindu
Ινδουϊστής, Ινδός
hinge
ρεζές, κλάπα
hint
υπαινιγμός, υποδηλώνω, νύξη
hint at
υπαινίσσομαι
hinterland
ενδοχώρα
hints
υποδείξεις
hip
γοφός
hippo
ιπποπόταμος
hire
νοικιάζω
hired
μισθοφορικός, βαλτός
hiring
εκμίσθωση
hirsute
δασύς
his
του, δικός του
his goose is cooked
την έχει βάψει
his nibs
η αφεντιά του
his own
δικός του
hiss
σφυρίζω
histology
ιστολογία
historical
ιστορικός
historical film
ιστορική ταινία
historically
ιστορικά
histrionics
καμώματα
hit
χτυπώ, σουξέ, βαρώ
hitch a ride
κάνω ωτοστόπ
hitchhike
κάνω ώτοστοπ, κάνω οτοστόπ
hitch hike
κάνω ώτο-στοπ
hitchhiker
κάποιος πού κάνει ωτοστό, αυτός που κάνει οτοστόπ
hitchhiking
οτοστόπ, το να κάνω οτοστόπ
hits
χτυπάει
hit the nail on the head
λεω το κατάλληλο πράγμα, πετυχαίνω διάνα
hit the shops
κυκλοφορώ στα μαγαζιά
hive
κυψέλη
hoard
απόθεμα, κομπόδεμα
hoarding
ταμπλό διαφημίσεων, σανίδωμα, ταμπέλα
hoar frost
τσάφι
hoarse
βραχνός
hobble
χωλαίνω
hobby
ενασχόληση, χόμπι, δεντρογέρακας
Hobson's choice
ανυπαρξία δυνατότητας επιλογή
hoe
σκαλίζω, σκαπάνη
hoeing
σκάλισμα
hog
χοίρος
hold
αμπάρι, κρατώ, συγκρατώ
hold a conversation
συνομιλώ
hold back
κατακρατώ, συγκρατώ
hold elections
οργανώνω εκλογές
holder
θήκη
holder of Ph.D. Ph.D.
κάτοχος ντοκτορά
hold forth
ρητορεύω
hold good
ισχύω
hold hands
κρατώ χέρια
holdings
μετοχές
hold off
κρατώ σε απόσταση, απέχω
hold on
κάνω υπομονή, περιμένω
hold one's own
τα καταφέρνω
hold one's tongue
το βουλώνω, κάνω μόκο
hold out
κρατώ, αντέχω
hold over
αναβάλλω
hold the line
περιμένω στην γραμμή
hold together
συγκρατώ
hold up
ληστεύω, σηκώνω, καθυστερώ
hold-up
ένοπλη ληστεία, καθυστέρηση
hold with
επιδοκιμάζω
hold οn to
κρατώ
hole
τρύπα
holiday
σκόλη, διακοπές
holidaymaker
παραθεριστής
holiday resort
θέρετρο
holiest
πανάγιος
Holland
Ολλανδία
hollow
βαθουλωμένος, κούφιος, υπόκωφος, κοίλος
hollowed out
κούφιος
hollyhock
αγριομολόχα
holm oak
πρινάρι
holocaust
ολοκαύτωμα
holy
ιερός, πανάγιος
Holy Communion
Θεία Κοινωνία
Holy Ghost
’γιο Πνεύμα
Holy Scripture
Αγία Γραφή
holy unction
ευχέλαιο
Holy Week
Μεγάλη Εβδομάδα
home
σπίτι το περιβάλλον
home coming
επιστροφή στην πατρίδα, παλινόστηση
home economics
οικιακά
homeland
πατρίδα
homeopath
ομοιοπαθητικός
home-owner
ιδιοκτήτης σπιτιού
homesick for
έχω νοσταλγία για
homestead
αγροτική κατοικία
home team
γηπεδούχος
home truth
πικρή αλήθεια
homework
εργασία σπιτιού
homily
ομιλία, κήρυγμα
homogeneous
ομοιογενής
homonym
ομώνυμη λέξη
homosexuality
ομοφυλοφιλία
honest
έντιμος, τίμιος
honestly
στο λόγο μου
honesty
ειλικρίνεια
honey
μέλι
honey buzzard
σφηκοβαρβακίνα
honeycomb
κερήθρα
honeymoon
μήνας του μέλιτος
honeysuckle
αγιόκλημα
honk
κορνάρω
honk one's horn
κορνάρω
honorary
επίτιμος, τιμητικός
honour
τιμώ
hood
κουκούλα
hoof
hooves οπλή
hook
τσιγγέλι, αγκιστρώνω, άγκιστρο, γάντζος, αγκύλη
hookah
ναργιλές
hooked
γαμψός
hooker
πόρνη
hookworm
αγκυλόστομο
hooligan
χούλιγκαν
hooliganism
χουλιγκανισμός
hoop
στεφάνι
hooper
βαγενάς
hoot
σκούξιμο, σκούζω
hoover
καθαρίζω με ηλεκτρική σκούπα
hop
πηδώ με το ένα πόδι
hope
ελπίζω, ελπίδα, ευελπιστώ
hope for
ελπίδα
hopeful
ελπιδοφόρος
hopefully
ελπιδοφόρα
hopeless
απελπισμένος
hopelessly
ανέλπιστα
hoping
το να ελπίζει κανείς
hopper
χοάνη, βυθοκόρος
hops
λυκίσκος
hopscotch
κουτσός
horde
πλήθος, ορδή
horizon
ορίζοντας
horizontal
οριζόντιος
hormone
ορμόνη
horn
κόρνα, σάλπιγγα, κέρας
hornbeam
γαύρος
hornet
σφήκα
horoscope
ωροσκόπιο
horrible
απαίσιος
horribly
απαίσια
horror
φρίκη
horror film
ταινία τρόμου
horse
άλογο
horse around
κάνω βλακίες, παίζω
horse chestnut
ιπποκαστανέα η κοινή
horse drawn
ιππηλάτος
horse racing
ιπποδρομία
horse riding
ιππασία
horseshoe
πέταλο
hose
μάνικα
hospitable to
φιλόξενος
hospital
νοσοκομείο
hospitality
φιλοξενία
hospital ward
θάλαμος νοσοκομείου
host
φιλοξενώ, οικοδεσπότης
hostage
όμηρος
host country
χώρα υποδοχής
hostel
ξενώνας
hostess
οικοδέσποινα
hostile to
εχθρικός
hostility
έχθρα, εχθρότητα
host of
πλήθος, στρατιά
hot
καυτός
hot air
φούμαρα
hotch potch
συνονθύελμα
hot dog
σάντουιτς με λουκάνικο
hot dogs
σαντουιτς με λουκάνικα
hotel
ξενοδοχείο
hot-headed
θερμοκέφαλος
hotly contested
έντονα αμφισβητούμενος
hotplate
μάτι κουζίνας
Houbara bustard
χλαμυδόγαλος
hound
κυνηγώ, καταδιώκω, σκύλος
hour
ώρα
hourglass
κλεψύδρα
hourly
ωριαίος
house
σπίτι το χτίριο, οίκος, στεγάζω
household
σπίτι, οικογένεια, οικιακός, σπιτικό
household name
γνωστός σε όλο το κόσμο
houseman
ειδικευόμενος ιατρός
housewife
οικοκυρά
housing
στεγαστικός, στέγαση
housing estate
οικισμός, εργατικές κατοικίες
hover
ζυγιάζομαι στον αέρα, αιωρούμαι
hovercraft
χόβερκραφτ
how
πώς, πως
how are things?
τι γίνεται, πως εί, πως είσαι
how did that come to pass
πως έγινε αυτό
how do I get to
πως πηγαίνω σε
however
όμως, όσο κι'αν
however rich he is
όσο πλούσιος κι?αν είναι
howl
ουρλιάζω
howling
που λυσσομανά, που ουρλιάζει, πολύ μεγάλος
how long
πόσο καιρό
howls of laughter
πολλά γέλια
how much does it cost
πόσο κάνει
hubcap
καπάκι της ρόδας
hue and cry
κατακραυγή
hug
αγκαλιάζω
huge
πελώριος, τεράστιος
huge crowd of people
λαοσύναξη
hull
κέλυφος, κύτος πλοίου
hum
βομβός, βουίζω
human
άνθρωπος, ανθρώπινος
human being
άνθρωπος
humane
ανθρωπιστικός, επιεικής
humanity
ανθρωπότητα
human nature
ανθρώπινη φύση
human rights
ανθρώπινα δικαιώματα
humble
ταπεινός
humerus
βραχίων, βραχιόνιο οστούν
humid
υγρός, με υγρασία, νοτισμένος
humidity
υγρασία
humiliate
εξευτελίζω, ταπειώνω
humiliated
εξευτελισμένος, ταπεινωμένος
humiliating
ταπεινωτικός
humiliation
διασυρμός, εξευτελισμός, ταπείνωση
humility
ταπεινοφροσύνη
hummingbird
κολιμπρί
humorous
γεμάτος χιούμορ
humour
χιούμορ
hump
κύρτωμα, καμπούρα
humpback
καμπούρα
humpback whale
μεγαπτεροφάλαινα
humped
σκολιός
humus
μαυρόχωμα
hundred
εκατόν
hundreds
εκατοντάδες
hung
κρεμασμένος
Hungarian
Ούγγρος
Hungary
Ουγγαρία
hunger
πείνα
hungry
πεινολέος, πεινασμένος
hunt
κυνηγώ
hunter
κυνηγός
hunter-gatherer
κυνηγός-συλλέκτης
hunting
κυνήγι
hurl
εκσφενδονίζω, πετώ
hurricane
τυφώνας
hurriedly
επιτροχάδην, βιαστικά
hurry
σπεύδω, βιασύνη, βιάζομαι
hurry up
κάνω πιο γρήγορα, κάνε γρήγορα
hurt
πονώ, χτυπώ, τραυματίζω, πληγώνω, βλάπτω
hurtle
ορμώ, ρίχνομαι
husband
σύζυγος, ο σύζυγος
husk
έλυτρο, κέλυφος
husky
τραχύς, βραχνός
hustle
σπρώχνω βάναυσα
hustle and bustle
συνωστισμός, κίνηση και φασαρία
hustler
καταφερτζής
hut
καλύβα, υπόστεγο
huts
παράγκες
hybrid
υβρίδιο
hydrangea
ορτανσία
hydrate
ενυδατώνω
hydroelectric
υδροηλεκτρισμός
hydrofoil
ιπτάμενο δελφίνι
hydrogen
υδρογόνο
hydrogen bomb
υδρογονοβόμβα
hydrogen sulphide
σουλφίδιο του υδρογόνου
hydrostatic
υδροστατικός
hydrothermal
υδροθερμικός
hyena
ύαινα
hymn
ψαλμός
hynotise
υπνωτίζω
hype
υπερβολική δημοσιότητα, υπερβολή
hyper-
υπέρ-
hyperactive
υπερδραστήριος
hyperemia
υπεραιμία
hyperinflation
υπερπληθωρισμός
hypermarket
πολύ μεγάλο σούπερμαρκετ
hypertension
υπέρταση
hypnotist
υπνωτιστής
hypo
υπό-
hypocrisy
υποκρισία
hypodermic
υποδόριος
hypodermic needle
υποδερμική βελόνα
hypotasis
υπόταση
hypothermia
υποθερμία
hypothermic
υποθερμικός
hysterical
υστερικός
I
εγώ
i
εγώ
I'd rather
θα προτιμούσα
I'm feeling seasick
μ'έχει πιάσει ναυτία
I've got a crick in my neck
στραβολαιμιάστηκα
I agree with you
συμφωνώ μαζί σας
I almost fell off
παραλίγο να πέσω
I am able to swim
μπορώ να κολυμπώ
I am at a loss as how to
απορώ, αδυνατώ
I am bored
βαριέμαι
I am bored with the job
βαριέμαι την δουλειά
I am fed up with
βαριέμαι
I am frightened by the film
με φοβίζει η ταινία
I am hopeful of
ελπίζω
I am in clover
έχω του πουλιού το γάλα
I am in my right senses
είμαι στα σύγκαλά μου
I am in your debt
σου είμαι υπόχρεος
I am nobody's fool
δεν τρώω πίτουρα
I am on the mend
είμαι σε ανάρρωση, είμαι καλύτερα
I am overwhelmed by
συγκινήθηκα από
I am sea-sick
έχω ναυτία
I am sick of
βαριέμαι
I am sorry about your book
λυπάμαι για το βιβλίο σου
I am sure about that
είμαι σίγουρος για αυτό
I am tired of English
βαριέμαι τα Αγγλικά
I asked
ρώτησα
I beg your pardon
σας ζητώ συγγνώμη
I burnt my hand
έκαψα το χέρι μου
I can't afford so much
δεν διαθέτω τόσο
I can't get any response
δεν βρίσκω ανταπόκριση
I can't help laughing
δεν μπορώ να μην γελάσω
I can't spring for so much
δεν διαθέτω τόσο
ice
πάγος
iceberg
παγόβουνο
ice-capped
καλυμμένος με πάγο
ice cream
παγωτό
ice cream parlour
μαγαζί πώλησης παγωτών
ice hockey
χόκεϊ επί το πάγο
ice jam
φραγμός εκ πάγου
Iceland
Ισλανδία
Iceland gull
ισλανδόγλαρος
ice lolly
παγωτό ξυλάκι
ice pick
αξίνα
ice rink
παγοδρόμιο
ice skates
παγοπέδιλα
ice skating
παγοδρομία
ice-skating
πατινάζ
ichor
ιχώρ
I chose
διάλεξα
icicle
κρούσταλλο
icon
εικόνα, σύμβολο
I congratulate you on
σε συγχαίρω γιά
I could
μπορούσα, μοπούσα
I cried
έκλαψα
icy
παγωμένος
idea
ιδέα
ideal
ιδανικός
idealism
ιδεαλισμός
idealist
ιδεαλιστής
idealistic
ιδεαλιστικός
ideally
ιδεωδώς
idealogical
ιδεολογικός
ideals
ιδανικά
ideaology
ιδεολογία
ideas
διανοήματα
identical
ολόιδιος
identification
ταυτότητα, ταυτίση
identify
αναγνωρίζω, ταυτίζω
identity
ταυτότητα
identity card
ταυτότητα
I did
έκανα
I dig it
τη βρίσκω
idiomorphic
ιδιόμορφος
idiot
βλάχος, βλάκας
idle
τεμπέλης, αδρανής, άνεργος, αργόσχολος
idol
ίνδαλμα
idolisation
θαυμασμός μέχρι ειδωλολατρεία
I do my homework
κάνω την εργασία μου
I don't care about my lesson
δεν νοίαζομαι για το μάθημα
I don't want to disparage you
δεν θέλ βα σε θίξω
I drank
ήπια
I dug
έσκαψα
idyll
ειδύλλιο
idyllic
ειδυλλιακός
I enjoy myself
διασκεδάζω
if
εάν, αν
I fastened my seat belt
έδεσα την ζώνη ασφάλειας
I find my way
βρίσκω το δρόμο
if in doubt
αν έχεις αμφιβολίες
if I were in your shoes
αν ήμουν στην θέση σου
if not
συην αντίθετη περίπτωση
I forgot
ξέχασα
I fought
πολέμησα, μαχόμουν
if you are in doubt
αν αμφιβάλεις
I get caught in a shower
με πιάνει η βροχή
I get on well with my teacher
τα πάω καλά με τον καθηγητή μ
ignition
ανάφλεξη, πυροδότηση, μίζα, διακόπτης
ignominious
επονείδιστος
ignominy
ταπείνωση, όνειδος
ignorance
άγνοια, αμάθεια
ignorant
αγράμματος, αγνοών, αμαθής
ignore
αγνοώ, παραβλέπω
I go home
πηγαίνω σπίτι
I got through to
συνδέθηκα με
I had
είχα
I had it off with her
την γάμησα, την πήδησα
I hand in my resignation
δίνω την παραίτηση μου
I hardly know him
σχεδόν καθόλου δεν τον ξέρω
I have a tooth filled
κάνω σφράγισμα
I have a tooth pulled out
κάνω εξαγωγή
I have been so good as to
ευαρεστήθηκα
I have lost my way
χάθηκα
I have my hair cut
κόβω τα μαλλιά μου
I have my leg set in plaster
μού βάλαν το πόδι σε γύψο
I have no intention of
δεν σκοπεύω να
I hope so
το ελπίζω
ileum
ειλεός
I like it
τη βρίσκω
I live on my pension
ζω με την σύνταξη
ill
άρρωστος
illegal
παράνομος
illegal broadcast
παράνομη μετάδοση
illegal parking
παράνομη στάθμευση
illegaly
παράνομα
illegible
δυσανάγνωστος
illegitimate
νοθός
ill fortune
κακοτυχία
ill-gotten gains
διαβολομαζώματα
ill mannered
με κακούς τρόπους
ill-mannered
ανάγωγος
illness
αρρώστια
ill-suited
μην ταιριαστός
ill-timed
παράκαιρος
illuminated signs
φωτεινές επτγραφές
Illuminati
φωστήρες
illusion
παραίσθηση
illusionist
ταχυδακτυλουργός, μάγος
illusory
ψευδαισθητικός, πλασματικός
illustrate
επεξηγώ, εικονογραφώ, διευκρινίζω
illustration
εικονογράφηση
illustrious
διάσημος, επιφανής
I looked at
κοίταξα
i looked at
κοίταξα
I look forward to seeing you
περιμένω με ανυπομονησία
i look forward to seeing you
περιμένω με ανυπομονησία
image
είδωλο, εικόνα
imagery
εκρφαστικά μέσα
imaginary
φανταστικός
imagination
φαντασία
imaginative
γεμάτος φαντασίας
imagine
φαντάζομαι
I make a mistake
κάνω ένα λάθος
i make a mistake
κάνω ένα λάθος
I make my way towards
κατευθύνομαι προς
i make my way towards
κατευθύνομαι προς
imbalance
ανισορρωπία
imitate
μιμούμαι
imitation
απομίμηση
immaculate
άχραντος
immaculately
άψογα
immaterial
επουσιώδης
immature
ανώριμος
immaturity
ανωριμότητα
immediate family
στενή οικογένεια
immediately
πάραυτα, αμέσως, επί τόπου
immense
τεράστιος
immerse
βουτώ
immigrant
μετανάστης
immigrate to
μεταναστεύω
immigration
μετανάστευση
imminent
επικείμενος
immoral
ανήθικος
immortal
αθάνατος
immune
απρόσβλητος, άτρωτος
immune system
ανοσοποιητικό σύστημα
immunity
ανοσία, ασυδοσία
immunology
ανοσολογία
immutable
αμετάβλητος
impact
ορμή, επίδραση, κρούση, σύγκρουση
impair
εξασθενώ, χειροτερεύω, παραβλάπτω
impairment
εξασθένηση
impart
μεταβιβάζω, πληροφορώ
impassive
ατάραχος, απαθής
impatience
ανυπομονησία
impatient
ανυπόμονος
impatiently
ανυπόμονα
impeach
εγκαλώ
impeccable
άψογος
impede
δυσχεραίνω, παρακωλύω
impedim
φραγμός
impediment
παρακώλυση
impel
εξωθώ
impending
επικείμενος
imperative
προστακτική
imperial eagle
βασιλαετός
imperious
δεσποτικός, αλαζονικός, αυταρχικός, επιτακτικός
impersonal
απρόσωπος
impersonate
παριστάνω
impertinence
αυθάδεια
impetuosity
ορμή, βιασύνη, αυθορμητισμός
impetuous
απερίσκεπτος, ακάθεκτος, ορμητικός
impishly
πειραχτικά
implacable
αμείλικτος, αδυσώπητος
implacably
αδιάλλακτα, ανηλεώς
implant
εμφυτεύω
implement
υλοποιώ, όργανο, εργαλείο, βάζω σε εφαρμογή
implementation
εφαρμογή
implicate
ενοχοποιώ, εμπλέκω
implication
υπόνοια, έννοια, συνέπεια
implied
υπονοούμενος
implore
θερμοπαρακαλώ, ικετεύω
imply
υπονοώ
impolite
αγενής
imponderable factors
αστάθμητοι παράγοντες
import
εισάγω
importance
σημασία
important
σημαντικός, σπουδαίος
importer
εισαγωγέας
importunate
φορτικός
impose
επιβάλλω
imposing
επιβλητικός
impossible
αδύνατον
impoverish
φτωχαίνω
impoverished
φτωχός
impracticable
μη πρακτικός, ανέφικτος
impregnable
δυσνοήτος, απόρθητος
impress
εντυπωσιάζω
impressario
θεατρώνης
impress by
εντυπωσιάζω με
impression
εντύπωση
impressionable
ευεπηρέαστος
impressionist
ιμπρεσιονιστής, ιμπρεσιονιστικός
impressive
εμπιβλητικός, εντυπωσιακός
impressively
εντυπωσιακά
impress upon
εφιστώ την προσοχή
imprison
φυλακίζω
imprisonment
φυλάκιση
improbable
απίθανος
improbably
απίθανα
improper
ανάρμοστος, απρεπής
improve
βελτιώνομαι, βελιτώνω
improve by
βελτιώνω με, βελτιώνω
improved
βελτιωμένος
improvement
βελτίωση
improvement in
βελτίωση
improve one's performance
βελτιώνω την απόδοση
improvise
αυτοσχεδιάζω
impudence
αναίδεια
impudent
ιταμός, ξετσίπωτος, ασύστολος
impudently
αναίσχυντα, ασύστολα
impulse
ορμή
impulsive
ορμέμφυτος
impunity
ασυδοσία
impurity
ακαθαρσία
in
σε, μέσα σε
inability
ανημπορία
in absentio
ερήμην
inaccessible
απρόσιτος
in accordance with
σύμφωνα με
inaccuracy
ανακρίβεια
inaccurate
ανακριβής
in acknowledgement
σε αναγνώριση
inaction
απραξία
in action
σε πράξη, σε ενεργεία
in addition
επιπλέον
in addition to
επιπλέον
inadequacy
ανεπάρκεια
in advance
εκ των προτέρων
in advance of
μπροστά από
in a flash
αστραπιαία, με μίας, αστραπαία
in agreement with
σε συμφωνία με
in a happy mood
κεφάτος
in a heap
σωριασμένος
in a hurry
βιάζομαι
in aid of
προς ενίσχυση του
in a jiffy
σε μία στιγμή
inalienable
αναφαίρετος, αναπαλλοτρίωτος
in all
συνολικά
in all quarters
παντού
inanimate
άψυχος
in an instant
αμέσως, στιγμιαία
in any case
εν πάση περιπτώσει, πάντως
in any event
εν πάση περιπτώσει
in any way
με οποιοδήποτε τρόπο
in a pool of blood
σε μια λίμνη αίματος
inappropriate
ακατάλληλος
in a row
διαδοχικός
inarticulate
άναρθρος, άναρθρος, ανέκφραστος
in a state of disrepair
σε κατάσταση επισκευής
in a state of ferment
καζάνι που βράζει
in a state of shock
συγκλονισμένος
inattentive
απρόσεκτος
inaugurate
εγκαινιάζω
inaugurative
εγκαινιαστικός
in a way
κατά κάποιο τρόπο, με ένα τρόπο
in a while
σε λίγο
in bed
στο κρεβάτι
inborn
εγγενής
in brief
εν συντομία
incalculable
ανυπολόγιστος
incandescence
πυράκτωση
incandescent
πυρακτωμένος
incapable
ανίκανος
incarcerate
φυλακίζω
in case
σε περίπτωση
in cash
μετρητοίς
in cash terms
από άποψη μετρητά
incendiary
εμπρηστικός
incense
λιβάνι, θυμίαμα
incentive
κίνητρο
incessant
ασταμάτητος
inch
ίντσα
in chains
σιδηροδέσιμος
in charge
αρμόδιος
in charge of
επικεφαλής
inch by inch
σπιθαμή προς σπιθαμή
incidence of disease
συχνότητα της νόσου
incident
περιστατικό, επεισόδιο
incinerate
αποτεφρώνω
incinerator
κλίβανος
incision
εντομή
incisor
κοπτήρας
incite
υποκινώ, διεγείρω σε ανταρσία, παρακινώ
inclination
τάση, ροπή, κλίση
inclined to
με τάση προς, επιρρεπής
include
συμπεριλαμβάνω, περιλαμβάνω
including
συμπεριλαμβανόμενος
inclusion
συμπερίληψη, προσθήκη
in code
κωδικοποιημένος
incoherent
ασυνάρτητος
in cold blood
εν ψυχρώ
in collusion with
σε συνεργία με, σε συμπαιγνία με
income
απολαβή, εισόδημα
in comfort
άνετος, άνετα
in comparison with
σε σύγκριση με
incompatible
ασυμβίβαστος, αταιρίαστος
incompetent
ανίκανος
in compliance with
συμμορφούμενος με
incomprehensible
ακατανόητος
incomprehension
ακατνοησία
inconceivable
αδιανόητος
in concert
από κοινού
in conclusion
εν κατακλείδι, συμπερασματικά
inconclusive
μη καταλητικός
in confidence
εμπιστευτικός, εμπιστευτικά
incongruity
αναντιστοιχία
in consequence
ως αποτέλεσμα
inconsistency
ασυνέπεια, ανακολουθία
inconstancy
παλιμβουλία, αστάθεια
inconstant
αψίκορος, ευμετάβλητος, άστατος
in control of
σε έλεγχο
inconvenience
ενόχληση
inconvenient
άβολος
in cooperation with
σε συνεργασία με
incorporate
ενσωματώνω
incorrect
λάθος
incorruptible
αδιάφθορος
increase
αύξηση, αυξάνω
increase prices
ανατιμώ
increasing
αυξανόμενος
increasingly
αυξανόμενα
incredible
απίστευτος
incredulous
απίστευτος
incredulously
απίστευτα
incriminate
ενοχοποιώ
incriminating
ενοχοποιητικός
incrimination
ενοχοποίηση
incubation
επώαση
incubator
θερμοκοιτίδα
incumbent on
επιβάλλεται σε
incurable
ανίατος
incur the displeasure of
επισύρω την δυσαρέσκεια
incur the wrath of
επισύρω την οργή
incus
άκμων
in danger
σε κίνδυνο
in debt
χρεοκοπημένος
indecipherable
ακατανόητος, ανεξιχνίατος
indecisive
διστακτικός
indecisiveness
αναποφασιστικότητα
indeed
πράγματι
indefatigable
άκουραστος
indefinitely
επ'άοριστον, επ'αόριστο
indelible
ανεξίτηλος
in demand
σε ζήτηση
indemnity from prosecution
ασυλία
indented
δαντελωτός
independence
ανεξαρτησία
Independence Day
ημέρα ανεξαρτησέως
independence day
ημέρα ανεξαρτησέως
independent
αυτεξούσιος, ανεξάρτητος
independently
ανεξάρτητα
index
ευρετήριο
index finger
δείκτης
India
Ινδία
india
Ινδία
India ink
σινική μελάνη
india ink
σινική μελάνη
Indian
ινδιανικός, ινδιάνος, ινδικός, Ινδός
indian
ινδιανικός, ινδιάνος, ινδικός, Ινδός
Indian ink
σινική μελάνη
indian ink
σινική μελάνη
indicate
βγάζω φλας, εμφαίνω, φανερώνω, δείχνω, ενδεικνύω
indicated
ενδεδειγμένος
indication
ένδειξη
indicative
ενδεικτικός
indicator
φλας, πίνακας
indict
καταγγέλω, παραπέμπω σε δίκη, κατηγορώ
indifference
αδιαφορία
indifferent to
αδιάφορος
indigence
ένδεια
indigenous
ιθαγενής
indigent
άπορος
indigestible
δυσκολοχώνευτος
indignant
αγανακτισμένος
indignation
αγανάκτηση
indigo
λουλάκι
indirect addressing
έμμεση απευθύνση
indirectly
με έμμεσο τρόπο
indiscreet
ακριτόμυθος
indiscretion
ακριτομύθια
indiscriminate
αδιάκριτος
indiscriminately
αδιάκριτα
in disguise
μεταμφιεσμένος
in disorder
εν αταξία
indispensable
ουσιώδης
indistinguishable
όμοιος και απαράλλακτος
individual
ατομικός, άτομο
individualism
ατομικισμός
individuality
ατομικότητα
individually
χωριστά, ατομικά
indivisible
αμέριστος
indolence
νωθρότητα
indolent
νωθρός, ράθυμος, μαλθακός
indoor
εσωτερικός
indoors
εσωτερικά
in doubt
σε αμφιβολία
induce
επιφέρω, προκαλώ
inductance
επαγωγή
induction
εισαγωγή, επαγωγή
in due course
εν ευθέτω χρόνω
indulge
κάνω τα χατήρια, εντρυφώ
indulge in
το ρίχνω σε, επιτρέπω στον εαυτό μου, ενδίνω
indulgence
επιείκεια, μακροθυμία
indulgent
μακρόθυμος, επιεικής
industrial
βιομηχανικός, βιομηχανικάς
industrialisation
βιομηχανοποίηση
industrialised
βιομηχανοποιημένος
industrialist
βιομήχανος
industrial relations
βιομηχανικές σχέσεις
industry
βιομηχανία
in earnest
στα σοβαρά
ineffable
ανείπωτος
ineffectual
ατελσφόρητος
inefficient
αναποτελεσματικός
inelegant
άχαρος
inept
αδέξιος, ανίκανος
inequality
ανισότητα
inert
αδρανής
inertia
αδράνεια
in every respect
από κάθε άποψη
in every way
παντοιοτρόπως
inevitable
αναπόφευκτος
inevitably
αναπόφευκτα
in existence
που υπάρχει
inexpensive
φτηνός
inexperience
απειρία
inexperienced
άπειρος
inexplicable
ανεξήγητος
in fact
στην πραγματικότητα
infallible
αλάνθαστος
infamous
διαβόητος
infancy
νηπιακή ηλικία
infant
βρέφος
infanticide
παιδοκτονία
infant mortality
παιδική θνησιμότητα
infantry
πεζικό
infarction
έμφραξη, έμφραγμα
in fashion
της μόδας
in favour of
υπέρ
infect
μολύνω
infection
μόλυνση, λοίμωξη
infectious
κολλητικός
infectious mononucleosis
λοιμώδης μονοπυρήνωση
infer
συμπεραίνω
inference
επαγωγή
inferior
υποδεέστερος, κατώτερος, παρακατιανός
inferiority
κατωτερότητα
inferior rectus
κάτω ορθός μυς του οφθαλμού
inferior to
κατώτερος
infertile
στείρος
in-fighting
εσωκομματικός πόλεμος, εσωτερική διαμάχη
infiltrate
διεσιδύω, εισχωρώ
in fine feather
σε καλή κατάσταση
infinite
άπειρος
infinitesimal
απειροελάχισατο
infinity
άπειρο
infirmary
Ασκληπείο
inflame
ερεθίζω
inflate
φουσκώνω, εξογκώνω
inflated
παραφουσκωμένος, φουσκωμένος, διογκωμένος
inflation
πληρωθισμός
inflationary
πληθωριστικός
inflexibility
ακαμψία
inflight
στην πτήση, κατά την διάρκεια της πτήσης
influence
επενεργώ, επιρροή, επενέργεια
influenced
επηρεασμένος
influence on
επιρροή
influential
με επιρροή
influenza
γρίπη
influx
εισροή
in force
εν ισχύϊ
inform
πληροφορώ
informal
ανεπίσημος
information
πληροφορίες
informative
πληροφοριακός, κατατοπιστικός
informer
καταδότης
infraction
παραβίαση
infra-red
υπέρυθρος
infrastructure
υποδομή
infringe
παραβιάζω, παραβαίνω
infringement
παράβαση
infringement proceedings
διαδικασία επί παραβάσει
in front
μπροστά
in full activity
εν πλήρει δράσει
in full council
εν ολομελεία
in full retreat
προτροπάδην
in full view
μπροστά σε όλους
infuriate
εξαγριώνω
infuriating
εξοργισμένος
infuse
ενσταλάζω
infusion
έγχυμα
infusion tube
σωλήνας έγχυσης
in general
γενικά
ingenious
εφευρετικός, πολυμήχανος
ingenuity
ευφυΐα, εφευρετικότητα
ingest
καταπίνω, τρώω, αναρροφώ
in good faith
καλόπιστος
in good health
σε καλή φυσική κατάσταση
ingot
χελώνα χυτοσιδήρου
ingot mould
μήτρα πλινθωμάτων
ingrained
βαειά ριζωμένος
ingratitude
αχαριστία
in great detail
καταλεπτώς
ingredients
συστατικά
inhabit
κατοικώ
inhabitant
κάτοικος
inhalation
εισπνοή
inhale
εισπνέω
inherit
κληρονομώ
inheritance
κληρονομιά
inherit from
κληρονομώ από
inhibit
περιορίζω, παρεμποδίζω
inhibited
γεμάτος από αναστολές
in high dudgeon
οργισμένος
in his element
στο στοιχείο του
in his own fashion
με τον δικό του τρόπο
in his youth
στα νιάτα του
in honour of
προς τιμήν του
inhospitable
αφιλόξενος
in hospital
στο νοσοκομείο
inhuman
απάνθρωπος, μη ανθρώπινος
inimitable
αμίμητος
in ink
με μελάνι, με στυλό
initial
αρχικά
initially
αρχικά
initials
αρχικά
initiate
εγκαινιάζω, μυώ, ξεκινώ
initiated
μυημένος
initiation
μύηση
initiative
πρωτοβουλία
initiator
εφευρέτης
in jail
στην φυλακή
inject
εμφυσώ, εισάγω, κάνω ένεση
injection
ένεση
injunction
εντολή, προσωρινή διαταγή
injury
βλάβη
ink
μελάνι
in keeping with
σε αρμονία με, με σεβασμό προς την παράδοση
ink well
μελανοδοχείο
inland
ενδοχώρα
in-laws
πεθερικά
in legal self-defence
εν νομίμω αμύνη
in length
σε μάκρος
in light of
αναφορικά με
in light of events
υπό το φως των γεγονόντων
in love with
ερωτευμένος
in low-heeled shoes
με χαμηλά τακούνια
in many respects
από πολλές άποψεις
inmate
τρόφιμος
in motion
σε κίνηση
in my car
στο αυτοκινητό μου
in my free time
στο ελεύθερο μου χρόνο
in my interest
προς το συμφέρον μου
in my mind
στο νου μου
in my opinion
κατά την γνώμη μου
in my prime
στο άνθος της νιότης μου
in my view
κατά την γνώμη μου
inn
πανδοχείο, χάνι
innate
εγγενής, έμφυτος
innately
έμφυτα
inner
εσωτερικός
inner city
που βρίσκεται μέσα στην πόλη
inner tube
σαμπρέλλα
innervation
εννεύρωση
innings
σείρα μιας ομάδας να χτυπάει
innocence
αθωότητα
innocent
αθώος
innominate
ανώνυμος
in no time
άψε-σβύσε
in no uncertain terms
σαφέστατα
innovation
καινοτομία
innovative
καινοτόμος, νεωτεριστικός
innuendo
νύξη, υπαινιγμός
innumerable
αμέτρητος
inoculate
εμβολιάζω
inoculated
εμβολιασμένος
inoculation
εμβολιασμός
in one fell swoop
με μια κίνηση
in one go
μονορούφι
inopportune
παράκαιρος
in opposition to
ανασχετικά
in order
σε τάξη
in order of
σε σειρά, σε τάξη
in order to
για να
in other words
με άλλα λόγια
in part
εν μέρει
in particular
ειδικά
in pencil
με μολύβι
in perfect order
σε άριστη κατάσταση, σεάριστη κατάσταση
in perpetuity
εις το διηνεκές
in person
αυτοπροσώπως
in place of
στην θέση
in plain clothes
με πολιτικά
in practice
πρακτικά, στην πράξη
in praise of
επαινετικά
in principle
γενικά
in prison
στην φυλακή
in private
ιδιωτικά
in progress
σε εξέλιξη, που γίνεται
in proportion
σε αναλογία
in public
δημοσίως
in pure demotic
σε ακραιφνή δημοτική
inquire
ερευνώ, ζητώ πληροφορίες, ερωτώ
inquire about
ζητώ πληροφορίες για
inquiries
πληροφορίες
inquiring
φιλοπερίεργος
inquiring mind
διερευνητικό πνεύμα
inquiry
ερώτηση, εξέταση, έρευνα, ανάκριση
inquisitiv
περίεργος
inquisitive
αδιάκριτος
inquisitiveness
πολυπραγμοσύνη
inquisitor
ιεροεξεταστής
in range
εντός βεληνεκούς
in reduced circumstances
σε σχετική ένδεια
in relief
ανάγλυφα
in request
σε ζήτηση
in respect of
ως προς
in response to
απαντώντας σε
in return
σε ανταλλαγή
in roadworthy condition
σε καλή κατάσταση
in ruins
ερειπωμένος
inrush
εισροή
insanity
φρενοβλαβεία
inscribe
επιγράφω, χαράζω
inscription
επιγραφή, εγχάραξη
inscrutable
ανεξιχνίατος
in secret
μυστικά
insect
έντομο
insecticidal
εντομοκτόνος
insecticide
εντομοκτόνο
insectivore
εντομοφάγος
insectivorous
εντομοφάγος
insecure
ανασφαλής
insecurity
ανασφάλεια
in self defence
σε αυτοάμυνα
inseminate
γονιμοποιώ
insemination
γονιμοποίηση
insensitive
αναίσθητος, ανεπηρέαστος
insensitively
αναίσθητα
insensitivity
παχυδερμία, αναισθησία
insert
βάζω, εισάγω
insertion
προσθήκη, καταχώρηση
in short
εν συντομία
in short supply
σε έλλειψη
inside
μέσα
insides
έντερα
insidious
επίβουλος
insidiously
επίβουλα
insiduous
ύπουλος, δόλιος
insight
διαίσθηση, επίγνωση, διορατικότητα, ενόραση
in sight of
ορατός από
insignia
γαλόνι, διακριτικό
insignificance
ασημαντότητα
insignificant
ασήμαντος
insincere
ανειλικρινής
insincerely
ανειλικρινώς
in single file
ένας - ένας, ένας πίσω από τον άλλο
insinuate
υπαινίσσομαι, χώνομαι
insinuation
νύξη, υπαινιγμός
insipid
ανούσιος, άγευστος
insist
επιμένω
insist on
επιμένω σε
in situ
επί τόπου
in so far as
καθ'όσον
insolence
αυθάδεια
insolent
θρασύς, αναιδής, ιταμός
insolent ultimatum
ιταμό τελεσίyραφο
insoluble
αδιάλυτος
insolvent
αναξιόχρεος, χρεωκοπημένος, αφερέγγυος
in some quarters
σε ορισμένες περιοχές
in some respects
από μερικές απόψεις
insomnia
αϋπνία
in specific cases
σε καθορισμένες περιπτώσεις
inspect
επιθεωρώ, εποπτεύω
inspection
επιθεώρηση
inspector
ελεγκτής, επιθεωρητής, επόπτης, επόπτης
inspiration
έμπνευση
inspire
εμπνέω
inspired by
εμπνευσμένος
inspiring
που εμπνέει
in spite of
παρά όλα αυτά, παρά
install
τοποθετώ, κάνω εγκατάσταση, εγκαθιστώ, εγκαθιδρύω
installation
εγκατάσταση
installment instalment
δόση πληρωμής
instance
παράδειγμα, περίπτωση, αναφέρω σαν παράδειγμα
instant
στιγμιαίος, στιγμή
instantly
αμέσως, πάραυτα
instead of
αντί, αντί για
instigate
ξεκινώ
instil
ενσταλάζω
instinct
ένστινκτο
instinctive
ενστικτώδης
instinctively
ενστικτωδώς, ενστινκτωδώς
institute
θεσπίζω, επιβάλλω
institution
ίδρυμα, θεσμός
institutional
θεσμικός
institutional life
ζωή σε σωφρονιστικό κατάστημα
in stock
σε απόθεμα, σε στοκ, στην αποθήκη
instruct
δίνω εντολή, διδάσκω
instructions
οδηγίες
instructor
δάσκαλος
instrument
όργανο, εργαλείο
insubordination
απείθεια, ανυπακοή
in succession
διαδοχικά
insufficency
ανεπάρκεια
insufficiency
ανεπάρκεια
insufficient
ανεπαρκής
insulation
μόνωση
insulin
ινσουλίνη
insult
λοιδορώ, προπηλακίζω, προσβάλλω, προσβολή
insulting
προσβλητικός, δηκτικός
insuperable
ανυπέρβλητoς
insurance
ασφάλιση, ασφάλεια
insured
ασφαλισμένος
insurer
ασφαλιστής
insurmountable
ανυπέρβλητος
insurrection
ξεσήκωμα, εξέργεση
in suspense
εναγωνίως, σε αγωνία
intact
άθικτος, ανέπαφος, ακέραιος, άρτιος
intake
εισαγωγή
integer
ακέραιος αριθμός
integral
ακέραιος, ανυπόσπαστος
integral calculus
ολοκληρωτικός λογισμός, ολοκληρωτικός λογισμός
integral part of
αναπόσπαστο μέρος
integrated circuit
ολοκληρωμένο κύκλωμα
integrated personality
ολοκληρωμένη προσωπικότητα
integrity
ακεραιότητα
intellect
νοημοσύνη
intellectual
διανοούμενος, πνευματικός, διανοητικός
intellectually
διανοητικά
intelligent
έξυπνος
intelligently
έξυπνα
intelligentsia
διανοούμενοι
intend
σκοπεύω
intended for
που απευθύνεται προς
intend to
σκοπεύω, σκοπεύω να
intense
έντονος, εντατικός
intensification
επαύξηση, εντατικοποίηση
intensity
ένταση
intensive
εντατικός, επιτακτικός
intensively
εντατικά
intent
πρόθεση, σκοπός
intention
πρόθεση, σκοπός, προαίρεση
intentionally
επίτηδες, σκόπιμα
intention of
σκοπός να
intently
με προσήλωση
inter
ενταφιάζω
interacial
διαφυλετικός
interaction
αλληλοεπίδραση
interactive
αλληλεπιδρών
interbreeding
επιμειξία
intercept
ανακόπτω, τέμνω, αναχαιτώ
intercession
μεσολάβηση, μεσιτεία
interchange
εναλλαγή
intercourse
συνουσία
interdependency
αλληλεξάρτηση
interest
ενδιαφέρον, τόκος, επιτόκιο
interested
ενδιαφερόμενος
interest free
άτοκος
interesting
ενδιαφέρων
interest rates
τόκοι
interface
διασύνδεση
interfere
επεμβαίνω, παρεμβαίνω
interfere in
παρεμβαίνω
interference
παρεμβολή
interfere with
παρεμβαίνω
intergranular
περικρυσταλλικός
interior
εσωτερικό
interject
παρεμβάλλω
interlink
αλληλοσυνδέω
interlocutor
συνομιλητής
interlude
διάλειμμα
intermediary
μεσίτης, μεσάζων
intermediate
ενδιάμεσος, μεσαίος
interminable
ατελείωτος
interminably
ατελείωτα
intermingle
σμίγω
intermission
διάλειμμα
intermittent
διαλείπων
intermittently
κατα διαστήματα
in terms of
από τη σκοπιά, ως προς
intern
θέτω υπό περιορισμό, ιατρός, φυλακιζόμενος
internal
εσωτερικώς, εσωτερικός
internal combustion
εσωτερική καύση
international
διεθνής
internationally
διεθνώς
Internet
διαδίκτυο
internet
διαδίκτυο
internment
περιορισμός σε στρατόπεδο, εγκλεισμός
interplanetary
διαπλανητικός
interpolate
αντιπαρεμβάλλω
interpret
ερμηνεύω
interpretation
ερμηνεία
interpreter
διερμηνέας
interpretive
ερμηνευτικός
interrogate
ανακρίνω
interrogation
ανάκριση
interrogatory
ανακριτικός
interrupt
διακόπτω
interruption
διακοπή
intersection
διατομή
interval
διάλειμμα, διάστημα
intervening
που μεσολαβεί
intervention
διαπλοκή, μεσολάβηση
interview
παίρνω συνέντευξη, συνέντευξη
intestate
χωρίς διαθήκη
intestine
έντερο
intestines
έντερα
in the 90s
στην δεκαετία του '90
in the absence of
εν απουσία
in the background
στο φόντο
in the back of beyond
στου διαβόλου τη μάνα
in the beginning
στην αρχή
in the best light
από την καλύτερη πλευρά
in the dead of night
στα μαύρα μεσάνυχτα
in the end
τελικά
in the event of
στην περίπτωση
in the event that
στη περίπτωση που
in the field of
στον τομέα
in the form of
υπό μορφήν
in the galleys
στα κάτεργα
in the lap of luxury
με μεγάλη άνεση και πολυτέλεια
in the last resort
σε έσχατη περίπτωση
in the long run
μακροπρόθεσμα
in the meantime
εν τω μεταξύ
in the middle of nowhere
στου διάλου τη μάννα
in the midle of nowhere
στου διαβόλου τη μάνα
in the mists of time
στην άχλη του χρόνου
in the name of
εν ονόματι
in the news
στις ειδήσεις
in the open air
στο ύπαιθρο
in theory
θεωρητικά
in the pipeline
στα σκαριά
in the pouring rain
στην ραγδιαία βροχή
in the public eye
στο φως της δημοσιότητας
in the red
χρεωμένος
in the region of
περίπου, γύρω
in the right
έχω δίκαιο
in the twentieth century
στον εικοστό αιώνα
in the unlikely event that
αν παρά πάσαν ελπίδα
in the wake of
στο πέρασμα, ως επακόλουθο
in the way
στην μέση
in the wild
στο φυσικό του περιβάλλον
in the wings
παρασκηνιακός, στα παρασκήνια
in the wrong
δεν έχω δίκαιο
in this day and age
στις μέρες μας
in this neck of the woods
εδώ τριγύρω
in this respect
σε ό τι αφορά αυτό
intimate
οικείος, ενδόμυχος, στενός
in time
έγκαιρος, έγκαιρα
intimidate
εκφοβίζω
intimidating
εκφοβιστικός
intimidation
φοβέρα, εκφοβισμός
intimidatory
εκφοβιστικός
in tiptop condition
σε άριστη κατάσταση
into
μέσα σε
intolerable
ανυπόφορος
intolerance
έλλειψη ανοχής
intolerant
μη ανεκτικός
in toto
συνολικά
in touch
σε επαφή
intoxicating
μεθυστικός
intracapsular
ενδοκαψικός
intractable
επίμονος, ατίθασσος
intransigence
αδιαλλαξία
intransitive verb
αμετάβατο ρήμα
intravenous injection
ενδοφλέβιος ένεση
intrepid
ατρόμητος
intrepidity
αφοβία
intricacy
περιπλοκή
intricate
περίπλοκος
intricately
περίπλοκα
intrigue
κινώ την περιέργεια
intriguing
ραδιούργος, αξιοπερίεργος
intrinsic value
εσωτερική αξία
introduce
εισάγω, συστήνω
introduce new matters
εισάγω καινά δαιμόνια
introduction
εισαγωγή
introductory
εισαγωγικός
introspective
εσωστρεφής, ενδοσκοπικός
introvert
εσωστρεφής
intruder
εισβολέας
intrusion
εισβολή
intuitive
διαισθητικός
in tune with
σε αρμονία με
in turn
με την σειρά του, εκ περιτροπής
in two
στη μέση
inundate
κατακλύζω, πλημμυρίζω
in uniform
σε στολή
in use
στην χρήση
invade
εισβάλλω
invader
εισβολέας
in vain
μάταια
invalid
ανάπηρος
invalidate
ακυρώ
invalidation
παραγραφή, ακύρωση
invalidity
ανίσχυρον, άκυρον, ακυρότητα
invaluable
ανεκτίμητος
invariably
πάντα, συνεχώς, αμετάβλητα
invasion
εισβολή
inveigh against
καταφέρομαι
invent
εφευρίσκω
invention
εφεύρεση
inventive
εφευρετικός, επινοητικός
inventor
εφευρέτης
inversion
αναστροφή, αντιστροφή
invert
αναποδογυρίζω, ανατρέπω
invertebrate
ασπόνδυλος
invest
εξουσιοδοτούμαι, διορίζομαι, επενδύω
investigation
διερεύνηση, έρευνα
investment
επένδυση
investor
επενδυτής
in view of
λαμβάνοντας υπ?όψιν, λαμβάνωντας υπ'όψιν, εν όψει
invigilation
επιτήρηση
invigilator
επιτηρητής
invigorating
τονωτικός
invisible
αθέατος, αόρατος
invitation
πρόσκληση
invitation to
πρόσκληση σε
invite
προσκαλώ
invite to
προσκαλώ σε
invite to a party
προσκαλώ σε πάρτι
in vitro fertilisation
τεχνητή γονιμοποίηση
invocation
επίκηση, επίκληση
invoke
επικαλούμαι
involuntary
ακούσιος
involution
παλινδρόμηση, perit, περιτύλιξη
involve
εμπλέκομαι, εμπλέκω, περιλαμβάνω, μπλέκω
involvement
συμμετοχή, εμπλοκή, ανάμιξη, μπλέξιμο
involve oneself in
συμμετέχω σε
involving
που συμπεριλαμβάνει
invulnerable
άτρωτος
inwards
προς τα μέσα
in width
σε φάρδος
in wonder
με απορία
inwrought
ένθετος
inxeperienced
αδαής
iodine
ιώδιο
ion
ιόν
ionize
ιονίζω
ionizer
ιονιστής
IP
πρωτόκολλο Ιντερνετ
ip
πρωτόκολλο Ιντερνετ
I proved his innocence
απέδειξα την αθωότητά του
i proved his innocence
απέδειξα την αθωότητά του
I puke my guts up
κάνω εμετό
i puke my guts up
κάνω εμετό
Iran
Ιράν
iran
Ιράν
I rang up the hospital
τηλεφώνησα στο νοσοκομείο
i rang up the hospital
τηλεφώνησα στο νοσοκομείο
Iraq
Ιράκ
iraq
Ιράκ
irascibility
οξυθυμία
irascible
οξύθυμος
irate
οργισμένος
Ireland
Ιρλανδία
ireland
Ιρλανδία
iris
ίρις
irish
ιρλανδικός
Irishman
Ιρλανδός
irishman
Ιρλανδός
irksome
δυσάρεστος
iron
σιδερένιος, σίδερος, σιδερώνω
ironically
ειρωνικά
ironing board
σιδερώστρα
ironware
σιδερικά
irony
ειρωνία
irrefutable
αναμφίβολος, αδιάψευστος
irregular
ανώμαλο, ανώμαλος
irregularity
ανωμαλία, παρατυπία
irregularly
ανώμαλα
irrelevancy
κάτι άσχετο, ασχετοσύνη
irrelevant
άσχετος
irrepresible
ακατάσχετος
irreproachable
άμεμπτος
irresistible
ακαταμάχητος, ακατανίκητος
irresponsible
ανεύθυνος
irresponsibly
ανεύθυνα
irreverence
ασέβεια
irreverent
ασεβής, ανευλαβής
irreversible
αμετάτρεπτος, αμετάκλητος
irridation
βομβαρδισμός με ακτινοβολία
irrigate
αρδεύω
irrigation
άρδευση
irritable
ευέξαπτος, οξύθυμος
irritant
ερεθισιτικός
irritate
παρενοχλώ, ενοχλώ, ερεθίζω
irritated
παρενοχλημένος
irritating
ενοχλητικός
I sat down
έκατσα
i sat down
έκατσα
is called
ονομάζεται, αποκαλείται
I shuffle my feet
σέρνω με τα πόδια
i shuffle my feet
σέρνω με τα πόδια
isinglass
ιχθυόκολλα
Islam
Ισλάμ
islam
Ισλάμ
Islamic
Ισλαμικός
islamic
Ισλαμικός
island
νησί
islander
νησιώτης
isle
νησάκι
islet
νησίδα
is liable to
υποκιέται σε
isolate
απομονώνω, διαχωρίζω
isolated
απομονωμένος
isolated incident
μεμονωμένο περιστατικό
isolation ward
απομονωτήριο
I spat
έφτυσα
i spat
έφτυσα
is prescribed for fever
ενδείκνυται κατά του πυρετού
I squared my conscience
ησύχασα την συνείδηση
i squared my conscience
ησύχασα την συνείδηση
Israel
Ισραήλ
israel
Ισραήλ
israeli
ισραηλινός
is recommended
συνιστάται
is set
τοποθετείται
issue
απορροία, αντίτύπο, θέμα, τεύχος, χορήγηση, εκδίδω
issue to
παρέχω
I stole
έκλεψα
i stole
έκλεψα
I stood
στάθηκα
i stood
στάθηκα
it
αυτό
it's
αυτό είναι
it's pouring
βρέχει καταρρακτωδώς
it's raining
βρέχει
it's sour grapes
όμφαες εισίν, όμφακες εισίν
Italian
Ιταλός
italian
Ιταλός
italics
πλάγια γράμματα
Italy
Ιταλία
italy
Ιταλία
it buttons up
κουμπώνει
itch
κνίδωση, φαγούρα
it cost me a bomb
μού κόστισε ο κούκος αηδόνι
it costs
κοστίζει
it didn't dawn on me
δεν το πήρα χαμπάρι, δεν το συνειδητοποίησα
it didn't go unnoticed
δεν έμεινε απαρατήρητο
it doesn't matter
δεν πειράζει
it does not sit well with
δεν του πάει καλά
item
πράγμα, κομμάτι
iterate
επαναλαμβάνω, ξαναλέω
it fits me
μου κάνει
it follows that
έπεται ότι, εξυπακούεται
it gets me down
με καταθλίβει
it gets on my nerves
μου τη δίνει στα νεύρα
it gives you a thrill
σε συναρπάζει
it has crept in
μπήκε κρυφά
itinerary
δρομολόγιο
it is
αυτό είναι
it is based on
βασίζεται σε
it is crowded
είναι φίσκα
it is forbidden to
απαγορεύεται να
it is fun
είναι πλάκα
it is home to
είναι ο τόπος που ζεί
it is in need of repair
χρειάζονται επισκευές
it is in your hands
είναι στο χέρι σου, εξαρτάται από σένα
it is likely
ενδέχεται
it is not allowed
δεν επιτρέπεται
it is nothing short of
είναι σχεδόν
it is not paralleled
δεν έχει κάτι το ανάλογο
it is prohibited to
απαγορεύεται
it is raining cats and dogs
βρέχει καρεκλοπόδαρα
it is rumoured that
διαδίδεται μία φήμη
it is to your advantage
σας συμφέρει
it is unnecessary to talk
παρέλκει κάθε συζήτηση
it is used for
χρησιμοποίεται
it is worth
αξίζει
it jolts you
σε ταράζει, τραντάζει
it never crossed my mind
δεν πέρασε από το νου μου
I took
πήρα
i took
πήρα
it poses no danger
δεν υπάρχει κίνδυνος από
it proved to be
αποδείχθηκε να είναι, αποδείχθηκε
it proved to be difficult
αποδείχθηκε να είναι δύσκολο
it proved valuable
αποδείχθηκε πολύτιμο
it remains to be seen
απομένει να δούμε
it rests with
επανοκείται
its
το δικό του
it seems to me that
μου φαίνεται ότι
itself
το εαυτό του . αυτό το ίδιο, το εαυτό του
it suits you
σου πηγαίνει
it takes its toll
γίνεται εμφανές
it took my fancy
μου άρεσε, μου γυάλισε το μάτι
it was
ήταν, αυτό ήταν
it was a tight squeeze
στρυμωχθήκαμε, στρυμώχθηκα
it was destined
επέπρωτο
it was infested with
λυμαίνεται από
it was infested with rats
λυμαίνεται από αρουραίους
it was raining cats and dogs
η βροχή έπεφτε ραγδαία
it was swarming with rats
έβριθε με αρουραίους
it wears me out
με κουράζει
it will do you good
θα σου κάνει καλό
it zips up
κλείνει με φερμουάρ
i used to fight
μαχόμουν
ivory
ελεφαντόδοντο
ivory gull
αρκτικόγλαρος
ivy
κισσός
I was
ήμουν, εγώ ήμουν
i was
ήμουν, εγώ ήμουν
I was fighting
μαχόμουν
i was fighting
μαχόμουν
I wasn't born yesterday
δεν τρώω πίτουρα
i wasn't born yesterday
δεν τρώω πίτουρα
I was on my way to work
πήγαινα στην δουλειά
i was on my way to work
πήγαινα στην δουλειά
I will cross your name out
θα διαγράψω το ονομά σου
i will cross your name out
θα διαγράψω το ονομά σου
I will lend it to you
θα σου το δανείσω
i will lend it to you
θα σου το δανείσω
I will make you fishers of men
ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων
i will make you fishers of men
ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων
I will speak to him about it
θα του μιλήσω γιά αυτό
i will speak to him about it
θα του μιλήσω γιά αυτό
I won
κέρδισα
i won
κέρδισα
I wore
φόρεσα
i wore
φόρεσα
I wrote
έγραψα
i wrote
έγραψα
jab
μπηχτή
jabber
ψιττακίζω
jack
γρύλος
jackal
τσακάλι
jackboot
μπότα μπο φτάνει ως το γόνατο
jackdaw
κάργα
jacket
σακάκι
jack of all trades
πολυτεχνίτης
jackpot
τζάκποτ
jack snipe
κουφομπεκάτσινο
jack up
αυτοανυψόμενος
jade
νεφρίτης
jagged
γεμάτος προεξοχές, μυτερός
jaguar
ιαγουάρος
jail
φυλακή
jailor
δεσμοφύλακας
jam
συνωστισμός, μαρμελάδα, μαρμαλάδα, μπελτές
jamming
παρεμβολή
janitor
επιστάτης κτίριου
January
Ιανουάριος
january
Ιανουάριος
Japan
Ιαπωνία
japan
Ιαπωνία
Japanese
Γιαπωνέζος
japanese
Γιαπωνέζος
jar
υάλινο δοχείο, βαζάκι
jargon
επαγγελματική διάλεκτος
jaundice
ίκτερος, ίκτερο
javelin
ακόντιο
jaw
σαγόνι
jay
κίσσα
jaywalker
αφηρημένος πεζός
jazz
τζαζ
jealous
ζηλιάρης
jealous of
ζηλεύω
jealousy
ζήλια
jean jacket
σακάκι τζιν
jeans
τζιν
jeep
τζηπ, τζίπ, τζιπ
jeer
λοιδορώ, λοιδορία
jejune
στείρος, άγονος
jelly
ζελές
jellyfish
μέδουσα
jerk
βλαμμένος, κλονισμός, τράνταγμα, κόπανος
jerking
τίναγμα, τράνταγμα
Jerusalem artichoke
κολλοκάτσια, κολοκάσι
jerusalem artichoke
κολλοκάτσια, κολοκάσι
jester
γελωτοποιός
Jesus Christ
Χριστός
jesus christ
Χριστός
jet
πετώ, αεριωθούμενο
jetfoil
ιπτάμενο δελφίνι
jet propulsion
αεριοπροώθηση
Jew
Εβραίος
jew
Εβραίος
jewel
κόσμημα
jewellery
κοσμήματα
jewels
κοσμήματα
jigsaw
πάζλ
job
δουλειά
jockey
αναβάτης, τζόκεϊ
jocular
αστείος, ευτράπελος
jogging suit
αθλητική φόρμα
John the Baptist
ο ’γιος Ιωάννης ο Πρόδρομος
john the baptist
ο ’γιος Ιωάννης ο Πρόδρομος
join
ενώνω, συνδέω, κατατάσσομαι, συνενώνω
join a party
γίνομαι μέλος ενός κόμματος
join in
συμμετέχω
joining
ενωτικός
joint
κοινός, άρθρωση, κοψίδι, γόμφος, τσιγαριλίκι
joint account
κοινός λογαριασμός
jointly responsible
συνυπεύθυνος
joint possession
συγκατοχή
joint session
κοινή συνεδρίαση
joint stock company
μετοχική εταιρεία
joint venture
κοινοπραξία
join up
κατατάσσομαι
joke
κάνω πλάκα, αστιεύομαι, αστείο, σκέρτσο
jokingly
αστεία
jolly
κεφάτος, εύθυμος
jolt
τραντάζω
Jordan
Ιορδανία
jordan
Ιορδανία
jostle
σπρώχνω, σκουντώ
jotter
σημειωματάριο
journalism
δημοσιογραφία
journalist
δημοσιογράφος
journalistic
δημοσιογραφικός
journalists
δημοσιογράφοι
journey
ταξίδι, ταξιδεύω
joust
κονταρομαχώ
jousting
κονταρομαχία
jovial
κεφάτος, εύθυμος, ευδιάθετος
joy
χαρά, μεγάλη χαρά
joyfully
χαρούμενα
jubilant
περιχαρής, ενθουσιώδης
judge
κρίνω, δικάζω, δικαστής, κριτής
judgement
κρίση, απόφαση δικαστηρίου
judges
κριτές
judging from
κρίνωντας
judicial
δικαστικός, δικανικός
judiciary
δικαστικός
judicious
συνετός, νουνεχής
judo
τζούντο
jug
κανάτα
juggernaut
νταλίκα
juggle
κάνω ταχυδακτυλουργίες, κάνω ταχυδαχτυλουργία
jugs
μπαλκόνια
juice
ζουμί, χυμός
juicy
χυμώδης, ζουμερός
July
Ιούλιος
july
Ιούλιος
jump
πηδώ
jumper
πουλόβερ
jump to conclusions
βγάζω βεβιασμένα συμπεράσματα
junction
διασταύρωση
June
Ιούνιος
june
Ιούνιος
jungle
ζούγκλα
junior
νεώτερος, υφιστάμενος, μικρότερος
junior high
γυμνάσιο
juniper
άρκευθος
junk
παλιά άχρηστα πράγματα, κινέζικο ιστιοφόρο
junk food
έτοιμο ανθυγιεινό φαγητό
jurisdiction
δικαιοδοσία
jurisprudence
νομολογία, νομική επιστήμη
juror
ένορκος
jury
οι ένορκοι
just
δίκαιος, μόλις
just around the corner
μόλις στρίψεις
justice
δικαιοσύνη
justifiable
δικαιολογημένος
justification
δικαιολογία, αιτιολογία, τεκμηρίωση
justify
δικαιώνω, δικαιολογώ
jut out
προεξέχω
juvenile
ανώριμος, νεανικός
juvenile court
δικαστήριο ανελίκων
juvenile delinquency
εγκληματικότητα ανηλίκων
juxtapose
αντιπαραθέτω, παραθέτω
juxtaposition
αντιπαράθεση, παράθεση, αντιδιαστολή
kaleidoscope
ειδωλοσκόπιο
kangaroo court
λαϊκό δικαστήριο
karate
καράτε
keel
καρίνα
keen
οξυδερκής, ενδιαφερόμενος
keener
οξύτερος
keenly
έντονα, διορατικά
keen on
ενδιαφερόμενος για
keen sense of humour
οξεία αίσθηση του χιούμορ
keep
κατακρατώ, εξακολουθώ, κρατώ
keep alert
επαγρυπνώ
keep a low profile
αποφεύγω την δημοσιότητα
keep a straight face
κρατώ μία σοβαρή έκφραση, καταφέρνω να μην γελάσω
keep at
εξακολουθώ να
keep at arm's length
κρατώ σε απόσταση
keep back
κρατώ σε απόσταση, κατακρατώ
keep calm
μείνετε ήρεμος
keep down
μένω κάτω
keep fit course
σειρά μαθημάτων γυμναστικής
keep from
εμποδίζω
keep going
συνεχίζω να προχωρώ
keep house
κρατώ το σπίτι
keep in
συγκρατώ
keep mum
λουφάζω
keep off
μην πατώ
keep on
συνεχίζομαι, εξακολουθώ
keep one's chin up
κρατώ το κεφάλι ψηλά
keep one's temper
κρατώ την ψυχραιμία
keep pace with
συμβαδίζω με
keep records
κρατώ αρχεία
keep secret
τηρώ μυστικότητα
keep something to oneself
κρατώ κάτι μυστικό
keep tabs on
παρακολουθώ
keep the fire going
συντηρώ τη φωτιά
keep up
διατηρώ, συνεχίζω με
keep up with
προφταίνω, συμβαδίζω με
keep watch
φυλάω τσίλιες
kelp
φύκι
kennel
σπιτάκι σκύλου
Kentish plover
θαλασσοσφυριχτής
kentish plover
θαλασσοσφυριχτής
kept
κράτησα
kerb
ρείθρο πεζοδρομίου
kernel
ψίχα, πυρήνας
kerosene
κηροζίνη
kestrel
γεράκι, βραχοκιρκίνεζο
key
κλειδί
keyboard
κλαβιέ, πληκτρολόγιο
keyed-up
σε αγωνία
kick
κλοτσώ
kick over the traces
σηκώνω κεφάλι
kid
παιδί, πιτσιρίκος, κατσικάκι, κάνω πλάκα
kidnapper
απαγωγέας
kidnapping
αρπαγή, απαγωγή
kidney
νεφρό
kill
σκοτώνω
killdeer
διπλοσφυριχτής
killer
δολοφόνος
killer whale
όρκα
killing
δολοφονία
kilo
κιλό
kilogram
κιλό
kilometre
χιλιόμετρο
kilt
σκοτσέζικη φούστα
kind
καλός, ευγενικός, είδος
kindergarten
παιδικός σταθμός
kind-hearted
καλόκαρδος
kindle
ανάβω, διεγείρω, εξάπτω
kindly
ευγενικά
king
βασιλιάς, ρήγας
kingdom
βασιλείο, βασίλειο
kingfisher
αλκύονα
kiosk
περίπτερο
kismet
πεπρωμένο
kiss
φιλί, φιλώ, φίλημα
kit
εξοπλισμός
kitchen
κουζίνα
kitchen unit
συγκρότημα κουζίνας
kite
χαρταετός
kitten
γατάκι
kiwi
ακτινίδιο
knack
κολάι
knead
μαλάζω
kneading
πλάσιμο
knee
γόνατο
knee-cap
επιγονατίδα
kneel
γονατίζω
kneel down
γονατίζω
knee-length
ως τα γόνατα
knew
γνώριζα, ήξερα
knickers
βράκες
knife
knives μαχαίρι
knight
ιππότης
knighthood
ιπποσύνη
knit
ζαρώνω, πλέκω, θρέφω
knives
μαχαίρια
knob
χερούλι
knock back
πίνω
knocker
ρόπτρο θύρας
knockers
βυζιά, μπαλκόνια
knocking
χτύπημα
knock it back
το κοπανάω
knock off school
κάνω σκασιαρχείο
knock out
κάνω νοκ-άουτ
knot
δένω, φιόγκος, σχηματίζω κόμπο, κόμβος, ρόζος
knotted
με κόμπο
knotty
γεμάτος ρόζους, δυσεπίλυτος, ροζιάρικός
know
ξέρω, γνωρίζω
knowing
πάνουργος, εν γνώσει
knowledge
γνώσεις, γνώση
knowledgeable
καλά πληροφορημένος, γνώστης
known
γνωστό
know the ropes
ξέρω την δουλειά καλά
know thyself
γνώθι σαυτόν
knuckle under
υποτάσσομαι
kohlrabi
γογγυλοκράμβη
kowtow
κάνω τεμενά, προσπέφτω
l
οδηγώ
lab
εργαστήριο
label
ετικέτα, βάζω ετικέτα
laboratory technician
τεχνικός εργαστηρίου
laborious
πολύμοχθος, κοπιαστικός
labour
εργασία, εργατικό κόμμα, κοπιάζω, εργάζομαι
labourer
εργάτης
labour pains
ωδίνες του τοκετού
labyrinth
λαβύρινθος
laceration
ρήξη, κατατεμαχισμός, σχίση
lack
έλλειψη, υστέρημα
lackadaisical
απαθής
lack of malice
ακακία
lack of openness
αδιαφάνεια
lacy
με δαντέλα
lad
παιδί
ladder
σκάλα
lady
κυρία
ladybird
πασχαλίτσα
lag
υστέρηση
lager
λάγκερ
lake
λίμνη
lama
λάμα
lamb
αρνί
lame
κουτσός
lament
μοιρολογώ, θρήνος, θρηνώ, οδυρμός
lamentable
αξιοθρήνητος
lamenting
πένθος
lamina
έλασμα
lamination
λεπίδωση, ελασματοποίηση
lamp
λυχνία, λάμπα
lampholder
ντουϊ
lampoon
σατιρίζω, σάτιρα
lancer
λογχοφόρος
land
προσγειώνομαι, προσγειώνω, έδαφος
landfill
χωματερή
landholder
γαιοκτήμμονας
landing
προσγείωση, πλατύσκαλο
landing gear
σύστημα προσγειώσεως
landing net
απόχη
landlord
νοικοκύρης
landmark
οροθεσία, ορόσημο
landowner
γαιοκτήμμονας
landscape
διαμορφώνω εξωτερικό χώρο, τοπίο
landslide
κατολίσθηση
landslide victory
συντριπτική νίκη
landslip
καθίζηση
lane
λωρίδα, δρομάκι, πάροδος
langoustine
καραβίδα
language
γλώσσα
languages
γλώσσες
language school
φροντιστήριο ξένων γλωσσών
languish
ατονώ
languish in prison
ρέβω στην φυλακή
lanky
ψηλόλιγνος
lanner
χρυσογέρακας
lanolin
λανολίνη
lantern
φαναράκι, φανάρι, φανός
lanyard
αναδέτης
lap
γύρος, παφλάζω, γόνατα, πλαταγίζω, φλοισβίζω
lapel
ρεβέρ, πέτο
lap of honour
επινίκιος γύρος
lapping
που παφλάζει
lapse
παραδρομή, πέφτω
lapsus
ολίσθημα
lapsus linguae
παραδρομή
laptop
φορητός υπολογιστής
lapwing
καλημάνα
larceny
κλοπή
larch
λάριξ
lard
λαρδί
lard with
διανθίζω
large
μεγάλος
large firm
μεγάλη επιχείρηση
large intestine
παχύ έντερο
largely
κατά πολύ
large scale
μεγάλου κλίμακα
largesse
γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία
large village
κεφαλοχώρι
largish
μεγαλούτσικος
lariat
λάσο
lark
κορυδαλλός
larkspur
δελφίνιο το αιάντιο
larva
προνύμφη, κάμπια
lascivious
λαγνός
lascivious look
οφθαλμοπορνεία
laser
λέηζερ
lash
λοιδορώ, μαστίζω
lash out against
καυτηριάζω
last
τελευταίος, φτουρώ, διαρκώ
last but one
προτελευταίος
lasting
διαρκείας
last minute
της τελευταίας στιγμής
last month
το περασμένο μήνα
last week
την περασμένη εβδομάδα
last year
πέρσι
latch
μανταλώνω, μάνταλο
late
αργά, αργός, όψιμος, αποθανών
lately
πρόσφατα
lateness of the hour
η προχωημένη ώρα
latent
λανθάνων, κρυμμένος
latent heat
λανθάνουσα θερμότητα
later
αργότερος, αργότερα
lateral
πλάγιος
lateral displacement
εγκάρσια μετατόπιση
lateral offshoot
με πλάγια εκτροπή
lateral rectus
ο έξω ορθός μυς του οφθαλμού
lateral thinking
εναλλακτική σκέψη
latest
πρόσφατος, πιο καινούριος
lathe
τόρνος
latitude
γεωγραφικό πλάτος
latter
τελευταίος, ο τελευταία αναφερόμενος
latter-day
σύγχρονος
lattice
δικτυωτό, πλέγμα, καφέσι
Latvia
Λετονία
latvia
Λετονία
laudable
επαινετός
laudation
εγκώμιο, έγκώμιο
laugh
γελώ
laughing gas
ιλαρυντικό αέριο
laughing stock
περίγελος, ρεζίλι
laughter
γέλια
launch
καθελκύω, εξαπολύω, εκτοξεύω
launching
εκτόξευση, καθέλκυση
launch vehicle
όχημα εκτόξευσης
launderette
καθαριστήριο
laundry room
αίθουσα με πλυντήρια
laurel
δάφνη
lavatory
αποχωρητήριο
lavender
λέβαντα
lavish
επιδαψιλεύω, πολυτελής
lavishly
με πολυτέλεια
lavishness
επιδαψίλευση
law
νόμος
law abiding
νομοταγής
law and order was disrupted
καταλύθηκε η έννομη τάξη
lawful
νόμιμος
lawn
γκαζόν, πελούζα
lawnmower
μηχανή που κόβει το γρασίδι
lawsuit
δίκη
lawyer
δικηγόρος
lax
χαλαρός, ελαστικός, λάσκος
laxative
καθαρτκό
lay
τοποθετώ χάμω, ξαπλώνω, κοσμικός, στρώνω
lay bare
ξεσκεπάζω
lay before
παρουσιάζω
lay-by
χώρος για στάση
lay claim to
διεκδικώ
lay down
καταθέτω, ξαπλώνω
layer
στρώμα
layer of coal
στρώμα άνθρακα
lay eyes on
ρίχνω το βλέμμα μου σε
layout
διαρρύθμιση
lay out
στρώνω
lay up a ship
βάζω ένα πλοίο στην εφεδρεία
lazily
οκνηρά, με νωχέλια, τεμπέλικα
laziness
οκνηρία
lazy
τεμπέλης, νωχελής
lazy bastard
κοπρίτης
Leach's petrel
κυματοβάτης
leach's petrel
κυματοβάτης
leaching
έκπλυση
lead
μόλυβδος, λουρί, ηγούμαι
lead a dissipated life
κάνω άσωτη ζωή
lead astray
αποπλανώ
leader
ηγήτορας, ηγέτης, ηγεμόνας, αρχηγός
leadership
ηγεμονία, ηγεσία
leading
ηγετικός, κορυφαίος
leading role
πρωταγωνιστικός ρόλος, πρωταγωνιστής
lead to
οδηγώ σε
lead to a dead end
οδηγώ σε αδιέξοδο
leaf
φύλλο
leaflet
φυλλάδιο
leaf through
ξεφυλλίζω
league
πρωτάθλημα, συνασπισμός, κατηγορία
League of Nations
Η Κοινωνία των Εθνών
league of nations
Η Κοινωνία των Εθνών
leak
διαρροή, διαρρέω, αφήνω να διαρρεύσει
leakage
διαφυγή, διαρροή
lean
άπαχος, κλίνω, ακουμπώ, γέρνω
lean on
στηρίζομαι
leap
πηδώ, κάνω άλμα, αναπηδώ, χοροπηδώ
leap frog
καβάλες
leap-year
δίσεκτο έτος
learn
μαθαίνω
learn by heart
αποστηθίζω
learned
λόγιος, πολυμαθής
learning
μάθηση
learn off by heart
μαθαίνω απ' έξω
lease
εκμίσθωση, μίσθωση, μίσθωση με συμβόλαιο
leasing
εκμίσθωση
least
ελάχιστο, το ελάχιστον, ελάχιστος
leather
δερμάτινος, βύρσα
leather jacket
δερμάτινη σακάκι
leather like
δερματοειδής
leather sole
δερμάτινη σόλα
leave
φεύγω, παραιτούμαι, παρατάω
leave a room
βγαίνω
leave a tip
αφήνω φιλοδώρημα
leave in the lurch
αφήνω στα κρύα του λουτρού
leave on
αφήνω ανοικτό συσκευή
leave out
αφήνω κλειστό
leave port
αποπλέω
leave school
τελειώνω το σχολείο
leaving
που αναχωρεί
lecture
νουθετώ, διάλεξη
lecturer
υφηγητής
led
καθοδήγησα, οδήγησα
ledge
πρεβάζι, χείλος, άκρο γκρεμού
leek
πράσο
leeward
απάνεμο μέρος
left
άφησα, που μένει, έφυγα, αριστερός
leftover
απομεινάρι, περισσευούμενος
left over
που ξέμεινε
leg
πόδι, στάδιο
legal
νόμιμος
legal action
αγωγή
legal holder
νόμιμος κάτοχος
legalise
νομιμοποιώ
legalised
νομιμοποιημένος
legality
νομιμότητα
legally
νόμιμα
legal status
ικανότητα δικαίου
legend
θρύλος
legendary
μυθικός, θρυλικός
leggings
κολάν
legible
ευανάγνωστος
legion
λεγεώνα
legislate
νομοθετώ
legislation
νομοθεσία, θεσμοθέτηση, νομοθετική ρύθμιση
legislative
νομοθετικός
legitimacy
νομιμότητα
legitimate
νόμιμος
leg of pork
μπουτί χοίρου
legs
σκέλη, ορθοστάτες
legumes
όσπρια
leisure
ελεύθερος χρόνος
leisurely
σιγανός
lemma
λήμμα
lemon
λεμόνι
lemonade
λεμονάδα
lemon tree
λεμονιά
lend
δανείζω
lend a hand
βοηθώ, δίνω ένα χέρι
lender
δανειστής
lending
δανεισμός
length
μήκος
lengthening
επιμήκυνση
lengthwise
κατά μήκος
lengthy
εκτενής, μακροσκελής
lens
φακός
Lent
Σαρακοστή
lent
Σαρακοστή
lentils
φακές
Leo
Λέων
leo
Λέων
leopard
λεοπάρδαλη
leotard
εφαρμοστή φόρμα
leprosy
λούβα, λώβα, λέπρα
lesbian
λεσβία
lesion
αλλοίωση, κάκωση
less
λιγότερος
lessen
μειώνω, μικραίνω, ελαττώνω
lessening
που λιγοστεύει
lesser black backed gull
μελανόγλαρος
lesser golden plover
χρυσοπούλι
lesser grey shrike
γαϊδουροκεφαλάς
lesser kestrel
κιρκινέζι
lesser known
μίνορος
lesser spotted eagle
κραυγαετός
lesser white fronted goose
νανόχηνα
lesser yellowlegs
κιτρινοσκέλης
lesson
μάθημα
let
ενοικιάζομαι, αφήνω
let alone
πόσο μάλλον
let down
απογοητεύω, κατεβάζω
let go
μολάρω
let go of
αφήνω
lethal
φονικός
lethal weapon
φονικό όπλο
let in
αφήνω κάποιο να μπεί, επιτρέπω την είσοδο σε
let off
τη χαρίζω, αφήνω ατιμώρητο
let off steam
ξεθυμαίνω, χαλαρώνω
let one's hair down
τα ρίχνω όλα έξω, ξεδίνω
let oneself go
το ρίχνω έξω
let out
φαρδαίνω, απελευθερώνω
let slip
αφήνω να μου ξεφύγει
letter
γράμμα
letters of introduction
συστατικά γράμματα
let the clutch out
αφήνω την απομόνωση
let through
αφήνω να περάσει
letting
νοίκιασμα
lettuce
μαρούλι
let up on
φέρομαι λιγότερο αυστηρά
leucopenia
λευκοπενία
leukaimia
λευχαιμία
levant sparrowhawk
σαΐνι
level
επίπεδο
level crossing
ισόπεδη διάβαση
level-headed
ψύχραιμος, ήρεμος
lever
μοχλός
leverage
επιρροή, δύναμη μοχλού
levitate
μετεωρίζομαι
levy a tax
εισπράττω φόρο
lewd
λαγνός, ασελγής
liability
δωσιδικία, ευθύνη, παθητικό
liable
δωσίλογος, υπεύθυνος για
liable to
υπεύθυνος, υποκείμενος, υπόχρεος
liaise
εκτελώ χρέη συνδεσμού
liaison officer
αξιωματικός σύνδεσμος
liar
ψεύτης
liason officer
στρατιωτικός σύνδεσμος
libellous
δυσφημιστικός
liberal
φιλελεύθερος
liberation
χειραφέτηση
libertarian
φιλελεύθερος
libertine
ακόλαστος
libido
λίμπιντο
Libra
Ζυγός
libra
Ζυγός
librarian
βιβλιοθηκάριος
library
βιβλιοθήκη
libration
λίκνιση
lice
ψείρα
licence fee
άδεια τηλεοράσεως
licence plates
πινακίδες
lichen
λειχήνες
licit
θεμιτός, νόμιμος
lick
νικώ, γλείφω, συντρίβω
lick one's lips
αναγλείφομαι
lid
καπάκι, σκέπασμα, σκέπασμα
lie
ψεύδομαι, είμαι ξαπλωμένος, κείμαι
liege
υποτελής
lie in wait
παραμονεύω, στήνω καρτέρι, στήνω ενέδρα
lies with
εναποκείται
lieutenant
υπολοχαγός
life
ζωή, ισόβιος, βίος
life belt
σωσίβιο
lifeboat
ναυαγοσωστική βάρκα
life boat
σωσίβια λέμβος
life expectancy
πιθανή διάρκεια ζωής
life form
μορφή ζωής
lifeguard
ναυαγοσώστης
life imprisonment
ισόβια δεσμά, ισόβια κάθειρξη
life jacket
σωσίβιο
life-raft
ναυαγοσωστική σχεδία
life-saving
Που σώζει ανθρώπινες ζωές
lifespan
μέγιστη διάρκεια ζωής, όριο ζωής
lifestyle
τρόπος ζωής
life-threatening
που απειλεί την ζωή
lift
ασανσέρ, υψώνω, σηκώνω
lift one's spirit
χαροποιώ
ligament
σύνδεσμος
ligature
σύμπλεγμα, επίδεσμος, κλωστή
light
φωτίζω, ξανθός, φωτερός, ανάβω, φωτεινός, ελαφρύς
light a cigarette
ανάβω ένα τσιγάρο
light aircraft
ελαφρύ αεροσκάφος
lightbulb
γλόμπος
lighter
μαούνα, αναπτήρας
light fitting
υποδοχή φωτός
light-hearted
ξένοιαστος, χαρούμενος
light-heartedly
με ελαφριά καρδιά
lighthouse
φάρος
lighthouse keeper
φαροφύλακας
lighting
φωτισμός
lightly
ελαφρώς, επιπόλαια
lightning
αστραπές
lightning conductor
αλεξικέραυνο
lightning rod
αλεξικέραυνο
lightning strike
αιφνιδιαστική απεργία
lightning strikes
κεραυνός χτυπάει
lights
φώτα, πνευμόνια, γνώσεις
light up
φωτίζομαι
lightweight
ελαφρύ βάρος
light well
φωταγωγός
light year
έτος φωτός
ligneous
ξυλώδης
lignite
λιγνίτης
like
σαν, όπως, αρέσω, συμπαθώ
likeable
συμπαθητικός
like hell he paid!
σιγά μην πλήρωσε
likelihood
πιθανότητα
likely
πιθανά, πιθανόν, πιανάν, μάλλον
likely to
πιθανόν να
liken
παρομιάζω
like two peas in a pod
σαν δυο σταλαγματιές νερό
likewise
παρομοίως
liking
αρέσκεια
lilac colour
λιλά
lily
κρίνος
limb
κλαδί, άκρο, μέλος του σώματος
lime
ασβέστης
limelight
φώτα της ράμπας
limestone
ασβεστόλιθος
limit
περιορίζω, όριο
limitation
περιορισμός, περιστολή
limited
περιορισμένος
limit oneself to
περιορίζομαι σε
limousine
λιμουζίνα
limp
χαλαρός, κουτσαίνω
limpet
πεταλίδα
limpid
λαγαρός
limpness
πλαδαρό, χαλαρότητα
line
επενδύω, παρατάσσω, γραμμή, ρυτίδα
linear expansion
γραμμική διαστολή
linear motion
ευθύγραμμη κίνηση
line busy
γραμμή πιασμένη
lined with
που πλαισιώνεται από, με φόδρα
linen
λινό, σεντόνι, κλινοσκεπάσματα, λινός
line one's pocket
τα οικονομώ
line one's purse
φροντίζω τα μπεζαχτά μου
lines
ατάκες, γραμμές
linesman
επόπτης, βοηθός διαιτητής
ling
μόλβη
linger
βραδυπορώ, επιμένω, καθυστερώ
lingering
βραδύς, μακροχρόνιος
lingering taste
γεύση που απομένει
linger on
αργοπορώ, επιμένω
lingo
γλώσσα, διάλεκτος
linguist
γλωσσομαθής, γλωσσολόγος
linguistic
γλωσσικός
linguistics
γλωσσολογία
liniment
αλοιφή
lining
φόδρα
link
συνδέω, κρίκος
link between
δεσμός, κρίκος
linked with
συνδεμένος με
linking
μεταβατικός
links
χώρος του γκολφ
linnet
ακανθίς
lintel
υπέρθυρο
lion
λιοντάρι
lip
χείλι
lips
χείλια
lipstick
κραγιόν
liquid
υγρό
liquidate
ρευστοποιώ, εκκαθαρίζω
liquidation
εκκαθάριση, ρευστοποίηση
liquidator
εκκαθαριστής
liquid oxygen
υγρό οξυγόνο
lira
λιρέτα
lisp
τραυλισμός, ψεύδισμα, ψευδίζω
list
λίστα
listen
ακούω, αφουγκράζομαι
listener
ακροατής
literacy
ικανότητα γραφής και γραφής
literal
κυριολεκτικός
literally
κατά γράμμα, κυριολεκτικά
literary
λογοτεχνικός
literate
εγγράμματος
literature
λογοτεχνία
Lithuania
Λιθουανία
lithuania
Λιθουανία
litigation
δικαστικός αγώνας
litre
λίτρο
litter
νεογνά πολύτοκου ζώου, απορρίμματα, σκουπίδια
litter
left by animals στρωμνή
little
λίγο, μικρός
little auk
νανόκεπφος
little bittern
νανομουγκάνα
little bustard
χαμωτίδα
little crake
μικροπουλάδα
little egret
λευκοτσικνιάς
little finger
δακτυλάκι
little grebe
νανοβουτηχτάρα
little kid
μπόμπιρας
little red riding hood
κοκκινοσκουφίτσα
little ringed plover
ποταμοσφυριχτής
little stint
νανοσκαλίδρα
littoral
παραλιακός
live
μένω, ζωντανός, ζώ
live as a monk
μονάζω
live broadcast
ζωντανή μετάδοση
live in poverty
πένομαι
livelihood
τα προς το ζην, απασχόληση
liveliness
ζωντάνια
lively
ζωηρός
live on
ζω με, ακόμα ζω, αποζώ, ζω από
live on the fat of the land
την περνώ ζεύκι
liver
σηκώτι, συκώτι
livestock
ζώα κτηνοτροφίας
live through
επιβιώνω
live up to
ανταποκρίνομαι σε κάτι
livid
μολυβής, εξοργισμένος
living
έμψυχος, που ζει, ζωντανός
living conditions
συνθήκες διαβίωσεις
living death
μίζερη ζωή
living-room
λίβινγκ-ρουμ
living standard
επίπεδο ζωής, επίπεδο αωής
lizard
σαύρα, σαύρας
llama
λάμα
load
βάρ, φορτίζω, ζαλίκι, γεμίζω, φορτίο, φορτώνω
loading
φόρτωση
loads of
πολύ, πολλά
load with
φορτώνω με
loaf
φρατζόλα
loafer
τεμπέλης
loam
κοπρόχωμα
loan
δάνειο, δανεισμός
loathe
σιχαίνομαι
lobby
λόμπι, προθάλαμος
lobster
αστακός
lobster pot
πανέρι αστακών
lobworm
αρεπκόλη
local
τοπικός
local anaesthetic
τοπικό αναισθητικό
locally
τοπικά
local network bus
αγωγός τοπικού δίκτυου
local people
ντόπιοι
locals
ντόπιοι
locate
εντοπίζω
location
τοποθεσία
loch
λίμνη
lock
κλειδαριά
locker
θυρίδα, θαλαμίσκος
lock in
κλειδώνω μέσα, κατάληψη
lockjaw
τέτανο
lock out
εργοδοτική ανταπεργία
lock out of
κλειδώνω έξω
locomotive
μηχανή
locus
τόπος
locust
ακρίδα
lode
μεταλλική φλέβα
lodge
σπιτάκι πορτιέρη, μεγάλο σπίτι, σφηνώνω, καταλύω
lodge a complaint
εγκαλώ
lodging
κατάλυμα
loess
ασβεστούχος πηλός
loft
σοφίτα
lofty
ψηλός, υπερόπτης
log
κορμός δέντρου, ημερολόγιο πλοίου
loganberry
rubus loganobaccus
logarithm
λογάριθμος
logarithmic
λογαριθμικός
logarithms
λογάριθμοι
log book
ημερολόγιο
loge
θεωρείο
loggerhead
καρέτα-καρέτα
loggia
στοά
logic
λογική
logical
λογικός
logician
λογικιστής
logistic
λογιστικός
logjam
συμφόρηση κορμών σε ποτάμι
loin
οσφύς
loincloth
πανί που καλύπτει την μέση
loiter
περιδιαβάζω, χαζεύω
loll
ξαπλώνω
lollipop
γλειφιντζούρι, γλεφιτζούρι
lolly
γλειφιτζούρι, παράδες
London
Λονδίνο
london
Λονδίνο
lone
μόνος, μοναχικός
loneliness
μοναξιά
lonely
μόνος
lonesome
μοναχικός
long
μακρύς, μεγάλος
long billed dowitcher
τρανολιμνοδρόμος
long distance
μεγάλη απόσταση
longer
μακρύτερος
longevity
μακροζωϊα
long face
σκουντουφλιάζω
long for
λαχταρώ
long grained rice
ρύζι μακρύκοκκο
longhand
χειρόγραφο
longhaul
μεγάλης απόστασης
longing
καημός, λαχτάρα
longish
μακρούτσικος
long jump
άλμα μήκους
long-lasting
μακράς διάρκειας
long legged buzzard
αετοβαρβακίνα
long narration
διεξοδική διήγηση
long-sleeved
με μακριά μανίκια
longstanding
διαρκής, μακροχρόνιος
long tailed duck
χιονόπαπια
long tailed skua
γερακοληστόγλαρος
long term
μακροπρόθεσμος
longtime
μακροχρόνιος
longtitude
γεωγραφικό μήκος
longwinded
φλυαρός, εκτενής
loo
τουαλέτα, μέρος
look
φαίνομαι, βλέμμα, εμφάνιση, κοιτάζω
look after
φροντίζω
look at
κοιτάζω
look away
κοιτάζω αλλού
look back on
αναπολώ
look down in the mouth
φαίνομαι άκεφος
look down on
περιφρονώ
looked
φαινόμουν, κόταξα
looked up an old friend
επισκέφτομαι
look for
αναζητώ, ψάχνω για, ψάχνω
look forward to
ανυπομονώ
look into
ερευνώ
look like
μοιάζω με
look on
παρακολουθώ ως απλό θεατή, θεωρώ ως
lookout
προοπτική, σκοπιά, τσιλιαδόρος
look out
προσέχω
look out to sea
αγναντεύω το πέλαγος
look over
ξανακοιτάω, εξετάζω
look sharp
κάνε γρήγορα, κουνήσου
look somebody in the face
κοιτάζω κατά μούτρο
look the other way
κάνω πως δεν βλέπω, κάνω τα στραβά μάτια
look the part
ταυτίζομαι με το ρόλο
look through
κοιτάζω από το παράθυρο, ξανακοιτάω
look to
περιμένω από
look up
ανατρέχω
look up to
θαυμάζω, σέβομαι
loom
αργαλειός, δαιαφαίνομαι, ξεπροβάλλω
looming
που προβάλλει απειλητικά
loop
θηλιά, βρόγχος, βρόχος
loophole
παραθυράκι
loop the loop
κάνω τούμπες στον αέρα
loose
λυτός, λάσκος, χαλαρός, μπόσικος, ξεκάρφωτος
loose ends
εκκρεμότητες
loose-fitting
χαλαρός
loosely
χαλαρά
loosen
χαλαρώνω, λασκάρω, μολάρω
looseness
χαλάρωση
loose-tongued
ακριτόμυθος
loot
λεφτά, λεηλατώ, λάφυρα
looter
λεηλατής
looters
λαφυραγωγοί
lop
κλαδεύω
lope
δρασκελίζω
loquacious
φλύαρος
loquacity
φλυαρία
loquat
μούσμουλο
lord
αφέντης, άρχοντας, λόρδος
Lord's prayer
Πάτερ Ημών
lord's prayer
Πάτερ Ημών
Lord Chamberlain
αυλάρχης
lord chamberlain
αυλάρχης
Lord Chancellor
υπουργός δικαιοσύνης
lord chancellor
υπουργός δικαιοσύνης
lordosis
λόρδωση της σπονδυλικής στήλη
lore
λαϊκη παράδοση
lorry
φορτηγό
lose
χάνω
lose consciousness
χάνω τις αισθήσεις μου
lose contact with
χάνω την επαφή με
lose control of
χάνω τον έλεγχο
lose courage
κιστεύω
lose face
ταπεινώνομαι
lose gracefully
χάνω με αξιοπρέπεια, ξέρω να χάνω
lose heart
χάνω κουράγιο
lose momentum
χάνω ορμή
lose one's bearings
χάνω το προσανατολισμό
lose one's marbles
τρελαίνομαι
lose one's mind
χάνω το μυαλό μου
lose one's temper
θυμώνω, χάνω την ψυχραιμία μου
loser
ηττημένος
lose sight of
χάνω από τα μάτια μου, λησμονώ
lose their sway
χάνω την δύναμη
lose touch with
χάνω την επαφή με
losing
που χάνει
losing battle
χαμένη εκ των προτέρων μάχη
loss
ήττα, χαμός, χάσιμο, απώλεια
lost
έχασα
Lost Property Office
γραφείο απολεσθέντων
lost property office
γραφείο απολεσθέντων
lot
μοίρα, κλήρος
lots
πολλές, πολλά, πολλοί
lottery
λαχείο
louche
κακόφημος
loud
βροντερός, ηχηρός
loudness
ηχηρότητα
loudspeaker
ηχείο, μεγάφωνο
lounge
σαλόνι
lounge in front of
κάθομαι τεμπέλικα μπροστά από
lounge on a sofa
ραχατεύω, ξαπλώνω νωχελικά
louse
ψείρα
lousy
άθλιος
love
έρωτας, αγάπη, αγαπώ
love affair
ειδύλλιο
loved ones
οι αγαπημένοι
love letter
ραβασάκι, ερωτικό γράμμα
love of power
αρχομανία
love of women
φιλογυνία
lover
εραστής
love thy neighbour
αγάπη προς τον πλήσιον
low
χαμηλός
low blood pressure
υπόταση
lowborn
από ταπεινωτική καταγωγή
low-cut
ντεκολτέ
lower
ταπεινώνω, χαμηλώνω
lower middle class
μικρομεσαίος
lower part
κάτω κομμάτι
lower the quality of
προστυχαίνω
lower the sails
μάινα
low grade fever
χαμηλός πυρετός
low grade ore
φτωχό μετάλλευμα
low heels
χαμηλά τακούνια
low income
χαμηλού εισοδήματος
low key
χαμηλός τόνος
low-tech
χαμηλής τεχνολογίας
low water
άμπωτη
loyal
πιστός
loyalty
πίστη
loyalty to
πίστη
lstaying behind
που μένει πίσω
Ltd.
Α.Ε.
ltd.
Α.Ε.
lubricant
λιπαντικό
lubrication
λίπανση
lucid
σαφής, ευκρινής
luck
τύχη
luckily
ευτυχώς
lucky
τυχερός
ludicrous
γελοίος, περίγελος
lug
σέρνω, τραβώ
luggage
αποσκευές είναι, αποσκευές
luggage allowance
επιτρεπτό βάρος αποσκευών
luggage locker
ντουλαπάκι φύλαξης αποσκευών
luggage rack
ράφι αποσκευών
lug worm
αρενίκολα
lukewarm
χλιαρός
lull
νηνεμία
lullaby
νανούρισμα
luminescence
φωταύγεια
lump
βώλος
lump sum
εφάπαξ
lunar
σεληνιακός
lunatic
μανιακός
lunatic asylum
φρενοκομείο
lunch
μεσημεριανό, το μεσημεριανό
lunchtime
ώρα για μεσημεριανό
lung
πνεύμονας, πνεύμωνας
lurch
μετατόπιση
lure
δελεάζω
lurid
φανταχτερός, μακάβριος
lurk
παραμονεύω
lurking
ενέδρα
lush
πλούσιος, μεθύστακας, άφθονος
lust
πόθος, λαγνεία
Luxemburg
Λουξεμβούργο
luxemburg
Λουξεμβούργο
luxurious
τρυφηλός, πολυτελής
luxury
πολυτελής, πολυτέλεια
luxury goods
είδη πολυτελείας
lvel crossing
ισόπεδη διάβαση
lye
αλυσίβα
lying
το να ψεύδεται κανείς
lying in wait
ενέδρα
lymph
λέμφος
lymphatic
λεμφικός
lymphocyte
λεμφοκύτταρο
lynch
λυντσάρω
lyre
λύρα
lyric
λυρικός
lyricist
στιχουργός
lyrics
στοίχοι
macaroni
μακαρονάδα
machinate
βυσσοδομώ
machination
δολοπλοκία, ραδιουργία
machine
μηχάνημα
machine gun
πολυβόλο
machine-minded
που αγαπάει τα μηχανήματα
machines
μηχανήματα
machinist
μηχανουργός
macro
μακροεντολή
macrophage
μακροφάγο
mad
τρελός, θυμωμένος, λωλός, κουζουλός
madam
ιδιοκτήτρια οίκος ανοχής, κυρία
made
εξανάγκασα, κατασκεύασα, έφτιαξα
made of
φτιαγμένος από
made of flax
λινός
made to measure
κομμένα και ραμμένα
madness
τρέλα
maelstrom
δίνη
mafia
μαφία
magazine
περιοδικό
mage. magician
μάγος
magic
μαγεία, μαγικός
magistrate
ειρηνοδίκης, δικαστής
magnanimous
μεγάθυμος, μεγαλόψυχος
magnet
μαγνήτης
magnetic
μαγνητικός
magnetic field
μαγνητικό πέδιο
magnetic flux
μαγνητική ροή
magnificent
έξοχος, υπέροχος, μεγαλοπρεπής
magnify
μεγαλοποιώ
magpie
καρακάξα
mahogany
μαόνι
maid
καμαρίερα
maiden
παρθένος
maiden name
πατρικό όνομα
mail
ταχυδρομώ, ταχυδρομείο
mailman
ταχυδρόμος
maim
σακατεύω
main
κύριος, κυριότερος, κυρίος
main course
το κύριο πιάτο
mainland
ηπειρωτική γη
main road
κεντρικός δρόμος
mainstay
στυλοβάτης
mainstream
κύριο ρεύμα
maintain
διατηρώ, υποστηρίζω, διατείνομαι
maintenance
συντήρηση
maisonette
διπλοκατοικία
majestic
μεγαλοπρεπής, μεγαλειώδης
majestically
μεγαλειωδώς
majesty
μεγαλείο, η Αυτού Εξοχότης, μεγαλοπρέπεια
major
σημαντικός, ταγματάρχης
majority
πλειοψηφία, πλειονότητα
make
φτιάχνω, κατασκευάζω, κάνω, εξαναγκάζω
make a case for
υπερασπίζομαι
make a choice
επιλέγω
make a commotion
κάνω φασαρία
make a complaint
κάνω παράπονα
make a dart for
χυμώ απότομα
make a deal with
κάνω μία συμφωνία
make a difference
επηρεάζω
make a donation
κάνω δωρεά
make a fool of
ρεζιλεύω
make a fuss about
κάνω φασαρία για
make a fuss of
περιπιούμαι ιδιαίτερα
make a good impression
κάνω καλή εντύπωση
make a living
κερδίζω τα προς το ζην
make a living as
κερδίζω το ψωμί μου ως
make allowances for
παραβλέπω, λαμβάνω υπ'όψιν, είμαι επιεικής με
make a loss
ζημιώνω
make a meal of
υπερβάλλω
make amends
επανορθώνω, αποζημιώνω
make a mistake
κάνω λάθος, λαθεύω
make an agreement with
συμφωνώ με
make a name for oneself
γίνομαι γνωστός
make an apology
ζητώ συγνώμη
make an attack οn
επιτίθεμαι
make an attempt
κάνω μία προσπάθεια
make an effort
κάνω προσπάθεια
make an excuse
προβάλλω δικαιολογία
make an investment
κάνω μία επένδυση
make a pass at
ρίχνομαι
make a point
αναφέρω, διευκρινίζω
make a profit
έχω κέρδος
make a profit on
βγάζω κέρδος σε
make a racket
κάνω πολύ θόρυβο
make a recovery
αναρρώνω
make a reference to
αναφέρομαι σε
make a remark
παρατηρώ, σχολιάζω
make arrangements
κανονίζω
make arrangements for
κάνω ετοιμασίες γιά
make a scene
κάνω σκηνή
make a speech
βγάζω λόγο
make a statement
κάνω κατάθεση
make bold
λαμβάνω το θάρρος να
make clear
διατρανώνω
make curly
κατσαρώνω
make cuts
κάνω περικοπές
make difficult
δυσχεραίνω
make difficulties
δυστροπώ
make do with
αρκούμαι
make do with less
βάζω νερό στο κρασί μου
make dumb
βουβαίνω
make ends meet
τα βγάζω πέρα
make for
κατευθύνομαι προς
make good on
κρατώ το λόγο μου
make great strides
σημειώνω μεγάλη πρόοδο
make haste
κάνω γρήγορα, βιάζομαι
make head or tail of
βγάζω άκρη
make headway
σημειώνω πρόοδο
make humble
ταπεινώνω
make inroads into
κατατρώγω, λιγοστεύω
make it plain
το καθιστώ σαφές
make light of
δεν παίρνω στα σοβαρά
make much of
υπερβάλλω
make no headway
καρκινοβατώ
make no sense of
δεν βγάζω νόημα από
make notes
κρατώ σημειώσεις
make off with
τα σκάω με
make one's appearance
εμφανίζομαι
make one's living from
κερδίζω τα προς το ζην από
make one's way to
πορεύομαι
make oneself understood
γίνομαι κατανοητό
make out
διακρίνω, γράφω επιταγή, προσποιούμαι
make out a cheque
γράφω επιταγή
make peace with
κάνω ειρήνη
make permanent
μονιμοποιώ
make preparations for
κάνω ετοιμασίες για
make progress
κάνω πρόοδο
make provision for
προνοώ
make provision fro
φροντίζω για, προνοώ για
maker
κατασκευαστής
make room
κάνω χώρο
makeshift
πρόχειρος
make short work of
τελείωνω στo πι και φι
make space
κάνω χώρο
make stable
σταθεροποιώ
make strides
σημειώνω μεγάλη πρόοδο
make sure
βεβαιώνομαι
make tempers fray
τεντώνω τα νεύρα
make time for
βρίσκω χρόνο για
make up
αποτελώ, μακιγιάρομαι, επινοώ, βάφομαι
make up
γίνομαι φίλοι πάλι, τα ξαναφτιάχνω
make-up
μακιάζ, το φτιασίδι
make up for
αναπληρώνω
make vast strides
κάνω μεγάλη πρόοδο
make war on
κάνω πόλεμο
make way for
ανοίγω δρόμο για
maladroit
αδέξιος
malady
αρρώστια
malaria
ελονοσία
Malaysia
Μαλαισία
malaysia
Μαλαισία
male
ανδρικός, αρσενικός
malefactor
κακούργος, κακοποιός
malevolence
χαιρεκακία
malevolent
μοχθηρός, κακόβουλος
malformed
δύσμορφος, κακοφτιαγμένος
Mali
Μαλί
mali
Μαλί
malice
μοχθηρία, πονηριά, χαιρεκακία
malicious
ιόβολος, κακόβουλος, εμπαθής, μοχθηρός
maliciously
κακόβουλα
maliciousness
μοχθηρία, κακία, κακοβουλία
malign
κακολογώ
malignant
κακοήθης, κακεντρεχής
mall
εμπορικό κέντρο
mallard
πρασσινοκεφαλόπαπια
malleable
ελαστικός, ελάσιμος
malnourished
υποσιτιζόμενος
malnutrition
υποσιτισμός
malodorous
δύσοσμος
malpractice
αμέλεια καθήκοντος
maltreat
κακομεταχειρίζομαι
maltreatment
κακομεταχείριση
mam
μάνα
mammal
θηλαστικό
man
επανδρώνω, άνδρας, άνθρωπος
manacles
χειροπέδες
manage
αντεπεξέρχομαι, διευθύνω, καταφέρνω
manageable
εύκολος, εύχρηστος
management
διοίκηση
manager
διευθυντής
managerial
διευθυντικός, διαχεριστικός
man at arms
αρματολός
mandarin
μανδαρινόπαπια, μανταρίνι
mandate
εντολή
mandatory
επιτακτικός
mandolin
μαντολίνο
mane
χαίτη
mange
ψώρα
manger
φάτνη
mangey
ψωριασμένος
mango
μάγκο
mango chutney
τσάτνυ
manic
μανιακός
manifestation
εκδήλωση
manifesto
μανιφέστο
manifold
πολλαπλός
man in the street
ο μέσος άνθρωπος
manipulate
χειρίζoμαι
manipulation
χρήση, χειρισμός
manna
μάννα
mannequin
μανεκέν
manner
τρόπος
mannerism
ιδιομορφία, ιδιορρυθμία
manoeuvrablity
ικανότητα ελιγμών
manoeuvre
ελιγμός, κάνω ελιγμούς
man of his word
μπεσαλής
manpower
ανθρωποδύναμη
mansard roof
κεκλασμένη στέγη
mansion
μέγαρο
manslaughter
φόνος εξ αμελείας
mantelpiece
πρέκι τζακιού
mantle
μανδύας
manual
εγχειρίδιο, λειτουργικό βιβλίο, με ταχύτητες
manual labour
χειρονακτική εργασία
manufacture
κατασκευάζω
manufactured
κατασκευασμένος
manufacturer
κατασκευαστής
manumission
απελευθέρωση
manumit
απελευθερώνω
manure
κοπριά, καβαλλίνα
Manx shearwater
μύχος
manx shearwater
μύχος
many
πολλοί
many a
πολλοί
many a quarrel
πολλοί καυγάδες
many happy returns
χρόνια πολλά
map
χάρτης, χαρτογραφώ
maple
σφένδαμος
mar
βλάπτω
marathon
μαραθώνιος
marble
μαρμάρινος, μάρμαρο
marbled teal
στικτόπαπια
March
Μάρτιος
march
βαδίζω
march
music εμβατήριο
marchese
μαρκήσιος
marchioness
μαρκησία
march out
βγάζω έξω, παρελαύνω
mare
φοράδα
margarine
μαργαρίνη
margin
περιθώριο, τράτο
marginal
περιθωριακός, οριακός
marginally
οριακά
marginal probability
οριακή πιθανότητα
marigold
νυχτολούλουδο
marina
μαρίνα
marinade
μαρινάτα
marinate
μαρινάρω
marine
θαλάσσιος, πεζοναύτης
marionette
νευρόσπαστο
marital
σχετικά με τον γάμο
maritime
ναυτικός
maritime law
ναυτικό δίκαιο
mark
σημαίνω, σημειώνω, βαθμός
markdown
έκπτωση
markedly
ξεκάθαρα, έντονα, σαφώς
marker
σημάδι
market
αγορά
marketing
μάρκετινγκ
marketing strategy
στρατηγική του μάρκετινγκ
market price
αγοραία τιμή
market research
έρευνα αγοράς
market share
μερίδιο αγοράς
market value
αγοραστική αξία
marks
βαθμοί
mark-up
αύξηση τιμής
marquis
μαρκήσιος
marriage
γάμος
marriage licence
άδεια γάμου
married
παντρεμένος, παντρεμένη
married to
παντρεμένος με
marrow
μυελός
marry below oneself
παντρεύομαι τον παρακατιανό
marry off
παντρεύω
mars
’ρης
marsh
μαζεύω, βάλτος, έλος
marshal
επιστρατεύω, στρατάρχης, συγκεντρώνω
marsh dwelling
ελόβιος
marsh harrier
καλαμοκίρκος
marsh sandpiper
νανοπρασινοσκέλης
marshy
ελώδης
marsupial
μαρσιποφόρο
martial
πολεμικός
Martian
Αρειανός, ρειανός
martian
Αρειανός, ρειανός
martyr
μάρτυρας
martyrdom
μαρτύριο
marvel at
θαυμάζω
marvellous
θαυμάσιος
marvellously
θαυμαστά
mashed potatoes
πατάτες πουρέ
mask
προσωπείο, μάσκα
masked diabetes
λανθάνων διαβήτης
masked shrike
παρδαλοκεφαλάς
mass
θεία λειτουργία, μαζικός, μάζα
massacre
σφαγή, μακελειό
massage
μασάζ
massed
μαζικός
mass immunisation
μαζική ανοσοποίηση
massive
τεράστιος, ογκώδης
mass media
μέσα μαζικής επικοινωνίας
mass-produced
μαζικής παραγωγής
mass production
μαζική παραγωγή
mast
κατάρτι, ιστός
master
κύριος, αφέντης, μετρ, δεξιοτέχνης, διαφεντεύω
master key
αντικλείδι
mastermind
ιθύνων νους, οργανώνω
masterpiece
αριστούργημα
mastery
απόλυτος έλεγχος
mastiff
μολοσσός
mastitis
μαστίτιδα
mastoid process
μαστοειδής απόφυση
masturbation
αυνανισμός
mat
χαλάκι
matador
ταυρομάχος
match
συνταιριάζω, αγώνας, σπίρτο, ταιριάζω
match making
παντρολόγημα
mate
ζευγαρώνω, φιλαράκος, ταίρι, ύπαρχος
material
ύφασμα, υλικός, ύλη
materialisation
υλοποίηση
materialise
υλοποιούμαι
materialism
υλισμός
materialistic
υλιστικός
materials
υλικά
maternal
μητρικός
maternity
μητρότητα
maternity hospital
μαιευτήριο
maternity ward
μαιευτήριο
mathematician
μαθηματικός
maths
μαθηματικά
mating
ζευγάρωμα
matinιe
απογεματινή παράσταση
matrimony
παντρειά
matrix
μεσοκυττάριος ουσία ιστού
matron
προϊσταμένη
matter
υπόθεση, ύλη, νοιάζομαι, θέμα, ουσία
mattress
στρώμα
mature
ώριμος, ωριμάζω, μεστώνω, μεστός
mature bills
ληξιπρόθεσμα γραμμάτια
maturity
ωριμότητα
maudlin
μεμψίμοιρος, καλψίαρης, κλαψίαρης
mausoleum
μαυσωλείο
maxim
γνωμικό
maximise
μεγιστοποιώ
May
Μάης
may
μπορώ, είθε
mayday
σήμα κινδύνου
May Day
Πρωτομαγιά
may day
Πρωτομαγιά
mayhem
καταστροφή
mayor
δήμαρχος
maze
λαβύρινθος
me
με, εμένα, μου
mead
υδρομέλι
meadow
λιβάδι
meadows
λιβάδια
meager
φτώχικος, πενιχρός
meagre
λιγοστός, πενιχρός
meal
γεύμα, μπλιγούρι
mealy-mouthed
ανειλικρινής
mean
σημαίνω, τσιγκούνης, εννοώ, παραδόπιστος
mean by
εννοώ με
meander
περιπλανώμαι, ελίσσομαι
meaning
σημασία, έννοια
meaningless
χωρίς νόημα
mean looking
που φαίνεται κακός, που φαίνεται άγριος
means
μέσο, μέσον
means of transport
μεταφορικό μέσο
means to an end
μέσο να πετύχω ένα στόχο
meanwhile
εν τω μεταξύ
measles
ιλαρά, μπέμπελη
measure
μέτρο, μετρώ
measurement
καταμέτρηση, μέτρηση
measurement of surface area
εμβαδομέτρηση
measures
μέτρα
meat
κρέας, σάρκα
meatball
κεφτές
mechanic
μηχανικός
mechanical engineering
μηχανολογία
mechanics
μηχανολογία
mechanisation
μηχανοποίηση
mechanism
μηχανισμός
medal
παράσημο, μετάλλιο
medal of merit
αριστείο
media
μέσα μαζικής ενημέρωσης, μέσα ενημέρωσης
medial rectus
ο έσω ορθός του οφθαλμού
medical
ιατρικός
medical equipment
ιατρικός εξοπλισμός
medical record
ιατρικό ιστορικό
medical science
ιατρική επιστήμη
medical student
φοιτητής ιατρικής
medication
φαρμακευτική αγωγή
medicine
ιατρική, φάρμακο
medieval
μεσαιωνικός
mediocre
μέτριος, μέτριος
mediocrity
μετριότητα
Mediteranean
Μεσόγειος
mediteranean
Μεσόγειος
mediterranean gull
σκυλοκούταβας
mediterranean moray
σμέρνα
medium
μέσον, μέτριος, μεσαίος
medlar
μούσμουλο
medlar tree
μουσμουλιά
meek
πειθήνιος, άτολμος, πράος
meet
συναντώ
meeting
αναμέτρηση
meet someone's demands
ικανοποιώ τα αιτήματα
meet standards
πληρώ τις προδιαγραφές
meet with
συναντώ με
melancholy
κατήφεια, μελανχολία
meldweed
βρωμόχορτο
mellifluous
ηδύφωνος
melodic
μελωδικός
melodrama
μελόδραμα
melon
πεπόνι
melt
λιώνω
melt away
εξαφανίζομαι
member
στέλεχος, μέλος
member of parliament
βουλευτής
members
μέλη
memento
αναμνηστικό, ενθύμιο
memo
υπομήνυμα, υπομήνημα, σημείωμα
memoirs
απομνημονεύματα
memorabilia
αξιομνημόνευτα πράγματα
memorable
αξιομνημόνευτος, αξέχαστος, αλησμόνητος
memorandum
υπομήνυμα
memorial
μνημόσυνο, μνημείο
memories
αναμνήσεις
memorize
απομνημονεύω
memory
μνήμη, ανάμνηση
men
άνδρες
men's magazine
ανδρικό περιοδικό
menacing
απειλητικός
menagerie
θηριοτροφείο
men at work
οδικά έργα
mend
επισκευάζω
meningitis
μηνιγγίτιδα
menopause
εμμηνοπαύση
menstruation
εμμηνόρροια
mental
ψυχικός, πνευματικός
mental disorder
ψυχική πάθηση
mental home
νοσοκομείο γιά ψυχασθενείς
mentality
ψυχοσύνθεση, νοοτροπία
mentally
πνευματικά, ψυχικά
mention
αναφέρω, αναφορά
mention to
αναφέρω σε
menu
τιμοκατάλογος
mercenary
μισθοφόρος, μισθοφορικός
merchandise
εμπορεύματα, πραμάτεια
merchant
έμπορας
merchantman
πλοίο του εμπορικού στόλου
merchant seaman
ναύτης του εμπορικού στόλου
merciful
εύσπλαχνος
merciless
ανηλεής
mercury
υδράργυρος
mercy
έλεος
mere
τίποτα άλλο από, απλός
mere detail
μια ασήμαντη λεπτομέρεια
merely
απλώς
merge
συγχωνεύω, συγχωνεύομαι
merging
ενοποίηση
meridian
απόγειο, μεσημβριανός
meridional
μεσημβρινός
meringue
μαρέγκα
merit
αξία
meritocracy
αξιοκρατία
meritorious
άξιος
merlin
νανογέρακας
mermaid
γοργόνα
merriment
κέφι, ευθυμία, διασκέδαση
merry
εύθυμος, φαιδρός
merrymaking
διασκέδαση
mesa
τραπεζοειδής πέτρινη επιφάνει
mescal
οινοπνευματώδες ποτό
mescaline
μεσκαλίνη
mesenteric
μεσεντέριος
mesh
ζεύξη, δίχτυ, πλέγμα
mesmerised
υπνωτισμένος
mesoderm
μεσόδερμα
meson
μεσόνιο
mess
ακαταστασία, τραπεζαρία στο στρατό
message
άγγελμα, μήνυμα
mess around
κάνω βλακίες
messenger
αγγελιοφόρος
messiah
Μεσσίας
messianic
μεσσιανικός
messieurs
κύροι
messy
ακατάστατος
mestizo
μιγάς
met
συνάντησα
metabolic
μεταβολικός
metabolism
μεταβολισμός
metal
μέταλλο
metallic
μεταλλικός
metalliferous
μεταλλοφόρος
metallography
μεταλλογραφία
metalloid
μεταλλοειδής
metallurgic
μεταλλουργικός
metallurgical
μεταλλουργικός
metallurgist
μεταλλουργός
metallurgy
μεταλλουργία
metalwork
μεταλλουργία
metamorphic
μεταμορφικός
metamorphism
μεταμόρφωση
metamorphose
μεταμορφώνω
metamorphosis
μεταμόρφωση
metaphor
μεταφορά
metaphoric
μεταφορικός
metazoa
μετάζωα
metazoan
μεταζωϊκός
mete
διανέμω, επιβάλλω
meteor
μετέωρο
meteoric
μετεωρικός
meteorite
μετεωρίτης
meteoritic
μετεωριτικός
meteorologist
μετεωρολόγος
meteorology
μετεωρολογία
meter
μέτρο, μετρητής
meter maid
γυναίκα τροχονόμος
methane
μεθάνιο
methanol
μεθανόλη
methinks
θαρρώ
method
μέθοδος
methodic
μεθοδικός
methodist
μεθοδιστής
methodology
μεθοδολογία
methyl
μεθύλιον
methylated spirits
μετουσιωμένο οινόπνευμα
methylene
μεθυλένιον
meticulous
σχολαστικός
metier
επάγγελμα
metonymy
μετωνυμία
metre
μέτρο
metric
μετρικός
metro
μετρό
metronome
μετρητής
metropolis
μητρόπολη
metropolitan
μητροπολιτικός
mettle
θάρρος
mettlesome
γενναίος, θαρραλέος
mew
νιαουρίζω
mewl
κλαψουίζω
mezzanine
ημιόροφος
miaow
νιαουρίζω
miasma
μίασμα
mica
μαρμαρυγίας
mice
ποντίκια
Mickey Finn
ποτό με ναρκωτικά, μπόμπα
mickey finn
ποτό με ναρκωτικά, μπόμπα
micro-
μίκρο-
microbe
μικρόβιο
microcosm
μικρόκοσμος
microfiche
μικροφίλμ
micrography
μικρογραφική
micron
μικρόν
microscope
μικροσκόπιο
microsurgical
μικροχειρουργικός
microwave oven
φούρνος μικροκυμάτων
middle
μέση, μεσαίος
middle-aged
μεσήλικας, μεσόκοπος
Middle Ages
Μεσαίωνος
middle ages
Μεσαίωνος
Middle East
Μέση Ανατολή
middle east
Μέση Ανατολή
middle finger
μεσαίο δάκτυλο
middleman
μεσάζοντας
middle voice
μέση διάθεση
middleweight
των μεσών βαρών
midge
μουσίτσα
midget
νάνος
midnight
μεσάνυχτα
midweek
στην μέση της εβδομάδας
midwife
μαμή, μαία
might
μπορούσα, δύναμη
mighty
δυνατός, ισχυρός
migrant
απόδημοτικός, μετανάστης
migrate
αποδημώ, μεταναστεύω
migration
αποδημία, μετανάστευση
mike
μικρόφωνο
mild
ήπιος, πράος
mildew
μούχλα, περονόσπορος
mild winter
ήπιος χειμώνας
mile
μίλι
mileage
απόσταση σε μίλια
miles away
στου διάλου τη μάννα
military
στρατιωτικός
Military Academy
Σχολή Ευελπίδων
military academy
Σχολή Ευελπίδων
military installations
στρατιωτικές εγκαταστάσεις
military service
στρατιωτική θητεία, θητεία
militia
εφεδρεία, εθνοφυλακή
milk
γάλα, αρμέγω
milk for all it is worth
εκμεταλλεύομαι μέχρι αμάν
milkman
γαλατάς
milk teeth
πρώτα δόντια
Milky Way
Γαλαξίας, ζωνάρι της καλογριάς
milky way
Γαλαξίας, ζωνάρι της καλογριάς
mill
μύλος, εργοστάσιο, αλέθω
millenia
χιλιετίες
millenium
χιλιετηρίδα
miller
μυλωνάς
millet
κεχρί
million
εκατομμύριο
millionnaire
εκατομμυριούχος
millwheel
τροχός νερόμυλου
milt
σπέρμα ψαριών
mime
μίμος
mimicry
μίμηση, μίμηση
mince
ακκίζομαι, κιμάς
mind
φυλάξου, πειράζω, νοιάζομαι, νούς, μυαλό
mind expanding
παραισθησιογόνος, ψυχεδελικός
mindful
προσεκτικός
mind over matter
ζήτημα θέλησης
mind-reading
τηλεπάθεια
mindset
νοοτροπία
mind your own business
κοίτα την δουλειά σου
mine
νάρκη, δικός μου, εξορύσσω, μεταλλείο, ορυχείο
minefield
ναρκοπέδιο
miner
ανθρακωρύχος
mineral
μετάλλευμα
mineralogy
ορυκτολογία
mineral oil
ορυκτέλαιο
mineral water
μεταλλικό νερό
mineral waters
ιαματικά νερά
mine shaft
αεραγωγός ορυχείου
minesweeper
ναρκαλιευτικό
mingle with
κάνω παρέα με
mini
μίνι
miniaturization
σμίκρυνση
minibus
μίνιμπας
minimal
ελάχιστος
minimise
ελαχιστοποιώ
minimize
ελαχιστοποιώ
minimum
ελάχιστος
mining
εξόρρυξη μεταλλευμάτων, εξόρυξη
minister
υπουργός, ιερέας
ministerial
υπουργικός
ministry
υπουργείο
miniture
μινιατούρα
mink
βιζόν
minnow
γόπα
minor
μικρός, ασήμαντος, υπεξούσιος, ελάσσων
minority
μειοψηφία
mint
νομισματοκοπείο, μέντα
mint coins
φτιάχνω κέρματα
minus
μείον, πλην
minuscule
μικρά γράμματα, μικροσκοπικός
minute
λεπτομερής, λεπτό, μικροσκοπικός
miracle
θαύμα
mire
βόρβορος
mirror
καθρεφτάκι, αντικατοπτρίζω, καθρέφτης
mirror image
πανομοιότυπο αντικείμενο, είδωλο καθρέπτη
mirth
ευθυμία, χαρά
misbehave
συμπεριφέρομαι λάθος
misbehaved
άτακτος
misbehaviour
λάθος συμπεριφορά, κακή συμπεριφορά
miscalculation
κακός υπολογισμός
miscarriage
αποβολή
miscarriage of justice
κακοδικία
miscarry
αποβάλλω
mischief
μοχθηρία, ζαβολίες
mischief maker
σκάνδαλος
misconception
λάθος αντίλιψη, λάθος αντίληψη, παρανόηση
misconduct
παράβαση καθήκοντος, κακή διαγωγή
misconstrue
παρεξηγώ
misdemeanour
πταίσμα
miser
φιλάργυρος
miserable
κακόμοιρος, άθλιος, χάλια, ελεεινός, δυστυχισμένος
miserly
παραδόπιστος, τσιγγούνης, φιλάργυρος
misery
δυστυχία, μιζέρια
misfire
αφλογιστία
misfortune
δυστυχία, κακοτυχία
misgiving
δισταγμός
misguidance
παραπλάνηση
misguided
άστοχος, παράλογος
mishap
ατύχημα
mishear
παρακούω
mish mash
συνονθύελμα
misinform
παραπληροφορώ
misinterpret
παρεξηγώ, παρερμηνεύω
misjudge
δεν υπολογίζω καλά
mislead
παραπλανώ
misleading
παραπλανητικός
misled
πλανημένος
misplace
χάνω προσωρινά
misprint
τυπογραφικό λάθος
misread
κακοδιαβάζω
miss
αστοχώ, χάνω, δεσποινίς
missile
πύραυλος
missiles
πύραυλοι, αντικείμενα που εκτοξεύονται
missing
χαμένος, αγνοούμενος, που λείπει
missing link
ελλείπων κρίκος
mission
αποστολή
missionary
ιεραπόστολος
miss one's turning
χάνω το δρόμο
miss out
παραλείπω
mist
αχλύς, ομίχλη, πούσι
mistake
λάθος, παρανοώ
mistake for
παραγνωρίζω, εκλαμβάνω
mistaken
εσφαλμένος, λαθεμένος, λανθασμένος
mistletoe
γκί
mist over
παχνιάζομαι
mistress
ερωμένη
mistrust
δυσπιστία
misty
ομιχλώδης
misunderstand
παρεξηγώ
misunderstanding
παρεξήγηση
misunderstood
παρεξηγημένος
misuse
κάνω κατάχρηση
mitt
γάντι
mittens
γάντια χωρίς δάκτυλα
mix
ανακατεύω, αναμιγνύω, ανακατώνω, μίγμα
mixer
μίξερ
mixture
μίγμα
mixture of races
πανσπερμία
mix up
μπερδεύω
moan
μουγκρίζω, στενάζω, μουγκρητό
moaner
τζαναμπέτης
mob
συμμορία, όχλος
mobile
κινητός
mobile phone
κινητό τηλέφωνο
mobile platform
κινητή εξέδρα
mobilisation
κινητοποίηση, επιστράτευση
mobility
κινητικότητα
mock
σαρκάζω, χλευάζω, περιγελώ
mockery
κοροϊδία, παρωδία, χλευασμός
mocking
εμπαικτικός, περιπαιχτικός
mod cons
σύγχρονες ανέσεις
model
μακέτα, μοντέλο, μανεκέν
modelling
μόντελινγκ
modem
συσκευή τηλεπικοινωνίας η/υ
moderate
μέτριος, μετριοπαθής, μετριάζω
moderate one's demands
βάζω νερό στο κρασί μου
moderation
εγκράτεια, μετριοπάθεια
modern
σύγχρονος, μοντέρνος
Modern Greek
Δημοτική
modern greek
Δημοτική
modernisation
εκσυγχρονισμός
moderniser
εκσυγχρονιστής
modernism
μοντερνισμός, νεοτερισμός
modernist
μοντερνιστής
modest
σεμνός, μετριόφρων
modestly
σεμνά
modesty
ταπεινοφροσύνη, μετριοφροσύνη, σεμνότητα, απλότητα
modified
τροποποιουμένος
modify
παραλλάζω, τροποποιώ
modulator
διαμορφωτής
modulator-demodulator
διαμορφωτής-αποδιαμορφωτής
moist
υγρός
moisten
υγραίνω
moisture
υγρασία
molar
τραπεζίτης
Moldavia
Μολδαβία
moldavia
Μολδαβία
mole
τυφλοπόντικας, μόλος
mollusca
μαλάκια
molten
χυτός, λιωμένος
moment
στιγμή
momentarily
προσωρινά
moment of impact
στιγμή της σύγκρουσης
momentous
βαρυσήμαντος
momentum
κεκτημένη ορμή, φόρα
monarch
ηγεμόνας
monarchy
μοναρχία
Monday
Δευτέρα
monday
Δευτέρα
Monera
Μονήρη
monera
Μονήρη
monetary
νομισματικός
money
λεφτά
money changer
σαράφης
moneylender
τοκογλύφος
monitor
οθόνη, παρακολουθώ
monkey
μαϊμού
Monopoly
Μονοπώλια
monopoly
μονοπώλιο
monplane
μονοπλάνο
monsoon
μουσώνας
monster
κτήνος, τέρας
monstrous
τραγελαφικός
Montagu's harrier
λιβαδόκιρκος
montagu's harrier
λιβαδόκιρκος
month
μήνας
monthly
μηνιαίος
months
μήνες
monument
μνημείο
monumental
μνημειώδης, πελώριος
moo
μουγκανίζω
mood
διάθεση, έγκλιση, κέφι
mood swings
αλλαγές σε διάθεση
moon
φωτερό, φεγγάρι
moonless
άναστρος
moonlight
φως του φεγγαριού
moonlit
αστροφεγγός
moor
προσδένω, χερσότοπος
moorhen
νεροπουλάδα
moorland
ρεικότοπος, χερσότοπος
moot
ανακινώ θέμα, αμφισβητούμενος
mop
σφουγγαρίζω, σφουγγαρίστρα
moped
μοτοποδήλατο, μτοποδήλατο
moping
άθυμος, ανόρεκτος
mopping up operations
εκκαθαριστικές επιχειρήσεις
moraine
μοραίνη, λιθώνας
moral
ηθικός, επιμύθιο
moral depravity
έκλυση ηθών
morale
ηθικό
morals
ηθικές αρχές, ήθος
more
πια, περισότερος, πλέον
more and more
ολοένα και περισότερα
more important
πιο σημαντικός
morel
μορχέλλη η στρογγυλή
morello
βύσσινο
more or less
κατά το μάλλον, πάνω-κάτω
moreover
άλλωστε, επιπλέον
more pungent
οξύτερος
mores
ήθη και έθιμα
more stable
σταθερότερος, πιο σταθερός
morgue
νεκροτομείο
moribund
ετοιμοθάνατος
morning
πρωί
morrow
αύριο
morsel
λιχουδιά
mortal
θανάσιμος, θνητός
mortality
θνησιμότητα
mortality rate
ποσοστό θνησιμότητας
mortgage
υποθηκεύω, υποθήκη
mortise lock
κλειδαριά χωνευτή
mosque
τζαμί
mosquit-borne
που μεταφέρεται από κουνούπια
mosquito
κουνούπι
moss
βρύο
most
ο περισσότερος, πλέον, ο πιο πολύς
most deeply
βαθύτατα
most interesting
πολύ ενδιαφέρων
most kindly
ευγενέστατα
mostly
πιο πολύ
most politely
ευγενέστατα
most severe
αυστηρότατος
motel
μοτέλ
moth
σκώρος, σκόρος
mother
μητέρα
mother-in-law
πεθερά
motherless
ορφανός από μητέρα
motherly
μητρικός
mother of pearl
σεντέφι, μαραγαριταρένιος
mothers-in-law
πεθερές
mother tongue
μητρική γλώσσα
motion
πρόταση, γνέφω, κίνηση
motionless
ακίνητος
motion picture industry
κινηματογραφική βιομηχανία
motivate
δίνω κίνητρο, παρακινώ
motivation
παρακίνηση, κίνητρο
motive
κίνητρο, μοτίβο
motley
ετερογενής, ανακατεμένος
motor
μηχανή
motorbike
μηχανή
motorcade
παρέλαση αυτοκινήτων
motorcar
αυτοκίνητο
motorcar racing
αγώνας αυτοκινήτων
motorcycle
μηχανή, μουοσύκλετα
motorcyclist
μοτοποδηλατιστής
motorcyle racing
αγώνας μοτοσικλετών
motoring
οδήγηση
motorist
αυτοκινητιστής
mottle
κηλίδα
motto
μόττο
mould
μήτρα, μούχλα, διαπλάθω, καλούπι
moulding
πλάσιμο
moult
μαδώ
mound
ανάχωμα
mounring
πένθος
mount
όρος, ανεβαίνω, αυξάνομαι, βουνό, ιππεύω
mountain
βουνό, όρος
mountain chain
οροσειρά
mountaineer
ορειβάτης
mountaineering
ορειβασία
mountain fortress
λημέρι
mountainous
ορεινός
mountainside
πλαγιά του βουνού
mountaintop
κορυφή
mountebank
αγύρτης
mourn
κλαίω, θρηνώ, πενθώ
mournful
πένθιμος, περίλυπος
mouse
ποντίκι
mouse
mice ποντίκι
mouse trap
φάκα
mousse
μους
moustache
μουστάκι
moustachioed
μουστακαλής
mouth
στόμιο, στόμα, εκβολή ποταμιού
mouthful
μπουκιά
mouthpiece
μικρόφωνο τηλεφώνου, επιστόμιο
mouth-to-mouth
το φιλί ζωής
movable
κινητός
move
μετακομίζω, κίνηση, σαλεύω, κινώ, συγκινώ
move heaven and earth
κινώ ουρανό και γη
movement
κίνημα, κίνηση
move off
απομακρύνομαι, ξεκινώ
movie
ταινία
moving
συγκινητικός
mow
θερίζω
mozzarella
μοτσαρέλα
MP
βουλευτής
mp
βουλευτής
mph
μίλια ανά ώρα
mprovisation
αυτοσχεδιασμός
mrs
κυρία
mu
μι
much
πολύς, πολύ
much ado about nothing
πολύ φασαρία γιά το τίποτε
much advice is
πολλές συμβουλές είναι
much debated
πολύ συζητημένος
much furniture is
πολλά έπιπλα είναι
much harder
πολύ πιο σκληρός
much information about
πολλές πληροφορίες για ...
mucilage
βλέννα
muck
βόρβορος, κοπριά, βρομιά
muck-raking
σκανδαλοθηρία
mucosa
βλεννογόνος υμένας
mucus
βλέννα
mud
ιλύς, βόρβορος, λάσπη
mud brick
πλίνθος λάσπης
muddle
συγχέω, ανακατεύω, μπερδεύω
muddy
λασπωμένος, ιλυώδης, λασπώδης
mudflaps
λασπωτήρες
mud flow
ροή της λάσπης
mudguard
φτερό, λασπωτήρας
mudhole
ιλυοθυρίδα
muezzin
μουεζίνης
muff
χάνω, μανσόν
muffle
πνίγω, κουκουλώνω
muffled
υπόκωφος
muffler
μάλλινο κάλυμμα λαιμού
mug
κούπα, μούρη, ληστεύω στο δρόμο
mugger
ληστής
mugging
ληστεία
muggy
πνιγηρός
mugwort
αρτεμισία, λεβιθόχορτο
mukluk
υπόδημα Εσκιμώων
mulatto
μιγάς
mulberry
μούρο
mulch
στρώνω με άχυρα
mulct
πρόστιμο
mule
μουλάρι
mulish
πεισματάρης
mull
μπύρα ή κρασί με μπαχαρικά, ζεσταίνω
mullah
μουλάς
mullein
φλόμος
mullet
κέφαλος
mulligatawny
σούπα με κάρι
mullion
διάστυλο
multi-celled
πολυκύτταρος
multi-coloured
πολύχρωμος
multi-faceted
πολύπλευρος
multifarious
πολυειδής
multi-layered
με πολλές στρώσεις
multilingual
πολύγλωσσος
multimedia
πολύμεσα
multimillionaire
πολυεκατομμύριος
multinational
πολυεθνικός
multiple
πολλαπλός
multiple sclerosis
σκλήρυνση κατά πλάκας
multiplex bus network
δίκτυο πολυπλεκτικής αρτηρίας
multiplexing
πολυπλεξία
multiplication
πολλαπλασιασμός, αναπαραγωγή
multiply
πολλαπλασιάζω
multiply by
πολλαπλασιάζω
multi-storey building
πολυόροφο χτίριο
multi-talented
πολυτάλαντος
multitude
πλήθος
multi-vitamins
πολυβιταμίνες
mum
μάνα, μαμά
mumble
μουρμουρίζω
mumbo jumbo
κορακίστικα
mummify
ταριχεύω
mummy
μαμά, μούμια
mumps
μαγουλάδες
munch
τρώω κάτι τραγανιστό
mundane
τετριμμένος, κοσμικός
municipal
δημοτικός
municipal council
συμβούλιο της πόλης
murder
φόνος, δολοφωνία, σκοτώνω
murderer
δολοφόνος
murderous
φονικός
murk
ζόφος
murmur
γκρινιάζω, μουρμουρίζω
muscle
μύς
muscular
μυώδης, μυϊκός
muse
ρεμβάζω
museum
μουσείο
mushroom
μανιτάρι
music
μουσική
musical
μουσική ταινία
musical instrument
μουσικό όργανο
musician
μουσικός
musket
μουσκέτο, τουφέκι
muslim
μουσουλμάνος
mussel
μύδι
must
έπρεπε, μούστος, πρέπει
mustard
μουστάρδα
muster
συγκεντρώνομαι, συγκεντρώνω
mutant
μεταλλασσόμενος
mutation
μεταλλαγή, μετάλλαξη
mute
μουγγός
muted
ανέκφραστος, απαλός χρώμα
muted gasp
άναρθρη κραυγή
mutilate
κουτσουρεύω
mutter
μουρμουρίζω
mutton
ζυγούρι
mutual
αμοιβαίος
muzzle
animal μουσάδα
muzzle
gun μπούκα
my back aches
η πλάτη μου πονάει
my back hurts
πονάει η πλάτη μου
my better half
το έτερο μου ήμισυ
mycelium
μυκήλιο
myeloma
μυέλωμα
my leg hurts
πονάει το πόδι μου
myocardial infarction
μυοκαρδιακό έμφραγμα
my plans are in ruins
χάλασαν τα σχέδια μου
myriad
μύριος
myringotomy
μυριγγοτομία
myrtle
μύρτος, μερσίνη, μυρσίνη
myself
εγώ ο ίδιος, ο εαυτός μου
mysterious
μυστηριώδης, αινιγματικός
mysteriously
μυστηριωδώς
mystery
μυστήριο, αίνιγμα, γρίφος
mystery about
μυστήριο για
mystic
μυστικιστής
mystique
αίσθηση μυστηρίου
my stomach hurts
πονάει το στομάχι μου
mythology
μυθολογία
my throat hurts
πονάει ο λαιμός μου
mκlιe
συμπλοκή
nab
συλλαμβάνω, πιάνω, σουφρώνω
nacelle
άτρακτος
nacre
σεντέφι
nadir
ναδίρ
naff
φτηνός
nag
αποπαίρνω, παλιάλογο, καυγαδίζω, γκρινίαρα
naiad
νεράιδα
nail
πρόκα, καρφί, νύχι
nailbiting
ονυχοφαγία, γεμάτος αγωνία
nail bomb
βόμβα γεμάτη καρφιά
naive
αφελής
naivety
αφέλεια
naked
τσίτσιδος, γυμνός
naked natives
γυμνοί ιθαγενείς
naked property
ψιλή κυριότητα
naked violence
ωμή βία
name
ονομασία, όνομα, ονομάζω
named
που ονομάζεται
nameday
ονομαστική εορτή
name day
ονομαστική εορτή
nameless
ανώνυμος
namely
ήτοι
namesake
φερώνυμος
nanny
νταντά, παραμάνα
nanny goat
κατσίκα
nap
υπνάκος, το πέλος
nape
σβέρκος
napkin
πετσετάκι, χαρτοπετσέτα, πετσέτα, πετσέτα φαγητού
nappy
πάνα
narcotics
ναρκωτικά
narrator
αφηγητής
narrow
στενός
narrowly
στενά
narrow-minded
στενόμυαλος
nasturtium
τροπαίουλο
nasty
απαίσιος
nation
έθνος
national
εθνικός
national carrier
εθνική αεροπορική εταιρία
national guard
εθνοφρουρά
National Health System
Εθνικό Σύστημα Υγείας
national health system
Εθνικό Σύστημα Υγείας
national holidays
εθνικές εορτές
nationalisation
κρατικοποίηση
nationalise
κρατικοποιώ
nationalism
εθνικισμός
nationalist
εθνικιστής
nationality
υπηκοότητα, ιθαγένεια
native
ιθαγενής, ντόπιος
natives
ιθαγενείς
natural beauty
φυσική ομορφιά, φυσική ομορφιά
natural disaster
φυσική καταστροφή
naturalisation
πολιτογράφηση
naturally
φυσικά
natural selection
φυσική επιλογή
nature
φύση
nature reserve
εθνικό πάρκο
naughty
άτακτος
nausea
εμετός, ναυτία
nautical
ναυτικός
naval
ναυτικός
nave
σηκός
navigation
ναυτιλία, ναυσιπλοϊα
navigator
αεροναυτίλος, ναυτίλος
navy
ναυτικό
neap tide
διχοτομική παλίρροια
near
κοντά
nearby
κοντά, κοντινός
nearer
πιο κοντός
nearly
σχεδόν, παραλίγο
near-sighted
μυωπικός
neat
ακριβής
neatly
κομψά
necessarily
απαραίτητα
necessary
αναγκαίος
necessitate
καθιστώ αναγκαίο
necessity
αναγκαιότητα
necessity for
ανάγκη για
neck
σβέρκος, αυχένας, λαιμός
necklace
κολιέ
neckwear
ρούχα που φορούνται στο λαιμό
nectar
νέκταρ
need
χρειάζομαι, ανάγκη
need for
ανάγκη για
needle
βελώνα, βελόνα
nefarious
κακοηθής, φαύλος, άνομος
negative
αρνητικός
negatively
αρνητικά
negatives
αρνητικά
neglect
αμελώ, αμέλεια
neglected
παραμελημένος
neglect oneself
παραμελώ τον εαυτό σου
negligent
αμελής
negligible
αμελητέος
negotiate
διαπραγματεύομαι
negotiate with
διαπραγματεύομαι με
negotiation
διαπραγμάτευση
negotiations
διαπραγματεύσεις
negotiator
διαπραγματευτής
neigh
χλιμιντρίζω
neighbour
γείτονας
neighbourhood
μαχαλάς, γειτονιά
neighbouring
γειτονικός
neighbourly
φιλικός
neighbours
γείτονες
neither
κανείς από τους δύο
neither ..... nor
ούτε .... ούτε
neither do I
ούτε εγώ
neither do i
ούτε εγώ
neither of them
κανείς από τους δυο
neo-
νέο-
neo classical
νεοκλασσικός
Neolithic Period
νεολιθική εποχή
neolithic period
νεολιθική εποχή
neon
νέον
neon signs
φωτεινές επιγραφές
nephew
ανηψιός
nephric
νεφρικός
nerve
νεύρο
nervous
νευρικός
nervous about
ανήσυχος για
nervously
ανήσυχα
nervous system
νευρικό σύστημα
nervous wreck
ράκος
nest
φωλιάζω, φωλιά, θαλάμη
nestle
βρίσκομαι χωμένος, φωλιάζω
net
δίχτυ
net operating surplus
καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα
net operational income
καθαρά έσοδα εκμεταλλεύσεως
nettle
τσουκνίδα
network
δίκτυο
neural
νευρικός
neurone
νευρώνας
neutral
ουδέτερος, νεκρό
never
ποτέ
nevertheless
ωστόσο
never you mind
μη το ψάχνεις
new
καινούριος, νέος
newcomer
νεοφερόμενος
newfangled
καινοφανής
new-look
καινούριας εμφάνισης
newly
πρόσφατα
newly established
νεοσύστατος
newly-opened
που εγκαινιάστηκε πρόσφατα
news
ειδήσεις, νέα
news broadcast
δελτίο ειδήσεων
newscaster
παρουσιαστής ειδήσεων
news of
νέα για
newspaper
εφημερίδα
news reader
παρουσιαστής ειδήσεων
news reporter
δημοσιογράφος, ρεπόρτερ
newsroom
γραφείο σύνταξης
news-stand
περίπτερο πώλησης εφημερίδων
New Year's Day
Πρωτοχρονιά
New Year's Eve
παραμονή Πρωτοχρονιάς
New Year's Eve party
ρεβεγιόν
New Year's present
μποναμάς
next
μετά, επόμενος
next of kin
ο πλησιέστερος συγγενής
next to
διπλανός
nib
πενάκι
nibble
δαγκώνω με μικρές μπουκιές, τσιμπολόγημα
nice
ωραίος
nicely
ωραία
nicety
ακριβολογία
niche
σηκός, σηκός
nicitating membrane
επικανθίδα
nick
εγκοπή
nickname
παρατσούκλι
nicotine
νικοτίνη
nidation
εμφύτευση
Nigeria
Νιγηρία
nigeria
Νιγηρία
niggard
τσιγκούνης
niggardly
σπαγγοραμένος
night
νύχτα
nightclub
νυχτερινό κέντρο
nightdress
νυχτικό
night heron
νυχτοκόρακας
nightie
νυχτικό
nightingale
αηδόνι
night is approaching
η νύχτα ζυγώνει
nightlife
νυχτερινή ζωή
nightmare
εφιάλτης
nimbleness
ευστροφία
nimbus
αύρα, σύννεφο βροχής
nine
εννέα
nin infectuous
μη μεταδοτικός
ninth
έννατος
nip
τσιμπώ
nipper
πιτσιρίκος
nipple
ρόγα
nirvana
νιρβάνα
nitride
νιτρίδιο
nitrogen
άζωτο
nitwit
βλάκας
no
κανένας, όχι
no admittance
απαγορεύεται η είσοδος
nobility
αριστοκρατία, ευγενείς
noble
αβρός, ευγενής
nobleman
ευγενής
noble rot
ευγενής σήψη
nobody
κανείς
nocturnal
νυχτερινός
nod
κουνώ το κεφάλι, κατανεύω
noddle
κεφάλι, μυαλό
node
όζος
nod off
λαγοκοιμάμαι
no end
αμέτρητα
no entry
απαγορεύεται η είσοδος
no fault divorce
συναινετικό διαζύγιο
noise
θόρυβος
noise pollution
ηχορύπανση
noise squelch muting
περιορισμός θορύβων
noise temperature
θερμοκρασία θορύβου
noisy
θορυβώδης
no longer
όχι πιά
no longer use
δεν χρησιμοποιώ πιά
nolt
μανταλώνω
nomad
νομάς
nomadic
φερέοικος
no matter what I do
ότι κι αν κάνω
no matter what i do
ότι κι αν κάνω
nomenclature
ονοματολογία
nominal
ονομαστικός
nominate
διορίζω, προτείνω
nomination
χρίσμα, υποψηφιότητα
nominative
ονομαστικός
non-
μη -
nonchalant
ράθυμος, οκνός, αδιάφορος
non combatant
άμαχος
non-commissioned officer
υπαξιωματικός
non compliance
έλλειψη συμμόρφωσης
non compos mentis
μη υγιής στο πνεύμα, ακαταλόγιστος
nondescript
που δεν ξεχωρίζει καθόλου, ακαθόριστος
none
κανένας
nonentity
ασήμαντος άνθρωπος
none of them
κανένας από αυτούς
nonetheless
όμως, εν τούτοις
nonplus
φέρνω σε αμηχανία, σαστίζω
non profit making
μη κερδοσκοπικός
non return
ανεύ επιστροφής
nonsense
βλακίες, ανοησίες, βλακείες
nonsensical
ανόητος
non-stick
αντικολλητικό
nook
γωνία, εσοχή
noon
μεσημέρι
no one
κανείς
no par value share
μετοχή χωρίς ονομαστική αξία
nor
ούτε
no result
μηδέν στο πηλίκο
norm
νόρμα, πρότυπο
normal
κανονικός, φυσιολογικός
normally
κανονικά
Norse
μεσαιωνική ισλανδική γλώσσα
norse
μεσαιωνική ισλανδική γλώσσα
north
Βοράς, Βοριάς
north east
βορειοανατολικό
northern
βόρειος
North Sea
Βόρεια Θάλασσα
north sea
Βόρεια Θάλασσα
north west
βορειοδυτικό
Norway
Νορβηγία
norway
Νορβηγία
Norwegian
νορβηγικός
norwegian
νορβηγικός
nose
μύτη
nose bleed
επίσταξη
nosh
μάσα
no smoking
απαγορεύεται το κάπνισμα
no sooner said than done
αμ' έπος αμ' έργον
nostalgia
νοσταλγία
nostalgic
νοσταλγικός
nostril
ρουθούνι
nostrils
ρουθούνια
nosy
αδιάκριτος
not
δεν
notable
αξιοσημείωτος
not all it's cracked up to be
αλλά όχι και τόσο να καλό, καλό είναι
notary
συμβολαιογράφος
not at all
καθόλου
not be able to
αδυνατώ
notch brittleness
ευθραυστότητα από εγκοπή
notched
με εγκοπή
notch sensitivity
ευαισθισία σε εγκοπή
not confiscated
ακατάσχετος
note
σημειώνω, σημείωση
notebook
καρνέ, σημειωματάριο
noted for
φημισμένος για
notepaper
χαρτί σημειώσεων
noteworthy
αξιοσημείωτα
Noth
βοράς
noth
βοράς
nothing
τίποτα
notice
πίνακας, παρατηρώ
noticeable
αξιοσημείωτος
notify
γνωστοποιώ, ειδοποιώ
not in my life
ποτέ στη ζωή μου
notion
ιδέα, αντίληψη
not merely ... but
όχι μόνο ... αλλά
notoriety
κακοφημία
notorious
διαβόητος, περιβόητος
notorious for
περιβόητος
notoriously
περιβόητα
not sit well with me
δεν μου πηγαίνει καλά να
not so good as
όχι τόσο καλός όσο
not sunny
ανήλιος
not to be trusted
δεν έχω μπέσα
not uniform
ανομοιογενής
noun
ουσιαστικό
nourish
τρέφω, καλλιεργώ
nourishment
τροφή, θρέψη
novel
μυθιστόρημα, καινοφανής
novelist
μυθιστοριογράφος
November
Νοέμβριος
november
Νοέμβριος
now
τώρα
nowadays
αυτές τις ημέρες
nowhere
πουθενά
noxious
επιζήμιος
nozzle
ακροφύσι ψεχασμού
nuance
απόχρωση
nucelar generator
πυρηνική γεννήτρια
nuclar warfare
πυρηνικός πόλεμος
nuclear
πυρηνικός
nuclear family
πυρηνική οικογένεια
nuclear medicine
πυρηνική ιατρική
nuclear power
πυρηνική ενέργεια
nuclei
πυρήνες
nucleus
πυρήνας
nudism
γυμνισμός
nuisance
μπελάς
nullify
ανατρέπω, ματαιώνω
numb
μουδιασμένος, ναρκωμένος, μουδιάζω
number
αριθμίζω, αριθμός
number plate
πινακίδα
numbness
μούδιασμα
numerous
πολυάριθμος
nun
μοναχή, καλόγρια
nunnery
μονή
nurse
βάγια, νοσοκόμα
nursery
φυτώριο
nursery school
νηπιογωγείο
nursing
νοσηλεία, περίθαλψη
nursing staff
νοσηλευτικό προσωπικό
nurture
τρέφω
nut
παξιμάδι
nute swan
βουβόκυκνος
nutmeg
μοσχοκάρυδο
nutrient
θρεπτική ουσία, θρεπτική ουσία
nutrient laden
γεμάτος θρεπτικές ουσίες
nutrition
θρέψη
nutritional
θρεπτικός
nutritional value
θρεπτική αξία
nutritious
θρεπτικός
nuts
φυστίκια
nylon
νάυλον
oak
δρύινος, δρύς, βελανιδιά
oaken
δρύινος
oar
κουπί
oasis
όαση
oast
φούρνος γιά λυκίσκο
oath
όρκος
oats
βρώμη, βρόμη
obdurate
αμετανόητος, αμετάπειστος, άκαμπτος
obedient
υπάκουος, πειθήνιος
obedient to
υπάκουος
obelisk
οβελίσκος
obese
παχύσαρκος
obesity
παχυσαρκία
obey
υπακούω
obfuscate
συσκοτίζω
obituary
νεκρολογία
object
φέρνω αντίρρηση, αντιτείνω, αντικείμενο, αντιτείνω
objection
αντίρρηση
objectionable
απαράδεκτος, δυσάρεστος
objection to
αντίρρηση
objective
αντικειμενικός
object of ridicule
στόχος κοροϊδίας
object to
έχω αντιρρήσεις, φέρνω αντίρρηση
objurgate
επικρίνω
obligation
υποχρέωση
obligatory
υποχρεωτικός
oblige
υποχρεώνω
oblique
λοξός, πλάγιος
oblique angle
οξεία γωνία
obliquity
λοξότητα
oblivion
λήθη, λησμονιά
oblong
επιμήκης, μακρόστενο
oboe
όμποε
obscene
άσεμνος, αισχρός
obscure
κρύβω, συσκωτίζω, δυσνόητος, σκοτεινός
obsequious
δουλοπρεπής
observation
παρακολούθηση, παρακολούΘηση, παρατηρητικότητα
observatory
παρατηρητήριο
observe
τηρώ, παρατηρώ
observer
παρατηρητής
obsessed
με έμμονη ιδέα
obsession
έμμονη ιδέα
obsessive
έμμονος
obsessive neurotic
ψυχαναγκασμός
obsesssive compulsive
ιδεοληπτικός, δαιμονοπληκτικός
obsidian
οψιανός
obsolescence
αχρησία
obsolete
απαρχαιωμένος
obstacle
φραγμός, εμπόδιο
obstetrician
μαιευτήρας
obstetrics
μαιευτική
obstinacy
πείσμα
obstinate
πεισμωμένος, πεισματάρης, ισχυρογνώμων
obstruct
παρακωλύω, κωλυσιεργώ, παρεμβάλλω εμπόδια
obstruction
στένωση, παρακώλυση
obstructively
με εμπόδια
obtain
προμηθεύομαι, αποκτώ
obtainable
ευαπόκτητος, εφικτός
obtain from
αποκτώ
obtaining
που αποκτεί
obtain permission
παίρνω την άδεια
obvious
φανερός
obviously
εμφανώς
occasion
περίπτωση
occasional
σποραδικός
occasionally
πότε-πότε, περιοδικά
occasional rain
βροχή κατά διαστήματα
occiput
ινίον
occult
απόκρυφος
occupant
κάτοχος
occupation
επάγγελμα, κατάληψη, κατοχή
occupational
επαγγελματικός
occupational hazard
επαγγελματικός κίνδυνος
occupational therapy
εργασιοθεραπεία
occupied
κατειλημμένος, απασχολημένος
occupied with
απασχολημένος με
occupy
καταλαμβάνω
occupy oneself with
καταγίνομαι
occupy with
απασχολούμαι
occur
συμβαίνω
occurrence
περιστατικό, συμβάν, γεγονός
occur to
έρχομαι στο νου, συμβαίνω σε
ocean
ωκεανός
ocean liner
υπερωκεάνειο
oceanographer
ωκεανογράφος
ocean sunfish
φεγγαρόφαρο
ochre
ώχρα
October
Οκτώβριος
october
Οκτώβριος
octopus
χταπόδι
oculist
οφθαλμολόγος
odd
μονός
oddity
ιδιορρυθμία, παραξενιά
oddly
παράξενα, περίεργα, αλλόκοτα
oddment
ρετάλι
odds
πιθανότητες
odds and ends
πραγματάκια
ode
ωδή
odour
οσμή, μυρωδία
of
από
of different sex
ετερόφυλος
of dubious quality
αμφίβολης ποιότητας
off
μακριά
off and on
κατά διαστήματα
offbeat
ασυνήθιστος
off by heart
απ'έξω
off colour
αδιάθετος
offence
αδίκημα, παράβαση, προσβολή
offend
προσβάλλω
offender
ένοχος, παραβάτης
offensive
επίθεση, συνέπεια, προσβλητικός
offer
προσφορά, προσφέρω
offered by
προσφέρεται από
offer to
προσφέρω
office
γραφείο, θώκος
office block
πολυώροφο χτίριο με γραφεία
office of Chancellor
γραφείο Καγκελαρίου
office of chancellor
γραφείο Καγκελαρίου
officer
αξιωματικός, στέλεχος
official
αξιωματικός, επίσημος, αξιοματικός
officially
επίσημα
official report
επίσημη αναφορά
officiate
χοροστατώ
officiousness
πολυπραγμοσύνη
off school
απών από το σχολείο
offset
όφσετ
offsetting
συμψηφισμός
offshoot
παραφυάδα, βλαστός, παρακλάδι
offshore oil rig
πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου
offside
όφσαϊντ
off stage
παρασκηνιακός
off the beaten track
μακριά από τη πεπατημένη
off the record
ανεπίσημα
off the road
στο συνεργείο για επισκευή
off work
απών από την δουλειά
of ill repute
σταμπαρισμένος
of late
πρόσφατα
of lesser importance
λιγότερης σημασίας
of no account
άνευ σημασίας
of no consequence
λίγης σημασίας
of no fixed abode
άνευ μονίμου διαμονής
of one's own accord
αυτόβουλα
of paramount importance
ύψιστης σημασίας
of public use
κοινόχρηστος
of repute
καλής φήμης
often
συχνά
of the worst kind
του χειρότερου είδους
oh dear
θέε μου, αμάν
oil
λάδι, πετρέλαιο
oil can
λαδωτήρι
oils
λαδομπογιά
oil shale
πετρελαιοφόρος σχιστόλιθος
oil slick
πετρελαιοκηλίδα
oil spill
διαρροή πετρελαίου
oil tanker
πετρελαιοφόρο
oil well
πηγάδι πετρλαίου
ointment
αλοιφή
OK
εντάξει
ok
εντάξει
okra
μπάμια
old
παλαιός, γέρος, γέρικος
old age
γερατειά
old banger
παλιοσαράβολο
old campaigner
βετεράνος
older
παλιότερα
old fashioned
παλιομοδίτικος, όχι της μόδας
old goat
γερόγατος
old hat
ξεπερασμένος
old maid
γεροντοκόρη
Old Nick
διάβολος
old nick
διάβολος
old woman
βάβα, γριά, βαβά
old wreck
παλιοσαράβολο
oleander
ροδοδάφνη, πικροδάφνη
oligarchy
ολιγαρχία
olive
ελιά
olive grove
ελαιώνας
olives
ελιές
Olympic
Ολυμπιακός
olympic
Ολυμπιακός
ombudsman
συνήγορος του πολίτη
omelette
ομελέτα
ominous
δυσοίωνος
ominously
δυσοίωνα
omission
παράλειψη
omit
παραλείπω
omnipotence
παντοδυναμία
omniscient
παντογνώστης
omnivore
παμφάγος
omnivorous
παμφάγος
on
σε, πάνω σε
on account of
εξ αιτίας
on alert
σε επιφυλακή
on and off
κατά διαστήματα
on a par with
εφάμιλλος
on approval
μετά έγκρισής
on a shortlist
στην λίστα υποψηφίων
on a trip
σε ταξίδι
on average
κατά μέσο όρο
on behalf of
εκ μέρους
once
εφάπαξ, μια φορά, μία φορά, κάποτε
once a day
μία φορά την ημέρα
once upon a time
μια φορά κι ένα καιρό
on cloud nine
πανευτυχής
on condition
υπό τον όρο
on credit
επί πιστώσει
on demand
σε ζήτηση
one
ένα, μία, ένας
one's heart sinks
απογοητεύομαι, κόβεται το αίμα μου
one after the other
ένας πίσω από τον άλλο
one and only
μονακριβός
one-armed
κουλός
onerous
επαχθής, βαρύς
one to one
άτομο με άτομο
one way street
μονόδρομος
one who has just resigned
παρατηθείς
on file
στα αρχεία
on fire
σε φωτιά, που φλέγεται
on foot
με τα πόδια
on form
σε καλή κατάσταση
on Friday
την Παρασκευή
on friday
την Παρασκευή
on further acquaintance
όταν σε γνωρίζω καλύτερα
on his own
μόνος του
on holiday
στις διακοπές
on horseback
έφιππος
on hot coals
σε αναμμένα κάρβουνα
onion
κρεμμύδι
on loan
δανεικά
onlooker
θεατής
only
μόνο
on many occasions
πολλές φορές
on Monday morning
την Δευτέρα το πρωί
on monday morning
την Δευτέρα το πρωί
on my account
εξ αιτίας μου
on my birthday
τα γενέθλια μου
on my feet
στέκομαι στα ποδια μου
on no account
με κανένα τρόπο
on oath
ενόρκως
on offer
διαθέσιμος προς πώληση
on one's back
ανάσκελα
on one's guard
σε επιφυλακή
on one's own
μόνος
on one occasion
μία φορά
on order
το έχω παραγγείλει
on purpose
επίτηδες
on rare occasions
σε σπάνιες περιπτώσεις
on remand
εν προφυλακίσει
on second thoughts
με μεταγενέστερες σκέψεις
onset
αρχή
on shank's pony
με τα πόδια
on shore
στην ξηρά
on sight
πληρωτέο επί τη εμφανίσει
on site
εγκαταστημένος, εκεί
onslaught
σφοδρή επίθεση
on stage
στη σκηνή
on the air
στον αέρα
on the beach
παρά θιν'αλός
on the cheap
φτηνά
on the clock
στο ρολόι, στο κοντέρ
on the contrary
αντιθέτως
on the dole
άνεργος
on the drawing board
στα σκαριά
on the face of it
εκ πρώτης όψεως
on the grounds that
λόγω του ότι
on the increase
που αυξάνεται, αυξανόμενος
on the level
τίμιος
on the lookout for
ψάχνω γιά
on the news
στις ειδήσεις
on the other hand
αφ' ετέρου
on the outskirts
στα περίχωρα
on the phone
στο τηλέφωνο
on the plane
στο αεροπλάνο
on the radio
στο ράδιο
on the rise
με αυξητική τάση
on the rocks
με πάγο
on the scene
επί τόπου
on the side
στη ζούλα
on the sly
στη ζούλα
on the spot
επί τόπου
on the strength of
βασιζόμενος σε
on the train
στο τρένο
on the trot
διαδοχικά
on the verge of
στο χείλος
on the very same day
αυθημερόν
on the way
στο δρόμο
on the way back
στο γυρισμό
on the way home
στο γυρισμό
on the way to
στο δρόμο προς
on the whole
γενικά
on time
πάνω στην ώρα
on tiptoe
στις μύτες των ποδιών, ακροποδητί
onto
πάνω, πάνω σε
on trial
σε δίκη
on TV
στην τηλεόραση
on tv
στην τηλεόραση
onus
βάρος
onus of proof
βάρος αποδείξεως
ooze
λάσπη, στάζω, ίζημα, κυλώ, ιλύς
opacity
αδιαφάνεια
opaque
αδιαφανής
open
ανοίγω, ανοιχτός, εγκαινιάζω, ανοικτός
open area
ξέφωτο, ανοιχτός χώρος
opening of a shirt
τραχιλιά
openly
ανοιχτά
openmindedness
ευρεία αντίληψη
open-mindedness
χωρίς προκατάληψη
open plan
χωρίς χωρίσματα
open sea
πέλαγος
open to doubt
υπό αμφισβήτηση
open to question
υπό συζήτηση
opera
όπερα
opera house
θέατρο παραστάσεων όπερας
opera singer
τραγουδιστής όπερας
operate
εγχειρίζω, λειτουργώ
operating room
χειρουργείο
operating theatre
θάλαμος εγχειρήσεως
operation
λειτουργία, εγχείρηση, επιχείρηση
operational
λειτουργικός
operator
χειριστής
opinion
γνωμάτευση, άποψη, γνώμη
opinionated
ισχυρογνώμων
opponent
αντίπαλος
opportune
επίκαιρος
opportunity for
ευκαιρία
oppose
είμαι αντίθετος, αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι
opposing
αντίθετος, αντιτιθέμενος
opposite direction
αντίθετη κατεύθυνση
opposite lane
αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας
opposition
αντιπολίτευση, αντίθεση
oppressed
καταπιεσμένος, καταπονημένος
oppression
καταπίεση, καταδυνάστευση
oppressive
καταπιεστικός
opprobrious
υβριστικός, αχρείος
opthalmology
οφθαλμολογία
optician
οπτικός
optimism
αισιοδοξία
optimistic
αισιόδοξος
optimistically
αισιόδοξα
option
επιλογή
optional
προαιρερτικός
or
ή
oral
προφορικός, διά στόματος
oral contraceptive
αντισυλληπτικό χάπι
orange
πορτοκαλί, πορτοκάλι
orange juice
χυμός πορτοκαλάδας
oratory
ρητορική
orbit
τροχιά
orchard
περιβόλι
orchestra
ορχήστρα
orchestral
ορχηστρικός
orchestrate
ενορχηστρώνω
ordain
χειροτονώ
ordeal
δοκιμασία
order
προσταγή, εντολή, παραγγέλλω, παραγγελία, διατάζω
ordinary
συνηθισμένος
ordination
χειροτονία
ore
μετάλλευμα, ορυκτό
oregano
ρίγανη
organ
όργανο
organic
οργανικός
organic matter
οργανική ύλη
organisation
οργάνωση, διοργάνωση
organise
οργανώνω
organiser
οργανωτής
organist
οργανίστας
orgasm
οργασμός
orgy
όργιο, κραιπάλη
oriental
ανατολίτικος, ανατολικός
orientate
προσανατολίζω
orifice
στόμιο
origin
προέλευση
original
γνήσιος, πρωτότυπος
originality
πρωτοτυπία
originate
προέρχομαι
ornament
διακοσμητικό
ornamental
διακοσμητικός
ornate
πολύ στολισμένος
orphan
ορφανός
orphanage
ορφανοτροφείο
or so
περίπου
orthodontist
ορθοδοντικός
orthodox
ορθόδοξος
orthodoxy
ορθοδοξία
oscillate
ταλαντώνομαι
osier
λυγαριά
osprey
ψαραετός
ossicle
οστάριο
ostensible
φαινομενικός, δήθεν
ostensibly
φαινομενικά
ostentatious
επιδεικτικός, φανταχτερός, φιγουρατζής
osteoporosis
οστεοπόρωση
ostracise
εξοστρακίζω
ostrich
στρουθοκάμηλος
ostrich mentality
στρουθοκαμηλισμός
other
άλλος
others
οι άλλοι, οι άλλες, τα άλλα
otherwise
διαφορετικά, αλλιώς
otter
ενυδρίδα
ought
θα πρέπει
ought to
θα έπρεπε
ounce
ουγκιά
our
ο δικός μας
our hopes are all gone
άνθρακες ο θησαυρός
ourselves
εμείς οι ίδιοι, οι εαυτοί μας
out
έξω, έξω από
outbreak
ξέσπασμα, έκρηξη, εκδήλωση
outburst
άγριο ξέσπασμα
outcome
απορροία, έκβαση, κατάληξη
outcry
κατακραυγή, αγανάκτηση
outdated
απαρχαιωμένος
outdoor
εξωτερικός
outer space
διάστημα
outfit
εξοπλισμός
outflanking
υπερφαλλάγγιση
outgoing
εξωστρεφής, εκδηλωτικός, κοινωνικός
outing
εκδρομή
outing to the zoo
εκδρομή στο ζωολογικό κήπο
outlast
διαρκώ περισότερα από
outlaw
θέτω εκτός νόμου, φυγάς
outlet
διέξοδος
outline
σκιαγραφώ, διατυπώνω, σκιαγράφηση
outlook
πρόβλεψη
outmoded
ξεπερασμένος, ντεμοντέ
out of action
εκτός λειτουργίας
out of breath
λαχανιασμένος
out of control
ξέφυγε από το έλεγχο
out of court
εξωδικώς
out of danger
ξέφυγε από το κίνδυνο
out of date
ντεμοντέ, παλαιά, εκτός εποχής
out-of date
ντεμοντέ
out of debt
δεν χρωστάω
out of doors
έξω
out of fashion
όχι πιά της μόδας, ντεμοντέ
out of fear that
από το φόβο μήπως
out of hand
εκτός ελέγχου
out of luck
άτυχος
out of order
χαλασμένος, εκτός λειτουργίας
out of place
περίεργος, παράξενος
out of pocket
άφραγκος
out of practice
αγύμναστος
out of print
εξαντλημένο βιβλίο
out of range
εκτός βεληνεκούς
out of reach
που δεν μπορεί να το φτάσει
out of respect for
από σεβασμό για
out of season
εκτός εποχής
out of sight
άφαντος
out of sight out of mind
πέρα βρέχει
out of step
δεν συμβαδίαζω
out of stock
με εξαντλημένο απόθεμα, εξαντλημένος από είδη
out of the ordinary
ασυνήθιστος
out of the question
αποκλείεται
out of the way
απόκεντρος, φύγε από την μέση, απόμακρος, εκποδών
out of this world
ασύλληπτος, καταπληκτικός, θεσπέσιος
out of turn
εκτός σειράς
out of use
δεν λειτουργεί
out of work
άνεργος
out on a limb
σε δύσκολη θέση
out on bail
εκτός φυλακής με εγγύηση
out on one's feet
ξεθεωμένος
outpace
ξεπερνώ σε ταχύτητα
out-patients
εξωτερικά ιατρεία
outpouring
ξέσπασμα αισθημάτων
output
παραγωγή
outrage
οργή, ύβρις, προσβολή, προπηλακίζω
outrageous
σκανδαλώδης, εξωφρενικός
outright
απόλυτος
outrun
τρέχω γρηγορότερα
outset
αρχή
outside
έξω από
outsider
ξένος
outskirts
περίχωρα
outskirts are
περίχωρα
outspoken
ειλικρινής, ντόμπρος
outstanding
εξαιρετικός
outward appearance
εξωτερική εμφάνιση
outweigh
υπερτερώ
outwit
ξεγελώ, νικώ με την εξυπνάδα
ouzo
ούζο
oval
οβάλ, ωειδής
ovary
ωάριο
ovation
επευφημία
over
πάνω, πάνω από, τελείωσε
overall
γενικός, ποδιά, συνολικός, μπλούζα εργασίας
overalls
ολόσωμα
over and above
επί πλέον
over and over again
επαναλειμμένες φορές
overburden
παραφορτώνω
overcast
συννεφιασμένος, μουντός
overcoat
πανωφόρι, παλτό
overcome
ξεπερνώ, νικημένος
overcompensate
αναπληρώνω υπερβολικά
overconfident
με υπερβολική αυτοπεποίθηση
overcrowded
υπερπλήρης
overdo
εξογκώνω
overdo it
το παρακάνω
overdose
υπερβολική δόση
overestimate
υπερεκτιμώ
overflow
υπερχείλιση, ξεχειλίζω
overgrazing
εξάντληση χορταριού
overgrown
κατάφυτος, σκεπασμένος
overheads
γενικά έξοδα
overhead travelling crane
κυλιόμενη γέφυρα
overhear
ωτακουστώ
overheat
υπερθερμαίνομαι
overheating
υπερθέρμανση
overhunting
κυνήγι σε υπερβολικό βαθμό
overide
υπερισχύω, ακυρώνω
overjoyed
πολύ χαρούμενος
overlap
συμπίπτω, επικαλύπτω
overlapping
ύπερθεση
overload
υπερφορτώνω, υπερβολικό φόρτω, υπερβολικό φόρτο
overlook
παραβλέπω, παραγνωρίζω, έχω θέα προς
overlooking
που έχει θέα προς
overly
υπερβολικά
overnight
διανυκτερεύω
overnight success
άμεση επιτυχία, ξαφνική επιτυχία
overpopulate
πληθύνομαι υπέρμετρα
overpopulation
υπερπληθυσμός
overpower
κάνω ζάφτι
overrated
υπερτιμημένος
overrun
υπερβαίνω
overrun with
κατακλύζομαι από, λυμαίνομαι
overseas
στο εξωτερικό, υπερπόντιος
oversee
επιβλέπω, επιτηρώ
overseer
επόπτης
oversight
αβλεψία, παράλειψη
oversimplified
απλουστευμένος
oversimplify
απλουστεύω
overt
φανερός
overtake
προσπερνώ, ξεπερνώ
overtaking
προσπέρασμα
overthrow
ανατροπή
overtime
υπερωρίες
overtone
απόηχος
overturn
μπατάρω, αναποδογυρίζω
overturning
ανατροπή
overweight
υπέρβαρος
overwhelm
συντρίβω, πνίγω, κατακλύζω, καταβάλλω
overwhelmed
τσακισμένος
overwhelming
συντριπτικός
overwhelmingly
συντριπτικά
overworked
παραδουλεμένος, παρακουρασμένος
oviduct
σάλπιγγα
ovule
ωάριο
ovum
ωάριο
owe
οφείλω, χρωστώ
owing to
εξ αιτίας, λόγω
owl
κουκουβάγια
own
adj δικός μου
own
v κατέχω
owner
κάτοχος, ιδιοκτήτης, κτήτορας
owner-occupier
ιδιοκτήτης κάτοικος
ownership
ιδιοκτησία
own up
ομολογώ το φταίξιμο
ox
oxen βόδι
oxen
βόδια
oxidation
οξείδωση
oxide
οξείδιο
oxygen
οξυγόνο
oxygenation
οξυγόνωση
oxygen cycle
κύκλος του οξυγόνου
oxygen mask
μάσκα οξυγόνου
oyster
στρείδι
oystercatcher
στρειδοφάγος
ozone
όζον
ozone layer
στρώμα του όζοντος
pace
δρασκελιά, φόρα, βήμα, ρυθμός
pacemaker
βηματοδότης
pace maker
λαγός
pace setter
λαγός
pacific
ειρηνικός
pack
συσκευάζω, τράπουλα, πακέτο, κατακλύζω, πακετάρω
packaged
συσκευασμένος
package holiday
οργανωμένες διακοπές
packager
συσκευαστής
packaging
συσκευασία
packed
παρασκευασμένος
packer
συσκευαστής
packet
πακέτο, δέμα, δέσμη
pack saddle
σαμάρι
pad
μπλοκάκι
padding
παραγέμισμα
paddle
κοπηλατώ, κοπηλ, κουπί πλατύ για κανό
padlock
λουκέτο
paediatrician
παιδίατρος
pagan
παγανιστής, ειδωλολάτρης, άθεος
page
σελίδα
pagoda
παγόδα
paid
βαλτός
pail
κουβάς
pain
πόνος
painful
οδυνηρός, αλγεινός
painfully
οδυνηρά
pain in back
ραχιαλγία
pain in the neck
μπελάς
painkiller
παυσίπονο
painless
ανώδυνος
pains
κόπος
painstaking
φιλόπονος, κοπιαστικός
painstakingly
επιμελώς, προσεκτικά
paint
βάφω
painted
βαμμένος
painter
βάφτης, βαφέας
painting
ζωγραφιά
painting. sign
πίνακας
paintwork
λουστράρισμα
pair
ζευγάρι
pairing
ζευγάρωμα
pal
φίλος, φιλαράκος
palace
μέγαρο, ανάκτορο, παλάτι
palaeontologist
παλαιοντολόγος
palatable
εύγευστος, ευχάριστος
palate
ουρανίσκος, υπερώα
palatine foramen
υπερώιον τρήμα
pale
ξανθός, χλωμός
pale complexion
ωχρό ή ανοιχτό χρώμα δέρματος
paleness
κιτρινίλα
palette
παλέτα
pallid harrier
στεπόκιρκος
palm
παλάμη, φοίνικας
palm tree
φοίνικας
palpate
ψηλαφίζω
palyboy
πλέημποϊ
panacea
πανάκεια
pancake
τηγανίτα
pancreas
πάγκρεας
pandemonium
πανδαιμόνιο
pander
εκμαυλίζω
pander to a vice
υποβοηθώ ένα πάθος
panel
προεδρείο, φάτνωμα
panelling
ξύλινη επένδυση
Pan-European
πανευρωπαϊκός
pan-european
πανευρωπαϊκός
Panhellenic
πανελλήνιος, πανελλαδικός
panhellenic
πανελλήνιος, πανελλαδικός
panic
πανικός, πανικός, πανικοβάλλω
panicky
πανικόβλητος
panic-stricken
πανικόβλητος
pannier
κοφίνι
panorama
πανόραμα
panspermy
πανσπερμία
pansy
πανσές
pant
λαχανιάζω
pantheon
πάνθεο
panther
πάνθηρας
panties
βράκα
panting
ασθμαίνων
pantomime
παντομίμα
pants
παντελόνι
pap
κουρκούτι, πολτός
paper
εφημερίδα, χαρτί, χαρτένιος
paper-clips
συνδετήρες
papers
χαρτιά, έγγραφα
paper streamer
σερπαντίνα
paperwork
γραφική δουλειά
papyrus
πάπυρος
par
ισότητα, ισοτιμία, άρτιον
parable
παραβολή
paracentesis
παρακέντηση
parachute
αλεξίπτωτο
parade
παρέλαση
paradigm
παράδειγμα
paradise
παράδεισος
paradox
παράδοξος
paradoxical
παράδοξος
paradoxically
παράδοξα
paradoxology
παραδοξολογία
paragon
υπόδειγμα
paragon of virtue
υπόδειγμα αρετής
paragraph
παράγραφος
parallax
παράλλαξη
parallel
παράλληλος
parallel bars
δίζυγο γυμναστικής
parallelogram
παραλληλόγραμμο
paralyse
παραλύω
paralysed
παράλυτος
paramilitary
παραστρατιωτικός
paranoia
παράνοια
paranoid
παρανοϊκός
parapet
πεζούλα
parasite
παράσιτο, παρακεντές
parathion
παραθείο
parcel
δέμα
parch
ξεραίνω
parched
αποξηραμένος, στεγνός, ξηρός, καψαλιασμένος
pardon
χάρη, συγχωρώ, συγχώρηση, δίνω χάρη
pardon me for
με συγχωρείτε που
parent
γονιός
parental
γονικός
parents
γονείς
pariah
παρίας
parietal bone
βρεγματικό οστό
Paris
Παρίσι
paris
Παρίσι
parish
ενορία
parish register
ληξιαρχείο
park
πάρκο
parking
πάρκινγκ
parking meter
παρκόμετρο
parking meters
παρκόμετρα
parking on double yellow lines
στάθμευση σε διπλές κίτρινες
parley
συνθηκολόγηση, διαπραγμάτευση
parliament
κοινοβούλιο, βουλή
parliamentarianism
κοινοβουλευτισμός
parliamentary
κοινοβουλευτικός
parody
παρωδία
parole
ομιλία
paroxysm
άγριο ξέσπασμα
parrot
παπαγάλος
parsley
μαϊντανός
parsnip
παστινάκη
parson
εφημέριος
parsonage
σπίτι του εφημέριου
part
χωρίζω, μερίδιο, μερος
partial
μερικός
partial eclipse
μερική έκλειψη
participant
συμμέτοχος
participants
οι συμμετάσχεντες
participate in
συμμετέχω
participation in
συμμετοχή
participle
μετοχή
particle
σωματίδιο, μόριο
particular
συγκεκριμένος, ειδικός
particularise
μερικεύω
particularly
ιδίως, ειδικά, ιδιώς
parting
χωρίστρα, χωρισμός
partisan
παρτιζάνος
partly
μερικώς, εν μέρει
partner
ταίρι, σύντροφος
partnership
συνεργασία
partridge
πέρδικα, λιβαδοπέρδικα
part-time
μερική απασχόληση
parturition
τοκετός
party
συμβαλλόμενος, παρέα, πάρτι
partying
ξεφάντωμα
party line
κομματική γραμμή
party spirit
πνεύμα της παρέας
party wall
μεσοτοιχία
parvenu
νεόπλουτος
pasionately
παθιασμένα
pass
στενά, πέρασμα, κυκλοφορώ, περνώ, διαβατήριο
passable
μέτριος, διαβατός
passably
υποφερτά
passage
κείμενο, διάβαση, απόσπασμα
passage of a bill
ψήφιση ενός νομοσχψεδίου
passage of time
πέρασμα του χρόνου
passageway
διαδρόμος
passage way
διάδρομος
pass away
πεθαίνω
pass down
μεταβιβάζω
passenger
επιβάτης
passenger train
επιβατικό τρένο
passerby
περαστικός
passer by
περαστικός
passers-by
περαστικοί
pass for
περνώ για
passing
περαστικός, πέρασμα
passing out ceremony
γιορτή αποφοίτησης
passion
εμπάθεια
passionate
love affair φλογισμένος, παθιασμένος, εμπαθής
passionately
φλογερά
passive
παθητικός
passively
παθητικά
passive smoking
παθητικό κάπνισμα
pass key
αντικλείδι
pass off
εξελίσσομαι, συμβαίνω
pass off as
παριστάνω
pass on
μεταδίδω
pass out
μοιράζω, λιποθυμώ
pass over
παραλείπω, αγνοώ
passport
διαβατήριο
pass some news on to
μεταβιβάζω νέα σε
pass something off as
περνιέμαι για κάτι
pass water
κατουρώ, ουρώ
password
σύνθημα
past
παρελθόν, περασμένος
pasta
ζυμαρικό
past continuous
παρατατικός
paste
μπελτές, κόλλα
pastel
παστέλ, απαλή απόχρωση, κραγιόνι
pastime
ενασχόληση, απασχόληση, χόμπι
pastoral
ποιμενικός
past participle
παθητική μετοχή
past perfect
υπερσυντέλικος
pasture
βοσκή, βοσκότοπος
pat
χαϊδεύω, χτυπώ ελαφρά
patch
μπάλωμα
patches of fog
ομίχλη κατά τόπους
patch of ground
κομμάτι γη
patch of land
κομμάτι γης
patent
κατοχυρώνω ως πατέντα
patent leather
λουστρίνι
paternal
πατρικός
paternity
πατρότητα
paternoster
παραγάδι
path
μονοπάτι, διαδρομή
pathfinder
ανιχνευτής
pathogenic
παθογόνος
pathological
παθολογικός
pathologist
παθολόγος
pathology
παθολογία
pathway
μονοπάτια
patience
καρτερία, υπομονή
patience of Job
ιώβεια υπομονή
patience of job
ιώβεια υπομονή
patience with
υπομονή
patient
ασθενής, υπομονετικός
patiently
υπομονετικά
patio
πλακόστρωτη εσωτερική αυλή
patriarch
πατριάρχης
patrician
πατρίκιος
patriot
πατριώτης
patriotic
πατριωτικός
patriotism
πατριωτισμός
patrol
περιπολία
patron
προστάτης, θαμώνας
patronage
προστασία, πατρονάρισμα
pattern
σχέδιο
patterned
με σχέδιο
patι
πατέ
paunch
προκοίλι
pause
διακόπτω, παύση, σταματώ, διακοπή
pave
λιθοστρώνω
pavement
πεζόδρομος, πεζοδρόμιο
pave the way for
προετοιμάζω το έδαφος για
paving
πλακόστρωση
paw
πόδι ζώου
pay
πληρωμή, πληρώνω
payable
πληρωτέος, πληρατέος
pay a compliment
κάνω φιλοφρόνηση
pay a deposit
καπαρώνω
pay a fine
πληρώνω ένα πρόστιμο
pay all due reverence to
τιμώ δέοντως
pay attention
to προσέχω, δίνω προσοχή, δίνω σημασία
pay at the cashier's
πληρώνω στο ταμείο
pay a visit to
επισκέπτομαι
pay back
αναπληρώνω
pay compensation for
πληρώνω αποζημίωση
pay interest
πληρώνω τόκο
pay off
εξοφλώ
PC
προσωπικός υπολογιστής
pc
προσωπικός υπολογιστής
pea
μπιζέλι
pea brain
βλάχας, μπουνταλάς
peace
ειρήνη, ησυχασμός
peach
γιαρμάς
peacock
παγόνι
peak
κορυφή, κορυφώνω
peaked cap
καπέλο με γείσο
pear
απίδι, αχλάδι
pearl
μαργαριτάρι
pear-shaped
σε σχήμα αχλάδι
peas
αρακάς
peasant
χωριάτης
peasant's knapsack
ταγάρι
peat
τύρφη
pebble
κροκάλη, ψηφίο
pebbled
με βότσαλο, με χαλίκι
peck
ραμφίζω
pecker
ψωλή
peckish
πεινασμένος
pectoral sandpiper
στικτοσκαλίδρα
peculiar
παράδοξος, παράξενος
peculiarly
περίεργα
pedal
πετάλι, πετάλιο
pedal a bicycle
ποδηλατώ
pedalo
θαλάσσιο ποδήλατο
pedantic
σχολαστικός
pedantically
σχολαστικά
peddlar
πραματευτής
pedestal
βάθρο
pedestrian
πεζός
pedigree
οικογένεια, ράτσα
peel
ξύσμα, καθαρίζω, ξεφλουδίζω
peep
κρυφοκοιτάζω
peeper
ματάκιας
peeping Tom
ματάκιας
peeping tom
ματάκιας
peer
όμοιος, ευγενής, περιεργάζομαι, ομότιμος, ταίρι
peer out
κοτάζω προσεκτίκα από
peer protocol
ομότιμο πρωτόκολλο
peevish
πικρόχολος
peg
γόμφος
pekt it down
βρέχω καταρρακτωδώς
pellet
σκαγιά
pelt it down
βρέχω καταρρακτωδώς
pelvis
πύελος
pen
σταλός, στυλός, μάντρα, στυλό
penal
ποινικός
penal clause
ποινική ρήτρα
penalty
ποινή, πρόστιμο, κύρωση
pence
100 = 1 λίρα
pencil
μολύβι
pencil eyebrowed
γαϊτανοφρυδάτος
pencil sharpener
ξύστρα
pending
εκκρεμής
penetrant inspection
μελέτη διεισδυτικότητας
penetrate
εισχωρώ, διαπερνώ, διεισδύω
penetrating
διεισδυτικός
penetration
διείσδυση
pen-friend
φίλος αλληλογραφίας
penguin
πιγκουϊνος
penicillin
πενικιλλίνη
pen in
μαντρώνω
peninsula
χερσόνησος
penitentiary
σωφρονιστήριο
penname
ψευδώνυμο
penniless
λιγούρης, αδέκαρος, απένταρος
penny
100 = 1 λίρα
pen pal
φίλος αλληλογραφίας, φίλη αλλ
pen-pal
φίλος αλληλογραφίας
pension
συνταγή, σύνταξη
pensioner
συνταξιούχος
pensive
σκεπτικός, συλλογισμένος, σκεφτικός
pentagram
πεντάγραμμα
Pentecost
Πεντηκοστή
pentecost
Πεντηκοστή
pent up
συγκρατημένος
penult
παραλήγουσα
penultimate
προτελευταίος
people
άνθρωπος, άνθρωποι, πρόσωπο, πρόσωπα, κόσμος
people were crushed to death
καταπατήθηκαν
people who suffer from
πάσχοντες
pep
σφρίγος
pepper
πιπεριά, πιπέρι
per
κάθε, ανά
perceive
διαβλέπω, αντιλαμβάνομαι
percent
τοις εκατόν
percentage
ποσοστό
perceptible
αισθητός
perception
αντίληψη
perceptive
παρατηρητικός, οξυδερκής, θυμόσοφος
perch
κούρνια, βίγλα
perched waters
μετέωρα ύδατα
peregrine
πετρίτης
perfect
τέλειος, τελειοποιώ
perfection
τελειοποίηση
perfectly
τέλεια
perfect tense
παρακείμενος
perfidious
επίβουλος
perforate
διατρυπώ
perform
δίνω παράσταση, αποδίδω, εκτελώ
performance
απόδοση, παράσταση
perform better
βελτιώνω την απόδοση
performer
καλλιτέχνης
performing world
κόσμος παραστάσεων
perfume
άρωμα, ευωδιά
perhaps
μπορεί, ίσως
perilous
επικίνδυνος
period
περίοδος, περιόδος, διάστημα
periodically
περιοδικά
period of inactivity
περιόδος αδρανείας
period of transition
μεταβατική περίοδος
period of war
εποχή πολέμου
periods
περιόδοι
peripheral
περιφερειακός
peripheral nervous system
περιφερειακό νευρικό σύστημα
peripherals
περιφερειακά υπολογιστή
periphery
περιφέρεια
perish
χάνομαι
periwinkle
λιτταρίνη
perjure
ψευδορκώ
perjurer
επίορκος
perjury
ψευδορκία
permafrost
ζώνη μονίμου παγετώνας
permanent
περμανάντ, μόνιμος
permanently
μόνιμα
permeability
διαπερατότητα
permeable
περατός, υδροπερατός
permeate
διαποτίζω
permission
άδεια
permissive society
κοινωνία της αντοχής
permit
άδεια, επιτρέπω
permit for
γραπτή άδεια
pernicious
ολέθριος
perpetrate
διαπράττω
perpetrator
δράστης
perpetual
παντοτινός, ενδελεχής
perpetually
αιώνια
perpetuity
αιωνιότητα, διαιώνηση
perplexed
σαστισμένος, ζαλισμένος
persecute
καταδιώκω
persecution
διωγμός
persevere
εμμένω, επιμένω
persevering
επιμελής
persist
επιμένω
persistence
επιμονή, εμμονή
persistent
διαρκής, επίμονος
person
πρόσωπο, πρόσωπα, άνθρωπος, πρόσωπο, άτομο
personable
ευπαρουσίαστος
personal
προσωπικός
personalised
ατομικός
personality
προσωπικότητα
personally
προσωπικά
personification
ενσάρκωση
personify
προσωποποιώ
Personnel Manager
διευθυντής προσωπικού
personnel manager
διευθυντής προσωπικού
persons
άνθρωποι, νομάτοι
perspective
άποψη, προοπτική
perspicacious
διορατικός
perspicacity
διορατικότητα
perspiration
ιδρώτας
perspire
ιδρώνω
persuade
πείθω
persuasion
πειθώ
pert
αυθάδης, θρασύς
pertaining to
που έχει σχέση με
pertaining to companies
σχετικά με επιχειρήσεις
pertinaceous
επίμονος, πείσμων
pertly
αυθαδώς
perturbed
ανταριασμένος
pertussis
κοκίτης
pervade
διαποτίζω
pesky
ενοχλητικός
pessary
πεσσός
pessimism
απαισιοδοξία
pessimistic about
απαισιόδοξος για, απαισιόδοξος
pester
τριβελίζω
pesticide
εντομοκτόνο
pet
θωπεύω, κατοικίδιο ζώο
petal
πέταλο
petri dish
δίσκος καλλιέργειας
petrified
παραλυμένος
petrify
απολιθώνω, τρομάζω
petrol
βενζίνη
petroleum jelly
βαζελίνη
petrol fumes
αναθυμιάσεις βενζίνης
petrol gauge
μετρητής βενζίνης
petrol guage
δείκτης βενζίνης
petrology
πετρολογία
petrol pump
αντλία βενζίνης
petrol tank
ντεπόζιτο
petrol tanker
βυτιοφόρο
petticoat
μεσοφόρι
pettishly
δύστροπα, νευρικά
petty
μικροπρεπής
petty offence
πταίσμα
petulant
οξύθυμος, νευρικός
petunia
πετούνια
pewterer
γανωτής
phagocyte
φαγοκύτταρο
pharmaceutical
φαρμακευτικός
pharmacist
φαρμακοποιός
pharmacy
φαρμακείο
phase
φάση
phase shift keying
διαμόρφωση μετατόπισης φάσης
pheasant
φασιανός
phenomenal
φαινομενικός, εκπληκτικός
phenomenon phenomena
φαινόμενο
philharmonic
φιλαρμονικός
philologist
φιλόλογος
philosopher
φιλόσοφος
philosophical
φιλοσοφικός
philosophy
φιλοσοφία
phlegm
ροχάλα
phlegmatic
φλεγματικός
phlegmonic
φλεγμονώδης
phoenix
φοίνιξ
phone bill
λογαριασμός τηλέφωνου
phonetic
φωνητικός
photo
φωτογραφία
photograph
φωτογραφίζω, φωτογραφία
photograph album
λεύκωμα φωτογράφων
photographer
φωτογράφος
photographer's studio
στούντιο
photographic
φωτογραφικός
photography
φωτογραφία
photosynthesis
φωτοσύνθεση
phrase
διατυπώνω, φράση
phylum
φύλο
physical
φυσικός, σωματικός
physical appearance
φυσική εμφάνιση
physical education
σωματική αγωγή
physical fitness
σωματική υγεία
physically
σωματικά
physician
γιατρός
physics
φυσική
physiotherapy
φυσιοθεραπεία
physique
κράση, σωματική διάπλαση
pianist
πιανίστας
piano
πιάνο
pich
τσίμπημα
pick
μαζεύω, κασμάς, διαλέγω, συλλέγω
picket
παλούκι
pickle
τουρσί
pickled
τουρσί
pick on
πειράζω
pick out
διαλέγω
pickpocket
πορτοφολάς
pick pockets
κλέβω
pick soneone's brains
ρωτώ κάποιο για να πάρω ιδέες
pick up
περισυλλέγω, πιάνω, βελτιώνομαι, μαζεύω
pick up the receiver
σηκώνω το ακουστικό
picnic
πικνίκ
pictorial
παραστατικός
picture
εικόνα
picturesque
γραφικός
pie
πίτα
piece
πούλι στο τάβλι
piece in backgammon
το πούλι
piece of advice
μιά συμβουλή
pie in the sky
φρούδες ελπίδες
pier
αποβάθρα, μόλος
piercing
διαπεραστικός
piety
ευσέβεια
pig
γουρούνι
pigeon
περιστέρι
piggy
γουρανάκι
pig-headed
αγύριστος
pig iron
χυτοσίδηρος
piglet
γουρουνάκι
pigment
χρωστικός, χρωστική ύλη
pigmy whale
νανοφάλαινα
pigtail
πλεξούδα, κοτσίδα
pike
τούρνα, λούτσος
pile
στοίβα, στοιβάζω, σωρός, στοιβάδα
piled
στοιβαγμένος
pile up
συσσωρεύομαι
pile-up
σύγκρουση
pilfer
σουφρώνω
pilgrim
προσκυνητής
pilgrimage
προσκύνημα
pill
χάπι
pillar
κολόνα, στύλος, στυλοβάτης
pillar of society
στυλοβάτης της κοινωνίας
pillow
μαξιλάρι, προσκεφάλι
pillowcase
μαξιλαροθήκη
pills
χάπια
pilot
πιλότος, πιλοτάρω
pilot study
πειραματική μελέτη
pimp
μαστροπός
pimping
μαστροπεία
pimple
σπυρί
pin
καρφίτσα, γόμφος
pinch
κλέβω, βουτώ, τσιμπώ, τσιμώ, σουφρώνω
pinching
σφίξιμο
pin down
καρφιτσώνω, στρυμώχνω
pine
πεύκο
pineapple
ανανάς
pine cone
κουκουνάρι πεύκου
pine scented
που ευωδιάζει πεύκο
ping pong
πινγκ-πονγκ
pink
ροζ
pink footed goose
βραχυραμφόχηνα
pinkie
μικρό δάκτυλο
pinnacle
αποκορύφωμα
pinned down
καθηλωμένος
pinpoint
εντοπίζω
pint
περίπου μίσο λίτρο
pintail
σουβλόπαπια
pioneer
πρωτοπόρος, καινοτομώ, προπορεύομαι
pioneering
πρωτοποριακός
pious
ευσεβής
pip
κουκούτσι
pipe
αυλός, σωλήνμας, σωλήνας, πίπα
pipeline
αγωγός
piping
σωλήνωση
piping hot
καυτός
piping plover
βροχοπούλι
pipped at the post
ηττημένος την τελευταία στιγμή
piqued
εκνευρισμένος
pirate
πειρατής
Pisces
Ιχθύες
pisces
Ιχθύες
pistil
ύπερος
pistillate
θήλυ άνθος, υπεροφόρο άνθος
pistol
πιστόλι
piston
έμβολο, πιστόνι
pit
ορυχείο, λάκκος
pitch
γήπεδο, κλυδωνίζομαι, κατράμι, αγωνιστικός χώρος
pitch black
κατάμαυρος
pitch dark
πίσσα, κατασκοτεινός
pitcher
στάμνα
pitiful
αξιολύπητος, οικτρός
pituitary
υπόφυση
pity
κρίμα, οίκτος
pity about
κρίμα για
pity on
λύπη
pizza
πίτσα
placable
ευδιάλλακτος
placard
πανό
place
τόπος, τοποθετώ, μέρος
place all my hopes on
αναθέτω όλες μου τις ελπίδες
place among
εντάσσω
place before
θεωρώ πιο σημαντικό
placed
εγκάθετος
placement
τοποθέτηση
placenta
πλακούντας
place of birth
τόπος γεννήσεως
place of worship
τέμενος
place under arrest
θέτω υπό κράτηση, συλλαμβάνω
placing
τοποθέτηση
plagiarist
λογοκλόπος
plagiary
λογοκλοπή
plague
πανώλης
plague stricken
πανουκλιάρης
plaice
χωματίδα
plain
κάμπος, σκέτο, σκέτος, πεδιάδα, σχέτο
plain clothes policeman
αστυνομικός με πολιτικά
plain sailing
εύκολη πορεία, παιχνιδάκι
plaintiff
ενάγων
plait
πτυχή, κοτσίδα
plan
σχεδιάζω, σχέδιο
plane
πλάνη, στάθμη, ροκάνι, επίπεδο, αεροπλάνο
planet
πλανήτης
planetary
πλανητικός
plane tree
πλάτανος
plan for
σχεδιάζω
plant
εργοστάσιο, φυτό, φυτεύω
plantation
φυτεία
planting
φύτεμα
plaque
πλάκα
plaster
γύψος, λευκοπλάστης
plasterer
σοβατζής
plastering
σοβάτισμα
plastic
πλαστικός
plate
πιάτο, πλάκα
plateau
οροπέδιο
platelet
αιμοπετάλιο
platform
πλατφόρμα, εξέδρα
platina
λευκόχρυσος
platinum
πλατίνα
platitude
σαχλαμάρα, κοινοτυπία
platoon
διμοιρία
platter
γαβάθρα, πιατέλα
plaudit
χειροκρότημα
plausible
εύσχημος, αληθοφανής
play
θεατρικό έργο, παριστάνω, έργο, παίζω, παριστά'νω
play a few hands of cards
παίζω χαρτιά λίγο
play again
ξαναπαίζω
play a part
παίζω ένα ρόλο
play a role
διαδραματίζω
play a trick on
κάνω φάρσα
play a trick οn someone
κάνω φάρσα
play away
παίζω εκτός έδρας
playback
ξαναπαίξιμο ταινίας
play back
ξαναπαίζω
play dead
κάνω σα να ήμουν πεθαμένος, κάνω το πεθαμένο
player
παίκτης
playful
εύθυμος, παιχνιδιάρικος
playground
παιδική χαρά
play group
παιδικός σταθμός
playing
παίξιμο
playing field
γήπεδο
play it by ear
αυτοσχεδιάζω
play off
μπαράζ
play on words
λογοπαίγνιο
play school
παιδικός σταθμός
play the piano
παίζω πιάνο
plaything
παιχνίδι
play truant
κάνω κοπάνα, κάνω σκασιαρχείο
playwright
συγγραφέας δραματικού έργου
plea
υπεράσπιση, έκκληση
plead
κάνω έκκληση, αγορεύω, ικετεύω
plead against
αγορεύω κατά
plead for
λάνω έκκληση, παρακαλώ θερμά, αγορεύω υπέρ
plead guilty
δηλώνω ένοχος
plead one's case
υπερασπίζομαι σε δίκη
pleasant
ευάρεστος, ευχάριστος
pleasantly
ευχάριστα
please
ευχαριστώ, παρακαλώ
pleased
ικανοποιημένος, ευχαριστημένος
pleasure
αρέσκεια, ευχαρίστηση, ηδονή
pleat
πλισσές, πιέτα
pleated
με πιέτες
plebiscite
δημοψήφισμα
plectrum
πλήκτρο
pledge
υπόσχηση, εχέγγυο, υπόσχομαι, υπόσχωμαι
plenary session
ολομέλεια
plentiful
άφθονος
plenty
πολλοί, πολλά, άφθονος
plenum
ολομέλεια
plethora
πληθόρα
pliable
εύκαμπτος
pliant
ευλύγιστος
pliers
πένσα
plight
δεινή κατάσταση
plight one's troth
λογοδίνομαι
plimsoll
παπούτσι με λαστιχένια σόλα
plod
βαδίζω αργά και κουρασμένα
plonk
φτηνό κρασί
plot
πλοκή, συνομωτώ, συνωμοσία, συνωμοτώ
plot against
συνομωσία
plough
αλέτρι, οργώνω
plough down
ορμώ κάτω
ploughman
ζευγάς, οργωτής
ploughshare
υνί
ploy
κόλπο, ελιγμός
pluck
μαδώ
pluck up courage
παίρνω θάρρος
plucky
τολμηρός
plug
βύσμα, πρίζα
plug in
βάζω στην πρίζα
plum
δαμάσκηνο
plumage
φτέρωμα
plumb
σταθμίζω
plumber
υδραυλικός
plumbing
υδραβλικά
plume
λοφίο, φτερό
plump
παχουλός, τροφαντός
plunder
λεηλατώ
plunge
βουτώ, πέφτω, καταδύομαι
pluperfect
υπερσυντέλικος
plus
συν
plutonium
πλουτώνιο
ply a trade
ασκώ επάγγελμα
ply with
ποτίζω, μπουκώνω, ταλαιπορώ
plywood
κόντρα πλακέ, κοντραπλακέ
pneumatic drill
κομπρεσέρ
pneumonia
πνευμονία
poach
λαθροκυνηγώ
poacher
λαθροκυνηγός
poaching
το να κυνηγάς λαθραία
pochard
κυνηγόπαπια
pocket
τσέπη
pocket bock
καρνέ
pocket calculator
κομπιουτεράκι
podgy
στρομπουλό
podium
κρηπίδωμα, βάθρο
poem
ποίημα
poems
ποιήματα, ποίματα
poet
ποιητής
poetic
ποιητικός
poetic licence
ποιητική άδεια
poet laureate
δαφνοστεφανωμένος ποιητής
poetry
ποίηση
point
στίγμα, δείχνω, επισημαίνω, αιχμή, σημείο
pointed
αιχμηρός, μυτερός
pointed example
τρανό παράδειγμα
pointedly
σαφέστατα, δηκτικά
pointed toe
με μυτερή μύτη
pointer
δείκτης, βέργα
pointillism
πουαντιλισμός
pointless
άσκοπος
point of reference
σημείο αναφοράς
point of view
άποψη
point out
επισημαίνω
point the finger at
δακτυλοδείχνω
poise
κορμοστασιά
poised
αξιοπρεπής
poison
δηλητήριο, δηλητηριάζω
poisoning
δηλητηρίαση
poisonous
δηλητηριώδης, ιόβολος
poison with mullein
φλομώνω
poke
τσιγκλώ, σπρώχνω
poke around
σκαλίζω
poker
σκαλιστήρι
poking
σκάλισμα
Poland
Πολωνία
polar
πολικός
polar cap
πολικό κάλυμμα, πόλος
pole
πάσσαλος, παλούκι
pole vault
άλμα επί κοντώ
police
αστυνομεύω, αστυνομία
police court
πταισματοδικείο
policeman
αστυνόμος, αστυφύλακας
police officer
αστυνομικός
police station
ατυνομικό τμήμα, αστυνομικό τμήμα
policewoman
αστυνομικίνα
policing
αστυνόμευση
policy
πολιτική
polio
πολιομυελίτιδα
Polish
Πολωνικός
polish
λουστράρω
polish
στιλβώνω
polish
γυαλίζω, λούστρο
polish
βερνίκι
polite
ευγενικός
politely
ευγενικά
politeness
ευγένια
political
πολιτικός
political ends
πολιτικοί σκοποί
politically
πολιτικά
political party
κόμμα, παράταξη
politician
πολιτικός
polka dot
με πουά
poll
λαμβάνω ψήφους
pollack
μαύρος μπακαλιάρος
pollen
γύρη
pollinate
επικονιάζω
pollination
επικονίαση
pollutant
ρυπαντική ουσία
pollute
μαγαρίζω
polluted
μολυσμένος
pollution
ρύπανση
polo
πόλο
polo neck
ζιβάγκο
polysterene
πολυστερίνη
polythene
πολυαιθυλένιο
polyunsaturate
πολυακόρεστος
pomarine skua
σπαθοληστόγλαρος
pomegranate
ρόδι
pomegranate tree
ροδιά
pompous
ξιπασμένος, φαντασμένος
poncho
πατατούκα
pond
λιμνούλα
ponder
συλλογίζομαι, σταθμίζω, αναμετρώ, ζυγιάζω
ponderable
σταθμητός
pony
αλογάκι
ponytail
αλογοουρά
pool
λιμνούλα, πισίνα
pools
προπό
poor
καημένος, πενιχρός, φτωχός
poor cod
σύκο
poor house
πτωχοκομείο
poorly
φτωχά
poor visibility
κακή ορατότητα
pop
ποπ μουσική
Pope
Πάπας
pope
πάπισσα
popish
παπικός
poplar
καβάκι, το καβάκι
poppy
παπαρούνα
popular
λαϊκός, δημοφιλής
popularity
δημοτικότητα, δημοφιλία
population
πληθυσμός
population control
έλεγχος γεννήσεων
populist
λαϊκιστής
porbeagle
λάμνα
porcelain
πορσελάνη
porch
βεράντα
porcine
χοιρινός
pore
πόρος
pork
χοιρινό
porn
τσόντα
pornography
πορνογραφία
porosites
πορώδη
porphyria
πορφυρία
porphyry
πορφυρίτης
porpoise
φώκαινα
porringer
καραβάνα
port
λιμάνι, αριστερός
portability
φορητότητα
portable
φορητός
portal
πύλη
portent
προμήνυμα
porter
αχθοφόρος
portfolio
χαρτοφυλάκιο
portion
μερίδα, μερίδιο
portly
εύσωμος
portrait
πορτρέτο
port rates
λιμενικά τέλη
portrayal
απεικόνιση
portraying
που απεικονίζει
Portugal
Πορτογαλία
portugal
Πορτογαλία
Portugalese
πορτογαλικός, πορτογάλος
portugalese
πορτογαλικός, πορτογάλος
pose
ποζάρω, πόζα
pose a threat
αποτελώ απειλή
poseur
φιγουρατζής
posh
λουσάτος
position
θέση, τοποθετώ, τοποθεσία
position of prime minister
πρωθυπουργία
position oneself
παίρνω μια θέση
positive
θετικός
positive about
θετικός, σίγουρος
positively
θετικά
possess
κατέχω, έχω
possession
κατοχή
possessions
υπράρχοντα, περιουσία, τιμαλφή, τα υπάρχοντα
possessor
κάτοχος
possible
εφικτός, πιθανός
possibly
ίσως
post
ταχυδρομώ, δοκάρι, πόστο
postage stamp
ταχυδρομική σφραγίδα, γραμματόσημο
postal
ταχυδρομικός
postal order
ταχυδρομική επιταγή
postbox
ταχυδρομικό κουτί
postcard
κάρτα
post carriage
ταχυδρομική άμαξα
postdoctoral
μεταδιδακτορικός
poster
αφίσα
posterior chamber
οπίσθιος θάλαμος
postgraduate
φοιτητής με μετεκπαιδεύτηκα
postman
ταχυδρόμος, διανομέας
postmortem
νεκροψία
postpone
αναβάλλω
postponement
αναβολή
postscript
υστερόγραφο
postulate
αιτώ, ζητώ
postural sway
ταλάντευση του σώματος
post-war
μεταπολεμικός
pot
τσικάλι
potable
πόσιμος, πόσσιμος
potassium
κάλι
potassium ferrocyanide
σιδηροκυανιούχο κάλιο
potato
πατάτα
potent
κραταιός
potential
δυνητική έγκλιση, τάση, ενδεχόμενος, πιθανότητα
potentially
ενδεχομένως, πολύ πίθανον
pothole
λακκούβα στο δρόμο
potholes
λακούβες
potion
δόση φαρμάκου ή δηλητηρίου, ποτό μαγικό
potpourri
ποικιλία
potted
παστωμένος
potter
αγγειοπλάστης
pottery
αγγειοπλαστική
pouch
σακούλα, θύλακας
poultry
πουλερικά
pound
λίβρα, κοπανίζω, μάντρα, λίμπρα, σφρυροκοπώ, λίρα
pour
ορμώ, βάζω, χιμώ, ρίχνω
pouring rain
ραγδαία βροχή, καταρρακτώδης βροχή
pour into
συρρέω, ξεχύνομαι
pour out
ξεχύνομαι, ρίχνω
pour out complaints
εκφράζω τα παράπονά μου
pouting
σύκο του Ατλαντικού
poverty
μιζέρια, ένδεια, φτώχεια, πενία
powder
πασπαλίζω, πούδρα
power
κύρος, εξουσία, δύναμη
powerboat
βενζινάκατος
power cable
καλώδιο ηλεκτρικού ρεύματος
power cut
διακοπή ρεύματος
powered by
ωθείται από
powerful
δυνατός, δυναμικός, ισχυρός
powerfully
ισχυρά
powerfully built
γεροδεμένος
powerless
αδύναμος, ανίκανος
power over
εξουσία πάνω σε
practical
πρακτικός
practically
σχεδόν
practice
άσκηση, πρακτική
practise
ασκώ, εξασκώ
practise law
επαγγέλομαι την νομική
pragmatist
ρεαλιστής
praise
εξαίρω, εκθειάζω, επαινός, έπαινος, επαινώ, εγκ
praiseworthy
αξιέπαινος
pram
καροτσάκι
pranks
ζαβολίες
pratincole
νεροχελίδονο
prattle
γλωσσοκοπανώ
prawn
γαρίδα
pray
προσεύχομαι
prayer
προσευχή
prayer rug
χαλάκι για γονυκλισία
pray for
προσεύχομαι για
preach
κηρύσσω
preacher
ιεροκήρυκας
preaching
κήρυγμα
preamble
προοίμιον, πρόλογος, σκεπτικό
pre-arranged
προσχεδιασμένος
precarious
επισφαλής
precariously
επισφαλώς
precaution
προφύλαξη
precautionary
προληπτικός
precede
προηγούμαι
precedence
προτεραιίτητα
precedent
προηγούμενο
precedents
προηγούμενα
precious
τιμαλφής, πολύτιμος
precipice
γκρεμός
precipitate
επισπεύδω
precise
ακριβής, συγκεκριμένος, ακριβολόγος
precisely
ακριβώς
precision
ακρίβεια, σαφένεια
preclude
παρακωλύω, αποκλείω
preconceive
προδικάζω
preconception
προκατάληψη
preconceptual
προ της σύλληψης
precursor
προάγγελος
predation
αρπαγή
predator
αρπακτικό ζώο
predatory
αρπακτικός
predecessor
προκάτοχος
predestination
πεπρωμένο, προκαθορισμός της μοίρας
predict
προλέγω, προβλέπω
predictable
προβλέψιμος
prediction
πρόρρηση, πρόβλεψη
predisposed
διατεθειμένος
predominant
δεσπόζων, υπερέχων, κυριαρχών
predominate
υπερισχύω, επικρατώ, υπερισχύω, επικρατώ
pre-electral campaign
προεκλογικός αγώνας
preeminent
διαπρεπής, διακεκριμένος
prefab
προκατασκευασμένο
preface
προοίμιο, πρόλογος, προλογίζω
prefer
προτιμώ
preferable to
προτιμότερος
preferably
προτιμότερα
preference
προτίμηση
prefix
πρόθεμα
pregnancy
κύηση, εγκυμοσύνη
pregnant
έγκυος
prehistoric
προϊστορικός
prejudice
πρόληψη, προκατάληψη
prejudiced
προκατειλημμένος
preliminary
προκαταρκτικός
premature
πρόωρος
premeditated
εσκεμμένος
premeditated murder
φόνος εκ προμελέτης
premiere
πρεμιέρα
premise
κατάστημα, πρόταση, οίκημα
premises
κατάστημα, κτίριο, οίκημα
premolar
προγόμφιος
prenatal
προγεννητικός, προγενέθλιος
pre-natal clinic
κλινική για μέλλουσες μητέρες
preoccupied
απασχολημένος
prepare
προετοιμάζω
prepare for
κάνω ετοιμασίες για
prepare the way for
προετοινάζω το έδαφος για
preparing
προπαρασκευαστικός
preposition
πρόθεση
prerogative
προνόμιο
presage
προμήνυμα
prescribe
ορίζω, γράφω συνταγή, προβλέπω, διατάσσω
prescribe for
γράφω συνταγή
prescription
ιατρική συνταγή, παραγραφή
presence
παρουσία
presence of mind
ετοιμότητα
present
παρουσιάζω, παρών, δώρο
presentation
παρουσίαση
presenter
παρουσιαστής
present tense
ενεστώτας
present to
δωρίζω, παρουσιάζω
present with
χαρίζω
preservation
διατήρηση
preservatives
συντηρητικά
preserve
διατηρώ, διασώζω, συντηρώ
preside
προεδρεύω
presidency
προεδρία
president
πρόεδρος
presidential
προεδρικός
Presidium
προεδρείο
presidium
προεδρείο
press
πρεσάρω, ασκώ πίεση, πιέζω
press a button
πατώ ένα κουμπί
press officer
υπεύθυνος τύπου
press release
ανακοινωθέν
pressure
πίεση
pressure gauge
πιεσόμετρο
pressurised
ύπο πίεση
prestige
αίγλη, γόητρο
prestigious
με κύρος
pre-sugared
ήδη με ζάχαρη
presume
υποθέτω
presumptuous
με υπερβολικό θράσος
presuppose
προϋποθέτω
pre tax
προ φορών
pretence
εκζήτηση
pretend
προσποιούμαι
pretender
διεκδικητής, υποκριτής
pretend to
προσποιούμαι
pretension
αξίωση
pretentious
ξιπασμένος
pretty
χαριτωμένος
prevail
υπερισχύω, επικρατώ
prevailing
που επικρατεί
prevailing winds
επικρατούντες άνεμοι
prevalence
επικράτηση
prevalent
ισχύων, που κυριαρχεί, επικρατών
prevaricate
υπεκφεύγω
prevarication
παραποίηση της αλήθειας, χρονοτριβή
prevent
προλαβαίνω, εμποδίζω, αποτρέπω
prevention
αποφυγή, εμποδισμός, πρόληψη
previous
προηγούμενος
previously
προηγούμενα
pre-war
προπολεμικός
prey
λεία, βορά
price
τιμή
price commission
επιτροπή τιμών
price-cutting
μείωση των τιμών
priceless
ανεκτίμητος
price list
τιμολόγιο
prick
τσιτώνω, κέντημα, τρυπώ, κεντώ, πούτσα
prickly
ευερέθιστος, δύσκολος, ακανθώδης
prickly dogfish
κεντρίνα
prickly pear
φραγκόσυκο
prick one's conscience
τύπτω
prick out
μεταφυτεύω
pricks of conscience
τύψεις συνειδήσεως
prick up one's ears
σηκώνω τα αυτιά, τεντώνω τα αυτιά
pride
περιφάνια, φιλοτιμία, καμάρι, έπαρση, υπεροψία
pride in
περηφάνια
pride oneself
καυχιέμαι, περηφανεύομαι
priest
παπάς
priest's wife
παπαδιά
priesthood
ιερατείο
primacy
υπεροχή, πρωτεία
prima facie
εκ πρώτης όψεως
primarily
κατ' εξοχήν, προ πάντων, κυρίως
primary
πρώτος, πρωταρχικός
primary school
δημοτικό
primate
πρωτεύον θηλαστικό
prime minister
πρωθυπουργός
primeval
προϊστορικός
primitive
αρχέγονος, πρωτόγονος
primordial
προϊστορικός
primrose
πρίμουλα
prince
πρίγκιπας
princely
ηγεμονικός
princess
πριγκίπισσα
principal
διευθυντής σχολείου, ηγετικός
principate
πριγκιπάτο
principle
αρχή
principles
ήθος
print
τυπώνω, εμπριμέ
printed
τυπωμένος
printer
τυπογράφος
printing
εκτύπωση
printing plant
τυπογραφείο
priority
προτεραιότητα, προτεραίοτητα
prior to
πριν από
prise out
εκμαιεύω την αλήθεια
prisoner
φυλακισμένος, φυλακισόμενος
prisoner of war
αιχμάλωτος πολέμου
pristine
πρωτόγονος
privacy
προσωπικός βίος
private
ιδιωτικός, απλός στρατιώτης, φαντάρος, ιδιαίτερος
private detective
ιδιοτικός ντετέκτιβ
private parts
τα αχαμνά
private school
ιδιωτικό σχολείο
privet
αγριομυρτιά
privileged
προνομιούχος
privilege for
προνόμιο
privy
αποχωρητήριο, μυημένος
Privy Council
ανακτοβούλιο
privy council
ανακτοβούλιο
privy councillor
ανακτοσύμβουλος
privy seal
βασιλική σφραγίδα
prize
βραβείο, έπαθλο
probably
πιθανά
probe
καθετήρας, εξερευνώ, εμβαθύνω, εξετάζω
probing
εμβάθυνση
problem
πρόβλημα
procedural infringement
διαδικαστική παρατυπία
procedure
διαδικασία
proceed
προχωρώ, προβαίνω
proceeding
διενέργεια, ενέργεια
proceedings
διαδικασίες
proceed on foot
προχωρώ με τα πόδια
process
κατεργάζομαι, διαδικασία, επεξεργάζομαι
processing
επεξεργασία
procession
παρέλαση
processor
επεξεργαστής
proclaim
διαλαλώ, καταδεικνύω, προκηρύσσω
proclamation
κήρυξη, εξαγγελία
prod
σπρώχνω
prodigality
ασωτία
prodigious
εκπλητικός, τεράστιος
produce
προσκομίζω, παράγω
producer
παραγωγός
producing
παραγωγικός
product
προϊόν
production
παραγωγή
production method
μέθοδος παραγωγής
production zone
παραγωγική ζώνη
productive
παραγωγικός
productivity
παραγωγικότητα
products
προϊόντα
profane
βέβηλος
profession
επάγγελμα
professional
επαγγελματίας, επαγγελματικός
professionalism
επαγγελματισμός
professionally
επαγγελματικά
professional photographer
επαγγελματίας φωτογράφος
professor
καθηγητής
proffer
δίνω
proffer good advice
προσφέρω καλές συμβουλές
proficiency
ικανότητα
proficient
ικανός, προχωρημένος
profile
επισκόπηση, προφίλ
profit
απολαβή, ωφέλεια, κέρδος
profitable
επικερδής
profiteering
κερδοσκοπία, καπληλεία
profit from
καρπώνομαι
profit margin
τράτο κερδους
profits
λουφές, κέρδη
profligacy
ασωτία, ακολασία
pro forma
τυπικά
profound
βαθυστόχαστος, βαθύς
profoundly
βαθύτατα, κατάκαρδα
profuse
αφειδής, αδρός
progeny
απόγονος
prognosticate
προαναγγέλω
program
πρόγραμμα
programme
πρόγραμμα
programming
προγραμματισμός
progress
προοδεύω, πρόοδος
progress in
πρόοδος
progression
πρόοδος, εξέλιξη
progressive
προοδευτικός
progressively
προοδευτικά
progress with
πρόοδος
prohibit
απαγορεύω
prohibited
απαγορευμένος
prohibition
απαγόρευση
prohibitive
απαγορευτικός
prohibitively
απαγορευτικά
project
προβάλλω, σχέδιο, πρόγραμμα
projectile
βλήμα
projection
προβολή, ακτινοβολία, υπολογισμός
projection room
αίθουσα προβολής
projector
προβολέας, μηχανή προβολής
prolapse
πρόπτωση
proliferate
πολλαπλασιάζομαι, εξαπλώνομαι ταχύτατα
prolixity
μακρηγορία
prologue
πρόλογος, προοίμιο
prolong
παρατείνω
prolonged
παρατεταμένος
promenade
σεργιανίζω, παραθαλλάσιος δρόμος γιά βόλτα
prominent
διακεκριμένος, ευδιάκριτος, διαπρεπής
promise
υπόσχωμαι, υπόσχομαι, υπόσχεση
promising
ταλαντούχος
promote
προωθώ, προάγω
promotion
προώθηση, ανάδειξη, προαγωγή
promotional technique
τεχνική προώθησης
prompt
ωθώ, γρήγορος, υποκινώ
prompter
υποβολέας
promptly
έγκαιρα
promulgate
κοινοποιώ, ανακοινώνω
prone
πρηνής, μπρούμυτα
prone to
επιρρεπής
pronounce
προφέρω
pronounce in favour of
γνωματεύω υπέρ
pronouncement
γνωμάτευση
proof
πειστήριο, απόδειξη
proof against
απόδειξη για
proofing
στεγανοποίηση
proof of purchase
απόδειξη αγοράς
prop
στυλοβάτης, το έρεισμα
propaganda
προπαγάνδα
propagate
διασπείρω
propagator
μεταδότης, διαδότης
propane
προπάνιο
propellent
προωστικός
propeller
έλικας, προπέλλα
propellor-driven
που κινείται με έλικα
propend
ρέπω
proper
σωστός, καθωσπρέπει, ευπρεπής, πρέπων, αρμόζων
proper for
σωστός
properly
σωστά, ευπρεπέστατα
property
ακίνητο, σπίτι, κτήμα, περιουσία
propitiate
εξευμενίζω
propitious
ευμενής
proportion
αναλογία
proportionate
ανάλογος
proportions
αναλογίες, διαστάσεις
proposal
πρόταση
proposals
προτάσεις
propose
προτείνω
proposed
προτεινόμενος
proposition
επιχείρηση, πρόβλημα
propulsion
ώθηση
prosaic
μονότονος, πεζός
pros and cons
τα υπέρ καί τα κατά
pros and the cons
τα υπέρ καί τα κατά
prose
πεζός λόγος
prosecute
διώκω, εγκαλώ
prosecution
δίωξη, κατήγορος, αγωγή
prosecutor
κατήγορος
prose writer
πεζολόγος
prospect
προοπτική
prosper
επιτυγχάνω, ευημερώ
prosperity
ευημερία
prosthetic device
τεχνητό μέλος
prostitute
ιερόδουλη, πόρνη, πουτάνα
prostitution
πορνεία
protagonist
πρωταγωνιστής
protect
προστατεύω, κατοχυρώνω
protect against
προστατεύω
protected
προστατευμένος
protection
προστασία
protective
προστατευτικός
protective glass screen
γυαλινό πέτασμα προστασίας
protector
προστάτης
protein
πρωτεϊνη
protest
διαμαρτυρίες, διαμαρτυρία, διαμαρτύρομαι
Protestant
Διαμαρτυρόμενος
protestant
Διαμαρτυρόμενος
protesting
διαμαρτυρόμενος
Protista
Πρώτιστα
protista
Πρώτιστα
proton
πρωτόνιο
prototype
πρωτότυπο
protraction
παρέκλυση
protractor
μοιρογνωμόνιο
protrude
εξέχω
protruding
προεξέχων
protrusion
προεξοχή
proud
περήφανος, καμαρωτός, περίφανος
proudly
υπερήφανα
proud of
υπερήφανος
prove
αποδεικνύω
proved
αποδεικνύω
proven
αποδεικνύω, αποδεδειγμένος
provenance
προέλευση
prove one's mettle
δείχνω τι αξίζω
proverb
παροιμία
prove true
επαληθεύω
provide
προνοώ, παρέχω
provided
αρκεί να
provider
προμηθευτής
provide the necessary
παρέχω τα απαραίτητα
provide with
παρέχω
province
επαρχία, αρμοδιότητα
provincial
επαρχιακός
provision
μέριμνα, προμήθεια, διάταξη
provisional
προσωρινός
provisions
τρόφιμα
provision to the contrary
ρήτρα αντίθετη
proviso
ρήτρα
provocative
προκλητικός
provoke
προκαλώ, ερεθρίζω
prow
πλώρη
proximity
εγγύτητα
proxy
παραγγελιοδόχος
prudence
σωφροσύνη
prudential
γνωστικός, συνετός
prudently
συνετά
prune
κλαδεύω
pruning knife
κλαδευτήρι
prunings
κλαδέματα
prurient
λαγνός, ηδυπαθής
psalm
ψαλμός
pseudonym
ψευδόνυμο
psoriasis
ψωρίαση
psyche
ψυχοσύνθεση
psychiatric
ψυχιατρικός
psychiatrist
ψυχίατρος
psychological
ψυχολογικός
psychologist
ψυχολόγος
psychology
ψυχολογία
psychosis
ψύχωση
psychosomatic
ψυχοσωματικός
ptarmigan
βουνοχιονόκοτα, λαγόπους, βουνοχιονόκοτα
pub
μπαρ, παμπ
puberty
ήβη
pubic
ηβικός
pubic hair
ηβικό τρίχωμα
pubis
ήβη
public
κοινός
publication
δημοσίευση, δημοσιοποίηση, έκδοση, δημοσίευμα
public consciousness
η συνείδηση του λαού
public gallery
ακροατήριο δικαστηρίου
public gardens
δημοτικός κήπος
public house
μπαρ
publicise
δημοσιεύω, κοινοποιώ
publicity
δημοσιότητα
publicly
δημόσια
public morals
δημόσια ήθη
public opinion
κοινή γνώμη
public relations
δημόσιες σχέσεις
public service companies
επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας
public speaking
δημηγορία
publish
δημοσιεύω
publisher
εκδότης
publishing
εκδοτικός
publishing firm
εκδοτικός οίκος
pudding
πουτίνγα
puddle
λούτσα, λιμνούλα
pudendum
αιδοίο
puff
τολύπη, κωλομπαράς
puffed out
λαχανιασμένος
pugilist
πυγμάχος
puke
κάνω εμετό
pule
κλαυθμηρίζω
pull
τραβώ, τράβηγμα
pull a face
κάνω γριμάτζα, κάνω γκριμάτσα, στραβομουτσουνιάζω
pull a lever
τραβώ μοχλό
pull away
απομακρύνομαι
pull away from
απομακρύνομαι
pull down
κατεδαφίζω
pulley
τροχαλία
pull faces
κάνω μορφασμούς, μορφάζω
pull in
σταθμεύω στην άκρη δρόμου, μπαίνω
pull in the crowds
τραβώ το κόσμο, προσελκύω πολύ κόσμο
pull oneself together
ανακτώ το ηθικό μου, συνέρχομαι
pull out
φεύγω, αποσύρομαι
pull out a gun
τραβώ όπλο
pull out all the stops
κάνω τα αδύνατα δυνατά
pull out suddenly
βγαίνω ξαφνικά
pullover
πουλόβερ
pull over
κάνω στο πλάι με αυτοκίνητο
pull through
τα καταφέρνω
pull up
σταματώ σε αυτοκίνητο
pull up a chair
φέρε την καρέκλα σού κοντά
pulmonary
πνευμονικός
pulp
πολτός
pulp cavity
πολφική κοιλότητα
pulsating
παλλόμενος, παλμικός
pulse
σφιγμός, παλμός
pulse code modulation
παλμοκοδική διαμόρφωση
pulses
όσπρια
pump
αντλία, τρόμπα, φουσκώνω
pumpkin
κολοκύθι, κολοκύθα
pump out
παράγω ήχο, βγάζω
pump up
φουσκώνω, γεμίζω με αέρα
punch
γρονθοκοπώ
punch a hole
τρυπώ με τρυπητήρι
punching
γρονθοκοπάνημα
punctilious
ακριβολόγος
punctual
συνεπής
punctuality
συνέπεια
punctuate
διακόπτω κατά διαστήματα, στίζω
punctuation
στίξη
puncture
τρύπα στο λάστιχο
punish
τιμωρώ
punishable act
αξιόποινη πράξη
punishment
τιμωρία
punitive
τιμωρητικός
punk
πανκ
punnet
πανεράκι
punt
σταλίκι
punty
φόγκα, ποντέλο
puny
αδύνατος, ισχνός, ασήμαντος
pup
κουτάβι
pupa
νύμφη
pupil
κόρη ματιού, κόρη ματιο, μαθήτρια, μαθητής
pupils
μαθητές
puppet
μαριονέτα, νευρόσπαστο, κούκλα
puppeteer
παίκτης μαριονετών
puppy
κουταβάκι
puppy fat
παιδικό λίπος
purchase
αγορά, αγοράζω
purchaser
αγοραστής
pure
ατόφιος
pure and simple
απλά και καθαρά
purely
τελείως, αγνά
purgative
καθαρτήριος
purge
αποπλύνω, εκκενώνω
purloin
σφετερίζομαι
purple
μωβ
purple foxglove
δακτυλίτις η πορφυρά
purple gallinule
σουλτανοπουλάδα
purple heron
πορφυροτσικνιάς
purple sandpiper
βραχοσκαλίδρα
purpose
σκοπός
purposeful
σκόπιμος
purr
γουργουρίζω
purse
πορτοφόλι
purslane
γλιστρίδα, γλυστρίδα
pursue
επιδιώκω, παγανίζω, ασκώ
pursuit
ασχολία, καταδίωξη, επίτευγμα
purvey
εφοδιάζω, προμηθεύω
pus
πύο
push
σπρώξιμο, σπρώχνω
push
for something πιέζω
pusher
βαποράκι
push in
μπήγω
push out of existence
εξαφανίζω
pusillanimous
μικρόψυχος
Puss-in-boots
Παπουτσωμένος Γάτος
puss-in-boots
Παπουτσωμένος Γάτος
pussy
μουνί, ψιψίνα
put
βάζω, τοποθετώ
put a coin in the slot
βάζω κέρμα στην σχισμή
put a crease in one's trousers
σουφρώνω το παντελόνι
put an end to
βάζω τέλος σε
put an extra strain on
ζωρίζω ακόμα
put a ship out of commission
βάζω ένα πλοίο στην εφεδρεία
put aside
βάζω στην άκρη, παραμερίζω
put a stop to
βάζω τέλος σε
put at risk
θέτω σε κίνδυνο
put away
φυλάω στην άκρη
put by
φυλάω στην άκρη
put down
αποδίδω
put down
kill an animal θανατώνω
put forward
βάζω μπροστά
put in order
βάζω στην σειρά, ταξινομώ
put into action
θέτω σε ενέργεια
put into practice
βάζω σε εφαρμογή
put off
αποθαρρύνω, αναβάλλω
put on
φορώ, βάζω
put on a brave face
κάνω κουράγιο
put on a display
κάνω μια επίδειξη
put on airs
μεγαλοπιάνομαι
put on a leash
δένω με λουρί
put on an indicator
ανοίγω φλας
put one's finger on
εντοπίζω
put one's foot down
πατώ πόδι
put one's foot in it
κάνω γκάφα
put one's life at risk
θέτω σε κίνδυνο την ζωή μου
put one's oar in
παρεμβαίνω, ανακατεύομαι
put on the brakes
φρενάρω
put on the spot
στριμώχνω
put on trial
παραπέμπω σε δίκη
put on weight
παίρνω κιλά
put out a fire
σβήνω φωτιά
put out of action
θέτω εκτός μάχης
put out of business
κλείνω την επιχείρηση κάποιου
put over
περνώ ένα μήνυμα
put pay to
σταματώ
put pressure on
ασκώ πίεση
put right
διορθώνω, επισκευάζω, επανορθώνω
put somebody in mind of
θυμίζω
put somebody through to
συνδέω κπ. με
put something in the shade
επισκιάζω
put the car in first gear
βάζω πρώτη ταχύτητα
put the cart before the horse
αντιστρέφω την σωστή σειρά
put the clock back
γύριζω πίσω το ρολόι
put the key in the ignition
βάζω το κλειδί στην ανάφλεξη
put the light on
ανάβω το φως
put through
συνδέω
put together
συναρμολογώ
put to good account
επωφελούμαι
put to one side
παραμερίζω
putty
στόκος
put up
φιλοξενώ, ορθώνω
put up fierce resistance to
προβάλλω μεγάλη αντίσταση
put up with
ανέχομαι
put your back into it
άντε δούλευε μην κοροϊδεύεις
puzzle
προβληματίζω, φέρνω σε αμηχανία
pygmy
πυγμαίος
pygmy cormorant
λαγγόνα
pyjamas
πυτζάμες, πιτζάμα
pyramid
πυραμίδα
python
πύθωνας
quack
κράζω, καμποτίνος
quackish
αγύρτης, τσαρλατάνος
quadroon
παιδί από λευκή και μιγά
quadruple
τετραπλασιάζω
quadruplets
τετράδυμα
quahog
αχιβάδα Ατλαντικού
quail
ορτύκι
quaint
γραφικός, παράξενος
quaintness
ιδιορρυθμία, ιδιαιτερότητα
qualification
πρόκριση
qualifications
προσόντα
qualified
ικανός, προσοντούχος
qualifier
αυτός που προκρίνεται
qualify
καθιστώ ικανόν, προκρίνομαι
qualifying
προκριματικός
quality
ποιότητα
quantity
ποσότητα
quarrel
διαπληκτίζομαι, καυγαδίζω, φιλονικία, καυγάς
quarrelsome
καβγατζής, φιλόνικος
quarrel with
καβγάς
quarry
νταμάρι
quarter
τέταρτο, μαχαλάς
quarterly
κάθε τρείς μήνες, τριμηναίος, κάθε τέταρτο
quartet
κουαρτέτο
quartz
χαλαζίας
quartz clock
ρολόι χαλαζία
quasi
οιονεί
quaver
πάλλομαι, τρέμω, όγδοο νότας
quay
αποβάθρα
queasiness
αναγούλα
queen
βασίλισσα
queen scallop
χτένι τηγανάκι
queer
αλλόκοτος, αδερφή, κωλομπαράς, παράξενος
quench
σβήνω
querulous
μεμψίμοιρος, γκρινιάρης
query
ερώτημα, ερώτηση
quest
αναζήτηση
question
ερώτηση, ερώτημα, ανακρίνω, ζήτημα
questionnaire
ερωτηματολόγιο
queue
σειρά ανθρώπων
queue up
σχηματίζω ουρά
queuing
το να στέκεται κανείς σε σειρ
quibbling
σοφιστικός
quick
γοργός, γρήγορος
quicken
επιταχύνω
quicklime
ασβέστης, άνυδρος ασβέστης
quickly
μάνι-μάνι
quick-tempered
ευέξαπτος, οξύθυμος
quiet
ησυχασμός, ήσυχος
quieter
πιο ήσυχος
quill
πένα από φτερό
quilt
πάπλωμα, εφάλωμα
quilted
φοδραρισμένος, καπιτονέ
quince
κυδώνι
quinine
κιννίνο
quintessence
πεμπτουσία
quintessential
πλέον ουσιώδης
quintet
πεντάδα
quintuplets
πεντάδυμα
quip
ευφυολόγημα
quirky
εκκεντρικός
quite
αρκετά, εντελώς
quite big
αρκετά μεγάλος
quite mature
αρκετά ωμός
quite old
αρκετά μεγάλος
quite rightly
ευλόγως
quiver
τρεμουλιάζω, τρέμω
quixotic
δονκιχωτικός
quiz
κουίζ
quod erat demonstrandum
όπερ έδει δείξαι
quoits
αμάδες
quotation
παράθεση, χωρίο
quotation marks
εισαγωγικά
quote
μνημονεύω, καθορίζω, παραθέτω
rabbi
ραββί, ραβί
rabbit
κουνέλι
rabid
λυσσαλέος
race
ράτσα
race course
ιππόδρομος
racehorse
άλογο ιππασίας, άλογο της κούρσας
racemization
ρακεμικοποίηση
racial
φυλετικός
racism
ρατσισμός
racist
ρατσιστής
rack
ράφι, μέγγενη, βασανιστήριο, σχάρα
racked
βασανισμένος
racket
ρακέτα, κομπίνα, σαμαρτάς, κόλπο οικονομικό
racket sports
σπορ πού παίζονται με ρακέτες
radar
ραντάρ
radiant
ακτινοβόλος, αστραφτερός, φεγγόβολος
radiate
εκπέμπω, ακτινοβολώ
radiation
ακτινοβολία
radiator
ψυγείο αυτοκινήτου, σόμπα, καλοριφέρ
radical
ριζικός
radically
ριζικά
radio
ράδιο
radioactive
ραδιοένεργος
radioactive decay
ραδιοένεργος διάσπαση
radio for
ζητώ βοήθεια με το ασύρματο
radio message
μήνυμα από το ασύρματο
radium
ράδιο
radius
ακτίνα, κερκίς
raffle
λαχνός, τόμπολα
raft
σχεδία
rafter
καδρόνι, πάτερο
rafting
κατάβαση ποταμού με σχεδία
rag
κουρέλι
ragamuffin
ρακένδυτος
rage
λυσσομανώ, φουντώνω, οργή, μανία, μαίνομαι
ragged
κουρελιασμένος
raging inferno
φλεγώμενη κόλαση
rag worm
νηρηΐδα
raid
επιδρομή
raider
επιδρομεύς, εισβολέας
rail
ράγα, σιδεροδρομικός
railing
διαμαρτυρίες, κιγκλίδωμα
railings
τα κάγκελα
rail junction
σιδηροδρομικός κόμβος
railway
σιδηρόδρομος
railway lines
ράγες, σιδηροδρομικές γραμμές
railway station
σιδηροδρομικός σταθμός
railway tracks
σιδηροδρομικές γραμμές
rain
βροχή
rainbow
ουράνιο τόξο, ζωνάρι της Παναγίας
raincoat
αδιάβροχο
raindrop
σταγόνα βροχής
rainfall
βροχόπτωση
rainforest
τροπικό δάσος
rainstorm
καταιγίδα
rainy
βροχερός
raise
σηκώνω, υψώνω, αναστηλώνω, ανατρέφω, αυξάνω
raise an objection
εγείρω ένσταση
raise a question
ανακινώ ένα θέμα
raise awareness
προάγω τη συνειδητοποίηση
raise money
συγκεντρώνω χρήματα
raise objections to
αντιτείνω, προβάλλω αντίρρηση
raise one's hand
σηκώνω το χέρι
raisin
σταφίδα
raising
ανύψωση
rally
παίρνω πάνω μου, ράλλυ
rallying
συσπείρωση
rally round
συσπειρώνω
ram
κριάρι, εμβολίζω
Ramadan
ραμαζάνι
ramadan
ραμαζάνι
ramification
διακλάδωση, παρακλάδι
ramp
ράμπα
rampant
αχαλίνωτος, οργιαστκός
rampantly
οργιστικά
rampart
έπαλξη, προμαχώνας, μετερίζι
ran
έτρεξα
ranch
ράντσο
rancid
ταγγός, ταγκός
rancour
μνησικακία, μίσος, έχθρα
range
διακυμαίνομαι, εμβέλεια, φάσμα
range wide
απλώνομαι
rank
βαθμολογώ, κατατάσσω, βαθμίδα, βαθμός
rank of inspector
αξίωμα επιθεωρητού
ransack
λεηλατώ
ransom
εξαγορά, λύτρα
rant and rave
ωρύομαι
rapacious
άπληστος
rapacity
αρπακτικότητα
rape
κράμβη, βιασμός
rapeseed oil
κραμβέλαιο
rapid
γρήγορος, γοργός
rapidly
γοργά, γρήγορα
rapier
σπαθί
rapine
αρπαγή
rapist
βιαστής
rapport
καλή σχέση
rap sheet
αστυνομικό αρχείο σύλληψης
rapt
συνεπαρμένος
raptor
αρπακτικό
rapture
έκσταση
rare
σπάνιος
rarely
σπάνια
rare metals
σπάνια μέταλλα
rarity
σπάνιο πράγμα
rascal
μόρτης
rash
εξάνθημα, απερίσκεπτος, παράτολμος
rashness
απερισκεψία
rasie an army
μαζεύω
rasie the price of
αυξάνω την τιμή
rasp
ράσπα
raspberry
βατόμουρο, φραμπουάζ
raspy
εκνευριστικός, διαπεραστικός
rat
αρουραίος
ratchet
οδοντωτός τροχός αναστολής
rate
αναλογία, τιμή
rather
κάπως, αρκετά
ratify
κυρώνω, επικυρώνω
rating
εκτίμηση
ratings
ποσοστό ακροαματικότητας
ration
κατανέμω, σιτηρέσιο, μερίδα, δελτίο τροφίμων
rational
λογικός
rationale
αιτιολογία
rationalize
αιτιολογώ
rattle
κροταλίζω, κουδουνίζω, τραντάζω
raucous
δυβατός και τραχύς, βραχνός
ravage
καταστρέφω, ρημάζω
ravaged
ρημαγμένος, καταστραμμένος
ravages of time
φθορές του χρόνου
rave
ενθουσιώδης, διθυραμβικός
raven
κοράκι, κόρακας
ravenous
πεινασμένος, λιμασμένος
ravenously
λαίμαργα, λιμασμένα
ravine
λαγκάδα, λαγκάδι, ρεματιά, φαράγγι, χαράδρα
ravishing
διακόρευση
raw
ωμός
raw deal
άσχημη μεταχείριση
raw sewage
ακατέργαστα λύματα
ray
ακτίνα, σαλάχι, αχτίδα
raze
ισοπεδώνω, κατεδαφίζω
razor
ξυράφι
razorbill
άλκα
razor blade
ξυριστική λεπίδα
razor-sharp
κοφτερός σαν ξυράφι
reach
φτάνω, απλώνω το χέρι
reach a compromise
βρίσκω μία συμβιβαστική λύση
reach a destination
φτάνω στο προορισμό
reach a verdict
δίνω ετυμηγορία
reach for
απλώνω το χέρι μου
react
αντιδρώ
react excessively
αντιδρώ υπερβολικά
reaction
αντίδραση
reactivate
επαναλειτουργώ
reactor
αντιδραστήρας
react to
αντιδρώ σε
read
διαβάζω
reader
αναγνώστης
readership
σύνολο των αναγνώστων
reading
διάβασμα
reading of the charges
απαγγελία κατηγορίας
reading public
πλατύ αναγνωστικό κοινό
readjust
αναπροσαρμόζομαι
ready
πανέτοιμος, έτοιμος
reaffirm
επαναβεβαιώνω
real
πραγματικός
real estate
ακίνητος περιουσία
real estate office
κτηματομεσιτικό γραφείο
real gold
καθαυτό χρυσό
realign
ανασχηματίζω, αναδιοργανώνω
realisation
συνειδοτοποίηση
realise
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, παίρνω πρέφα
realism
ρεαλισμός
realist
ρεαλιστής
realistic
ρεαλιστικός
reality
πραγματικότητα
realize
υλοποιούμαι
really
αλήθεια, πράγματι, πράγματικά
realm
βασιλείο, τομέας, σφαίρα
real time
πραγματικός χρόνος
realtor
κτηματομεσίτης
reap
θερίζω
reaping machine
θεριστική μηχανή
reap the benefits
δρέπω τα οφέλη, ανταμείβομαι
rear
ανατρέφω, πισινός
rear light
πίσο φως
re-arrest
συλλαμβάνω εκ νέου
rear view mirror
καθρέφτης αυτοκινήτου
rear-view mirror
καθρεφτάκι
rear wing
πίσω φτερό
reason
αιτία, αιτιολογία, λόγος
reasonable
λογικός
reasonably
αρκετά, λογικά
reasoned opinion
αιτιολογημένη γνωμοδότηση
reasoned order
αιτιολογημένη διάταξη
reason for
αιτία για
reasoning
συλλογιστικός, συλλογισμός
reassemble
ξανασυναρμολογώ
reassurance
καθησύχαση, επιβεβαίωση
reassure
καθησυχάζω, διαβεβαίωνω
reassuring
καθησυχαστικός
rebate
έκπτωση
rebel
επαναστατώ, επαναστάτης
rebel against
επαναστατώ κατά
rebellion
εξέγερση, επανάσταση
rebellious
στασιαστικός
rebirth
αναγέννηση
rebuild
ανοικοδομώ, ξανακτίζω
rebuilding
ανοικοδόμηση
rebuke
κατσαδιάζω, επίπληξη, επιπλήττω
rebut
αντικρούω
rebuttal
διάψευση, αντίκρουση
recall
θυμάμαι, ξαναφέρνω στο νου
recapture
επανακτώ, ξαναθυμάμαι
recede
υποχωρώ
receipt
παραλαβή, απόδειξη, λήψη
receive
λαμβάνω, παραλαμβάνω
receive a bribe
παίρνω λουφέ
receive a jail term
καταδικάζομαι σε φυλάκιση
receiver
εκκαθαριστής, παραλήπτης
receiving
λήψη
receiving stolen goods
κλεπταποδοχή
recent
πρόσφατος
recently
πρόσφατα
recently screened
που προβλήθηκε πρόσφατα
reception
υποδοχή, λήψη, αντίκρυσμα, ρεσεψιόν, γλέντι
receptionist
ρεσεψιονίστ
receptive
αποδεκτικός, δεκτικός
recess
σηκός
recipe
συνταγή
recipient
παραλήπτης
reciprocate
ανταποδίνω
recital
ρεσιτάλ
reckless
παράτολμος, απερίσκεπτος, ατάσθαλος
recklessness
αποκοτιά
reckon
υπολογίζω
reclaim land
εκχερσώνω
reclassification
ανακατάταξη
reclining
ανακλινόμενος
recognisable
αναγνωριζόμενος, έγκυρος
recognise
αναγνωρίζω
recognised
αναγωρισμένος
recognising
που αναγνωρίζει
recognition
αναγνώριση
recollect
θυμάμαι, φέρνω στο νου
recommend
συνιστώ, συστήνω, προτείνω
recommend somebody for
συνιστώ
recompense
αμοιβή
reconcilable
συμβιβαστικός, συμφιλιώσιμος
reconcile
συμφιλιώνω, συμβιβάζω
reconciliation
συμφιλίωση
recondite
σκοτεινός, δυσνόητος
recondition
ανακαινίζω, αποκαθιστώ
reconnaissance
αναγνωριστικός, αναγνώριση, ανίχνευση
reconnect
επανασυνδέω
reconnoitre
εξερευνώ, κάνω αναγνώριση
reconsider
αναθεωρώ
reconstitute
ανακατασκευάζω, επαναφέρω
reconstruction
ανασυγκρότηση
record
δίσκος, ρεκόρ, καταγράφω, ηχογραφώ
recorded
ηχογραφημένος, σε κασέτα, μαγνητοσκοπημένος
recording
ηχοληψία, ηχογράφηση
record player
πικ-απ
recount
αφηγούμαι, διηγούμαι
recourse
προσφυγή
recover
ανακτώ, επανακτώ, αναρρώνω
recovery
ανάρρωση
recreate
αναπαριστώ, αναδημιουργώ
recreation
αναψυχή
recreational
ψυχαγωγικός
recreation centre
κέντρο αναψυχής
recrimination
αντέγκληση, αντέγκλιση
recrudesce
υποτροπιάζω, επανεμφανίζομαι
recrudescence
υποτροπιασμός
recruit
νεοσύλλεκτος, στρατολογώ
recruitment
πρόσληψη, στρατολόγηση
rectal
πρωκτικός
rectangle
ορθογώνιο
rectitude
ακεραιότητα, ορθότητα
rector
διευθυντής κολεγίου
rectus
όρθιος μυς
rectus externus
ο έξω ορθός μυς του οφθαλμού
rectus internus
ο έσω ορθός του οφθαλμού
rectus lateralis
ο έξω ορθός μυς του οφθαλμού
rectus medialis
ο έσω ορθός του οφθαλμού
recuperate
αναρρώνω
recur
ξανασυμβαίνω
recurrence
επανεμφάνιση
recycle
ανακυκλώνω
recycling
ανακύκλωση
recycling scheme
πρόγραμμα ανακύκλωσης
red
κόκκινος
red-backed shrike
αετομάχος
red bream
κεφαλάς
red breasted goose
κοκκινολαιμόχηνα
red breasted merganser
λοφοπρίστης
red crested pochard
ροπαλόπαπια
redeem
εξαγοράζω
redefine
καθορίζω εκ νέου
redemption
λύτρωση, εξαγορά
red footed falcon
μαυροκιρκίνεζο
red gurnard
ασπιδοκαπόνι
red handed
επ' αυτοφώρω
redirect
κατευθύνω ξανά
red kite
ψαλιδάρης
red legged partridge
κοκκινοπέρδικα
red meat
κόκκινο κρέας
red necked grebe
κοκκινοβουτηχτάρα
red necked phalarope
ραβδοκολυμπότρυγγας
redolent
αποπνέων
redoubtable
επίφοβος
redress the balance
επαναφέρω την ισορροπία
redshank
κοκκινοσκέλης
red tape
γραφειοκρατία
red throated diver
κηλιδοβούτι
reduce
περιορίζω, ελαττώνω, μειώνω
reduce a fraction
ανάγω κλάσμα
reduced
μειωμένος
reduced entry
είσοδος με μειωμένη τιμή
reduced to
πεσμένος, ανανγκασμένος
reduce to the ranks
καθαιρώ
reducing agent
αναγωγικό μέσο
reduction
περιστολή, αναγωγή, μείωση
redundancy
απόλυση λόγω πλεονάσματος
redundant
υπεράριθμος, πλεονάζων
red wine
κόκκινο κρασί
reed
καλάμι
reef
ύφαλος
reef shark
καρχαρίας των υφάλων
reel
μουλινέ, μηχανάκι
re-elect
επανεκλέγω
re-enactment
αναπαράσταση
re-examine
επανεξετάζω
refer
παραπέμπω, αναφέρομαι
referee
διαιτητής
refereeing
διαιτησία
reference
αναφορά, αναγωγή
referendum
δημοψήφισμα
referent
παραπεμπόμενος
refill
ξαναγεμίζω
refine
ραφινάρω, βελτιώνω
refined
καλλιεργημένος, εκλεπτυσμένος, ραφινάτος
refinement
βελτίωση
refinery
διυλιστήριο
reflect
αντανακλώ, αντικατοπτρίζω
reflecting
αντανακλαστικός
reflective
συλλογιζόμενος
reflex
αντανάκλωση
reflex action
αντανακλαστική κίνηση
reforestation
αναδάσωση
reform
μεταρρυθμίζω, ανασχηματισμός, μεταρρύθμιση
reformation
αναμόρφωση
reformatory
σωφρονιστήριο
refract
διαθλώ
refracting telescope
διοπτρικό τηλεσκόπιο, διαθλαστικό τηλεσκόπιο
refraction
διάθλαση
refrain
επωδός, απέχω
refreshing
δροσιστικός
refreshments
αναψυκτικά
refrigerant
ψυκτικό
refrigerator
ψυγείο
refuel
αναφοδιάζω
refuge
καταφύγιο, ησυχαστήριο
refugee
πρόσφυγας
refugees
πρόσφυγες
refund
επιστροφή χρημάτων
refurbish
ανακαινίζω, ανανεώνω
refuse
αρνούμαι, σκουπίδια
refutation
διάψευση
refute
αναιρώ, αντικρούω, ανασκευάζω μία κατηγορία
regain ground
ανακτώ έδαφος
regal
βασιλικός
regard
θεωρώ
regard as
θεωρώ ως
regard highly
εκτιμώ πολύ
regardless of
άσχετος με
regards
χαιρετισμός
regards to
χαιρετισμοί
regent
αντιβασιλέας
regime
πολίτευμα, δίαιτα, καθεστώς
regiment
σύνταγμα
register
εγγράφομαι, καταχωρώ, εγγράφομαι σε ξενοδοχείο
registered letter
συστημένο γράμμα
register office wedding
πολιτικός γάμος
registrar
ληξίαρχος
registration
ληξιαρχική πράξη, εγγραφή
registry office
ληξιαρχείο
regret
μετανιώνω, μετανοίωνω, λύπη, λυπάμαι, μεταμελούμαι
regrettable
θλιβερός, ατυχής
regroup
συσπειρώνω
regular
ομαλός, τακτικός
regularity
τακτικότητα
regularly
τακτικά
regulate
κανονίζω
regulation
ρύθμιση, κανονισμός
regulator
ρυθμιστής
regurgitate
αναμασώ, αναρρέω
rehabilitation
αποκατάσταση
rehearsal
πρόβες
rehearse
κάνω πρόβες
reign
βασιλεία, βασιλεύω
reimburse
αποζημιώνω
reimbursement
αποζημίωση
rein
χαλινάρι
reincarnation
μετεμψύχωση
reinforced concrete
μπετόν αρμέ
reinforcement
ενίσχυση
reins
γκέμια, ηνία, χαλινάρια
reinstall
επανεγκαθιστώ
reinstate
αποκαθιστώ
reinvigorate
τονώνω πάλι, αναζωγονώ
reissue
επανεκδίδω
reject
απορρίπτω
reject an application
απορρίπτω μια αίτηση
rejection
απόρριψη
rejoice
χαίρομαι, πανηγυρίζω
rejoin
ανταπαντώ
rekindle
αναζωπυρώνω
relapse
υποτροπιάζω
relate
διηγούμαι
related
συναφής, συγγενικός
related by blood
συγγενικό εξ αίματος
related to
συγγενής με
relations
σχέσεις
relationship
σχέση
relationship with
συγγένεια
relative
συγγενής
relatively
σχετικά
relative of
συγγενής
relaxation
εκτόνωση, ξεκούραση
relaxed
χαλαρός
relaxing
που σε χαλαρώνει
relay
σκυταλοδρομία
release
δημοσιεύω, κυκλοφορώ, λύτρωση, εκκρίνω, βγάζω
released from
απαλλαγμένος από
relegated
υποβιβασμένος
relegation
υποβιβασμός
relentless
αδιάκοπος
relentlessly
αμείλικτα, αδυσώπητα
relevant
σχετικός
relevant to
σχετικός
relex
αντανακλαστικός
reliability
αξιοπιστία, σταθερότητα
reliable
αξιόπιστος, εχέγγυος, συνεπής, φερέγγυος
relic
υπόλειμμα
relics
λείψανα
relief
εκτόνωση, αρωγή, ανάγλυφος, ανακούφιση
relieve
ξαλαφρώνω, ανακουφίζω
relieved
ανακουφισμένος
religion
θρησκεία
religious
θρησκευτικός, θρήσκος, θρησκευόμενος
religious education
θρησκευτικά
reliquary
λειψανοθήκη
relish
απολαμβάνω
relocate
μετακομίζω
reluctance
απροθυμία
reluctanly
απρόθυμα, άθελα
reluctant
διστακτικός, απρόθυμος
reluctant to
απρόθυμος
rely on
βασίζομαι
rely οn
βασίζομαι σε
remain
παραμένω
remain alive
μένω ζωντανός
remainder
κατάλοιπο
remains
υπολείμματα, απομεινάρια, ερείπια, λείψανα
remand
προφυλακίζω, παραπέπμω
remand home
αναμορφωτήριον ανηλίκων
remand in custody
διατάσσω προφυλάκιση
remark
παρατήρηση, παρατηρώ
remarkable
αξιοσημείωτος
remark about
παρατήρηση
remark on
παρατήρηση
remark on the fact that
σχολιάζω το γεγονός ότι
remedy
επανορθώνω, αποκαθιστώ
remember
θυμάμαι
remind
υπενθυμίζω
remind about
υπενθυμίζω
reminder
υπομήνηση, υπομήνημα, υπόμνηση
remind of
θυμίζω
reminisce
αναπολώ, αναπωλώ
reminiscent
που θυμίζει
remission
ύφεση, ύφεση του πυρετού
remit
στέλνω έμβασμα
remittance
έμβασμα
remix
ανακατεύω ξανά
remnant
ρετάλι, απομεινάρι
remorse
τύψη
remote
απόκεντρος, απομακρυσμένος, ψυχρός, απόμακρος
remote control
τηλεχειριστήριο
remote controlled
τηλεκατευθυνόμενος
removal
εξάλειψη, αφαίρεση, μετάθεση
remove
μετακομίζω, απομακρύνω, αφαιρώ
remove from
αφαιρώ
remove rubbish
αφαιρώ τα σκουπίδια
remunerate
πληρώνω, αποζημιώνω, αμείβω
Renaissance
Αναγέννηση
renaissance
αναγέννηση
renal unit
νεφρολογική μονάδα
render
κάνω, καθιστώ, προσφέρω
render into Greek
μεταφράζω στα Ελληνικά
render into greek
μεταφράζω στα Ελληνικά
rendition
ερμηνία, μετάφραση
rend one's clothes
διαρρηγνύω τα ιμάτιά μου
renegade
αποστάτης, λιποτάκτης
renew
ανανεώνω
renewable
ανανεώσιμος
renewal
ανανέωση
rennet
πυτία
renounce
απαρνούμαι, αποποιούμαι, εγκαταλείπω, αποκηρύσσω
renovate
ανακαινίζω
renovation
ανακαίνιση
renowned
φημισμένος, ξακουστός, διάσημος
rent
ενοικιάζω, ενοίκιο, νοίκιασμα, νοίκι
rental
μίσθωμα, ενοικίαση
renting
νοίκιασμα
renunciation
αποποίηση, απάρνηση
reopen
ξανανοίγω
reorganisation
αναδιοργάνωση
repair
επισκευή, επισκευάζω
repair a machine
επισκευάζω μηχανή
repair an engine
επισκευάζω μηχανή
repair to
πηγαίνω, συχνάζω
reparation
επανόρθωση, αποκατάσταση
repartee
ετοιμολογία
repatriation
παλιννόστηση
repay
ανταμείβω, ξεπληρώνω
repayment
αποπληρωμή
repeal
ανακαλώ, ακυρώνω, καταργώ
repeat
τα ξαναλέγω, επαναλαμβάνω
repeated
αλλεπάλληλος, επαναλαμβανόμενος
repeatedly
επανειλημμένα
repent
μετανoίων
repercussion
αντίκτυπος, αντίκτυπο, επίπτωση
repertoire
ρεπερτόριο
repertory
δραματολόγιο
repetition
επανάληψη
repetitive
μονότονος, επαναλαμβανόμενος
replace
αντικαθιστώ
replace by
αντικαθιστώ
replacement
αντικαταστάτης, αντικατάσταση
replace the receiver
κλείνω το τηλέφωνο
replace with
αντικαθιστώ
replay
ξαναπαίζω
replenish
αναπληρώ, ανεφοδιάζω
replete
πλήρης, μεστός
replica
αντίτυπο, αντίγραφο
replicate
αυτοδιπλασιάζομαι
reply
απαντώ, ανταπαντώ, αντίλογος
reply to
απάντηση, απαντώ
report back to
κάνω αναφορά σε
reporter
δημοσιογράφος, ρεπόρτερ
reporting
ρεπορτάζ
reposit
επανοθέτω
repository
ταμείο, αποθήκη
repossess
ανακτώ, ξαναπαίρνω, επιστρέφω
repossession
ανάκτηση
reprehend
μέμφομαι, αποδοκιμάζω, αποπαίρνω
reprehensible
μεμπτός, καταδικαστέος
represent
αντιπροσωπεύω
representation
αντιπροσώπευση, απεικόνιση, αναπαράσταση
representative
αντιπροσωπευτικός, παραστατικός, αντιπρόσωπος
representative body
αντιπροσωπευτικό σώμα
representing
που απεικονίζει
repressive regime
αυταριχό καθεστώς
reprieve
αναστολή
reprimand
επιτιμώ
reproach
επίπληξη
reproduce
αναπαράγομαι
reproductive
αναπαραγωγικός
reproductive system
αναπαραγωγικό σύστημα
reprove
επικρίνω, επιτιμώ, κατακρίνω
reptile
ερπετό
reptiles
ερπετά
republic
δημοκρατία
republican
ρεπουβλικανός
republicans
ρεπουμπλικανοί
repudiate
απαρνούμαι, αποκηρύυσω
repudiation
απάρνηση
repulsive
απωθητικός, αντιπαθητικός, απωστικός
reputable
τίμιος, ονομαστός, ευυπόληπτος, καλής φήμης
reputation
φήμη
reputation for
φήμη
reputed
φημησμένος
request
παράκληση, παρακαλώ, ζητώ
require
απαιτώ, χρειάζομαι
requisition
επίταξη
re-route
αλλάζω πορεία
re-run
επανάληψη
rescind
καταργώ, αναιρώ, ακυρώνω
rescue
διάσωση, διασώζω
rescuer
αυτός που σώζει
research
έρευνα
researcher
ερευνητής
resemble
μοιάζω
resembling
που μοιάζει
resent
φέρω βάρεως, δυσανασχετώ, αγαναχτώ
resentful
οργισμένος, αγανακτισμένος, μνησίκακος
resentment
μνησικακία, αγανάκτηση
reservation
κράτηση, επιφύλαξη
reserve
παρακαταθήκη, εφεδρεία, εφεδρικός, παρακρατώ
reserved
επιφυλακτικός, κρατημένος, συγκρατημένος
reserve for
κρατώ θέση
reserves
δυνάμεις
reservoir
δεξαμενή
reshuffle
ανασχηματισμός, ανασχηματίζω
residence
κατοικία
resident
κάτοικος, μόνιμος
residential
οικιστικός, κατοικημένος
residential home
γηροκομείο
residual
υπολειπόμενος
residue
υπόλοιπο
resign
αποσύρομαι, παραιτούμαι, υποβάλλω την παραίτηση
resignation
παραίτηση, εγκαρτέρηση
resigned
καρτερικό, παραιτημένος, παθητικός, εγκαταλειμένος
resign from
παραιτούμαι από, παραιτούμαι
resign oneself to
παραδίδομαι σε
resilience
ελαστικότητα, ανάκαμψη
resilient
ανθεκτικός
resin
ρητίνη, ρετσίνι
resist
αντιστέκομαι
resistance
αντοχή, αντίσταση
resistant
ανθεκτικός
resisting
που αντιστέκεται
resolute
αποφασισμένος
resolutely
αποφασισμένα
resolve
v διευθετώ, διασκέπτομαι, αποφασίζω, λύνω
resolve
n αποφασιστικότητα
resonance
ηχηρότητα, απήχηση
resonant
ηχηρός
resort
καταφεύγω σε, θέρετρο
resort to
ανατρέχω σε, προσφεύγω
resound
ηχώ
resounding
τρανταχτός, σκαστός
resource
πόροι
resourceful
επινοητικός
resourcefulness
εφευρετικότητα, επινοητικότητα
respect
σέβομαι, σεβασμός, σεβαμός
respectable
έντιμος
respected
σεβαστός
respected politician
αξιοσέβαστος πολιτικός
respectfully
με σεβασμό
respectively
αντίστοιχα
respirate
παρέχω τεχνητή αναπνοή
respiration
αναπνοή
respirator
αναπνευστήρας
respiratory
αναπνευστικός
respiratory illnesses
αναπνευστικές παθήσεις
respite
ανάπαυλα, διάλλειμα
resplendent
λαμπερός, στιλπνός
respond
απαντώ
respond to
απαντώ, ανταποκρίνομαι, απαντώ σε
response
αντίλογος, απάντηση
responsibility
ευθύνη
responsible
υπεύθυνος, αρμόδιος
responsible for
υπεύθυνος, υπεύθυνος για
responsive
ανταποκρινόμενος
respray
ψεκάζω πάλι
rest
ραχάτι, υπόλοιπος, ξεκουράζομαι, ησυχασμός
rest assured
μείνετε ήσυχοι
rest assured that
μένω ήσυχος
restate
επαναλαμβάνω
restaurant
εστιατόριο
restful
ξεκουραστικός, γαλήνιος
restfully
ήρεμα
rest-home
οίκος ευγηρίας
resting place
σταλός
restitute
αποκαθιστώ
restive
νευρικός
restless
ανυπόμονος
restlessly
ανύσυχα
rest on
ακουμπώ, στηρίζομαι σε
rest on one's laurels
επαναπαύομαι στις δάφνες μου
restoration
επαναφορά, αναπαλαίωση
restore
ανακτώ, δίνω πίσω, αναστηλώνω, αποκαθιστώ
restrain
αναχαιτίζω
restraint
φραγμός
restrict
περιορίζω
restriction
περιστολή, περιορισμός
restrictive
περισταλτικός, περιοριστικός
restroom
τουαλέττα
result
επίπτωση, έκβαση, αποτέλεσμα
result in
έχω σαν αποτέλεσμα
resume
ξαναρχίζω
resurface
ανανεώνω την ασφαλτόστρωση
resurgence
ξαναζωντάνεμα, επαναδραστηριοποίηση
resurgent
αναδυόμενος
resurrection
ανάσταση
resuscitate
νεκρανασταίνω, ξαναζωντανεύω
resuscitation
αναζωογόνηση
retail
λιανικός
retailer
μαγαζί που πωλάει με λιανική
retailing
λιανική πώληση
retain
παρακρστώ, διατηρώ, κρατώ, συγκατακρατώ
retaining wall
τοίχος αντιστήριξης
retaliate
ασκώ αντίποινα, ανταποδίδω, εκδικούμαι
retaliation
αντίποινα, αντεκδίκηση, ανταπόδοση
retard
καθυστερώ, επιβραδύνω
retarding
επιβραδυντικός
retention
παρακράτηση
rethink
ξανασκέφτομαι
reticence
επιφυλακτικότητα, εγκράτεια γλώσσας, ολιγολογία
reticent
λιγομίλητος, κρυψίνους, εχέμυθος, λιγόλογος
retina
αμφιβληστροειδής χιτώνας
retinitis
αμφιβληστροειδίτιδα
retinue
ακολουθία
retire
αποσύρομαι, συνταξιοδοτούμαι
retire from
αποσύρομαι από, αποσύρομαι, αποστρατεύομαι
retirement
αποστράτευση
retort
αντίλογος, ανταπαντώ
retractable
ανασυρόμενος
retread
αναγόμωση
retreat
κρησφύγετο, οπισθοδρομώ, ησυχαστήριο, υποχωρώ
retrench
περικόπτω
retrial
αναδικία
retribution
εκδίκηση
retrieve
ανακτώ, σώζω, επαναφέρω
retrospection
αναδρομή
retrospective
αναδρομικός
return
μετ'επιστροφής, γυρίζω, επιστροφή, επιστρέφω
return trip
μετ'επιστροφής
reunite
ξανασμίγω, συμφιλιώνομαι, συμφιλιώνω
reuse
ξαναχρησιμοποιώ
rev
μαρσάρω
revamp
ανακαινίζω
reveal
διαφαίνομαι, αποκαλύπω, αποκαλύπτω
reveal a secret
αποκαλύπτω μυστικό
revel
ξεφαντώνω
reveller
γλεντζές
revelry
ξεφάντωμα
revenge
ρεβάνς, εκδίκηση
revenue
εισόδημα, έσοδο
reverberate
ηχώ
reverend
πανοσιολογιότατος
reversal
αντιστροφή
reverse
κάνω όπισθεν, όπισθεν, αντιστρέφω
reverse out
βγαίνω με όπισθεν
review
αναθεωρώ, ανασκόπηση, κριτική, ανασκοπώ
reviews
κριτική
revile
προπηλακίζω
revise
κάνω επανάληψη
revised procedures
αναθεωρημένοι κανονισμοί
revitalise
αναζωογονώ, ξαναζωντανεύω
revival
επιστροφή, αναζωογόνηση, αναβίωση
revive
αναζωογονώ, αναβιώνω
revoke
ανακαλώ
revolt
εξέγερση, αποστασία
revolting
επαναστατικός, αηδιαστικός
revolutionary
επαναστατικός
revolutionise
φέρνω επανάσταση
revolve
περιστρέφω, περιστρέφομαι
revolver
περίστροφο, ρεβόλβερ
revolving
περιστροφικός, περιστρεφόμενος
rev the engine
μαρσάρω την μηχανή
reward
ανταμοιβή, αμοιβή
reward for
ανταμείβω, αμοιβή
rewarding
αποδοτικός
rewind
βάζω από την αρχή
rewrite
ξαναγράφω
rheumatism
ρευματισμοί
rhino
ρινόκερος
rhombus
ρόμβος
rhubarb
ρήον
rib
πλευρό
ribald
αισχρός, χυδαίος
ribbon
κορδέλα
rice
ρύζι
rich
πλούσιος
riches
πλούτη
richly
πλούσια
rickets
ραχίτιδα
rickety
ξεχαρβαλωμένος
rickshaw
δίτροχη χειράμαξα
rid
απαλλάσσω
ridd
γαζώνω
riddle
γρίφος, κοσκινίζω
ride
ιππεύω, ατραξιόν, ποδηλατώ, βόλτα
ride in
επιβαίνω σε
rider
αναβάτης
ridge
κορυφογραμμή
ridged
αυλακωτός
ridicule
διασυρμός, γελοιοποιώ
ridiculous
γελοίος, περίγελος
ridiculousness
γελοιότητα
riding
ιππασία
rid oneself of
ξεφορτώνομαι
rife
μπόλικος
rifle
καραμπίνα, τουφέκι
rift
χάσμα, ρωγμή, σχισμή
rig
στήνω, εξοπλίζω
rigging
ξάρτια
right
σωστός, δεξιός, δικαίωμα
righteous
ενάρετος, ηθικολόγος, ηθικός
righteousness
ευσυνειδησία
rightfully
δικαιωματικά
right now
αυτήν την στιγμή
right of way
προτεραιότητα
rights
δικαιώματα
right to
δικαίωμα για
right up my street
είναι στα μέτρα μου
rigid
άτεγκτος, αυστηρός, άκαμπτος, αδιάλλακτος
rigidity
ακαμψία
rigorous
επισταμένος, εξονυχιστικός
rill
ρυάκι
rim
στεφάνη
rind
φλούδα, κέλυφος
ring
δαχτυλίδι, μάτι, παλαίστρα, δακτυλίδι, τηλεφωνώ
ring back
ξαναπαίρνω
ringed plover
αμμοσφυριχτής
ring finger
παράμεσο δάκτυλο
ringleader
αρχηγός
ring off
κλείνω το τηλέφωνο
ring up
τηλεφωνώ
rinse
ξεπλένω
rinse out
ξεπλένω
rinsing
απόπλυση
riot
όργιο, πληθώρα, ταραχή
rioter
ταραξίας
rioting
ταραχές
riotous
πολύ έντονος
riots broke out
ξέσπασαν
rip
σκίζω
ripe
μεστός, γινωμένος, ώριμος
ripen
ωριμάζω, μεστώνω
ripe olive
θρούμπα
rip off
ξεγυμνώνω
riposte
απάντηση
ripple
κυμάτισμα, κελαρύζω, κυματισμός
rise
ανατέλλω, αυξάνομαι, ορθώνομαι, αύξηση, σηκώνομαι
rise against
εξεγείρομαι
risen
σηκωμένος
rise up
εξεγείρομαι
risk
αποτολμώ, διακυβεύω, ριψοκινδυνεύω
risk free
χωρίς ρίσκο
risky
ριψοκίνδυνος
rival
αντίπαλος, αντίζηλος, παραβγαίνω
rivalling
εφάμιλλος
rivalry
ανταγωνισμός, αντιζηλία
river
ποτάμι
river bed
κοίτη
river mouth
στόμιο
riverside
όχθη
rivet
καρφώνω
roach
πλατίτσα
road
δρόμος
road holding
κράτημα στο δρόμο
road map
οδικός χάρτης
road markings
οδοσήμανση
road narrows
ο δρόμος στενεύει
road repairs
επισκευές του οδοστρώματος
roads
δρόμοι
road sign
οδική πινακίδα
roadworks
οδικά έργα
roadworthy
κατάλληλο για οδήγηση
roam
περιπλανιέμαι
roar
ωρύομαι, περνώ με θόρυβο, βρυχώμαι, βρυχηθμός
roaring
βρυχηθμός
roar of engines
δυνατός θόρυβος των μηχανών
roars of laughter
ηχηρά γέλια
roar with laughter
ξεκαρδίζομαι από γέλια
roast
καβουρντίζω, ψήνω, καβουρδίζω
roast beef
ροσμπίφ
roasted
ψητός
roasting
ψήσιμο, κατσάδα, καβούρδισμα
roasting hot
καυτός
roast lamb
ψητό αρνί
roast meat
ψητό κρέας
rob
ξεγυμνώνω, ληστεύω
robber
ληστής
robbery
ληστεία
robe
ρόμπα, τήβεννος, χιτώνας
robin
κοκκινολαίμης
robot
ρομπότ
robotics
ρομποτική
robust
ρωμαλέος, γερός
rock
πέτρα, κουνώ, λικνίζω, ροκ
rock climbing
αναρρίχηση
rocket
ρουκέτα, ρόκα, πύραυλος
rock fall
κατολίσθηση πετρωμάτων
rocking horse
κουνιστό αλογάκι
rock-n-roll
ροκ αντ ρόλ
rock partridge
πετροπέρδικα
rocks
βράχια
rock the boat
προκαλώ αναστάτωση
rock the house
ταρακουνώ το σπίτι
rocky
βραχώδης, πετρώδης
rod
ραβδί, βέργα, κοντάρι
rodent
τρωκτικό
rodents
τρωκτικά
rodeo
ροντέο
rod-shaped
ραβδοειδής
roe
ταραμάς
roedeer
ζαρκάδι
rogue
άγριος και μόνος, μπερμπάντης
roil
ταράζω, αναταράσσω
role
ρόλος
roll
κύλινδρος, κυλώ, ψωμάκι
roll a cigarette
στρουφίζω ένα τσιγάρο
roller
μπικουτί
rollercoaster
τραίνο στο λούνα παρκ
rollerskate
πατίνια
rolling
κυλιώμενος, λοφώδης
rolling and pitching
κλωδωνισμός
rolling pin
πλάστης
roll up
τυλίγω
roman
λατινικός
roman candle
απλό πυροτέχνημα
romance
ρομάντζα
Romania
Ρουμανία
romania
Ρουμανία
romantic
ρομαντικός
Rome
Ρώμη
rome
Ρώμη
romp home
κερδίζω με άνεση
rood
σταυρός
roof
σκεπή, ταράτσα, οροφή, στεγή
roof-rack
σχάρα αυτοκινήτου
rook
χαβαρόνι, πύργος
room
δωμάτιο, χώρος
roommate
συγκάτοικος, σύνοικος
rooms
δωμάτια
roomy
ευρύχωρος
roost
κουρνιάζω
root
ρίζα
roots
ρίζες
rootstock
έρριζο υποκείμενο
rope
σκοινί
roquefort
ροκφόρ
rose
τριαντάφυλλο
rosemary
δενδρολίβανο
rosette
κονκάρδα
rosy
ρόδινος
rot
σαπίζω
rota basis
εκ περιστροφής
rotate
περιστρέφω, περιστρέφομαι
rote
παπαγαλίστικος
rotten
σαπισμένος, σαθρός, σαπρός, χάλια
rotting
που σαπίζει
rouge
ρουζ
rough
σκληρός, πρόχειρος, τραχύς
rough deal
άσχημη μεταχείριση
rough legged buzzard
αρκτικοβαρβακίνα
roughly
πρόχειρα
roughness
τραχύτητα
roulette
ρουλέτα
round
στρογγυλός, γύρος, περιοδεία
roundabout
στρογγυλή πλατεία, κόμβος
roundabouts
τα αλογάκια
rounded
στρογγυλωμένος
round of applause
χειροκροτήματα
round the clock
νυχθημερόν
round the headland
παρακάμπτω το ακρωτήριο
rouse oneself
αφυπνίζομαι, εγείρομαι
rousing
διεγερτικός
rout
πανωλεθρία
route
πορεία, δρόμος, διαδρομή
routes
πορείες
routine
ρουτίνα
routinely
σαν ρουτίνα
routing
δρομολόγηση
row
κοπηλατώ, σειρά, κωπηλατώ, καβγάς
rowan
αγριοσουρβιά
rowdy
ταραχώδης
rowing
κωπηλασία
rowing boat
βάρκα με κουπιά
row of
σειρά
royal
βασιλικός, ηγεμονικός
royally
βασιλικά
rozzer
μπάτσος
rub
τρίβω
rubber
γόμα, λαστιχένιος
rubber plant
κομμεόδενδρο
rubbish
σκουπίδια, σαρίδι, βλακείες
rubbish is
σκουπίδια είναι
rubble
μπάζα, χαλάσματα
rubella
ερυθρά
rub out
εξαλείφω, διαγράφω, σβύνω
rubric
υπόδειξη
rub that word out
διαγράφω εκείνη την λέξη
ruby
ρουμπίνι
rucksack
σακίδιο
rudder
πηδάλιο, δοιάκι
ruddy
ροδαλός, κοκκινοχρώμος
ruddy shelduck
καστανόχηνα
rude
αγενής, αγροίκος
rudely
αγενέστατα
rue
μετανιώνω, απήγανος
ruff
ψευτομαχητής
ruffle
αναμαλλιάζω
rug
χαλί
rugby
ράγκμπι
ruin
δηώνω, ρήμαγμα, χαντακώνω, χαλώ
ruined
ερειπωμένος
ruins
ερείπια
ruins
χαλάσματα
rule
κανόνας, αποφασίζω, ιθύνω, βασιλεύω, διέπω
rule over
κυριαρχώ
ruler
χάρακας, ρίγα
rules
καταστατικό, κανόνες
rules and regulations
κανόνες και κανονισμοί
ruling
κυρίαρχος
rum
ρούμι
Rumania
Ρουμανία
rumania
Ρουμανία
rumble
μπουμπουνίζω, βροντώ υπόκωφα
rum goings on
περίεργα καμώματα
ruminate
αναχαράζω
rummy
ραμί
rumour
φημολογία, φήμη
rumour has it
σύμφωνα με τη φήμη, οι φήμες λένε, σύμφωνα με φήμη
rump
πυγή
run
εκτελώ δρομολόγιο, τρέχω
run a bath
ετοιμάζω το μπάνιο
run across
συναντώ κατά τύχη
run aground
εξοκέλλω
run amock
καταλαμβάνομαι από αμόκ
run amok
παθαίνω αμόκ, αφηνιάζω
run a red light
περνώ με κόκκινο
run ashore
προσαράσσω
run away
το βάζω στα πόδια, την κοπανάω, το σκάω
runaway horse
αφηνιασμένο άλογο
run away with
τα σκάω μαζί
run down
πατώ με το αυτοκίνητο, καταβεβλημένος, αποπαίρνω
run drugs
φέρω ναρκωτικά λαθραία, εμπορεύομαι σε ναρκοτικά
run errands
κάνω θελήματα
rung
ξύλινο σκαλοπάτι της σκάλας
run into
συναντώ κατά τύχη
runner
αθλητής, δρομέας
running
τρεχόμενος, που τρέχει, τρέχιμο, τρέξιμο
runny nose
συνάχι
run off with
τα σκάω με
run of the mill
συνηθισμένος, καθημερινός, πεζός
run out
μένω από
run out of
μένω από
run out of steam
εξαντλούμαι, μένω από δυνάμεις
run over
πατώ με το αυτοκίνητο
run short of
κοντεύω να μέινω από
run somebody somewhere
πηγαίνω κάποιον κάπου
run someone into the ground
ρέβω κάποιο στην δουλειά
run to the assistance of
προστρέχω
runway
διάδρομος αεροδρομίου
rupture
θραύση, θλάση
rural
αγροτικός
rush
τρέχω, βιασύνη, ορμώ, ορμή, βιάζομαι
rush at
ορμώ
rush down
ροβολώ
rush light
δαυλός
Russia
Η Ρωσία, Ρωσία
russia
Η Ρωσία, Ρωσία
Russian
ρώσικα, Ρώσος, ρώσικος
russian
ρώσικα, Ρώσος, ρώσικος
rustle
θροϊζω, θρόισμα
rusty
σκουριασμένος
rut
εποχή αναπαραγωγής, αυλάκι
ruthless
ανελέητος, αδίστακτος, άσπλαχνος
ruthlessly
αδίστακτα
rutted
με αυλακώσεις
rutting season
εποχή βαρβατεύματος, εποχή οργασμού
rye
σίκαλη
sable
σαμούρι
sabotage
σαμποτάρω, δολιοφθορά
saboteur
δολιοφθορέας
sabre
σπάθα
sacerdotal vestments
ιερά άμφια
sack
απολύω
sacred
όσιος, ιερός
sacrifice
θυσιάζω, θυσία
sacrilege
ιεροσυλία, θεοσυλία
sacristan
σκευοφύλακας
sad
λυπημένος
sadden
στενοχωρώ πολύ
saddle
σέλα
saddled bream
μελανούρι
saddlemaker
σαμαράς
sadism
σαδισμός
sadly
λυπημένα, με θλίψη, λυπηρά, θλιβερά
sadness
λύπη
sadomasochistic
σαδομαζοχιστικός
safari
σαφάρι
safe
ασφαλής, χρηματοκιβώτιο
safeguard
περιφρουρώ, διασφαλίζω, κατοχυρώνω
safe load range
περιοχή ασφαλούς φορτίου
safely
με ασφάλεια, με σιγουριά
safety
ασφάλεια
safety belt
ζώνη ασφάλειας
safety catch
ασφάλεια
safety feature
στοιχείο ασφάλειας
safety line
σχοινί σωτηρίας
safety match
σπίρτο ασφάλειας
safety pin
παραμάνα
safety regulation
κανονισμός ασφάλειας
saffron
κρόκος, κρόκος, ζαφορά
sag
κρεμάω, βουλιάζω
saga
ισλανιδκή μεσαιωνική αφήγηση, σάγκα
sagacious
αγχίνους
sagacity
αγχίνοια
sage
φασκόμηλο, φασκομηλιά
saggital
βελοειδής
Sagittarius
Τοξότης
sagittarius
Τοξότης
said
είπε, είπαμε, είπα, είπες
sail
πανί, αποπλέω, πλέω
sailing
ιστιοπλοία, ναυτιλία, πλεύση
sailing boat
ιστιοπλοϊκό, γιωτ
sailor
ναύτης
sail the high seas
πελαγοδρομώ
saint
άγιος, άγια
sainthood
αγιότητα, αγιοσύνη
saintly
άγιος, αγιοπρεπής
Saint Valentine's Day
ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου
saint valentine's day
ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου
saithe
μαύρος μπακαλιάρος
saker
κυνηγογέρακας
salad
σαλάτα
salami
σαλάμι
salary
μισθός
sale
πώληση
sales
εκπτώσεις
saleslady
πωλήτρια
salesman
πωλητής
saliferous
αλατούχος
saline
αλατούχος, αλμυρός
salinity
αλμύρα
saliva
σίαλος
salivary gland
σιελογόνος αδένας
salivate
σαλιάζω
sallow
ωχρός, κίτρινος, ιτία
sallowness
κιτρινίλα
salmon
σολομός
salon
μαγαζί
saloon car
επιβατικό αυτοκίνητο
salt
αλάτι
salted codfish
μπακαλάος
saltpetre
νιτρικό κάλιο
salty
αλμυρός
salvage
διάσωση πλοίου
salvage fee
αμοιβή διάσωσης
salvation
σωτηρία
salve
κατευνάζω
same
ίδιος
samphire
κρίθμο το παραθαλάσσιο
sample
γεύομαι, δείγμα, δοκιμάζω
sampler
δειγματολόγιο
sample study
δοκιμαστική μελέτη
sanctimonious
υποκριτικός, φαρισαϊκός
sanction
κύρωση, επικυρώνω
sanctity
ιερότητα, απαραβίαστο, αγιότητα
sanctuary
αγιαστήριο, καταφύγιο
sand
άμμος
sandal
σανδάλι, πέδιλο
sandals
σανδάλα
sandalwood
σανταλόξυλο
sand dune
αμμόλοφος
sanderling
λευκποσκαλίδρα
sandpit
σκάμμα
sandstone
αμμόλιθος
sandwich
σάντουιτς
sandy
αμμώδης
sandy ground
το αμμώδες έδαφος
sane
λογικός
sanitarium
σανατόριο
sanitary
υγιεινός
sanitary towel
σερβιέτα
sanitation
υγιεινή
sanity
πνευματική υγεία, λογική
Santa Claus
’γιος Βασίλης
santa claus
’γιος Βασίλης
sap
χυμός, εξαντλώ, χυμός, ζουμί, ικμάδα
sap of youth
το σφρίγος της νιότης
sapontaneously
αυθόρμητα
sapper
στρατιώτης του μηχανικού, σκαπανέας
sapphire
ζαφείρι
saprophyte
σαπρόφυτο
sarcastic
σαρκαστικός
sardine
σαρδέλα
sardonic
σαρδόνιος
sartarius
ο ραπτικός μυς
sash
τελαμώνας
sash window
συρόμενο παράθυρο
Satan
διάβολος, ο εξαποδώ, Σατανάς
satan
διάβολος, ο εξαποδώ, Σατανάς
sate
χορταίνω, ικανοποιώ
satellite
δορυφόρος
satellite geodesy
δορυφορική γεωδαισία
satellite television
δορυφορική τηλεόραση
satiate
κοραίνω
satiated
κορεσμένος
satin
σατέν
satire
σατίρα
satisfaction
ικανοποίηση, αρέσκεια
satisfactorily
ικανοποιητικά
satisfactory for
ικανοποιητικός
satisfied
ικανοποιήμενος
satisfied with
ικανοποιημένος μ
satisfy
ικανοποιώ
saturate
διαποτίζω, μουσκεύω
saturated
κορεσμένος
saturation
κορεσμός
Saturday
Σάββατο
saturday
Σάββατο
Saturn
Κρόνος
saturn
Κρόνος
satyrical
σατυρικός
saucepan
κατσαρόλα
saucer
πιατάκι
saucy
ξετσίπωτος, αναιδής
sauna
σάουνα
saunter
σουλατσάρω, σεριανίζω
sausage
λουκάνικο
savage
βάρβαρος, άγριος
savagely
άγρια
savanna
σαβάνα
save
εκτός, αποταμιεύω, αποκρούω, διασώζω, απόκρουση
save face
διασώζω το γόητρο
save for
σώζω
saver
αυτός που σώζει
save to
εκτός για να
save up
κάνω οικονομία
saving
αποταμίευση, οικονομία
savings
αποταμιεύσεις
saviour
σωτηρία
savour
γεύση, γεύομαι
savoury
πικάντικο
saw
πριονίζω, είδα, πριόνι
sawdust
πριονίδια
saxophone
σαξόπωνο
saxophonist
σαξοφωνίστας
say
λέω
say again
τα ξαναλέγω
say a lot about
δείχνω πολλά για το χαρακτήρα
saying
παροιμία, ρήση, γνωμικό
scab
απεργοσπάστης
scabbard
θήκη ξίφους
scabbardfish
σπαθόψαρο
scabies
ψώρα
scaffold
ικρίωμα, σκαλωσιά, κρεμάλα
scaffolding
σκαλωσιά, ικριώμα
scald
ζεματίζω
scalding
ζεματιστός
scale
κλιμάκωση, κλίμακας, κλίμακα, λέπι
scaling ladder
πολιορκητιξή σκάλα
scallop
χτένι
scalp
δέρμα και μαλλιά του κεφαλιού
scalpel
νυστέρι
scaly anteater
παγγολίνος
scam
απάτη
scamp
μπερμπάντης, παλιάνθρωπος
scampi
καραβίδα
scan
ερευνω, αγναντεύω, ερευνώ, σαρώνω, εξερευνώ
scandal
σκάνδαλος
scandalise
σκανδαλολογώ
Scandinavia
Σκανδιναβία
scandinavia
Σκανδιναβία
Scandinavian
σκανδιναβικός
scandinavian
σκανδιναβικός
scanner
σαρωτής, ανιχνευτής
scanning
σάρωση
scanty
λιγοστός
scapegoat
εξιλαστήριο θύμα, αποδιοπομπαίος τράγος
scar
ουλή
scarce
σπάνιος
scarcely
σχεδόν καθόλου, σπανίως
scarcity
έλλειψη, σπανιότητα
scare
εκφοβίζω, τρομάζω
scarecrow
σκίαχτρο
scared
τρομαγμένος
scarf
κασκόλ, μαντήλι
scarlet
κατακόκκινος, άλικος
scarp
βραχώδες φρύδι
scarred
με ουλη, με τα σημάδια
scary
τρομακτικός
scathing
δηκτικός
scatter
διασπείρω, διασκορπίζομαι, διασκορπίζω, σκορπίζω
scatter-brained
φυρόμυαλος
scattered
σκορπιστός
scattered showers
σποραδικές βροχές, σκόρπιες βροχές
scavenger
ζώο που τρώει ψωφίμια
scavenging
που τρώει ψωφίμια
scene
τοπίο, σκηνή
scene of the accident
τόπος ατυχήματος
scenery
τοπίο
scent
μυρωδιά, οσμή, άρωμα, ευωδία
scented
με μυρωδιά από
sceptic
σκεπτικιστής, δύσπιστος
scepticism
σκεπτικισμός
sceptre
σκήπτρο
schedule
πρόγραμμα, προγραμματίζω
scheduled
προγραμματισμένος
scheduled action
προγραμματισμένη πράξη
scheduled flight
προγραμματισμένη πτήση
scheme
πρόγραμμα
scheming
δολοπλόκος
scholar
άριστος μαθητής
scholarly
λόγιος
school
σχολείο
school grades
βαθμοί σχολείου
school of fish
κοπάδι ψάριων
schooner
γαλέτα, σκούνα
science
επιστήμη
science fiction
επιστημονική φαντασία
scientific
επιστημονικός
scientist
επιτήμωνας, πανεπιστήμων
scion
γόνος, μπόλι
scoff
λοιδορία, περιγελώ
scolarship
υποτροφία
scolding
επίπληξη, κατσάδα
scoliosis
σκολίωση
scoop
σέσουλα
scoop up
φτυαρίζω
scooter
βέσπα
scorch
καίω, καψαλίζω
scorcher
πολύ ζεστή μέρα
scorching
καυτός
score
σκοράρω, σκορ, εικοσαριά
scoreboard
πίνακας του σκορ
scorer
αυτός που σκοράρει
scoring
σκοράρισμα
scorn
περιφρόνηση, περιφρονώ, καταφρόνια
scornful
περιφρονητικός, χλευαστικός
scornfully
περιφρονητικά
Scorpio
Σκορπιός, Σκορπιός
scorpion
σκορπιός, σκορπιός
scorpion fish
σκορπιός
Scot
Σκωτσέζος
Scot
Σκωτσέζος
Scotch
Σκοτσέζικος
Scotch
σκωτσέζικος
scotch
ουίσκι, αποτρέπω
scot-free
ατιμωρητί, ατιμώρητος
Scotland
Σκότια, Σκωτία
Scotland
Σκότια, Σκωτία
scoudrel
κανάγιας
scoundrel
παλιάνθρωπος
scour
τρίβω, ψάχνω παντού, χτενίζω
scourge
μαστιγώνω, μαστίζω, μάστιγα, πληγή
scout
πρόσκοπος, ανιχνεύω, ανιχνευτής
scowl
κατσουφιάζω, συνοφρυώνομαι
scrabble
ψαχουλεύω, σκαλίζω
scrag
τραχιλιά
scraggy
ισχνός
scramble
διαταράσσω, σκαρφαλώνω
scrambler
κρυπτοφωνική συσκευή
scrap
απομεινάρι, αποφάγια
scrape
ξύνω
scrape along
φυτοζώω
scraped
γδαρμένος
scrape together
μαζεύω με πολλή δυσκολία
scratch
ξύνω, γρατσουνίζω, γρατσουνιά, αμυχή
scratch an itch
ξύνω μία φαγούρα
scratched
γρατζουνισμένος
scream
φωνάζω, στριγκλίζω, κραυγή, κραυγάζω
screech owl
νυκτοπούλι
screen
εξετάζω, παραβάν, οθώνη
screen out
εμποδίζω την είσοδο, φιλτράρω
screenplay
σενάριο
screenwriter
σεναριογράφος
screw
γαμήσι, γαμώ, βίδα, βιδώνω
screwdriver
κατσαβίδι
scribble
γράφω γρήγορα και πρόχειρα, ορνιθοσκαλίσματα
script
σενάριο
scripts
σενάρια
scrotum
όσχεο
scrounge
κάνω τράκα
scrub
τρίβω, ρουμάνι, χαμόδεντρα, θάμνοι
scruffy
ατημέλητος, απεριποίητος
scrupulous
ευσυνείδητος, λεπτολόγος
scrupulously
ευσυνείδητα
scrutinise
εξετάζω, ξετάζω
scuffle
συμπλοκή, καυγάς
sculpt
πλάθω, λαξεύω, δίνω σχήμα
sculptor
λαξευτής, γλύπτης
sculpture
άγαλμα, γλυπτική, γλυπτό
scum
γλίτσα, βρώμικος αφρός
scumbag
κάθαρμα
scurf
κασίδα
scurrilous
πρόστυχος, χυδαίος
scurvy
σκορβούτο
scythe
δρεπάνι
sea
πέλαγος, θάλασσα
sea
ακτή verify, the headword had a closing bracket
seaboard
παράκτια γη
sea bream
φαγκρί
sea breeze
μπάτης
seafood
θαλασσινά
seagull
γλάρος
seal
φώκια, βούλα
sealed
σφραγισμένος
sea level
επίπεδο θάλασσας
sea lion
θαλασσινό λιοντάρι
seal of approval
που έχει εγκριθεί επισήμως, επίσημη έγκριση
seam
ραφή, στρώμα άνθρακα
seaman
ναυτικός
sea park
θαλάσσιο πάρκο
seaplane
υδροπλάνο
sea plants
θαλασσινά φυτά
search
αναζήτηση
search for
ψάχνω, ψάχνω για
searching-out
εκζήτηση
seashore
γιαλός
sea sickness
ναυτία σε πλοίο, αναγούλα
seaside
ακτή, γιαλός
season
νοστιμίζω, περίοδος, περίοδο, περιόδος, εποχή
seasonal
εποχικός
seasoned with salt and pepper
με αλάτι και πιπέρι
seasoning
άρτυμα
season ticket
εισιτήριο διαρκείας
seat
κάθισμα, καθίζω
seat belt
ζώνη ασφάλειας
seatbelts
ζώνες ασφάλειας
seated
καθιστικός
seat number
αριθμός θέσεως
seat oneself
κάθομαι
seats
καθίσματα
seaweed
φύκι
secession
αποσκίρτηση
seclude
απομονώνω
secluded
ερημικός, απομονωμένος
seclusion
απομόνωση
second
δεύτερον, δευτερόλεπτο, δεύτερος
secondary
δευτερεύων
secondary school
γυμνάσιο και λύκειο
second-hand
από δεύτερο χέρι, μεταχειρισμένος
second helping
δεύτερη μερίδα
secondly
δεύτερον
second rate
παρακατιανός
second time around
γιά δεύτερη φορά
second to none
ο καλύτερος
secrecy
εχεμύθεια, μυστικότητα
secret
μυστικός, απόρρητος, μυστικό
secret agent
μυστικός πράκτορας
secretary of state
υπουργός εξωτερικών ΗΠΑ
secrete
εκκρίνω
secretive
μυστικοπάθης, μυστηριώδης, εχέμυθος
sect
αίρεση
section
τμήμα, τομή
secular
κοσμικός
secure
ασφαλίζω, ασφαλής, διασφαλίζω, εδραιώνω
secure one's future
εξασφαλίζω το μέλλον
security
ασφάλεια, αντίκρισμα
Security Council
Συμβούλιο Ασφάλειας
security council
Συμβούλιο Ασφάλειας
security guard
φύλακας
sedate
δίνω ηρεμιστικά
sedative
ηρεμιστικό
sediment
ίζημα, κατακάθι, ιλύς
sedition
στασιασμός
seditious
στασιαστικός
seduce
ξελογιάζω, μαυλίζω, αποπλανώ
seduction
εκμαυλισμός
seductive
δελεαστικός, θελκτικός
see
βλέπω, επισκοπική έδρα
see about
φροντίζω για
see combat
πολεμώ
seed
σπέρνω, εμφυτεύω, σπόρος
seedling
φυντάνι, φιντάνι
seeing that
εφόσον
seek
ψάχνω, αναζητώ
seeker
αναζητητής
seek refuge in a harbour
ποδίζω
seem
φαίνομαι
seemingly true
αληθοφανής
see off
ξεπροβοδίζω
seep
διαποτίζω, διαρρέω
seesaw
τραμπάλα
seethe
βράζω, κοχλάζω
see the error of one's ways
επιδιορθώνω τα λάθη μου
seething
που βράζει, χόχλασμα
see through
βοηθώ σε δύσκολή περίοδο, δεν
see to
φροντίζω
see you
ώρα καλή
see you soon
θα σε δω σύντομα
segment
τμήμα
seismology
σεισμολογία
seize
κατάσχω, απράζω, καταλαμβάνω
seize up
μαγκώνω
seizure
σπασμός
seldom
σπάνια
select
διαλέγω
selection
επιλογή
selective
επιλεκτικός
selective breeding
επιλεκτική αναπαραγωγή
selectivity
εκλεκτικότητα
self-abnegation
αυταπάρνηση
self-catering
αυτοεξυπηρετούμενος
self-centred
εγωιστής, εγωκεντρικός
self confidence
αυτοπεποίθηση
self-confidence
αυτοπεποίθηση
self-confident
γεμάτος αυτοπεποίθησης
self conscious
αμήχανος, συνεσταλμένος
self-conscious
αμήχανος, ευσυνείδητος
self-destructive
αυτοκαταστροφικός
self determination
αυτοδιάθεση
self-discipline
αυτοπειθαρχία
self-disciplined
αυτοπειθαρχούμενος
self-effacing
ταπεινός, μετριόφονας
self-employed
αυταποσχολούμενος
self-esteem
αυτοεκτίμηση
self-imposed
επιβαλλόμενος από τον ίδιο
selfish
εγωιστής, ιδιοτελής
selfishness
ιδιοτέλεια, εγωισμός, φιλαυτία
self-isolation
αυτοαπομόνωση
self-knowledge
αυτογνωσία
self-pity
μεμψιμοιρία
self pollination
αυτεπικονίαση
self-pollination
αυτοεπικονίαση
self-portrait
αυτοπορτρέτο
self-reliant
αυτοδύναμος
self respect
αυτοσεβασμός, αυτοσεβασμός
self-respect
αυτοσεβασμός
self-sacrifice
αυτοθυσία
self satisfaction
αυαταρέσκεια
self-sufficiency
αυτάρκεια
self-sufficient
αυτάρκης
self-tapping screw
κοχλίας αυτοκοχλιοτόμησης
self-willed
ισχυρογνώμων
self-worth
αυτοεκτίμηση
sell
εκποιώ, πουλώ
seller of shoddy shoes
καβάφης
selling
πώληση
sell out
ξεπουλώ
sell well
μοσχοπουλώ
selvage
ούγια
semen
σπέρμα
semester
εξάμηνο
semi-
ημί-
semiconductor
ημιαγωγός
semi-detached
ημιανεξάρτητη κατοικία
semi-permeable membrane
ημιπερατή μεμβράνη
semi-submersible
ημιβυθιζόμενος
senate
γερουσία
senator
γερουσιαστής
send
στέλνω
send a letter
στέλνω ένα γράμμα
send for
καλώ τον ιατρό, καλώ
send off for
αποστέλλω
send on
διεκπεραιώνω
send out
στέλνω έξω, εκπέμπω, ξαποστέλνω
send out scouts
στέλνω ανιχνευτές
seneschal
τελετάρχης, οικονόμος
senile
γεροντικός
senility
άνοια
senior
μεγαλύτερος, πρεσβύτερος
senior citizen
συνταξιούχος
senior high
λύκειο
senna
κάσσια
sensation
αίσθημα, αίσθηση
sensational
εντυπωσιακός, θεαματικός
sensationalism
κιτρινισμός
sensationally
θεαματικά
sense
αισθάνομαι, αίσθημα, νόημα, σωφροσύνη, αίσθηση
senseless
ανόητος, παράλογος
sense organ
αισθητήριο όργανο
sensibilities
καλαισθησία
sensible
λογικός
sensible. modest
φρόνιμος
sensibly
λογικά
sensitive
ευαίσθητος
sensitivity
ευαισθισία, ευαισθησία, ευαισθεσία
sensor
αισθητήρας, ανιχνευτής
sensory
αισθητήριος
sensual
αισθησιακός
sent
έστειλα
sentence
πρόταση, καταδίκη, καταδικάζω
sententious
αποφθεγματικός
sentimental
συναισθηματικός
sentimentality
συναισθηματισμός
sentimentally
συναισθηματικά
sentinel
φρουρός, σκοπός
sentry
καραούλι
sepal
σέπαλο
separate
ιδιαίτερος, ξεχωριστός, χωρίζω, χωριστός
separated
χωρισμένος
separate from
χωριστός από, χωρίζω
separation
διαχωρισμός, χωρισμός
separation of powers
διαίρεση των εξουσιών
sepsis
σήψη
September
Σεπτέμβριος
september
Σεπτέμβριος
Septuagesima
Κυριακή του άσωτου
septuagesima
Κυριακή του άσωτου
sequence
αλληλουχία, διαδοχή, σειρά
sequester
κατάσχω
seraglio
σαράι, σεράι
Serbia
Σερβία
serbia
Σερβία
serenade
πατινάδα, κάνω καντάδα
serene
ατάραχος, γαλήνιος
serenity
γαλήνη
sergeant
αρχιφύλακας, λοχίας
serial
σειρά
serious
σοβαρός
serious about
σοβαρός
seriously
σοβαρά, βαριά
sermon
κήρυγμα
serrated
οδοντωτός, πριονωτός
servant
υπηρέτης, υπηρέτρια
serve
υπηρετώ
service
ρουσφέτι, υπηρεσία, σέρβις, εξυπηρέτηση
service primitive
αρχέγονο υπηρεσίας
service station
βενζινάδικο
servicing of debt
δανειακό βάρος
serving
μερίδα
servitor
υπηρέτης
servitude
δουλειά, σκλαβιά
sesame
σουσάμι
session
ώρα, περιόδος
set
τοποθ, τοποθετώ, σετ, καθορισμένος
set an example
παραδειγμστίζω
set apart
κάνω να ξεχωρίζει
set a time
ορίζω χρόνο
setback
αναποδιά
set back
γυρίζω πίσω
set down
καταγράφω, βάζω χάμω
set fire to
βάζω φωτιά σε
set forth
διατυπώνω, εκδίδω
set in
αρχίζω για τα καλά
set matters right
επιδιορθώνω τα πράγματα
set of rules
κανονισμοί
set one's heart on
θέλω κάτι με την καρδιά μου
set one's heart on
το έχω μεράκι, το έχω βάλει στη καρδιά μου
set one's sights on
αποφασίζω τι θέλω
set on edge
δίνω στα νεύρα
set out
ξεκινώ
set sail for
βάζω πλώρη για
settee
καναπές
set the mood
φτιάχνω ατμόσφαιρα
set the scene for
προετοιμάζω
setting
περιβάλλον
setting in order
διευθέτηση
settle
εγκαθίσταμαι, κανονίζω
settle a matter
βρίσκω την επίλυση
settle down
τακτοποιούμαι, νοικοκυρεύομαι, καταλαγιάζω
settle into
τακτοποιούμαι
settlement
οικισμός
settle out of court
λύω υπόθεση εξωδίκως
settler
οικιστής
settling of old scores
ξεκαθάρισμα των λογαριασμών
set to explode
έτοιμος να σκάι
set to go off
έτοιμος να εκραγεί
set to work
στρώνομαι στην δουλειά
set up
κάνω προξενιά, τοποθετώ, στήνω, ιδρύω
set up headquarters
εγκαθιστώ αρχηγείο
set up home
νοικοκυρεύομαι
set up shop
στήνω μια επιχείρηση
seven
επτά
seventh
έβδομος
seventy
εβδομήντα
sever
κόβω, αποκόβω
several
αρκετές, αρκετοί
severance
διακοπή
severe
σοβαρός, δριμύς, αυστηρός, σέρτικος
severed
αποκομμένος
severely
αυστηρά
severe penalty
αυστηρή ποινή
severe winter
βαρύς χειμώνας
severity
αυστηρότητα
sew
ράβω
sewage
λύμα, λύματα, απόβλητα
sewage system
αποχετευτικό σύστημα
sewer
υπονόμος, οχετός
sewing machine
ραπτική μηχανή
sew on a sewing machine
γαζώνω
sex
έρωτας, φύλο, σεξ
sextant
εξάς
sextuplets
εξάδυμα
sexual
σεξουαλικός
sexuality
σεξουαλικότητα
sexually
σεξουαλικά
shabbily
άθλια
shabby
ακατάστατος
shad
φρίσσα
shade
σκιά
shadow
σκιά
shadowy
σκιώδης
shady
σκιερός, ύποπτος
shady spot
σκιερό μέρος
shaft
άξονας
shaft of light
αχτίδα φωτός
shag
γαμώ, θαλασσοκόρακας, γαμήσι
shake
σείω, κουνώ, ταράζω, σαλεύω
shake hands with
κάνω χειραψία
shaken
κουνώ, ταράζω
shake off
απαλλάσσομαι από
shake of the head
κούνημα του κεφαλιού αρνητικά
shake oneself free
ελευθερώνομαι με ένα τίναγμα
shaky
επισφαλής
shall
θα
shallot
ασκαλώνιο, κρεμμυδάκι
shallow
επιπόλαιος, ρηχός
shallows
τα ρηχά
sham
καμώματα
shambolic
χαώδης
shame
ντροπή, κρίμα
shameless
αδιάντροπος, ξετσίπωτος, ασύστολος
shamelessly
αδιάντροπα, αναίσχυντα
shampoo
σαμπουάν
shanty town
παράγκες, μαχαλάς
shape
μορφώνω, σχήμα, διαμορφώνω, σχηματίζω
shard
θραύσμα
share
μοιράζομαι, μοιράζω, κλήρος, μοιρά, μοιράζω, μοίρα
share a flat
συγκατοικώ
share a room
συγκατοικώ
sharecropper
σέμπρος
share-cropper
κολίγας
shared
μοιρασμένος, κοινός
shareholder
μέτοχος
share with
μοιράζω
shark
καρχαρίας
shark sucker
κολαούζος, κολησόψαρο
sharp
οξυδερκής, αιφνίδιος, μυτερός, κοφτερός
sharpen
ακονίζω, ξύνω
sharper
πιο κοφτερός
sharp-eyed
παρατηρητικός
sharpish
κοφτερός
sharply
κοφτά
sharpness
στυφότητα, οξυδέρκεια
sharp-tongued
κυνικός, σαρκαστικός
sharp-witted
οξύνους
shatter
θρυμματίζομαι, θρυμματίζω
shattered
τσακισμένος, κατακερματισμένος
shattering
που θρυμμαστίζει
shatterproof
άθραυστος
shave
ξυρίζομαι
shaver
ξυριστική μηχανή
shaving foam
αφρός ξυρίσματος
shawl
σάλι
she
αυτή
shear
κόβω, κουρεύω
shearer drum
το τύμπανο εγκοπής
she asked about the boy
ρώτησε γιά το παιδί
sheath
κολεός
she chose
διάλεξε
shed
αποβάλλω, παράγκα, καλύβα
shed blood
χύνω αίμα
shedding of leaves
φυλλοβολία
shed light on
φωτίζω, ρίχνω φως σε
she drank
ήπιε
she drove
οδήγησε
shed tears
χύνω δάκρυα
she dug
έσκαψε
sheen
γυαλάδα
sheep
πρόβατο, πρόβατα
sheer
απόκρημνος, απότομος, καθαρός
sheet
κομμάτι, σεντόνι, στρώμα
sheet of paper
κόλλα
she flew
πέταξε
she forgot
ξέχασε
she had
είχε
she hardly slept a wink
σχεδόν δεν έκλεισε μάτι
she hinted that
έκανε νύξη
sheikh
σεϊχης
she is
αυτή είναι
she is clever at English
είναι έξυπνη στα Αγγλικά
she is clever at english
είναι έξυπνη στα Αγγλικά
she knew only too well
κατάλαβε καλά
shelduck
βαρβάρα
she led
οδήγησε
shelf
ράφι
shell
κοχύλι, καβούκι, οβίδα, κέλυφος, εκκοκκίζω, όλμος
shell account
λογαριασμός τύπου κέλεφους
shelled prawns
καθαρισμένες γαρίδες
shellfish
θαλασσινά, οστρακοειδή, μαλάκια
shells
κάλυκες
shelter
καταφύγιο, προστατεύω, σταλός, καταφεύγω
shelter from
ζητώ καταφύγιο
shelve
βάζω στο χρονοντούλαπο
shepherd
ποιμένας, βοσκός
she pinned all her hopes on
στήριξε όλες τις ελπίδες, ατήριξε όλες τις ελπίδες
she remarked
παρατήρησε, είπε
sherrif
σερίφης
sherry
τσέρυ
she spat
έφτυσε
she spent ten pounds on it
ξόδεψε 10 λίρες γιά αυτό
she stole
έκλεψε
she struck
χτύπησε
she threw
πέταξε
she was
αυτή ήταν, ήταν
she was powerless to
στάθηκε αδύνατο να
she was reduced to
έπεσε τόσο χαμηλά ώστε
she was tanned
ήταν μαυρισμένη
she will go a long way
θα έχει πολλή επιτυχία, θα είναι πολύ πετυχημένη
she wore
φόρεσε
she wrote
έγραψε
shield
ασπίδα, περίβλημα
shift
αλλάζω, μετατοπίζω, μετατοπίζω, μετακινώ
shimmer
τρεμοφέγγω, μαρμαρυγή, λαμπυρίζω
shimmering
που λαμπυρίζει
shin
κνήμη, καλάμι
shine
λάμπω
shingle
βότσαλο
shining
που λάμπει
shin up
σκαρφαλώνω
shiny
γυαλιστερός
ship
πλοίo, πλοίο
ship boy
μούτσος
shipment
αποστολή
shipping
ναυτιλία
shipwreck
ναυάγιο
shirk
αποφεύγω
shirt
φανέλα, πουκάμισο
shirty
ζοχαδιακός
shit
σκατά
shiver
τουτουρίζω, τουρτουρίζω, ριγώ, ανατριχίλα, τρέμω
shivering
τρεμούλιασμα
shoal
κοπάδι
shock
κραδασμός, σοκ, κρούση
shock absorber
αμορτισέρ
shocked at
σοκαρισμένος
shoddy workmanship
κακοτέχνημα
shoe
πεταλώνω, παπούτσι
shoeing
παπούτσωμα
shoelace
κορδόνι
shoelaces
κορδόνια
shoemaker
τσαγκάρης
shoes
παπούτσια
shoo
ξούτ
shoo away the flies
ξεμυγίαζω
shook
ταράζω, κουνώ
shoot
πυροβολώ, βλαστός, εκτινάσσω
shoot a scene
γυρίαω σκηνή
shooting
πυροβολισμός
shooting gallery
σκοπευτήριο
shop
προδίδω, ψωνίζω, μαγαζί
shop assistant
υπάλληλος μαγαζιού
shopkeeper
μαγαζάτορας
shoplifter
κλέφτης από μαγαζιά
shoplifting
κλοπή από μαγαζιά/μαγαζί
shopper
αυτός που ψωνίζει
shopping
ψώνια
shopping centre
εμπορικό κέντρο
shopping mall
εμπορικό κέντρο
shops
μαγαζιά
shop stewards
επιστάτες
shop window
μόστρα
shore
ακτή
short
κοντός
shortage
έλλειψη
shortage of
έλλειψη
short change
τρώω κάποιο στο καντάρι
shortcoming
ελάττωμα
shorten
μικραίνω, κονταίνω
short finned tunny
παλαμίδα
short hymn
απολυτίκιο
shortlist
λίστα υποψηφίων
shortly
σύντομα
short of
έλλειψη από
shorts
σορτσάκι
short-sighted
μυωπικός
short-sightedness
μυωπία
short sleeved
με κοντά μανίκια
short term
βραχυπρόθεσμος
short toed eagle
φιδαετός
shot
πυροβολισμός, πυροβόλησα, σκάγια, πυροβολώ
shotgun
κυνηγετικό όπλο
shot putt
σφαιροβολία
should
θα έπρεπε
shoulder
ώμος, σπάλα
shoulder length
στο ύψος των ώμων
shoulder the blame
επωμίζομαι την ευθύνη
shout at
φωνάζω σε
shove
σπρώχνω
shovel
φτυάρι
shoveler
χουλιαρόπαπια
show
παράσταση, δείχνω, σόου, εμφαίνω
show business
σόου μπίζνες
show case
μόστρα
show consideration
λαμβάνω υπ'όψιν
showdown
τελική αναμέτρηση
shower
μπόρα, επιδαψιλεύω, ντους
show in
συνοδεύω
show initiative
αναλαμβάνω πρωτοβουλία
show off
φιγουρατζής, ρεκλαμαδόρος, κάνω επίδειξη, τονίζω
show one's hand
αποκαλύπτω τις προθέσεις μου
show one's true colours
ξεγυμνώνω
show understanding
δείχνω κατανόηση
show up
εμφανίζομαι
showy
επιδεικτικός
shred
κομματάκι
shrew
στρίγγλα
shrewd
καπάτσος, πανέξυπνος, έξυπνος, τετραπέρατος
shrewdness
καπατσοσύνη
shriek
στριγκλιά, στριγκλίζω
shrike
κεφαλάς
shrill
διαπεραστικός
shrill sound
διαπεραστικός ήχος
shrimp
γαρίδα
shrine
λάρνακα, παρεκκλήσι
shrink
συρρικνώνομαι, μπαίνω, συρικνώνομαι, συστέλλω
shrink allowance
περιθώριο συστολής
shrink from
διστάζω
shrinking
μπάσιμο
shrink wrapping
συστελλόμενο περιτύλιγμα
shrive
εξομολογώ
shrouded in mystery
καλυμμένος από πέπλο μυστηρίου
Shrove Tuesday
τελευταία μέρα της Αποκριάς
shrove tuesday
τελευταία μέρα της Αποκριάς
shrub
θάμνος
shrug
σηκώνω τους ώμους
shuddering
που τρέμει
shuffle
σέρνω με τα πόδια
shuffle the cards
ανακατεύω
shun
αποφεύγω
shut eye
υπνάκος
shutter
παραθυρόφυλλο
shuttle
σαΐτα
shut up
σκάω, κάνω μόκο, καμώνομαι, σκάσε
shy
ντροπαλός, δειλός, συνεσταλμένος
shyness
δειλία, ατολμία, ντροπαλότητα
Siamese twins
σιαμαίοι δίδυμοι
siamese twins
σιαμαίοι δίδυμοι
sibling
αδελφός
sibyl
σίβυλλα
Sicilian
σικελικός
sicilian
σικελικός
sick
άρρωστος
sickle
μικρό δρεπάνι
sickly
φιλάσθενος
sickness benefit
επίδομα αρρώστιας
side
πλευρά, μεριά
sideboard
μπουφές, σερβάντα, σκευοθήκη
side effect
παρενέργεια
sidekick
σύντροφος
sideline
παραμερίζω
sideshow
θέαμα, επίδειξη
sidestep
λοξοδρομώ
side street
πάροδος
side track
εκτρέπω σε άλλο δρομο
sidewalk
πεζοδρόμιο
siege
πολιορκία
siesta
μεσημεριανός ύπνος
sieve
κρησαρίζω, κοσκινίζω
sigh
αναστενάζω, αναστεναγμός
sight
αξιoθέατα, όραση, θέα
sighting
εντοπισμός
sights
στόχαστρο, αξιοθέατα
sightseeing
το να δείς τα αξιοθέατα
sign
ταμπέλα, πίνακας, υπογράφω, σήμα, σύνθημα
signal
νεύω, σινίαλο, γνέφω, σήμα, σύνθημα, ανοίγω φλας
signatory
υπογράφων
signature
υπογραφή
signed
ενυπόγραφος
signed binary
προσημασμένος δυαδικός αριθμό
significant
σημαντικός
significantly
σημαντικά
signpost
πινακίδα
signs of the zodiac
τα ζώδια
silage
ενσιρώμενες τροφές
silage throwers
ενσιρωτικές μηχανές
silence
σιγή, σωπαίνω, σιωπή
silence is golden
η σιγή κόσμον φέρει
silent
σιωπηλός
silhouette
διαγράφω, σκιγράφω
silk
μεταξωτό
silky
απαλός, στιλπνός
sill
πεζούλι, περβάζι
silly
ανόητος, χαζός
silt
πρόσχωμα
silver
ασημί, ασημένιος
silver pomfret
ψευδολίτσα
silverwork
έργα τέχνης σε ασημί
similar
παρόμοιος
similarity
ομοιότητα
similarly
παρομοίως
similar qualities
παρόμοιες ιδιότητες
similar to
όμοιος
simmer
σιγοβράζω, υποθάλπω
simoon
σιμούν
simpering
ναζιάρης
simplicity
απλότητα
simplification
απλοποίηση
simplified
απλουστευμένος
simplify
απλοποιώ
simply
απλώς, απλά
simulator
εξομοιωτής
simultaneous
ταυτόχρονος
simultaneously
ταυτόχρονα
sin
αμαρτάνω, αμαρτία
since
αφού, από, εφ'όσον
sincerely
ειλικρινά
sine
ημίτονον
sinecure
λουφές
sinecurist
αργόμισθος
sine of an arc
ημίτονο τόξου
sine qua non
εκ των ων ουκ ανευ, εκ των ουκ ανεύ
sinew
σθένος, μυς
sing
τραγουδώ
singer
τραγουδίστρια, τραγουδιστής
single
μόνος, ανύπαντρος, μονός, μονόκλινος, ένας μόνος
single out
ξεχωρίζω
single room
μονόκλινο
single trip
απλός
singular
ιδιόμορφος, μοναδικός, ενικός
sink
νεροχύτης, ναυαγώ, βυθίζομαι, βυθίζω
sink a mine
ανοίγω ένα ορυχείο
sink to the ground
πέφτω στο έδαφος, ξαπλώνω χάμω
sinner
αμαρτωλός
sinusitis
ιγμορίτιδα
sip
αργοπίνω, σιγοπίνω
sir
κύριε
siren
σειρήνα
sister
αδελφή, αδερφή
sister-in-law
κουνίαδα, νύφη
sisters-in-law
κουνιάδες
sit
κάθομαι
sit-coms
κομωδία
site
τόπος
sit for
δίνω εξέταση
sit in
κατάληψη
sit in the shadows
μένω αφανής
sitting
καθιστικός, συνεδρίαση, καθιστός
sitting-room
καθιστικό
situation
κατάσταση, θέση
sit up
ανασηκώνομαι
sit up in bed
ανασηκώνομαι στο κρεβάτι
six
έξι
six-gilled shark
εξαβράγχιος
sixth
έκτος
sixth sense
έκτη αίσθηση
sixty
εξήντα
size
μέγεθος
sizzle
τσιγαρίζω, τσιτσιρίζω
skate
βάτος, κάνω πατινάζ
skeletal
σκελετικός
skeleton key
αντικλείδι
sketch
σκίτσο
sketch book
τετράδιο σχεδίου
sketchy
πρόχειρος, σε γεννικές γραμμές
skewed distribution
λοξή κατανομή
ski
σκι, κάνω σκι
skid
γλιστρώ, ντεραπάρω
skid mark
σημάδια από λάστιχα στο δρόμο
skier
σκιέρ
skiff
λέμβος
skiing
το σκι
skilful
έντεχνος, δεξιοτέχνης, ικανός, επιτήδειος
ski lift
τελεφερίκ
skill
τέχνη, φιλοτεχνία, επιδεξιότητα, ικανότητα
skilled
έντεχνος
skillful
έντεχνος
skills
ικανότητες
skim
ξαφρίζω
skimp
τσιγκουνεύομαι, τσιγγουνεύομαι
skin
γδέρνω, δέρμα, προβιά
skin and bones
σκελεθρωμένος
skin disease
πιτυρίαση
skinny
κοκαλιάρης, τσιγκούνης
skint
λιγούρης, μπατίρης
skip
μεγάλος κάδος
skipping
εξάσκηση με το σκοινάκι
skipping rope
σκοινάκι
skip the formalities
παραλείπω τις τυπικότητες
skirt
φούστα
skittish
ζωηρός
skivvy
χαμάλης
skulduggery
δολοπλοκία
skulk
λουφάζω
skulking
που παραμονεύει
skull
κρανίο, κράνιο, καύκαλο
skunk
κουνάβι
sky
ουρανός
skydiving
πτώση με αλεξίπτωτο
skylark
κορυδαλλός
skyline
γραμμή του ορίζοντα
skyrocket
ανεβαίνω στα ύψη
skyscraper
ουρανοξύστης
skywards
προς τον ουρανό
slab
πλάκα
slack
αργοκίνητος, λάσκος, χαλαρός, μπόσικος
slacken
λασκάρω, μολάρω
slackening
χαλάρωση
slag
υπόλλειμα από τήξη μετάλλου, σκωρία
slam
κλείνω με πάταγο, χτυπώ δυνατά
slam on the brakes
γρενάρω απότομα, φρενάρω απότομα
slande
δυσφύμιση
slander
δυσφημώ, δυσφυμίζω
slanderous
συκοφαντικός
slanging match
βρισίδι
slant
γέρνω, κλίνω
slap
ραπίζω, χαστούκι
slap a ban on
απαγορεύω
slap in the face
κόλαφος
slash
εγκοπή, πετσοκόβω
slate
σχιστόλιθος, πλάκα
slaughter
σφαγή, πελεκώ
slave
ραγιάς, σκλάβος, δούλος
slaver
σαλιαρίζω
slavery
δουλεία, σκλαβιά
Slavonian grebe
ωτοβουτηχτάρα
slavonian grebe
ωτοβουτηχτάρα
sledge
έλκηθρον
sledgehammer
βαριά, σφύρα σιδηρουργού
sleek
άψογος, γλοιώδης, στιλπνός, καλοφτιαγμένος, λείος
sleep
ύπνος, τσίμπλα, κοιμάμαι
sleeper
κοιμώμενος άνθρωπος
sleepiness
νύστα
sleeping
που κοιμάται
sleeping car
βαγκόν λι
sleeping sickness
τρυπανοσωμίαση
sleepy
νυσταγμένος
sleet
χιονόνερο, νερόχιονο
sleeve
μανίκι
sleigh
έλκυθρο
sleight of hand
ταχυδακτυλουργία, ταχυδαχτυλουργία
slender
λεπτός, λυγερός
slender billed curlew
λεπτομύτα
slenderness
λιγνάδα
slice
κόβω σε φέτες, φέτα
slick
κηλίδα
slide
τσουλήθρα, γλιστρώ
sliding
προοδευτικός
slight
μικρός, θίγω, προσβάλλω, ελαφρύς
slightly
λίγο, ελαφρώς
slight movement
μικρή κίνηση
slim
αδυνατίζω
slime
γλίτσα
sling
κούνια, σφενδόνα
slink
περνώ κρυφά
slip
γλίστρημα, παραδρομή, γλιστρώ, ολίσθημα
slip in
υπεισέρχομαι, εισχωρώ
slip into
μπαίνω
slip off one's shoes
βγάζω τα παπούτσια
slipper
παντόφλα
slippers
παντόφλες
slippery
ολισθηρός, γλιστερός
slipway
σκαρί
slit
σχισμή
slither
γλιστρώ
sliver
σκλήθρα
slogans
συνθήματα
slope
γέρνω, κατηφορίζω, πλαγιά
sloping
με κλίση
sloppily
τσαπατσούλικα
sloppy
τσαπατσούλης
slot
σχισμή
slough
παλιό δέρμα φυδιού
sloughing formation
σχιστώδης σχηματισμός
Slovenia
Σλοβενία
slovenia
Σλοβενία
slovenly
ατημέλητος
slow
βραδύς
slow burning
βραδύκαυστος, βραδυφλεγής
slow down
μειώνω ταχύτητα, επιβραδύνω
slowly
σιγά, σιγά-σιγά, αργά
slow-witted
βραδύνους, αργόστροφος
sludge
βόρβορος
slug
σφαίρα, γυμνοσάλιαγκας, λείμαξ
sluggish
άτονος, νωχελής, μαχμουρλής, δυσκίνητος
slum
φτωχογειτονιά
slump
καταρρέω, σωριάζομαι, πέφτω, κεσάτι, κάμψη, κρίση
slumped in a chair
κατρακυλώ
slump in a chair
πέφτω σε καρέκλα
slurp
ρουφώ, γουλιά
slut
παρασάνταλη γυναίκα, πατσαβούρα, τσούλα, πόρνη
sly
πανούργος, πονηρός, ύπουλος
sly devil
φίδι κολοβό
slyness
πονηριά
smack
καρπαζιά, χαστουκίζω, χαστούκι
small
μικρός
small bay
ορμίσκος
small-boned
μικρόσωμος
small insect
ζωύφιον
small intestine
λεπτό έντερο
smallish
μικρούτσικος
smallpox
ευλογία
small print
μικρά γράμματα
small root
κλωνάρι
small town
μικρή πόλη
smart
κομψός
smart ass
γαβρίας
smart card
έξυπνη κάρτα, κάρτα με μνήμη
smartly
έξυπνα
smash
θρυμματίζω, σπάζω, κομματιάζω, συντρίβω
smell
μυρίζω, μυρωδιά, οσφαίνομαι
smelt
αθερίνα
smelting
τήξη μεταλλεύματος
smew
νανοπρίστης
smile
χαμόγελο, χαμογελώ
smile at me
χαμόγελα σε μένα
smirch
ρυπαίνω, λερώνω
smirk
ακκίζομαι, προσποιητό χαμόγελο
smog
νέφος
smoke
καπνοί, καπνίζω, καπνός
smoke from cooking meat
κνίσα
smoker
καπνιστής
smoking
κάπνισμα
smooch
χωρεύω αγκαλιασμένος, σαλιαρίζω, ερωτοτροπώ
smooth
λεiος, λείος
smoothhound
γριζογαλέας, δροσίτης
smoothly
λεία, ομαλά
smooth sailing
εύκολη πορεία, παιχνιδάκι
smother with kisses
καταφιλώ
smudge
μουτζουρώνω, μουτζούρα
smug
αυτάρεσκος
smuggle
κάνω λαθρεμπόριο, περνώ λαθραία
smuggler
λαθρέμπορος
smuggling
λαθρεμπόριο
smutty
βωμόλοχος
snack
σνακ, πρόχειρο φαγητό, μεζές
snack bar
φαστ-φούντ
snail
σαλιγκάρι
snake
όφις, φίδι
snake-charmer
γητευτής φιδιών
snap
σπάω απότομα, λεω κοφτά
snap open
ανοίγω με ένα κλικ
snapping jaw
αρπακτική σιαγόνα
snapshots
ινσταντανέ
snarl
δείχνω τα δόντια απειλητικά
snarling
που μπλέκεται
snatch
αρπάζω
snatch away
υφαρπάζω
snatching away
υφαρπαγή
sneaker
παπούτσι με λαστιχένια σόλα
sneak in
μπαίνω κρυφά
sneaking
κρυφός
sneaky
πονηρός
sneer
χλευάζω, ειρωνεία, χλευασμός
sneering
εμπαικτικός
sneeze
φταρνίζομαι, φτάρνισμα
snide
υποτιμητικός, χλευαστικός
sniff
ρουφώ από την μύτη
sniffing
ρουθούνισμα
snigger
γελώ κρυφά
snipe
μπεκατσίνι
sniper
ελεύθερος σκοπευτής
snitch
καταδότης
snivel
κλαψουρίζω, μυξοκλαίω
snob
σνομπ
snobbism
σνομπισμός
snooker
γαλλικό
snore
ροχαλίζω
snoring
ροχαλητό
snorkelling
μακροβούτι με μάσκα
snort
φρουμάζω
snorting
ρουθούνισμα
snot
βλέννα
snow
χιόνι, χιονίζω
snowball fight
χιονοπόλεμος
snow-covered
καλυμμένος από χιόνι
snowflake
νιφάδα χιονιού
snow goose
χιονόχηνα
snowman
χιονάνθρωπος
snowstorm
χιονοθύελλα
so
τόσο, έτσι
soak
εμποτίζω, μουσκεύω
soaked in
μουσκεύεται σε
soaking
μούσεκμα
soaking wet
μουσκεμένος
soak up
ρουφώ, αντιλαμβάνομαι, απορροφώ
soap
σαπούνι
soap opera
σαπουνόπερα
soar
πετώ ψηλά
so as not to
γιά να μη
so as to
για να
sob
λυγμός
sober
ξεμέθυστος, νηφάλιος
sobered up
ξεμέθυστος
so-called
δήθεν
soccer
ποδόσφαιρο
sociable
κοινωνικός
sociable plover
αγελοκαλημάνα
social
κοινωνικός
social class
κοινωνική τάξη
social disorder
κοινωνική αναταραχή
social gatherings
δεξιώσεις, κοινωνικές εκδηλώσεις, πάρτυ
social interaction
κοινωνική αλληλοεπίδραση
socialise
συμπεριφέρομαι κοινωνικά
socialism
σοσιαλισμός
socialist
σοσιαλιστής
social life
κοινωνική ζωή
socially
κοινωνικά
social security
κοινωνική ασφάλεια
social studies
κοινωνιολογία
social welfare
κοινωνική πρόνοια
society
κοινωνία
sock
κάλτσα
socket
υποδοχή, πρίζα
socks
κάλτσες
soda
αεριούχο ποτό
sodden
μουσκεμένος, μουλιασμένος
so do I
καί εγώ
so do i
καί εγώ
sofa
καναπές
so far
μέχρι τώρα
soft
μαλακός
soft-boiled egg
μελάτο αυγό
soft drink
αναψυκτικό
soften
μαλακώνω
softie
βουτυρόπαιδο, μαμόθρεφτος
software
λογισμικό
soil
μαγαρίζω
sojourn
διατριβή
solace
παρηγορώ, παρηγοριά
solar
ηλιακός
solar cell
ηλιακό κύτταρο
solar furnace
ηλιακή κάμινος
solar heater
θέρμανση
solar heating
ηλιακή θέρμανση
solar keratosis
ηλιακή κεράτωση
solar panel
πίνακας ηλιακών κυττάρων
solar system
ηλιακό σύστημα
sold at an auction
πουλήθηκε σε πλειστηριασμό
solder
κολλώ
soldering
κόλλημα
soldier
στρατιώτης
sole
γλώσσα, πέλμα
solely
αποκλειστικά
solemity
σοβαρότητα
solemn
σεμνοπρεπής, σοβαρός
solemnity
σοβαρότητα
solemnly
σοβαρά, ειλικρινά
solid
στερεά τροφή, στερεός, συμπαγής
solidarity
αλληλεγγύη
solid particles
στερεά μόρια
soliloquy
μονόλογος
solist
σολίστας
solitary
ασυντρόφευτος, μοναχικός, απόκοσμος
solitude
μοναξιά
solo
σόλο
solution
λύση, διάλυμα
solve
λύνω
solvency ratio
ποσοστό δανειοδότησης
solvent
εχέγγυος, φερέγγυος
sombre
μουντός, καταθλιπτικός
some
μερικοί, μερικός, λίγοι
somebody
κάποιος
somehow
κάπως
someone
κάποιος
somersault
τούμπα
something
κάτι
something out of this world
σημεία και τέρατα
sometimes
μερικές φορές
somewhat
κάπως
somewhere
κάπου
son
καμάρι, γιός, υιός
sonata
σονάτα
song
τραγούδι
sonic
ηχητικός
son-in-law
γαμπρός
son of a bit
τσογλάνι
sonority
ηχηρότητα
sonorous
ηχηρός
soon
σύντομα, σύντομος
sooner or later
αργά ή γρήγορα
soot
γάνα, αιθάλη, καπνιά
soothe
καταπραΰνω
soothing
καταπραϋντικός, ανακουφιστικός
soothsayer
μάντης, προφήτης
sooty shearwater
αιθαλόμυχος
sophisticated
καλλιεργημένος, εξεζητημένος, σοφιστικέ
sophistry
σοφιστική
soprano
σοπράνο
sorcerer
μάγος
sore
αλγεινός, πονεμένος, ανοικτή πληγή
sore throat
πονόλαιμος
sorrel
οξαλίδα, λάπατο
sorry
συγγνώμη
sorry for
συγγνώμη γιά
sort
τύπος, ξεδιαλέγω, είδος, τακτοποιώ
sortie
έξοδος, εξόρμηση
sort out
τακτοποιώ
SOS
σήμα κινδύνου
sos
σήμα κινδύνου
sought after
περιζήτητος
soul
ψυχή
sound
ακούομαι, γερός, φωνή, ήχος
sound barrier
φράγμα ήχου, φράγμα του ήχου
sound boom
ηχητικός κρότος
sound effect
ηχητικό εφέ
sounding
βυθομέτρηση
sounding line
νήμα βυθομέτρησης
sounds
ήχοι
sound the alarm
κρούω τον κώδωνα του κινδύνου
soundtrack
μουσική από μια ταινία, φωνοταινία
soup
σούπα
sour
ξινός
source
πηγή
sources of energy
πηγές ενέργειας
sour grapes
αγουρίδα, όμφακες εισί
south
νότος
south easterly wind
σιρόκος
southern
μεσημβρινός, νότιος
South Korean
Νοτιοκορεάτης
south korean
Νοτιοκορεάτης
southwards
προς νότο
south west
νοτιοδυτικό
southwesterly wind
γαρμπής
souvenir
ενθύμιο
sovereign
κυρίαρχος, αυτεξούσιος, ηγεμόνας
sovereignty
κυριαρχία
sow
σπέρνω, ενσπείρω
sown
κατάσπαρτος
soya bean
φασόλι από σόγια
spa
ιαματικά νερά, ιαματικά λουτρά
space
χώρος, διάστημα, διάστημα
space probe
μη επανδρωμένο διαστημόπλοιο
spaceship
διαστημόπλοιο
space shuttle
διαστημικό λεωφορείο, άκατος
spacious
ευρύχωρος
spade
τσάπα
spaghetti
μακαρόνι
Spain
Ισπανία
spain
Ισπανία
spalsh money around
ξοδεύω με τη σέσουλα
span
σπιθαμή, περιόδος
Spaniard
Ισπανός
spaniard
Ισπανός
Spanish
ισπανικός, Ισπανικά
spanish
ισπανικός, Ισπανικά
Spanish Inquisition
ιερά εξέταση
spanish inquisition
ιερά εξέταση
Spanish mackerel
κολιός
spanish mackerel
κολιός
spanking
έξοχος, ράπισμα
spanner
γαλλικό κλειδί
spare
περισσεύω, χαρίζω, περισσευούμενος, φείδωμαι
spare no pains
δε λυπάμαι κόπους
spare tyre
ρεζέρβα
spare wheel
ρεζέρβα
sparing
φειδωλός
sparingly
οικονομικά φειδωλά, ανάρια ανάρια
spark
σπιθοβολώ
sparkle
απαστράπτω
sparkling
αφρώδης, αστραφτερός
spark plug
μπουζί
sparrow
σπουργίτης, σπουργίτι
sparrowhawk
ξεφτέρι
sparse
αραιός
sparsely
αριαιά
spasmodic
σπασμωδικός
spat
καυγαδάκι
spate
κατακλυσμός, πληθώρα
spawn
παράγω σε μεγάλη ποσότητα, γεννώ, γεννοβολώ
speak
μιλώ, κρένω
speak against
καταφέρομαι
speaker
ομιλητής
speak ill of
κακολογώ
speak literally
κυριολεκτώ
speak one's mind
λέω αυτό που πιστεύω
speak out against
υψώνω την φωνή μου κατά
speak with feeling
μιλώ με θέρμη
speak with passion
μιλώ με θέρμη
spear
λόγχη, καμάκι, δόρυ
special forces
ειδικές δυνάμεις
specialise
ειδικεύομαι
specialised
ειδικευμένος, εξειδικευμένος
specialising in
που ειδικεύεται σε
speciality
σπεσιαλιτέ
species
είδος, είδη
specific
συγκεκριμένος
specifically
συγκεκριμένα
specify
καθορίζω
specimen
δείγμα
spectacles
γυαλιά
spectacular
θεαματικός
spectacularity
θεαματικότητα
spectator
θεατής
spectograph
φασματογράφος
spectrum
φάσμα
speculate
διαλογίζομαι, κάνω υποθέσεις, εικάζω, κερδοσκοπώ
speculation
εικασία, κερδοσκοπία
speculative
θεωρητικός, κερδοσκοπικός, υποθετικός, εικαστικός
speculator
κερδοσκόπος
speechless
εμβρόντητος, άφωνος, άναυδος
speed
ταχύτητα, επισπεύδω, φόρα, τρέχω
speedboat
ταχύπλοο ιστιοφόρο
speeding
υπερβολική ταχύτητα
speeding up
που επιταχύνει
speed limit
όριο ταχύτητας
speedometer
κοντέρ
speed up
επιταχύνω
speedy
γοργός
spell
ξόρκι, διάστημα, συλλαβίζω, ορθογραφώ
spellbinding
μαγευτικός, γοητευτικός
spellbound
μαγεμένος
spelled
ορθογραφώ
spelling
ορθογραφία
spelt
ορθογραφώ
spend
ξοδεύω
spend money
ξοδεύω
spend the summer holidays
παραθερίζω
spend time
περνώ
spent
εξαντλημένος, χρησιμοποιημένος
sperm
σπέρμα
sperm whale
φυσητήρας
spew forth
ξερνώ
sphenoid
σφηνοειδής, σφηνοειδές οστούν
sphere of action
σφαίρα δράσης
sphere of influence
σφαίρα επιρροής
spice
καρύκευμα, μπαχαρικό, καρυκεύω
spice rack
ράφι για μπαχαρικά
spicy
πικάντικος
spicy food
πικάντικο φαγητό
spider
αράχνη
spike one's guns
ξεδοντιάζομαι
spikes
τάπες
spill
χύνω
spill out
χύνω
spin
γνέθω, περιστρέφομαι, στριφογυρίζω
spinach
σπανάκι
spinal cord
νωτιαίος
spine
αγκάθι, ραχοκόκκαλο, κότσια, σπονδυλική στήλη
spineless
ασπόνδυλος
spiney
ρουμάνι
spinner
κλώστης, περιστεφόμενο δόλωμα
spinning
στριφογύρισμα
spinster
γεροντοκόρη
spinx
σφίγγα
spiral
ελικοειδής
spiral staircase
ελικοειδής σκάλα
spirit
πνεύμα
spirit level
αλφάδι
spirits
κέφια
spiritual
πνευματικός
spiritually
πνευματικά, πνευμτικά
spit
πτύω, φτύνω
spiteful
εμπαθής, κακεντρεχής, μοχθηρός
spitting image
φτυστός
spiv
αεριτζής
splash
πιτσιλάω, πιτσιλίζω, πλατσουρίζω
spleen
σπλήνα
splendid
υπέροχος, εξαίσιος, έξοχα
splendidly
έξοχα, υπέροχα, εξαίσια
splendours
μεγαλείο
splint
νάρθηκας
splinter
αγκίδα, πελεκούδι, παρασχίδα, θραύσμα, σκλήθρα
splintered
κομματιασμένος
splinter group
ομάδα αποστατών
split
μοίρα, μοιράζω, διχοτομία, μοιρά, μοιράζω, σχίσιμο
split infinitive
διασπασμένο απαρέμφατο
split-level
ανισοϋψών επιπέδων
splitting
διχοτομία
splitting headache
φοβερός πονοκέφαλος
split up
χωρίζω
splutter
τραυλίζω από ταραχή
spode
πορσελάνη
spoil
χαλώ, παραχαϊδεύω, κακομαθαίνω
spoiled
κανακάρης
spoiled wine
εκτροπίας
spoiling for a fight
γυρεύω καβγά
spoils
λουφές, λεία
spoils of office
ο λουφές της εξουσίας
spoilt
παραχαϊδεμένος
spoke
μίλησα, ακτίνα τροχού
spokesman
εκπρόσωπος
spokesperson
εκπρόσωπος
spokeswoman
η εκπρόσωπος
spongy
σπογγώδης
sponsor
χορηγώ, χορηγός
sponsored
χρηματοδοτούμενος
sponsorship
χορηγία
spontaneous
αυθόρμητος
spooky
στοιχειωμένος
spoonbill
χουλιαρομύτα
spoonfuls
κουταλιές
sporadic
σποραδικός
sporozoan
σπορόζωο
sport
σπορ
sporting events
αθλητικά γεγονότα
sports centre
αθλητικό κέντρο
sports jacket
σπορ σακάκι
sports-mad
τρελός για σπορ
sportsman
αθλητής
sports programmes
αθλητικά προγράμματα
sporty
αθλητικός
spot
εντοπίζω, μέρος, βούλα, σπυρί
spotless
ακηλίδωτος, πεντακάθαρος
spotlight
σημειακός προβολέας
spotted crake
στικτοπουλάδα
spotted eagle
στικταετός
spotted redshank
μαυρότρυγγας
spotty
γεμάτος σπυράκια
spouse
σύζυγος
sprain
στραμπουλίζω
sprain an ankle
στραμπουλίζω τον αστράγαλο
sprained
στραμπουλιγμένος
sprang
πήδηξα
sprawl
απλωσιά, απλώνομαι
sprawling
που απλώνεται ακατάστατα, απλωμένος χωρίς σχέδιο
spray
αφρός, κόσμημα σε σχήμα κλώνου, ψεκάζω
spread
επέκταση, φουντώνω, διαδίδω, απλώνω, παίρνω έκταση
spreading
στρώση
spring
άνοιξη, εκτινάσσομαι, αναπηδώ
spring a leak
μπάζω νερό
springs from
απορρέι από
spring to attention
στέκομαι σε στάση προσοχής
spring up
ξεφυτρώνω
sprinkle
ραντίζω, πασπάλισμα, πασπαλίζω
sprinkler
ραντιστήρι
sprinkling
ράντισμα
sprint
τρέχω μικρές αποστάσεις
sprinter
δρομέας ταχύτητας, σπρίντερ
spruce
ερυθροέλατο, φιλάρεσκος
spur
παρακινώ, κεντρίζω, σπιρουνίζω, σπιρούνι
spurn
απορρίπτω περιφρονητικά
spurt
ξεπετάγομαι, κύμα ανάπτυξης
spur winged plover
αγκαθοκαλημάνα
spy
κατασκοπεύω, κατάσκοπος
squab
πιτσούνι, περιστεράκι
Squacco heron
κρυπτοτσικνιάς
squacco heron
κρυπτοτσικνιάς
squadron commander
μοίραρχος
squalid
άθλιος, βρώμικος
squall
μπουρίνι
squalor
αθλιότητα. μιζέρια, κακομοιριά
squamous
πλακώδες
squander
σπαταλώ, κατασπαταλώ, καταδαπανώ, διασπαθίζω
squandering
διασπάθιση
square
πλατεία, τετράγωνο
square deal
τίμια μεταχείριση
square root
τετραγωνική ρίζα
squash
πατικώνω, χυμός του μπουκαλιού, ζουλώ, κολοκύθι
squashed
στριμωγμένος
squat
καταπατώ ξένη περιουσία, ανακλαδίζομαι
squatter
καταπατητής
squaw
ινδιάνα
squawking
κράξιμο
squeak
γρύζω
squeaky
τριζάτος
squeal
σκληρίζω, στριγγλίζω
squeeze
στριμώχνω, ζουλώ, στύβω, στίβω, πιέζω
squelch
πλατσουρίζω
squid
καλαμαράκι
squint
αλλοιθωρίζω, λοξοκοιτάζω
squire
τσιφλικάς, ιπποκόμος
squirrel
σκίουρος
sseminar
σεμινάριο
St.
άγιος, άγια
st.
άγιος, άγια
St. Anthony's fire
ερυσίπελας
St. Vitus's dance
χορεία
stab
μαχαιρώνω
stabbing pain
διαπεραστικός πόνος
stabilise
εμπεδώνω
stability
σταθερότητα
stabilize
σταθεροποιώ
stable
στάβλος, σταθερός
stack
στοιβάδα, σωρός
stack pointer
δείκτης σωρού
stadium
στάδιο
staff
προσωπικό
stag
αρσενικό ελάφι
stage
φάση, σκηνοθετώ, στάδιο, σκηνή, ανεβάζω
stages
στάδια
stagger
τρικλίζω
staggering
συγκλονιστικός, απίστευτος
stagnant
λιμνάζων, στάσιμος
stain
λεκές, λεκιάζω, κηλίδα, κηλιδ
stainless
ανοξείδωτος
stainless steel
ανοξείδωτος χάλυβας
stair
σκαλί μέσα στο σπίτι
stake
πάσσαλος
stake my life
βάζω το κεφάλι μου
stale
μπαγιάτικος
stalk
κυνηγώ, στέλεχος, παγανίζω
stall
χώρισμα στάβλου, υπαίθριος πάγκος μικροπωλητή
stallion
επιβήτορας
stamen
στήμονας
stamina
δυνάμεις
staminate
στημονοφόρον άνθος, άρρεν άνθος
stammer
τραυλίζω, ψελλίζω
stammering
ψευδός
stamp
γραμματόσημο, χαρτόσημα
stamp album
λεύκωμα γραμματοσήμων
stampede
τρέπομαι σε άτακτη φυγή
stamp out
πατάσσω
stand
στέκομαι, εξέδρα
standardisation
τυποποίηση
standardise
τυποποιώ, καθιερώνω
standardised
τυποποιημένος
standardising
τυποποίηση
standards
προδιαγραφές
stand at the side
στέκομαι στο πλαι
stand before
στέκομαι μπροστά από
stand bolt upright
στέκομαι κλαρίνο
stand by
συμπαραστέκομαι
stand-by
ετοιμότητα
stand fast
είμαι αμετακίνητος, είμαι αποφασισμένος
stand for
ανέχομαι, αντιπροσωπεύω
stand in for
αντικαθιστώ
standing
όρθιος, κύρος
stand off
αντιπαράθεση
stand out
εξέχω
stand to attention
στέκομαι κλαρίνο
stand trial
παραπέμπομαι σε δίκη
stand trial for
δικάζομαι
stand up
ορθώνομαι
stand up for
υπερασπίζω, αμύνομαι
stand up for one's rights
υπερασπίζω τα δικαιώματά μου
staple
κύριος, συνδετήρας, βασικός
stapler
συνδετικό μηχάνημα
star
αστέρι, πρωταγωνιστής
starch
άμυλο, κολλαρίζω
starched
κολλαριστός
stardom
καλλιτεχνικό στερέωμα, επιτυχία
stare
ατενίζω
stare at
κοιτάζω ασταμάτητα, ατενίζω
stare at someone fixedly
καρφώνω κάποιν με τα μάτια
star in
πρωταγωνιστώ σε
stark
σκέτος, γυμνός
stark raving mad
τρελός για δέσιμο, ζουρλός
starling
ψαρόνι
starlit
έναστρος
starry
έναστρος
start
αρχίζω, ξεκίνημα, αρχή, ξεκινώ, έναρξη, ξεκίνηση
start a family
κάνω οικογένεια
starter
ορεκτικό, αφέτης
starter motor
μίζα
starters
ορεκτικά
starting point
σημείο εκκίνησης
startling
ανησυχητικός
start the car
βάζω μπρος την μηχανή
start up
ξαφνίαζομαι
starve
πεινώ, λιμοκτονώ, πεθαίνω από την πείνα
starving
πεινολέος, τους έκοψε λόρδα
state
κράτος, κατάσταση, δηλώνω, κρατίδιο
state benefit
κρατικό επίδομα
statement
κατάσταση, δήλωση
state of mind
ψυχική κατάσταση
state of the art
υπερσύγχρονος
state school
κρατικό σχολείο
statesman
πολιτευόμενος, πολιτικός
static
στατικός
station
σταθμός
stationary
εν στάσει, σταθμενυμένος, ακίνητος
stationer's
χαρτοπωλείο
stationery
χαρτικά
stationmaster
σταθμάρχης
statistical
στατιστικός
statistics
στατιστική
statue
άγαλμα
statuette
αγαλματάκι
status
θέση, κατάσταση
status message
ένδειξη κατάστασης μηνύματος
statute
νομοθεσία, καταστατικό
statute book
κώδικας
statute law
γραπτός νόμος
statutory
καθορισμένος
statutory limitation
παραγραφή
staunchly disavow
απαρνούμαι απερίφραστα
stave
βαρελοσανίδα
stay
μένω
stay alive
μένω ζωντανός
staying
διαμονή
stay in shape
κρατιέμαι σε φόρμα
stay out
ξενυχτώ
steadfast
ακλόνητος, απτόητος
steadily
σταθερά
steady
σταθερός
steady income
σταθερά έσοδα
steady progress
σταθερή πρόσοδος
steak
μπριζόλα
steal
κλέβω, βουτώ
steal a march on
υποσκελίζω έναν αντίπαλο
stealing
κλέψιμο
steam
αχνίζω, ατμός
steaming
που βγάζει ατμό
steed
άτι
steel
ατσάλι, ατσαλένιος, χάλυβας
steel frame
ατσάλινος σκελετός
steeliness
ρωμαλεότητα
steep
απότομος, απόκρημνος
steep gradient
απότομη κλίση
steeply
απότομα
steer
οδηγώ αμάξι, καθοδηγώ
steer a boat
κυβερνώ λέμβο
steer clear of
αποφεύγω
steering
σύστημα οδήγησης
steering wheel
τιμόνι αυτοκινήτου
steer the car
οδηώ
stellate cataract
καταρράκτης των ραφών
stellate structure
αστεροειδής δομή
Steller's eider
παρδαλόπαπια
steller's eider
παρδαλόπαπια
stem
μίσχος, στείρα, στέλεχος
stem from
απορρέω, πηγάζω από, κατάγομαι
stench
μπόχα, βρώμα, δυσωδία
stentorian
βροντερός, βροντόφωνος
step
βηματίζω, βήμα, διάβημα
step back in time
επιστρέφω στο παρελθόν
stepchild
προγόνι
step child
θετό παιδί
stepdaughter
θετή κόρη
stepfather
θετός πατέρας
step into the breach
μπαίνω στην "μάχη"
stepladder
μικρή σκάλα
stepmother
θετή μητέρα, μητριά
step on
πατώ
step over
περνώ
steppe
στέππα
stepping
πάτημα
stepping stone
πέτρα διάβασης ποταμιού
steps
βήματα, σκαλοπάτια
stepson
θετός γιος
step up
πλησιάζω
stereo
στέρεο
stereotype
στερεοτυπώ, στερεοτυπία
stereotyped
κοινότυπος
sterile
στείρος, άγονος
sterilisation
παστερίωση, αποστείρωση
sterilise
αποστειρώνω
sterilize
αποστειρώνω
sterling
στερλίνα
stern
πρύμνη, βλοσυρός, αυστηρός
stern look
μιά βλοσυρή ματιά
steroids
στεροειδή
stethoscope
στηθοσκόπιο
stew
στιφάδο
steward
θαλαμηπόλος, οικονόμος, επιστάτης
stick
παλούκι, κολλώ, χώνω
sticker
αυτοκόλλητο
stickleback
αγκαθερό
stick one's neck out
εκτίθεμαι σε κίνδυνο
stick one's nose in
χώνω την μύτη
stick out
βγάζω την γλώσσα, εξέχω
stick out like a sore thumb
είμαι προφανής
stick stuck stuck
κολλώ
stick to
εμμένω
stick to the rules
εμμένω στους κανόνες
sticky
κολλώδης, κολλητικός
stiff
άκαμπτος, αλύγιστος, ισχυρός
stiffly
δύσκαμπτα
stiffness
ψυχρότητα, δυσκαμψία
stifle
πνίγω
stifling
αποπνιχτικός, πνιγηρός
stigma
στίγμα
still
γαλήνιος, ακίνητος, ήρεμος, αποστακτήριο, ακόμα
stillness
σιγή
still waters run deep
από σιγανό ποτάμι να φοβάσαι
stilt
ξυλοπόδαρο
stilted
πομπώδης, εξεζητημένος, δύσκαμπτος
stimulate
διεγείρω
stimulating
διεγερτικός
stimulation
διέγερση
stimulatory
διεγερτικός
stimuli
ερεθίσματα
sting
τσιμπώ, κεντρίζω, κεντρί, τσιμώ
stingy
τσιγγούνης, παραδόπιστος
stink
βρομώ, βρομιά, βρόμα
stinking
που βρομάει
stint
τσιγκουνεύομαι
stipulate
συμφωνώ, βάζω όρο
stipulation
όρος, ρήτρα
stir
αναδεύω, κινούμαι, ανακατεύω, κινώ, πάταγος
stirred up
ο λόγος διήγειρε το λαό
stirrer
αναδευτήρας
stirring
συνταρακτικός
stirrup
αναβολέας
stir up
υποκινώ
stitch
ράβω, βάζω ράμματα, ραφή
stitches
ράματα
stock
απόθεμα, παρακρατώ
stockbroker
χρηματιστής
stock dividend
μέρισμα αξιών
stockings
κάλτσες, καλτσόν
stocks
αξίες
stoic
στωικός
stoicism
στωικισμός
stolen
κλεμμένος
stolen goods
κλοπιμαίο, κλοπιμαία
stolen object
κλοπιμαίο
stomach
στομάχι
stomach ache
στομαχόπονος
stomach-churning
που αναστατώνει το στομάχι
stomp off
φεύγω με μεγάλο θύμο
stone
πετροβολώ, πέτρα, λιθοβολώ, εκκοκκίζω
Stone Age
Λιθινή Εποχή
stone age
Λιθινή Εποχή
stone curlew
πετροτριλίδα
stone wall
πεζούλα
stonework
λιθοδομή
stood
στεκόμουν
stooge
περίγελος, κορόιδο
stool
σκαμνί, έδρανο, σκαμπό
stoolie
χαφιές
stool pigeon
χαφιές
stoop to
ξεπέφτω σε
stop fidgeting
σταμάτα το ανάδεμα
stopgap
αναπληρωτής
stopover
στάση
stopper
βύσμα
storage
αποθήκευση
store
βάζω, αποθηκεύω, μαγαζί
store detective
φύλακας μαγαζιού
storey
όροφος
storing
αποθήκευση
stork
λελέκι, πελαργός
storm
καταιγίδα, θύελλα, τρικυμία
storm petrel
πετρίλος
story
παραμύθι, ιστορία
stout
είδος μαύρης μπύρας, θαρραλέος, εύσωμος, γερός
stove
κουζίνα
stow
φυλάω
straight
ίσιος, ευθύς
straight A's
άριστα
straight a's
άριστα
straightaway
κατ'ευθείαν
straight away
αυθωρεί και παραχρήμα
straightening
ευθυγράμμιση
straightforward
απλός
strain
διηθώ, τεντώνω, στραμπουλίζω, ζόρι, ένταση, είδος
strain an ankle
στραμπουλίζω αστράγαλο
strained
σουρωμένος, τεταμένος, στραγγισμένος, περαστός
strait
πορθμός
straitjacket
ζουρλομανδύας
strand
νήμα, κλώνος, αφήνω αβοήθητο, εξοκέλλω
strange
παράξενος, περίεργος
strangely
αλλόκοτα
strangeness
νεωτερισμός, παράξενο
strangle
στραγγαλίζω
strangury
ισχουρία
strap
ιμάντας
strap in
δένω με ζώνη
strapped in
δεμένος με ζώνη
strapping lass
νταρντάνα
stratagem
στρατήγημα
strategic
στρατηγικός
strategics
στρατηγική
strategist
γνώστης της στρατηγικής
strategy
στρατηγική
straticulate
διαστρωμένος
stratification
διάταξη πετρωμάτων
straw
άχυρο, καλαμάκι
strawberry
φράουλα
straw hat
ψάθινο καπέλο, ψάθα
stray
αδέσποτος
streak
κινούμαι γρήγορα, κινούμαι γρήγορα χωρίς ρούχα
stream
ρέω, κυλώ, ρυάκι
streamline
αεροδυναμική γραμμή, αεροδυναμικός
street
δρόμος, οδός
street lamp
φανοστάτης
street lights
τα φώτα της ΔΕΗ
street market
λαική αγορά
street urchin
μόρτης
strength
ρώμη
strengthen
καρδαμώνω, ενδυναμώνω, εμπεδώνω, ενισχύω, εδραιώνω
strengthened
ενισχυμένος
strenuous
επίπονος, έντονος
stress
άγχος, τόνος, στρες, τονίζω
stressed
αγχωμένος
stressful
κουραστικός
stress triaxiality
τριαξιονικότητα των τάσεων
stretch
τεντώνω, τεζάρω, εκτείνομαι, τεντώνομαι
stretch back
χρονολογούμαι
stretched
τεντωμένος
stretcher
φορίο
stretching
τέντωμα
stretch one's legs
ξεμουδιάζομαι, ξεμουδιάζω
stretch out
ξαπλώνω
strewn
κατάσπαρτος
strewn with
σπαρμένος, στρωμένος με
striation
γραμμή προστριβής παγετώνα
stricken
προσβεβλημένος
strict
αυστηρός
strictest
αυστηρότατος
strictly
αυστηρά
strictness
αυστηρότητα
stride
δρασκελισμός, βηματίζω, βήμα, δρασκελίζω
stridulate
τρίζω
strike
απεργία, χτυπήμα, χτυπώ, κάνω εντύπωση, απεργώ
strike as
φαίνομαι
strike dumb
κατακεραυνώνω
strike out on one's own
ανοίγω δρόμο, χαράσσω πορεία
striker
άπεργος
strikes
χτυπάει
strike with the fist
γρονθοκοπώ
striking
χτυπητός
strikingly
χτυπητά
string
χορδή, σπάγγος
strip
γυμνώνω, εκδύω, γδύνομαι, γδύνω, λουρίδα
stripe
ράβδωση
striped
ριγέ
strip lighting
φωτισμός με λάμπες φθορίου
strip off
ξεγυμνώνω
stripped naked
ολόγυμνος
strive
πασχίζω
stroke
εγκεφαλικό, χαϊδεύω, χαιδεύω, χτύπημα, θωπεύω
stroke of luck
τύχη
stroll
σουλατσάρω, πηγαίνω βόλτα, σεριανώ
strong
δυνατός
strong cigarette
σέρτικος
stronger
δυνατότερος, ισχυρότερος
strong-featured
με έντονα χαρακτηριστικά
stronghold
οχυρό, φρούριο
strongly
δυνατά
strong point
δυνατό σημείο
strong south-easterly wind
σοροκάδα
strong verb
ισχυρό ρήμα
strong-willed
με ισχυρή θέληση, θεληματικός
stroppy
θυμωμένος
struck
χτύπησα
structural
δομικός
structure
δομή
struggle
αγώνας, αγωνίζομαι
struggling
που μοχθεί, που μάχεται, που αγωνίζεται
strut
περπατώ κορδωτά
stubble
καλαμιές, γένια
stubborn
ισχυρογνώμονας, πεισματάρης
stubborn as a mule
πεισματάρης, ξεροκέφαλος
stubborness
πείσμα, ισχυρογνωμοσύνη
stubbornly
πεισματικά
stucco
στόκος
stucco work
στοκάρισμα
stucco worker
στοκαριστής
stuck
κολλημένος
stuck up
ψηλομύτης
stud
καρφί, ιπποτροφείο, κουμπί
studded
κατάσπαρτος
student
φοιτητής, φοιτήτρια
student union
ένωση φοιτητών
studs
σούστες
study
μελέτη, γραφείο, σπουδές, σπουδάζω, μελετώ
stuff
πράμα
stuffed
γεμιστός
stuffed up
βουλωμένος
stuffiness
κλεισούρα
stuff one's face
σαβουρώνω
stuffy
αποπνικτικός
stultification
αποβλάκωση
stultify
ρεζιλεύω, αποβλακώνω
stumble
παραπατώ, σκουντουφλώ, τρικλίζω
stumble on
βρίσκω κατά τύχη, σκουνταφτώ
stumbling
που παραπατάει
stumbling block
εμπόδιο
stump
κούτσουρο
stun
αιφνιδιάζω, ζαλίζω, συντρίβω
stung
τσιμπώ
stung by
κεντρισμένος από
stunned
σαστισμένος
stunning
εντυπωσιακός, γοητευτικός, έκπαγλος
stunted
κατσιασμένος
stupefaction
αποχαύνωση, αποβλάκωση
stupefy
αποβλακώνω
stupid
χαζός, βλαμμένος
stupid remark
κοτσάνα
stupor
κατάπληξη, νάρκη, αδράνεια, εμβροντησία
sturdy
γερός, ανθεκτικός, ρωμαλέος
sturgeon
στουριόν, μερσίνι, οξύρρυγχος
stutter
ψελλίζω, ψεβδίζω, τραυλίζω
stutterer
τραυλός
sty
χοιροστάσιο, χαλάζιο, κριθαράκι
stye
χαλάζιο
style
ύφος, ρυθμός, στυλ, στύλος, στύλ, φτιάχνω το σχήμα
stylish
συλάτος, κομψός
stylite
στυλίτης
stylus
βελόνα πικ απ, στύλος
stymie
κωλύω, εμποδίζω
styrene
στυρόλιο
suave
ευγενής
subaltern
κατώτερος, υφιστάμενος
subaquatic
υδρόβιος
subconsciousness
υποσυνείδητο
subdivision
υποδιαίρεση
subdue
υποτάσσω
subject
υποκείμενο, υπήκοος, αντικείμενο, θέμα
subjective
υποκειμενικός
subjectivity
υποκειμενικότητα
subjects
υπήκοοι
subject to
υποβάλλω σε, εκθέτω σε
subjunctive
υποτακτική
sublimate
εξευγενίζω, εξαχνίζω
sublimation
εξάχνωση
sublimation printing
χαρτοτυπωτική
subliminal
υποσυνειδητός
submarine
υποβρύχιο
submersible
καταδυόμενος
submission
υποταγή
submit
υποβάλλω, παραδίδομαι, υποστηρίζω, υποτάσσομαι
submit an application
υποβάλλω αίτηση
subordinate
υφιστάμενος
subordinate clause
υποτελής πρόταση
subordinating conjunction
υποτελής σύνδεσμος
subordination
υπεξουσιότητα
subphylum
υποσυνομοταξία
subpoena
κλήση μάρτυρα
sub-prefect
έπαρχος
subrogation
υποκατάσταση
subscribe
γίνομαι συνδρομητής, προσφέρω
subscriber
συνδρομητής
subscription
συνδρομή
subsequent
μεταγενέστερος
subsequently
κατόπιν, μεταγενέστερα
subside
υποχωρώ
subsidiary
υποβοηθητικός, θυγατρική, επικουρικός
subsidise
επιδοτώ
subsidy
επιδότηση, επιχορήγηση
subsist
ζω, υπάρχω
subsrvient
υποταγμένος
substance
ουσία
substantial
αξιόλογος, ουσιαστικός, στερεός
substantiate
τεκμηριώνω
substantive
ουσιαστικό
substituent
υποκατάσταση
substitute
αναπληρωματικός, αναπληρώνω, υποκαθιστώ
substitution
αναπλήρωση
substrate
υπόστρωμα
subsume
υπάγω
subterfuge
υπεκφυγή
subterranean
υπόγειος
subtitles
υπότιτλοι
subtle
λεπτός, φίνος, εκλεπτυσμένος
subtlety
λεπτότητα
subtly
με λεπτότητα, έντεχνα, λεπτά
subtract
αφαιρώ
subtraction
αφαίρεση
subtrahend
αφαιρετέος
suburb
προάστιο
suburban
των προαστίων
suburbia
προάστιο
subversive
υπονομευτικός
subvert
ανατρέπω, υπονομεύω
subway
υπόγεια διάβαση
sub zero
υπό του μηδενός
succeed
επιτυγχάνω, πετυχαίνω
success
επιτυχία
successful
επιτυχημένος, πετυχημένος, πετυχυμένος
successfully
επιτυχημένα, με επιτυχία
succession
διαδοχή, σειρά
successive
αλλεπάλληλος, αλεπάλληλος, διαδοχικός
successor
κληρονόμος
success rate
βαθμός επιτυχίας
succinct
περιεκτικός, σύντομος
succinctly
περιεκτικά
succumb
υποκύπτω
such
τέτοιος, τόσος
such as
σαν, όπως
suck
ουφώ, ρουφώ, θηλάζω, γλείφω
sucker
βεντούζα, βλαστάρι, παραφυάς, παραφυάδα, κορόϊδο
suckerfish
κολαούζος, κολησόψαρο
suckle
θηλάζω
suckling
θηλαστικός
suck up to
γλείφω
sucrose
σακχαρόζη
suction
αναρρόφηση, άντληση
suction pad
αναρροφητήρας
sudden
αιφνίδιος, ξαφνικός
sudden attack
αιφνιδιαστική επίθεση
suddenly
ξαφνικά, αιφνιδιαστικά
sudenly
αστραπιαία
sudorific
εφιδρωτικός
suds
σαπουνόνερο
sue
μηνύω, ενάγω, εγκαλώ
suede
καστορινό δέρμα
suet
είδος λίπος
suffer
πάσχω, υποφέρω, παθαίνω
suffer a crushing blow
παθαίνω νίλα
sufferer
ο παθών
suffer from
υποφέρω από
suffering
που πάσχει
suffice
επαρκώ
sufficient
επαρκής
sufficient for
αρκετός
sufficiently
επαρκώς
suffocate
πνίγω
suffocation
ασφυξία
sugar
ζάχαρη
suggest
προτείνω
suggestion
πρόταση
suicide
αυτοκτονία
suit
εξυπηρετώ, βολεύω, αρμόζω, κοστούμι, ταιριάζω με
suitability
καταλληλότητα
suitable
πρόσφορος, κατάλληλος, βολικός
suitably
κατάλληλα
suitcase
βαλίτσα
suite
σουίτα, ακολουθία
suit of armour
πανοπλία
suitor
μνηστήρας
suit yourself
κάβε το κέφι σου
sulk
σκυθρωπιάζω
sullen
βλοσυρός, σκυθρωπός, μοβόρικος
sullenness
σκουντούφλιασμα
sully
σπιλώνω, ρυπαίνω, κηλιδώνω
sulphide
σουλφίδιο
sulphur
θειάφι
sultan
σουλτάνος
sultana
σταφίδα
sultry
αποπνικτικός, πνιγηρός
sum
σύνολο, πράξη
summarise
συγκεφαλαίωνω, συνοψίζω
summary
περίληψη
summer
καλοκαίρι, θερινός
summit
κορυφή
summit meeting
συνάντηση κορυφής
summon
καλώ
summon help
καλώ βοήθεια
summons
δικαστική κλήση
sums
πράξεις
sun
ήλιος
sunbathe
κάνω ηλιοθεραπεία
sun cream
αντιηλιακή κρέμα
Sunday
Κυριακή
sunday
Κυριακή
sundial
ηλιακό ρολόι
sundry
διάφοροι
sunflower
ήλιος
sunglasses
γυαλιά ήλιου
sunken
βαθουλωμένος
sunlight
φως του ήλιου
sunny
ηλιόλουστος
sunny interval
διάστημα ηλιοφάνειας
sunrise
ανατολή ήλιου
sunroof
οροφή
sunset
δύση του ήλιου, δύση ήλιου
sunshine
ηλικακάδα
sunstroke
ηλίαση
suntan
μαύρισμα
super
σούπερ
superannuation
σύνταξη
superb
άριστος, καταπληκτικός, θαυμάσιος
supercharge
επιφορτίζω
superficial
επιφανειακός, επιπόλαιος
superficially
επιφανειακά
superfluous
περιττός
superior
ανώτερος
superiority
ανωτερότητα
superiority in
ανωτερότητα
superior rectus
άνω ορθός μυς του οφθαλμού
superlative
υπερβολή, υπερθετικός
supermarket
σούπερ μάρκετ
supernatural
υπερφυσικός
supernumary
υπεράριθμος
supersede
εκτοπίζω
supersonic
υπερηχητικός
superstition
πρόληψη
superstitious
προληπτικός, δεισιδαίμονας
superstructure
υπερκατασκευή
supervene
επισυμβαίνω
supervise
επιβλέπω, εποπτεύω
supervision
επίβλεψη, επιτήρηση
supervisor
επόπτης, επιτηρητής, επόπτης
supper
ο δείπνος
supplant
παίρνω τη θέση, αντικαθιστώ
supple
ευλίγιστος
supplement
συμπλήρωμα, συμπληρώνω
supplementary
συμληρωματικός, συμπληρωματικός
suppliant
ικέτης
supplicant
ικέτης
supplicate
ικετεύω, εκλιπαρώ
supplication
εκλιπάριση, ικεσία
supplier
προμηθευτής
supplies
εμφόδια
supply
παροχή, χορήγηση, προμήθεια, παρέχω
supply line
γραμμή ανεφοδιασμόυ
supply with
εφοδιάζω
support
βοήθεια, υποστήριγμα, στήριγμα, συμπαράσταση
supporter
οπαδός, υποστηρικτής
supporting
που υποστηρίζει
suppose
υποθέτω, υποτίθεται
supposed
δήθεν
supposedly
υποτιθέμενα, τάχα, δήθεν
supposing that
δεδόσθω ότι
suppress
καταπνίγω, αποκρύπτω, καταστέλλω
suppression
απόκρυψη, καταστολή
suppuration
πύηση
supremacy
κυριαρχία
supreme
υπέρτατος, ανώτατος, ύπατος
supreme court
ανώτατο δικαστήριο
supremo
επικεφαλής
surcharge
πρόσθεστη επιβάρυνση
sure
σίγουρος
surely
σίγουρα
surf
θραύσεις κυμάτων
surface
επιφάνεια, αναδύομαι
surface area
εμβαδόν
surfacing
ανάδυση
surfeit
κορεσμός
surf scoter
παρδαλοραμφόπαπια
surf zone
ζώνη κυματωγής
surge
ξεχύνομαι, κύμα, αυξάνομαι απότομα
surgeon
χειρουργός
surgery
ιατρείο
surges up
τινάζεται προς το πάνω
surgical
χειρουργικός
surging
ορμητικός
surly
κακότροπος, σκυθρωπός
surmount
ξεπερνώ, υπερβαίνω
surname
επίθετο
surpass
υπερακοντίζω, περνώ, ξεπερνώ
surpassing
ανυπέρβλητoς, που ξερερνάει
surplus
περίσσευμα, πλεόνασμα
surplus value
υπεραξία
surprise
έκπληξη
surprise attack
αιφνιδιαστική επίθεση
surprised
έκπληκτος
surprisingly
εκπλητικά
surreal
σουρεαλιστικός
surrender
παραδίδω, παράδωση
surround
πλαισιώνω, περικυκλώνω, πλαισίωση
surrounding
που περιστοιχίζει, γύρω, που περικυκλώνει
surroundings
περιβάλλον, περίχωρα
survey
μελέτη, έρευνα, ανασκόπηση
survey map
καταστατικός χάρτης
surveyor
τοπογράφος
survival
επιβίωση
survive
επιζώ
survivor
επιζών
susceptibility
ευπάθεια, ευαισθησία
susceptible
ευπαθής, εύθικτος, επιδεικτικός
susceptible to
ευπαθής, ευαίσθητος
sushi
ιαπωνέζικο ωμό ψάρι
suspect
υποπτεύομαι
suspect of
υποιμιάζομαι, υποψιάζομαι
suspend
δίνω αναστολή, αναστέλλω, κρεμώ
suspended
κρεμασμένος
suspended sentence
ποινή με αναστολή
suspender
ζαρτιέρα
suspension
αναστολή, ανακοπή, ανάρτηση, εναιώρημα
suspensory ligament
κρεμαστήριος σύνδεσμος
suspicion
δεισδαιμονία, υπόνοια, υποψία
suspicious
καχύποπτος, ύποπτος
sustain
συντηρώ, κρατώ, υποστηρίζω, κρατώ, υφίσταμαι
sustained
συνεχής, αδιάκοπος
sutural cataract
καταρράκτης των ραφών
suture
ραφή
swaggering
λεονταρισμοί
Swahili
σουαχίλι
swahili
σουαχίλι
swallow
χελιδόνι, καταπίνω
swamp
έλος, βάλτος, κατακλύζω
swamper
ελόβιος
swampy
ελώδης
swan
κύκνος
swan song
κύκνειο άσμα
swap
ανταλλάσσω
swarm
σμάρι, εσμός, μελισσιλόι, σμήνος, μελισσολόι
swarming
κατάμεστος
swarm of bees
σμήνος μέλισσες
swarthy
μελαψός, μελαχρινός
swat
χτυπώ
swath spreader
συσκευή αερισμού χορτονομής
sway
ταλαντεύομαι, λικνίζομαι, πείθω
swear
ορκίζομαι
swear at
βρίζω
swear blind
διαρρηγνύω τα ιμάτιά μου
sweat
ιδρώνω. ίδρωτας
sweater
πουλόβερ
sweat glands
ιδρωτοποιοί αδένες
sweatshirt
κολεγιακό
sweaty
ιδρωμένος
Sweden
Σουηδία
sweden
Σουηδία
Swedish
Σουηδικά, Σουηδός, σουηδικός
swedish
Σουηδικά, Σουηδός, σουηδικός
sweep
καμπύλη, σαρώνω, σκουπίζω, σκουπίζω με σκούπα
sweeping
σαρωτικός
sweeping fire
θεριστική βολή
sweepings
σαρίδι
sweet
γλυκός, ηδύς, καραμέλα
sweetly
γλυκά
sweetness
γλυκύτητα
sweets
γλύκα, καραμέλες
sweetshop
μαγαζί πού πουλάει καραμέλες
sweet shop
ζαχαροπλαστείο
sweet talker
ηδύγλωσσος
sweet talking
ηδύγλωσσος
swell
πρήζω, εξογκώνω, φουσκώνω
swelling
πρήξιμο, φλεγμονή
sweltering heat
ασφυκτική ζέστη
sweping
σάρωση
swerve
στρίβω απότομα, λοξοδρομώ, φάλτσο
swiftly
γοργά
swill
ξεπλένω
swim
κολυμπώ
swimming
κολύμπι
swimming cap
σκουφάκι κολύμβησης
swimming costume
μαγιό
swimming goggles
γυαλάκια κολύμβησης
swimming pool
πισίνα
swimming trunks
μαγιό
swimsuit
μαγιό
swing
κούνια, κουνώ
swingeing
δυνατός
swing open
ανοίγω
swirl
δίνη, στροβιλίζομαι
switch
αλλαγή, διακόπτης, αλλάζω
switch blade
σουγιάς με ελατήριο
switch off the light
κλείνω το φως
switch on
ανάβω, ανοίγω
Switzerland
Ελβετία
switzerland
Ελβετία
swivel
στριφτάρι
swollen
πρησμένος
swoop
εφορμώ
sword
σπάθα, σπαθί, ξίφος
sword bearer
σπαθάτος
sword fighting
ξιφασκία
sword of Damocles
δαμόκλειος σπάθη
sword of damocles
δαμόκλειος σπάθη
swore
ορκίζομαι
sworn
ορκισμένος, ορκίζομαι
sworn statement
κατάθεση
sycamore
σφένδαμος, ψευδοπλάτανος
syllable
συλλαβή
syllabus
πρόγραμμα σπουδών
syllogism
συλλογισμός
symbol
σύμβολο
symbolic
συμβολικός
symbolism
συμβολισμός
symmetry
συμμετρία
sympathetic to
συμπονετικός
sympathise with
συμπονώ
sympathy for
συμπόνια
symphony
συμφωνία
symptom
σύμπτωμα
symptoms
συμπτώματα
synagogue
συναγωγή
syndrome
σύνδρομο
synonym
συνώνυμο
synonymous
συνώνυμος
synthesizer
συνθεσάιζερ
synthetic
συνθετικός
syphilis
σύφιλη
syringe
σύριγγα
system
σύστημα
table
πίνακας, τραπέζι
tablespoon
κουτάλι
tablet
χάπι
table tennis
πινγκ-πονγκ
tabloid
λαϊκή εφημερίδα
taboo
απαγορευμένο
tabulate
ταξινομώ, καταγράφω σε πίνακα
tachymeter
ταχύμετρο
tacit
σιωπηρός, έμμεσος
tack
ξερό μπισκοτάκι
tackle
κάνω τάκλινγκ, αντιμετωπίζω
tackling
τάκλινγκ
taco
τάκο
tact
διπλωματικότητα
tactics
τακτική
tactless
αδιάκριτος
tadpole
γυρίνος
tail
ουρά
tailback
μποτιλιάρισμα
tail coat
φράκο
taillight
πίσω φανάρι αυτοκινήτου
tailor
ράπτης
tailored
καλοραμμένος
take
παίρνω
take action
παίρνω μέτρα, αναλαμβάνω δράση
take a deflection
εκτρέπομαι
take a dep breath
παίρνω μία βαθιά ανάσα
take advantage of
εκμεταλλεύομαι
take a firm hold
εδραιώνομαι
take after
μοιάζω
take aim at
σημαδεύω
take a keen interest in
ενδιαφέρομαι πολύ για
take a lifetime
χρειάζεται πολύ χρόνο
take a line
ακολουθώ μια γραμμή
take a look at
ρίχνω μια ματιά
take a mental note of
σημειώνω στο νου μου
take an exam
δίνω εξέταση
take an instant dislike to
αντιπαθώ αμέσως
take a picture
βγάζω φωτογραφία
take a pill
πίνω χάπι
take a reasonable approach
προσεγγίζω το θέμα λογικά
take a risk
διακινδυνεύω, ρισκάρω
take a swing at
ρίχνω μια μπουνιά
take away
παίρνω μαζί
take a wrong turning
παίρνω λάθος δρόμο
take back in time
γυρίζω πίσω σε χρόνο
take care
προνοώ
take centre stage
είμαι το πιο σημαντικό πρόσωπ
take delight in
βρίσκω ευχαρίστηση σε
take down
καταγράφω, κατεγράφω, κατεβάζω
take evasive action
ενεργώ για να αποφύγω
take exception to
βαριοφαίνομαι
take for granted
παίρνω σαν δεδομένο
take in
το χάφτω, φιλοξενώ
take in hand
ασχολούμαι με
take into custody
θέτω υπό κράτηση
take it amiss
βαριοφαίνομαι
take it in
το καταλαβαίνω
take it upon oneself to
αναλαμβάνω την ευθύνη να
take liberties with
θαρρεύω με κάποιο
take measures against
λαμβάνω μέτρα κατά
take medicine
παίρνω φάρμακα
taken
πιασμένος
taken aback
ξαφνιασμένος
taken by
τσιμπιμένος
taken by surprise
ξαφνιασμένος
take note of
σημείωνω
take notes
κρατώ σημειώσεις
take notice
δίνω προσοχή
take notice of
προσέχω
take off
βγάζω, απογειώνομαι
take off someone's hands
ξεφορτώνομαι κάτι για κάποιον
take on
προσλαμβάνω, αναλαμβάνω
take one's hat off
βγάζω το καπέλο
take one's hat off to
παραδέχομαι κάποιο
take one's mind off
κάνω κάποιον να ξεχάσει κάτι
take oneself off
φεύγω
take over
εξαγοράζω, αναλαμβάνω
take pains to
μπαίνω στον κόπο, κοπιάζω
take part in
λαμβάνω μέρος σε
take pictures
βγάζω φωτοφραφίες
take place
συντελούμαι, λαμβάνω χώρα, γίνομαι
take precautions
λαμβάνω μέτρα
take pride in
περιφανεύομαι
take refuge
βρίσκω καταφύγιο
take seriously
παίρνω σοβαρά
take shape
παίρνω σάρκα και οστά
take someone's pulse
σφυγμομετρώ
take someone's temperature
θερμομετρώ κάποιον
take someone by surprise
ξαφνιάζω
take something to heart
παίρνω κάτι κατάκαρδα
take steps to
λαμβάνω μέτρα
take the consequences
υφίσταμαι τα επακόλουθα
take the credit
διεκδικώ την τιμή
take the law into one's hands
παίρνω το νόμο στα χέρια μου
take the liberty to
λαμβάνω το θάρρος
take the mickey out of
κοροϊδεύω, δουλέυω
take the plunge
παίρνω την μεγάλη απόφαση
take the stand
ανέρχομαι στο εδώλιο ως μάρτυ
take the trouble
μπαίνω στον κόπο
take the trouble to
μπαίνω στον κόπο να
take the view
πιστεύω
take things easy
ξεκουράζομαι, ρηλαξάρω
take to
συμπαθώ
take to heart
παίρνω κατάκαρδα
take to one's bed
πηγαίνω στο κρεββάτι
take to one's heels
το βάζω στα πόδια
take to task
κατσαδιάζω, επιπλήττω
take up
κονταίνω
take up a challenge
δέχομαι μια πρόκληση
take up a hobby
ασχολούμαι με καινούριο χόμπι
take up with
κάνω παρέα με
taking
λήψη
taking a poll
σφυγμομέτρηση
taking away secretly
υπεξαγωγή, υπεξαίρεση
tale
μύθος, ιστορία
talented
ταλαντούχος, προικισμένος, ταλεντούχος
talk
ομιλία, μιλώ
talkative
φλύαρος, ομιλητικός
talking one's pressure
σφυγμομέτρηση
talk of the town
θέμα γενικής συζήτησης
talk over
συζητώ
talk sense
μιλώ λογικά
talk show
τοκ-σόου
talk someone's head off
κάνω το μυαλό κπ. κουρκούτι
talk someone out of
πείθω κάποιο να μη
tall
ψηλός
tall and thin
μαντράχολος
tall as a beanpole
πανύψηλος
tally
συμφωνώ, καταμετρώ
talon
νύχι
Tamburline
Ταμερλάνος
tamburline
Ταμερλάνος
tame
τιθασεύω
tamper
αλλοιώνω, παραποιώ
tamper with
ανακατεύομαι, παραβιάζω
tampon
ταμπόν
tan
μαυρίζω, βυρσοδεψώ, μαύρισμα, καφετί
tandem
διπλό ποδήλατο
tangent
εφαπτόμενη
tangent of an arc
εφαπτόμενη τόξου
tangible
απτός
tango
ταγκό
tan hide
αργάζω το τομάρι
tank
άρμα μάχης, δεξαμενή, τανκς
tanker wagon
βαγόνι βυτιοφόρο
tanned
μαυρισμένος
tanned hide
βύρσα
tantalising
δελεαστικός
tantalizing
δελεαστικός
tantamount
ισοδύναμος
tantrum
νευράκια
tap
παρακεντώ, βρύση, χτυπώ ελαφρά
tap dancing
κλακέτες
tape
ταινία
tapestry
τάπητας τοίχου
tapping
παρακέντηση
tapster
μπάρμαν
tap water
νερό της βρήσης, πόσιμο νερό
tar
ναύτης, κατράμι, πίσσα
tarboosh
φέσι
tardy
αργός, καθυστερημένος
tare
ζιζάνιο, απόβαρον, βίκος
target
στοχεύω, στόχος
tariff
τιμολόγιο, ταρίφα, δασμολόγιο
tarmac
άσφαλτος, πίσα
tarn
ορεινή λίμνη
tarnish
αμαυρώνω
tarot
ταρώ
tarpaulin
πισσωμένο ύφασμα, μουσαμάς
tarragon
εστραγκόν
tarry
διαμένω, χρονοτριβώ
tarsal
ταρσικός
tarsus
ταρσός
tart
πόρνη, τάρτα, στυφός, καυστικός
task
άθλος, δουλειά, καθήκον
tassel
το κρόσσι
taste
γεύση, γούστο, γεύομαι
taste bud
γευστικός κάλυκας
tasty
γευστικός
tatter
κουρέλι
tattle
κουτσομπολεύω, φλυαρώ
tattler
κουτσομπόλης
tatty
τριμμένος
taught
δίδαξα
taunt
λοιδορία
taunt scoff
λοιδορώ
tau particle
λεπτόνιο ταυ
taupe
γκρι-καφέ
taurine
ταυρίνη
Taurus
Ταύρος
taurus
Ταύρος
taut
τεντωμένος
tautology
ταυτολογία
tavern
παμπ, χάνι, μπαρ
taw
βόλος, μπίλια
tawny eagle
στεπαετός
tawny owl
αιγωλός
tax
φόρος, προβληματίζω, φορολογώ
taxable
φορολογητέος
taxation
φορολόγηση
tax evasion
φοροφυγή
taxi
ταξί, τροχοδρομώ
taxi driver
ταξιτζής
taxiing
τροχοδρόμηση
taxi rank
πιάτσα ταξί, σταθμός ταξί
tax oficial
έφορος
taxon
τάξη
tax on
φόρος
taxonomy
ταξονομία
taxpayer
φορολογούμενος
tea
τσάι
teach
διδάσκω
teacher
καθηγητής, δάσκαλος, καθηγήτρια, δασκάλα
teacup
φλιτζάνι
teal
κιρκίρι
team
ομάδα
team member
μέλος ομάδας
tear
δάκρυ, σχίζω, σκίζω
tear down
κατεδαφίζω, καταγρεμίζω, ροβολώ
tear up
σχίζω, κομματιάζω, ξεριζώνω, σκίζω
tease
πειράζω, ξεμπλέκω
tease out
αποσπώ
teaspoon
κουτάλι του τσαγιού
technically
τεχνικά
technique
τεχνική
technocracy
τεχνοκρατία
technological
τεχνολογικός
technology
τεχνολογία
tectonic plate
τεκτονική πλάκα
tedious
πληκτικός, ανιαρός, πλητικός
tedium
πλήξη
tee
μικρός πάσσαλος στο γκολφ, αφετήρια στο γκολφ
teem
αφθονώ, βρίθω
teeming
που ξεχειλίζει από
teenager
έφηβος
teens
εφηβικά χρόνια
teeny-weeny
τοσοδούλικος
teeth
δόντια
teething
οδοντοφυΐα
telecommunication
τηλεπικοινωνία
telegram
τηλεγράφημα
telegraph
τηλέγραφος
telephone
τηλέφωνο, τηλεφωνώ
telephone booth
τηλεφονικός θάλαμος
telephone directory
τηλεφωνικός κατάλογος
teleprocessing
τηλεπεξεργασία
telescope
τηλεσκόπιο, συμπτύσσω
television
τηλεόραση
television coverage
τηλεοπτική κάλυψη
television studio
τηλεοπτικό στούντιο
televisual
τηλεοπτικός
telewriter
τηλέτυπο
telex
τέλεξ
tell
λέω, ξεχωρίζω, διηγούμαι, αφηγούμαι
tell apart
ξεχωρίζω
telling
αποκαλυπτiκός, αφήγηση, αποκαλυπτοκός
tellingly
αποκαλυπτικά
telling off
κατσάδα, επίπληξη
temerarious
παράτολμος
Temminck's stint
σταχτοσκαλίδρα
temminck's stint
σταχτοσκαλίδρα
temp
προσωρινός εργάτης
temper
σκληραίνω, μετριάζω, οργή, διάθεση, χαρακτήρας
temper again
αναστομώνω
temperament
ταμπεραμέντο
temperamental
ιδιότροπος, κυκλοθυμικός
temperance
εγκράτεια
temperate
εύκρατες χώρες, εύκρατος, συγκρατημένος, εγκρατής
temperature
πυρετός, θερμοκρασία
tempering
ανόπτηση
temper tantrum
θυμός, μπουρίνι
tempest
τρικυμία, θύελλα
template
φόρμα, περίγραμμα
temple
μηνίγγι, ναός, μελίγγι
tempo
ρυθμός
temporal
χρονικός, κοσμικός, εγκόσμιος
temporarily
προσωρινά
temporary
προσωρινός, πρόσκαιρος
temporary situation
προσωρινή κατάσταση
tempt
βάζω σε πειρασμό, δελεάζω
temptation
πειρασμός
tempting
δελεαστικός
ten
φροντίζω, δέκα
tenacious
επίμονος, ανυποχώρητος
tenancy
κολιγιά
tenant
ένοικος, κολίγας, νοικάρης
tench
τίγγα, γλήνι, τίνκα
tend
επιμελούμαι, περιποιούμαι
tendency
ροπή, τάση
tendency towards
ροπή προς
tender
μαλακός, τρυφερός
tenderloin
ψαρονέφρι, φιλέτο
tenderness
άλγος, πόνος
tendon
τέντονας
tendril
ψαρίδα
tend to
τείνω να
tenet
δόγμα
tennis
τένις
tenon joint
ένωση με τόρμο
tenor
τενόρος
tens complement
συμπλήρωμα ως προς το δέκα
tense
τεντωμένος
tensile strength
όριο θραύσης
tension
ένταση
tent
σκηνή
tentacle
πλοκάμι
tentative
δειλός
tenth
δέκατος
tenuous
λεπτός, ισχνός
Terek sandpiper
τερεκότρυγγας
terek sandpiper
τερεκότρυγγας
terier
τεριέ
term
τρίμηνο, διορία, όρος
terminal
τερματικό αεροδρομίου, τελικός σταθμός
terminology
ορολογία
terminus
τελικός σταθμός, τέρμα
termite
τερμίτης
term of office
θητεία
tern
γλαρόνι
terrace
ταράτσα
terraced house
ένα σε μία σειρά σπιτιών
terrain
έδαφος
terrbly
τρομερά
terrestial
χερσαίος
terrible
τρομερός, φοβερός
terribly
απαίσια
terrier
τεριέ
terrifying
τρομακτικός
terrifyingly
τρομερά
territorial
εδαφικός
territorial enclave
περιφραγμένη περιοχή
territory
έδαφος
terror
τρόμος
terrorism
τρομοκρατία
terrorist
τρομοκράτης
terse
βραχύλογος, λιτός, λακωνικός
tespass
καταπατώ
test
ελέγχω
testament
διαθήκη
testicle
όρχις
testimonial
πιστοποιητικό
testimony
κατάθεση
testosterone
τεστοστερόνη
test ride
κάνω δοκιμαστική βόλτα
test tube
δοκιμαστικός σωλήνας
tetchy
ευέξαπτος
tetrahedral
τετράεδρικος
Teutonic
τευτονικός
teutonic
τευτονικός
text
κείμενο
textile mill
υφαντουργείο
texture
υφή, σύσταση
Thailand
Ταϋλάνδη
thailand
Ταϋλάνδη
thallium
θάλλιο
than
από
thank
ευχαριστώ
thankful for
ευγνώμων
thanks
ευχαριστώ
Thanksgiving
ημέρα των Ευχαριστίων
thanksgiving
ημέρα των Ευχαριστίων
thanks to
χάρη σε
that
που, εκείνος
that's more like it
τώρα μάλιστα
that's why
να γιατί
that is
ήτοι, δηλαδή
that is to say
δηλαδή
that was a close call
παρά τρίχα γλίτωσα
that was a near thing
παρά τρίχα γλίτωσα
that will do
φτάνει
thaw
ξεπαγώνω, λιώνω
thcik
δασύς
the
τα, η, οι, το, ο
the 20s
η δεκαετία του 20
the 30s
η δεκαετία του 30
the 40s
η δεκαετία του 40
the 50s
η δεκαετία του 50
the 60s
η δεκαετία του 60
the 70s
η δεκαετία του 70
the 90s
η δεκαετία του 90
the accused
ο κατηγορούμενος
the Alps
οι ’λπες
the alps
οι ’λπες
the art of engraving seals
σφραγιδογλυφία
the ascending spiral
η ανοδική πορεία
theatre
θέατρο
theatre company
θίασος
theatrical
θεατρικός
theatricality
θεατρισμός
the Bar
δικηγορκός σύλλογος
the bar
δικηγορκός σύλλογος
the biter bitten
ο κυνηγός κυνηγημένος
the box
χαζοκουτί
the clock struck 12
χτύπησε 12 το ρολόι
the colour runs
ξεβάφει
the Conservatives
οι Συντηρητικοί
the conservatives
οι Συντηρητικοί
the Creed
το Πιστεύω
the creed
το Πιστεύω
the current state of affairs
η κατάσταση που επικρατεί
the day after tomorrow
μεθαύριο
the day before yesterday
προχθές
the die is cast
ο κύβος ερρίφθη
the dress doesn't suit you
δεν σου πάει το φόρεμα, δεν σου κάνει το φόρεμα
the dress fits me
μου κάνει το φόρεμα
the dust settled
έκατσε η σκόνη
the engine stalls
σβύνει η μηχανή
the face of a watch
καντράν
the film is frightening
το έργο είναι φοβιστικό
the film is terrifying
το έργο είναι τρομαχτικό
the fire was out of control
η φωτιά ήταν εκτός ελέγχου
the former .... the latter
ο πρώτος .... ο δεύτερος
theft
κλοπή
the game is up
τελείωσαν όλα
the good the bad and the ugly
ο καλός ο κακός και ο άσχημος
the grim reaper
ο θάνατος
the gun goes off
το σήμα της εκκίνησης δίνεται
the Holy Inquisition
Iερή Εξέταση
the holy inquisition
Iερή Εξέταση
the house is οn fire
καίγεται το σπίτι
the immaculate conception
η άμωμη σύλληψη
their
ο δικός τους
the land of the Rising Sun
η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου
the land of the rising sun
η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου
the last word in
το άκρον άωτον
the latter half
το δεύτερο ήμισυ
the latter half of the year
το δεύτερο ημισύ του έτους
the letter of the law
ο νόμος κατά γράμματος
the lights changed
άλλαξαν τα φανάρια
them
αυτούς, αυτές, αυτά
the majority of
οι πιο πολλοί από
the material is not colourfast
δεν είναι ανεξίτηλo, το ύφασμα δεν είναι ανεξίτηλo
theme
θέμα
theme park
λούνα-παρκ
the meter is running
ο μετρητής τρέχει
the military
στρατός, ένοπλες δυνάμεις
the most sudden
ο πιο απότομος
themselves
αυτοί οι ίδιο, αυτοί οι ίδιοι, οι εαυτοί το
then
έπειτα, μετά, εν συνέχεια, τότε
The Netherlands
οι Κάτω Χώρες
the netherlands
οι Κάτω Χώρες
theologian
θεολόγος
theology
θεολογία
theory
θεωρία
theory of
θεωρία της
the other day
την άλλη μέρα
the pick of
αφρόκρεμα
the police
αστυνομία
the post
το πόστο, η θέση
the rain poured down
η βροχή έπεφτε ραγδιαία
the rank and file
απλοί στρατιώτες
therapy
θεραπεία
the ratings
ακροαματικότητα
there
εκεί
there's
υπάρχει
there's a price to be paid
για όλα υπάρχει κάποιο τίμημα
there's more to come
έπονται κι'άλλα
there's no response
δεν βρίσκω ανταπόκριση
there are
υπάρχουν
therefore
γι'αυτό, άραγε
therefter
μετά από αυτά
there is
υπάρχει
there is a familiar ring to
ακούγεται γνωστό
there is a storm brewing
θα γίνει μια μεγάλη θύελλα
the remnants
απομεινάρια
there was not a soul in sight
δεν υπήρχε άνθρωπος
thermal
θερμικός
thermometer
θερμόμετρο
the roof
οροφηή
the rule applies to you
ο κανόνας ισχύει για σένα
the scissors are
το ψαλίδι είναι
these
αυτοί, αυτά, αυτές
the seamy side
η κακή όψη του πράγματος
the second half
το δεύτερο ήμισυ
the sense of belonging
αίσθηση του ανήκειν
the sense of speed
η αίσθηση της ταχύτητας
the set is on the blink
πάει να χαλάει η τηλεόραση
thesis
διατριβή
the snake coiled
κουλουριάστηκε το φίδι
the sorcerer's apprentice
ο μαθητευμένος μάγος
the speed limit
όριο ταχύτητας
the spirit of the law
το πνεύμα του νόμου
the strictest
ο πιο αυστηρός
the strongest
ο πιο δυνατός
the sweetest
ο πιο γλυκός
the tap is dripping
στάζει η βρύση
the television is broken
χάλασε η τηλεόραση
the times are out of joint
ο κόσμος έχει ξεχαρβαλωθεί
the trick is to
το κόλπο είναι να
the trouble blew over
πέρασε γρήγορα η φασαρία
the ultimate
το άκρον άωτον
the very last minute
την τελευταία στιγμή
the week after next
την μεθεπόμενη εβδομάδα
the week before
την προηγούμενη εβδομάδα
the window of the soul
ο καθρέφτης της ψυχής
the world is my oyster
ο κόσμος είναι δικός μου
they
αυτά, αυτοί, αυτές
they drank
ήπιαν
they drove him hard
του βγάλανε λάδι
they flew
πέταξαν
they made fun of him
τον πήραν στο ψιλό
they pulled his leg
τον πήραν στο ψιλό
they threw
πέταξαν
they were οη hand
ήταν παρόντες
thick
πυκνός
thicken
πυκνώνω, πήζω, δένω
thicket
ρουμάνι
thickness
πυκνότητα
thief
thieves κλέφτης
thigh
μηρός
thimble
δαχτυλύθρα
thin
αραιώνω, λιγνός, αραιός, ψιλός, λεπτός, ισχνός
thine
δικός σου
thin end of the wedge
αυτό είναι η αρχή μονάχα
thing
πράγμα
things
πράγματα
think
σκέπτομαι, σκέφτομαι, νομίζω
think again
ξανασκέφτομαι
think of
σκέφτομαι
think over
το σκέφτομαι
think twice
ξανασκέφτομαι
think up
σκαρφίζομαι
thinly
αριαιά
thinly populated
αραιά κατοικημένος
thinness
λιγνάδα
thin on the ground
που σπανίζει, σπάνιος
third
τρίτος
Third World
Τρίτος Κόσμος
third world
Τρίτος Κόσμος
thirsty
διψασμένος
thirteenth
δέκατος τρίτος
thirty
τριάντα
this
αυτό, αυτή, αυτός
this evening
σήμερα το βράδυ
this morning
σήμερα το πρωί
thistle
γαϊδουράγκαθο
thorax
θώρακας
thorn
αγκάθι
thorough
επισταμένος, λεπτομερής, εξονυχιστικός, σε βάθος
thorough check
εξονυχιστικός έλεγχος
thoroughfare
δίοδος
thoroughly
εκ θεμελίων
those
εκείνοι, εκείνες, εκείνα
those in power
οι ιθύνοντες
thou
εσύ
though
μολονότι, αν και
thought
νόμιζα, σκεφτόμουν, σκέψη
thoughtful
σκεφτικός
thoughtfully
σκεφτικά
thoughtless
απερίσκεπτος
thought provoking
εναυσματικός
thouhts
διανοήματα
thousand
χίλια
thrall
σκλάβος
thread
μίτος, κλωστή
thread one's way
ανοίγω δρόμο, ελίσσομαι
threads
νήματα
threat
απειλή
threaten
απειλώ
threatening
απειλητικός
threateningly
απειλητικά
threaten with
απειλώ
three
τρία, τρείς
three dimensional
τρισδιάστατο
three times
τρείς φορές
three times a year
3 φορές το χρόνο
thresher shark
αλεπόσκυλος
threshhold
κατώφλι
threw
πέταξα
thrice
τρείς φορές
thrifty
φειδωλός
thrill
συγκίνηση
thrilled
συγκινημένος
thriller
θρίλερ
thrilling
συναρπαστικός
thrive
ευδοκιμώ, ευημερώ, προκόβω
throat
λαιμός
throat and neck
τράχηλος
throb
γογγύζω, δονούμαι
thrombosis
θρόμβωση
throne
θρόνος
throng
συναθροίζομαι, πλήθος, συρρέω
through
διά μέσου, δια μέσου, διαμέσου
throughout
σε ολόκληρο, σε ολόκληρη
throughout Greece
πανελλαδικά, σε ολόκληρη την Ελλάδα
throughout greece
πανελλαδικά, σε ολόκληρη την Ελλάδα
throughout the country
σε ολόκληρη τη χώρα, σε ολόκληρη την χώρα
throughout the land
σε ολόκληρη τη χώρα
throw
πετώ, ρίχνω, πέταγμα
throw a party
οργανώνω πάρτι
throw a spanner in the works
καταστρέφω μία δουλειά
throwing
πέταγμα
throw light on
ρίχνω φως σε
throw out
πετώ έξω
throw up
κάνω εμετό
thrust
μπήγω, ώθηση, χωμένος, σπρώχνω απότομα
thruster
προωστήρας
thumb
αντίχειρας
thumb a lift
κάνω ώτοστοπ
thumb through a book
ξεφυλλίζω ένα βιβλίο
thump
γρονθοκοπανώ
thunder
μπουμπουνίζω, βροντώ, βροντές
thunder and lightning
αστραπές και βροντές
thunderous
βροντερός, βροντώδης
Thursday
Πέμπτη
thursday
Πέμπτη
thwart
εμποδίζω, ματαιώνω
th water poured into the gap
το βερό όρμησε στο κενό
thyme
θυμάρι
thyroid
θυροειδής αδένας
tibia
κνήμη
tick
τικ
ticket
εισιτήριο
ticket clerk
ταμίας
ticket office
ταμείο
tickle
γαργαλίζω
tidal
παλιρροιακός, θαλασσινή, της παλίρροιας
tidal wave
παλιρροιακό κύμα, παλιρροϊκό κύμα
tides
παλίρροια
tidy
αρκετός, τακτοποιώ, συγυρίζω, συγυρισμένος
tidy up your room
καθάρισε το δωματιό σου
tie
γραβάτα, δένω
ties
δεσμοί
tie the knot
χορεύω το χορό του Ησαϊα
tie up
δένω
tig
κυνηγητό
tiger
τίγρης
tight
στενός, σφιχτός
tighten
σφίγγω
tightening
σφίξιμο
tight-fisted
παραδόπιστος
tight-fitting
κολλητός, εφαρμοστός
tightly-bunched
σφικτά δεματιασμένος
tight measures
σκληρά μέτρα
tightrope walker
σχοινοβάτης
tights
κολάν, καλσόν
tilde
το σύμβολο ~
tile
κεραμίδι, πλακάκι
till
ταμείο, μέχρι
tiller
δοιάκι
tilt
γέρνω
timber
ξυλεία
time
ώρα, καιρός, χρόνος, φορά
time and tide wait for no man
θέρος τρύγος πόλεμος
time and time again
επανειλημμένες φορές
time bomb
ωρολογιακή βόμβα, θρυαλλίδα
time-honoured
καθιερωμένος, πανάρχαιος
timekeeping
χρονομέτρηση
timeless
άχρονος
timely
καίριος
time machine
μηχανή του χρόνου
time out
λήξη χρόνου
timer
χρονομετρητής
times
φορές
time saving
εξοικονομιστικός χρόνου
timetable
ωράριο
timid
ντροπαλός, συνεσταλμένος, δειλός
timidity
δειλία, ατολμία
timing
συγχρονισμός, χρονομέτρηση, χρονολόγηση
timing device
συσκευή χρονομέτρησης
timocracy
τιμοκρατία
tin
κονσέρβα, βάζω σε κονσέρβα, κασσίτερος
tincture
βάμμα
tinder
προσάναμμα
tine
δόντι πηρουνιού
tinfoil
αλουμινόχαρτο
tinge
απόχρωση
tingle
αναψοκοκκινίζω
tinker
μαστορεύω, γανωματής
tinker with
ματορεύομαι, μαστορεύω
tinned
κονσερβαρισμένος
tinner
γανωτής
tinnitus
βόμβος
tinted
χρωματισμένος
tiny
μικροσκοπικός, τοσοδούλης
tip
ποδοκόπι, ρεγάλο, πουρμπουάρ, αιχμή
tip of the iceberg
κορυφή του παγόβουνου
tip over
αναποδγυρίζω
tipper
ανατρεπόμενο φορτηγό
tipple
κρασοπίνω, τα κοπανάω
tiptoe
περπατώ στις μύτες των ποδιών
tirade
κατσάδα
tire
εξαντλώ, κουράζω
tired
κουρασμένος
tiredness
κόπωση
tireless
ακούραστος
tire of
κουράζομαι
tisane
αφέψημα
tissue
ιστός, χαρτομάντηλο
tit
βυζί
titanic
τιτανικός
titanium
τιτάνιος
tit for tat
οφθαλμόν αντί οφθαλμού
titilate
γαργαλίζω
title
τίτλος
tits
μπαλκόνια, βυζιά
T-junction
διακλάδωση σε σχήμα Τ
t-junction
διακλάδωση σε σχήμα Τ
to
σε, προς
toad
φρύνος
toady
κόλακας
to all intents and purp
εν πάση περιπτώσει
to a man
μέχρι του τελευταίου άνδρα
to and fro
πέρα-δώθε, μπρος πίσω
toast
κάνω πρόποση, τοστ, πρόποση
to attend
παραβρίσκομαι
tobacco
καπνός, καπνά
tobacconist
καπνοπώλης
to be a bad omen
είμαι κακός οιωνός
to begin with
κατ'αρχήν
to be laid off
απολύω συνήθως προσωρινά
to believe
πιστεύω
to be noted
αξιοσημείωτα
to be panned
λαμβάνω δυσμενή κριτική
to be struck dumb by
μένω άναυδος
to be tried for
δικάζομαι
to build
χτίζω
to cash a cheque
εξαργυρώνω μία επιταγή
to claim
ισχυρίζομαι
to close
κλείνω
to cover
επιστρώνω
to date
μέχρι σήμερα
today
σήμερα
today's
σημερινός
toddle around
κάνω στράτα
toddler
βρέφος που αρχίζει να περπατά
to die
πεθαίνω
toe
δάκτυλο των ποδιών, δάκτυλο του ποδιού
toes
δάκτυλα των ποδιών
toe the line
πειθαρχώ
to explode
να εκραγεί
toffee
καραμέλα
to fit in with
ταιριάζω
together
μαζί
togetherness
ομόνοια
to go off
να εκραγεί
to have a break
κάνω διάλειμμα
to have a lesson
έχω μάθημα
to have nine lives
είμαι εφτάψυχος
to have seen better days
παρακμάζω
to hell with
στο διάολο
to his horror
προς κακή του έκπληξη
toil
μόχθος, κόπος
toilet
τουαλέτα
toiletries
είδη μπάνιου, είδη καλλωπισμού
toilet water
κολόνια
to juggle
κάνω κόλπα ταχυδακτυλουργού
token
δείγμα, κουπόνι
told
αφηγήθηκα, είπα
tolerable
υποφερτός, ανεκτός
tolerance
ανοχή, αντοχή, ανεκτικότητα
tolerant
ανεκτικός
tolerant of
ανεκτικός
tolerate
ανέχομαι
to let one down
απογοητεύω κάποιον
toll
διόδια, χτυπώ τις καμπάνες πένθιμα, φόρος
tomahawk
πολεμικό τσεκούρι
to make a claim
κάνω ένα ισχυρισμό
to make matters worse
και σαν να μην έφτανε αυτό
to make up
βάζω μακιγιάζ
tomato
ντομάτα
tomb
τάφος
tom cat
γάτος
tomorrow
αύριο
to my horror
πρός μεγάλο μου τρόμο
to my liking
του γούστου μου, της αρέσκειας μου
ton
τόνος
tone
ατμόσφαιρα, τόνος
tone down
μετριάζω, απαλύνω
tongs
λαβίδα, τσιμπίδα, ταναλια
tongue
γλώσσα
tongue in cheek
ειρωνικός, πικρόχολος
tongue twister
λέξη γλωσσοδέτης
tonic
τονωτικός
tonight
απόψε
tonsil
αμυγδαλή
too
επίσης
too bad
τόσο το χειρότερο
tool
εργαλείο, ψωλή
toolbar
γραμμή εργαλείων
tools
εργαλέια
to one's own end
προς δικό του σκοπό
tooth
δόντι
toothache
πόνος στο δόντι
toothbrush
οδοντόβουρτσα
tooth decay
τερηδόνα
toothed
οδοντωτός
toothpaste
οδοντόπαστα
toothpick
οδοντογλυφίδα
top
κορυφαίος, κορυφή
to pack
βάζω σε βαλίτσα
tope
δροσίτης
top hat
ψηλό καπέλο
topic
θέμα
top level conference
συνάντηση κορυφής
top off
ολοκληρώνω, συμπληρώνω
topology
τοπολογία
to pour out one's complaints
εκφράζω τα παράπονά του
top out
φτάνω στο μέγιστο
topple
γκρεμίζομαι, ρίχνω, πέφτω, ανατρέπω
toppling
ανατροπή
top priority
απόλυτη προτεραιότητα
top sheet
επανωσέντονο
topsoil
επιφανειακό στρώμα έδαφους
top speed
ανώτατη ταχύτητα
topsy-turvy
άνω-κάτω
top up
συμπλήρωμα
top up one's reserves
εφοδιάζομαι πάλι
to put money into an account
καταθέτω
toque
τόκα
torch
φακός
tore
σχίζω
to resist
αντιστέκομαι
torn
σχίζω
tornado
ανεμοστρόβιλος
torn apart
διαλυμένος
torn Levi's
σχιστό τζίν
torn levi's
σχιστό τζίν
torpedo
τορπίλη, τορπίλλη
torpedo boat
τορπιλάκατος
torpid
ναρκωμένος, χαύνος, μουδιασμένος
torrent
χείμαρρος, κρουνός, βροχή
torrential
καταρρακτώδης
torrid
φλογισμένος, καυτερός, φλογισμένος
torsion
στρέψη
torsion meter
στρεψίμετρο
tortoise
χελώνα ξηράς, χελώνα
tortuous
σκολιός, ελικοειδής, περίπλοκος
torture
βασανίζω, βασανισμός
tortured with
βασανισμένος
to save
αποταμιεύω
to shine a lamp
φέγγω ένα φως σε
to some extent
μέχρι ενός σημείου
toss
ρίχνω
to start with
κατ'αρχήν
to streamline
δίνω αεροδυναμική γραμμή, οργανώνω αποδοτικά
to such a pitch
σε τέτοιο βαθμό
to such extremes
σε τέτοιο σημείο
to such lengths
σε τέτοιο βαθμό
to take hostages
παίρνω όμηρους
total
ολικός, σύνολο
total eclipse
ολική έκλειψη
totalitarian
ολοκληρωτικός
totalitarianism
ολοκληρωτισμός
to tempt
βάζω σε πειρασμό
to the best of my knowledge
από όσα ξέρω
to the last
μέχρι τέλους
to the point where
σε ένα βαθμό που
to the tune of
στο ποσό, με συνοδεία
totter
τρεκλίζω, ταλαντεύομαι
touch
συγκινώ, αγγίζω, εγγίζω, πινελιά
touch down
προσγειώνομαι
touching
συγκινητικός
touch on
αναφέρομαι σε, ανακινώ
touch on the subject
άπτομαι του θέματος
touch screen
οθόνη αφής
touch up
εκλεπτύνω
touchy
εύθικτος, ευερέθιστος
tough
σκληρός, δύσκολος, σκληροτράχηλος
toughen
σκληραίνω
tough measures
σκληρά μέτρα
toupι
ποστίς
tour
περιοδεύω, ταξίδι, γύρος
tour guide
ξεναγός
tourism
τουρισμός
tourist
τουρίστας, τουριστικός
tourist attraction
τουριστικό αξιοθέατο
tournament
τουρνουά, τουρνέ
to vanish
εξαφανίζομαι
tow
ρυμουλκώ, στουπί
toward
προς
towards
προς
towel
πετσέτα
tower
πύργος
tower above
δεσπόζω
towering
που δεσπόζει, πανύψηλος
to whip
νικώ
to withdraw
κάνω ανάληψη
town
πόλη
town hall
δημαρχείο
townsman
αστός
tow-rope
σχοινί ρυμούλκησης
toxic
τοξικός
toy
παιχνίδι
toy horse
αλογάκι
toy with
παίζω με
tperish
πεθαίνω
trace
ανακαλύπτω, υπόλειμμα, ίχνος, ανιχνεύω
trace back
ανατρέχω
trace back to
ακολουθώ τα ίχνη μέχρι
trachea
τραχεία
trachoma
τράχωμα
tracing
ανίχνευση
track
ανιχνεύω, ίχνη, πίστα, μονοπάτι
track down
ανιχνεύω
tracking
ανίχνευση
tracks
ράγες
tracksuit
αθλητική φόρμα
tractor
τρακτέρ
trade
επιτήδευμα, εμπόριο, επάγγελμα
trade mark
σήμα κατατεθέν
tradesman
τεχνίτης
trade unions
τα συνδικάτα
tradewinds
αληγείς άνεμοι
tradition
παράδοση
traditional
παραδοσιακός
traditional costume
παραδοσιακό ντύσιμο
traditionally
παραδοσιακά
traffic
δοσοληψία, κυκλοφορία
traffic jam
μποτιλιάρισμα
traffic light
φανάρι
traffic lights
φανάρια, φωτεινοί σηματοδότες
traffic offence
παράβαση του ΚΟΚ
traffic police
τροχαία
traffic warden
τροχονόμος
tragedy
τραγωδία
tragic
τραγικός
tragically
τραγικά
trail
ίχνος, μονοπάτι
trailer
νταλίκα
train
τρένο, εκπαιδεύω, αμαξοστοιχία, προγυμνάζομαι
trainee
εκπαιδευόμενος
trainer
προπονητής, εκπαιδευτής
trainers
αθλητικά παπούτσια
training
προπονούμενος, εκπαίδευση, προπόνηση
training session
προπόνηση
training shoes
αθλητικά παπούτσια
trait
χαρακτηριστικό, γνώρισμα
traitor
προδότης
tram
τραμ
tramp
μόρτης, περπατώ κουρασμένα, αγύρτης, αλήτης
trample
τσαλαπατώ
trance
ύπνωση, έκσταση
tranquil
γαλήνιος, ήρεμος
tranquillity
ησυχασμός, γαλήνη, ηρεμία
tranquillizer
ηρεμιστικό
transaction
συναλλαγή, δοσοληψία, νταραβέρι, διεκπεραίωση
transatlantic
υπερατλαντικός
transfer
μετάθεση, μεταβίβαση, μετατάσσω, μεταγράφω
transference
μεταγραφή, μεταφορά, μετάταξη
transform
μετουσιώνω, μετατρέπω, μεταβάλλω
transformation
μεταμόρφωση
transformer
μετασχηματιστής
transfusion
μετάγγιση
transgress
παραβαίνω
transgression
παράβαση
transistion
αλλαγή
transistional
μεταβατικός
transistor
τρανζίστορ
transistor radio
τρανσιστοράκι
transition
μετάβαση
transitional period
μεταβατική περίοδος
transitive verb
μεταβατικό ρήμα
translate
μεταφράζω
translation
μετάφραση
translocation
μετατόπιση
transmission
μεταβίβαση, μετάδωση
transmit
μεταδίδω, διοχετεύω
transmitter
διαβιβαστής, μεταδότης, πομπός
transnational
διεθνικός
transparency
διαφάνεια
transparent
διαφανής
transplant
μεταμόσχευση, μόσχευμα, μεταμοσχεύω
transplantation
μεταμόσχευση
transport
μεταφέρω, συνεπαίρνω, μεταφορά
transport cafι
εστιατόριο για φορτηγατζήδες
transubstantiate
μετουσιώνω
trap
παγίδα, παγιδεύω
trapeze
τραπέζιο
trapeze artist
ακροβάτης
trapezoid
τραπεζοειδής
trapped
παγιδευμένος
traumatic
τραυματικός
travel
ταξιδεύω
travel agency
ταξιδιωτικό πρακτορείο
traveller
ταξιδιώτης
traveller's cheque
ταξιδιωτική επιταγή
travel sickness
ναυτία
travel through time
ταξιδεύω στο χρόνο
trawler
τράτα
tray
δίσκος
treacherous
προδοτικός
treacherously
προδοτικά
tread
τσαλαπατώ, πατημασιά, βήμα
tread on
πατώ
tread on feet
ξενυχιάζω
tread the boards
βγαίνω στην σκηνή, δουλεύω ως ηθοποιός
treason
προδοσία
treasonous
που έχει σχέση με προδοσία
treasure
θησαυρός, εκτιμώ πολύ
treasurer
ταμίας
treasury
θησαυροφυλάκιο
treasury bonds
έντοκα γραμμάτια
treat
μεταχειρίζομαι, θεραπεύω, κερνώ, κέρασμα
treat for
θεραπεύω
treatise
πραγματεία, διατριβή
treatment
μεταχείριση, θεραπεία
treaty
συνθήκη
treble
τριπλασιάζω, τριπλός
tree
δέντρο
treehouse
σπιτάκι φτιαγμένο σε δέντρο
trek
οδοιπορία, μεγάλο και επίπονο ταξίδι
trellis
δικτυωτό
tremble
τρέμω
trembling
που τρέμει, που τρεμουλιάζει, τρεμούλιασμα
tremor
τρεμούλιασμα, δόνηση
trench
χαράκωμα, χαντάκι
trenchant
διεισδυτικός, αιχμηρός
trend
μόδα, τάση
trendy
της μόδας
trepanation
κρανιοτομία
trephining
κρανιοτομία
trepidation
ταραχή, τρεμούλα
trespasser
καταπατητής, παραβάτης
trespassers will be prosecuted
διώκονται οι παραβάτες
triadic
τριαδικός
triage
διαλογή, αξιολόγηση
trial
δίκη, δοκιμαστικός, δοκιμασία, δοκιμή
trial and error
δοκιμή και πλάνη, εμπειρικά
trial period
δοκιμαστική περίοδος
triangle
τρίγονο
triangulation
τριγωνομέτρηση
tribe
φάρα, φυλή
tribunal
επιτροπή, δικαστήριο
tribute
φόρος τιμής, απονομή τιμής
trick
κομπίνα, ξεγελώ, τρικ, κόλπο
trickery
απάτη
trickle
στάζω, σταλάζω, μικρή ροή, μικροποσότητα
trick of the light
παιχνίδισμα του φωτός
tricks
τρικ, ζαβολίες, κόλπα
trickster
κομπιναδόρος
tricky
δύσκολος, πονηρός
tricky job
περίπλοκη διαδικασία
trident
τρίαινα
tried and tested
δοκιμασμένος
trifle
πραγματάκι, γλυκό σαβουαγιάρ κρέμα & λικέ
trifles
ασήμαντα πράγματα
trigger
σκανδάλη
trigger happy
πολεμοχαρής
trill
τρίλια
trilogy
τριλογία
trim
ψαλιδίζω, κουρεύω, κομψός, κλαδεύω
trimmed with fur
διακοσμημένο με γούνα
trinity
τριάδα
trinket
ασήμαντο μικρο αντικείμενο
trio
τριάδα
trip
ταξιδάκι, βάζω τρικλοποδιά, πεδικλώνω
tripe
στομάχι ζώων, πατσάς
triplane
τριπλάνο
triplets
τρίδυμα
tripod
τρίποδας
trip over
σκοντάφτω
trite
κοινότυπος, τετριμμένος, τετριμμέμνος
triumph
θρίαμβος, θριαμβεύω
triumphant
θριαμβευτικός, νικηφόρος
triumphantly
θριαμβευτικά
trivial
ασήμαντος
trochlea
τροχίλια
trochlearis muscle
άνω λοξός μυς του οφθαλμού
troop of cavalry
ίλη
troops
στρατεύματα
trophy
κύπελλο, τρόπαιο
tropical
τροπικός
troposphere
τροπόσφαιρα
trot
τριποδίζω
trouble
ταλαιπωρία, ενοχλώ, φασαρία, μπελάς
troubled
προβληματισμένος
troublefree
χωρίς φασαρίες
troublemaker
ταραξίας
trouble-plagued
γεμάτος από προβλήματα
troubles
βάσανα
troublespot
επίκεντρο προβλημάτων
trounce
σε τρώω λάχανο
trousers
περισκελίδα, παντελόνι
trout
πέστροφα
trowel
μυστρί, σκαπάνη
truce
ανακωχή, εκεχειρία
truck
ανοικτό φορτηγάκι
truculent
άγριος, κτηνώδης
trudge
βαδίζω αργά κουρασμένα, κινούμαι βαριά
true
αληθής
true-blue royalist
ακραιφνής βασιλόφρονος
true to form
ως συνήθως
truffle
τρούφα
trump
παίζω το ατού μου
trumped up charges
σκευωρία, ψευτές κατηγορίες
trumpet
τρομπέτα, καραμούζα
truncheon
κλόμπ
trunk
μπαούλο, προβοσκίδα, σεντούκι, κορμός
trunks
μαγιό ανδρικό
trust
εμπιστοσύνη, εμπιστεύομαι
trusted
έμπιστος
trustee
διαχειριστής, θεματοφύλακας
trusting
γεμάτος εμπιστοσύνη
trustworthy
άξιος εμπιστοσύνης, αξιόπιστος
truth
αλήθεια
try
δοκιμάζω, εκδικάζω, προσπαθώ
try hard
πασχίζω
trying
δύσκολος, ενοχλητικός
try on
δοκιμάζω, φορώ
try out
δοκιμάζω αυτοκίνητο
tsar
τσάρος
T-shirt
μπλουζάκι
t-shirt
μπλουζάκι
tub
σαπιοκάραβο
tube
σωλήνας, μετρό
tubercolosis
φυματίωση
tube worm
σωληνοσκώληκας
tubing
σωλήνηση, σωλήνωση, σωλήνας
tubular
σωληνοειδής
tuck
πιέτα, πτύσσω, χώνω, πτυχή
tucked away
χωμένος, κρυμμένος
Tuesday
Τρίτη
tuesday
Τρίτη
tufa
πορθώλιθος
tufted duck
τσικνόπαπια
tug
τράβηγμα
tug of war
διελκυνστίδα
tuition
διδασκαλία
tulip
τουλίπα
tumble
κατρακυλώ, πέφτω
tumble-down
ετοιμόρροπος
tumble dryer
στεγνοτήρι
tumble to
αντιλαμβάνομαι
tumescent
πρησμένος
tumour
όγκος
tumult
παραζάλη
tundra
τούνδρα
tune
μελωδία, κουρδίζω
tune in
συντονίζω
tune into
πιάνω σταθμό, συντονίζω
tune in to
πιάνω σταθμό
tune up
κουρδίζω
tunnel
σήραγγα, τούνελ
tunny
τόνος
turban
σαρίκι
turbid
θολός
turboprop
στροβιλοκίνητο αεροπλάνο
turbot
καλκάνι
turbulent
θυελλώδης, πολυτάραχος
turd
κουράδα
turgid
σπαργικός
turgor
σπαργή
Turkey
Τουρκία
turkey
γαλοπούλα, διάνος
Turkish
Τούρκος
turkish
Τούρκος
Turkish bath
χαμάμ
turkish bath
χαμάμ
Turkish delight
λουκούμι
turkish delight
λουκούμι
turmeric
τέρμινθος
turmoil
φασαρία
turn
στροφή, σειρά, στρίβω
turn a blind eye to
κάνω τα στραβά μάτια, κάνω πως δεν βλέπω
turn back
γυρίζω πίσω
turn down
απορρίπτω
turn down the heat
χαμηλώνω την φωτιά
turner
τορνευτής
turn from
στρέφομαι αλλού
turning
στροφή
turn into
μεταμορφώνομαι, μεταμορφώνω
turn into a nervous wreck
μεταβάλλω σε ψυχικό ράκος
turnkey
δεσμοφύλακας
turn on
ανοίγω
turn one's attention to
στρέφω την προσοχή να
turn one's back
γυρίζω την πλάτη
turn out
παράγω, πηγαίνω να δω, καταλήγω
turn out of
κάνω έξωση, βγαίνω από, στρίβω
turnover
τζίρος, κίνηση
turn over
αλλάζω κανάλι
turn over a new leaf
κάνω μία καινούρια αρχή
turn over the page
γυρίζω σελίδα
turnstone
χαλικοκυλιστής
turn the radio down
χαμηλώνω την φωνή του ράδιου
turn the radio up
δυναμώνω την φωνή του ράδιου
turn the sound down
χαμηλώνω την φωνή
turn the sound up
ανοίγω την φωνή
turn to
απευθύνομαι
turn to one's advantage
αξιοποιώ
turn to page 34
πηγαίνετε στην σελίδα 34
turn topsy turvy
φέρνω τα πάνω κάτω
turn turtle
μπατάρω
turn up
ανασηκώνω το γιακά, δυναμώνω, εμφανίζομαι, κοντύνω
turn upside down
φέρνω τα πάνω κάτω
turn white
ασπρίζω
turn α blind eye to
εθελοτυφλώ
turquoise
γαλάζιος
turtle
χελώνας, χελώνα
turtle dove
τρυγόνα
tusk
χαυλιόδοντας, χαυλιόδοντας
tutor
δάσκαλος
tuxedo
σμόκιν
TV set
η τηλεόραση
tv set
η τηλεόραση
twaddle
κουραφέξαλα
twang
έρρινος τόνος
tweed
μάλλινο σκωτικό ύφασμα
twelfth
δωδέκατος
twelve
δώδεκα
twentieth
εικοστός
twenty
είκοσι
twenty miles an hour
20 μίλια την ώρα
twice
δυο φορές
twice a week
δυο φορές την εβδομάδα
twig
κλαδάκι
twilight
λυκόφως
twin
διδυμος
twinkle
ακτινοβολώ, αστράφτω, σπιθίζω, λάμψη
twinkling
λαμπερός, σπινθηροβόλος
twins
δίδυμα
twist
πλοκή, στροφή, στραμπουλίζω, καμπή, διαστροφή
twisted
στραπατσαρισμένος, στραβωμένος, παραμορφωμένος
twister
κυκλώνας
twisting
φιδωτός
twitter
τερετίζω
two
δυο
two door
δίπορτος
two-edged
αμφίστομος
two storey
δίπατος
two-timer
μπαμπέσης
two times a day
2 φορές την ημέρα
tycoon
μεγιστάνος, μεγιστάνας
tying
δέση, δέσιμο
type
δακτυλογραφώ, είδος
typewriter
γραφομηχανή
typhoid
τυφώδης πυρετός
typhoon
τυφώνας
typical
τυπικός, χαρακτηριστικός
typically
τυπικά, χαρακτηριστικά
typist
δακτυλογράφος
tyranny
τυραννία
tyre
λάστιχο
tyrrany
καταδυνάστευση
ubiquitous
πανταχού παρών
ubiquity
πανταχού παρουσία
udder
μαστάρι
ugly
άσχημος
UK
Ηνωμένο Βασίλειο
uk
Ηνωμένο Βασίλειο
ulcer
έλκος
ulceration
εξέλκωση
ulna
ωλένη
ulterior motive
απώτερο κίνητρο
ultimate
απώτατος, έσχατος, τελικός, ύστατος
ultimately
τελικά
ultimatum
τελεσίγραγο
ultrasound
υπερηχητικός
ultra-sound scan
εξέταση με υπερήχους
ultraviolet
υπεριώδης
umbilical cord
ομφάλιος λώρος
umbrella
ομπρέλα
umlaut
διαλυτικά
umpires
κριτές
umpiring
διαιτησία
un-
μη -
unacceptable
απαράδεκτος
unaccompanied
ασυνόδευτος
unambiguous
σαφής, ξεκάθαρος
unanimous
ομόφωνος
unanimously
με μία φωνή, παμψηφεί, ομόφωνα
unanswered
αναπάντητος
unarmed
αφοπλισμένος, άοπλος
unashamed of
αναίσχυντος
unassuming
σεμνός, μετριόφρονας, απλός
unattended
ασυνόδευτος
unattractive
μη ελκυστικός
unavailable
μη διαθέσιμος
unavoidable
αναπόφευκτος
unavoidably
αναπόφευκτα
unaware of
χωρίς να το ξέρω, ανήξερος, εν αγνοία
unawares
εξαπίνης
unballasted
ανερμάτιστος
unbearable
ανυπόφορος
unbeatable
ακατανίκητος
unbelievable
απίστευτος
unbelievably
απίθανα
unbendingly
σταθερά, απαρέγκλιτα
unbiased
αμερόληπτος
unblinking
που βλέπει ατενώς
unborn
αγέννητος
unbuttoned
ξεκουμπωμένος
uncalled for
απρόκλητος, αδικαιολόγητος
uncannily
αφύσικα
uncanny
αλλόκοτος, απόκοσμος, αφύσικος
uncared for
παραμελημένος
unceasing
ακατάπαυστος
uncertain
αμφίβολος, αβέβαιος
uncertainty
αβεβαιότητα
unchanging
αναλλοίωτος
unchecked
ανεξέλεγκτος
unclassified
μη απόρρητος
uncle
θείος
uncomfortable
άβολος
uncomfortably
άβολα
uncomprehending
που δεν καταλαβαίνει
uncompromising
ασυμβίβαστος
unconnected
ασύνδετος
unconscious
αναίσθητος
unconsciousness
αναισθησία
uncontaminated
μη μολυσμένος
uncontracted
ασυναίρετος
uncontrollable
ασυγκράτητος, ακατάσχετος
uncontrolled
ανεξέλεγκτος
unconvincing
μη πειστικός
uncooked
ωμός
uncouth
άξεστος
uncut
χωρίς περικοπές
undaunted
απτόητος
undecided
αμφίρρεπος
undefeated
αήττητος
undemonstative
ανεκδήλωτος
under
κάτω από
under age
ανήλικος
underbrush
χαμόκλαδα
undercarriage
σύστημα προσγείωσης, τροχοί
under control
υπό έλεγχο
underdeveloped
υπανάπτυκτος
under discussion
υπό συζήτηση
underestimate
υποεκτιμώ, υποτιμώ
undergo
υφίσταμαι
undergoing trials
υπο δοκιμή
underground
υπόγειος
undergrowth
χαμόκλαδα
underhanded
δόλιος, ύπουλος
under her breath
ψιθυριστά
underline
υπογραμμίζω
underling
υφιστάμενος, τσιράκι
underlying
βασικός, θεμελιώδης, βαθύτερος
undermine
υποσκάπτω
undermining
υπονόμευση
under my breath
χαμηλόφωνα
underneath
από κάτω
under orders
με την εντολή
under pain of
υπό την ποινή του
underpants
σώβρακο
under repair
υπό επισκευή
undersheet
κάτω σεντόνι
understand
καταλαβαίνω, κατανοώ
understandable
κατανοητός
understandably
κατανοητά
understanding
κατανόηση
under strain
υπό πίεση
under surveillance
υπό παρακολούθηση
undertaker
εργολάβος κηδειών
undertaking
εγχείρημα
under the impression
υπό την εντύπωση
under the influence of
υπό την επιρροή
under the influence of alcohol
υπό την επήρεια αλκοόλ
under the weather
αδιάθετος
under threat
σδε κίνδυνο, απειλούμενος, υπό απειλή
undervalue
υποτιμώ
underwater
υποβρήχιος
under way
που γίνεται, υπό εξέλιξη
underwear
εσώρουχα
underworld
υπόκοσμος
underwrite
ασφαλίζω, εγγυώμαι
undesirable
ανεπιθύμητος
undignified
άπρεπος
undisciplined
χωρίς πειθαρχία
undisclosed
που δεν ανακοινώθηκε, άγνωστος
undisputed
αναμφισβήτητος
undistinguished
χωρίς διάκριση
undo
ξεκουμπώνω
undoubtedly
αναμφισβήτητα
undoubted savings
αναμφισβήτητες οικονομίες
undreamed of
αφάνταστος, αδιανόητος
undress
γδύνομαι, γδύνω
unearned income
μη δεδουλευμένο εισόδημα
unearth
ανακαλύπτω, ξεθάβω
unemotional
ανέκφραστος, ψυχρός
unemotionally
ατάραχα, απαθώς
unemployed
άνεργος
unemployment
ανεργία
unemployment benefit
επίδομα ανεργίας
unequal
άνισος
unerring
αλάνθαστος
unethical
ανήθικος
uneven
σκολιός, μονός
unevenly
άνισος
uneven road
ανώμαλος δρόμος
unexpected
απροσδόκητoς
unexpectedly
απροσδόκητα
unexplored
ανεξερεύνητος
unfailing
αδιάπτωτος, συνεχής
unfairly
άδικα
unfairness
αδικία
unfasten the seat belt
ξεδένω την ζώνη ασφάλειας
unfeeling
στυγνός
unflinching
εδραίος
unfold
ξεδιπλώνω
unforeseen
απρόοπτο, απρόβλεπτος
unforgettable
αξέχαστος
unforgiveable
ασυγχώρητος
unfortunate
δυστυχής
unfortunately
δυστυχώς
unfossilised
μην απολιθωμένος
unfounded
αβάσιμος
unfounded reproaches
αβάσιμες αιτιάσεις
unfriendly
εχθρικός
unfurl
ξεδιπλώνω
unglamorous
χωρίς γοητεία, απλός
unhappy
δυστυχισμένος
unhealthy
ανθυγεινός
unhook time
χρόνος αποσυνδέσεως
unification
ενοποίηση
uniform
ενιαίος, ομοιόμορφος, στολή
uniformed
με στολή
uniformity
ομοιομορφία
unify
ενοποιώ
unilateral
μονόπλευρος
unimaginable
που δεν μπορεί να φανταστεί, αφάνταστος
unimpresive
μη εντυπωσιακός
uninhabitable
ακατοίκητος
uninhabited
ακατοίκητος
uninhibited
χωρίς αναστολές
uninitiated
άπειρος, αδαής
unintenionally
ακούσια
uninteresting
αδιάφορος
unintimidated
όχι φοβισμένος
union
σωματειακός, ένωση, σωματείο εργαζομένων
unique
μοναδικός
uniquely
μοναδικά
unit
μονάδα
unite
συνενώνω, ενοποιώ
united
ηνωμένος
United Kingdom
Ηνωμένο Βασίλειο
unite with
ενώνω
units
μονάδες
unity
ενότητα, αρμονία
universal
παγκόσμιος
universally
καθολικά
universe
σύμπαν
university
πανεπιστήμιο
university entrance exams
πανελλήνιες εξετάσεις
unjust
άδικος
unjustifiable
αδικαιολόγητος
unleaded petrol
αμόλυβδη βενζίνη, αμόλυβδη
unleash
αμολώ, αποδεσμεύω
unless
εξόν κι'αν, εκτός κι'αν, εκτός εάν
unlike
διαφορετικός, αντίθετα με, όχι σαν
unlikely
απίθανος
unlimited
απεριόριστος, απεριόριστα
unload
αδειάζω, ξεφορτώνω
unmanageable
δύσχρηστος
unmanly
θηλυπρεπής
unmanned
μην επανδρωμένος
unmarked
ασημάδευτος
unnaturally
αφύσικα
unnecessarily
μη αναγκαία
unnecessary
μη αναγκαίος, περιττός, μη απαραίτητος
unnoticed
απαρατήρητος
unorthodox
ανορθόδοξος
unpaid
απλήρωτος
unpleasant
δυσάρεστος
unpleasantness
δυσάρεστη κατάσταση
unplug the TV
βγάζω από την πρίζα
unplug the tv
βγάζω από την πρίζα
unpopular
μη δημοφιλής
unprecedented
χωρίς προηγούμενο
unpredictable
απρόβλεπτος
unpriviliged
αδικημένος
unprofitable
μη επικερδής
unpublished
αδημοσίευτος
unreadable
δυσανάγνωστος
unrealistic
μη ρεαλιστικός
unregulated
ανεξέλγκτος
unreliable
ασυνεπής
unrestrained
ακάθεκτος
unripe
ανώριμος
unrivalled
ανυπέρβλητος
unruffled
ατάραχος
unsafe
επισφαλής
unsanitary
ανθυγεινός
unsatisfactory
μη ικανοποιητικός
unscramble
ξεμπερδεύω
unscrupulous
ασυνείδητος, αδίστακτος
unscrupulously
αδίστακτα
unseen
αθέατος
unselfish
ανιδιοτελής, χωρίς εγωισμό
unselfishness
ανιδιοτέλεια
unsettled
άστατος
unshakeable
ακλόνητος
unshaken
ακλόνητος
unsheathe
ανασπώ το σπαθί
unsightly
άσχημος
unskillful
άτεχνος
unsociable
ακοινώνητος
unspoken
ανείπωτος
unstable
ασταθής, ανερμάτιστος
unsteadiness
ευμεταβλησία
unstick
αποκολλώ
unstructured
αδόμητος
unsuccessfully
ανεπιτυχώς
unsuitable
ακατάλληλος
unsupervised
χωρίς επίβλεψη
unswerving
ακλόνητος
untamed
ατίθασος
untenable
αβάσιμος, που δεν κρατιέται
untidy
ακατάστατος
until
μέχρι, ώσπου
until further notice
μέχρι νεώτερης ειδοποίησης
until the bitter end
μέχρι τέλους
untimely
άκαιρος, πρόωρος
untold
ανείπωτος
untouched
άθιχτος, ανέγγιχτος
untrained
μη εκπαιδευμένος
untreated
ακατέργαστος
untrue
ψευδής, ψεύτικος, αναληθής
untruth
ψέμα
unused
αχρησιμοποίητος
unusually
ασυνήθιστα
unvaccinated
που δεν έχει εμβολιαστεί
unveling
αποκαλυπτήρια
unwanted
ανεπιθύμητος
unwell
όχι καλά, αδιάθετος
unwilling
απρόθυμος
unwillingly
με το στανιό
unwillingness
απροθυμία
unwind
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
unwitting
ασυνείδητος, ασυναίσθητος
unwittingly
ασυναίσθητα, ασυνειδητά, άθελα
unworthy
ανάξιος, ανάξιος
unwritten
άγραφος, άγραφτος
unwritten law
άγραφτος νόμος
unyielding
ασυμβίβαστος
unzipped
ανοιχτός
up
άνω, πάνω
upbringing
ανατροφή
update
αναβάθμιση, αναβαθμίζω
upgrade
αναβαθμίζω
uphill
ανηφορικός, ανήφορος
uphold the law
υπερασπίζω το νόμο
upkeep
συντήρηση
upland sandpiper
μπαρτράμια
uplift
μεταρσιώνω
up market
με υψηλά εισοδήματα
upon
σε, πάνω σε
upper
άνω
upper memory area
περιοχή ανώτερης μνήμης
upper middle class
μεγαλομεσαίος
upper part
πάνω πλευρά
upper storey
ανώγειο
upright
όρθιος, δοκάρι, τίμιος
uprising
εξέγερση
uproar
σάλος
uproarious
θορυβώδης
uproot
ξεριζώνω
upset
στενοχωρώ πολύ, ταραγμένος, αναστατώνω
upset about
αναστατωμένος
upset stomach
στομαχική αδιαθεσία
upsetting
που προκαλεί αναστάτωση
upshot
έκβαση, αποτέλεσμα
upside down
ανάστατος
upslope
ανηφοριά
upstairs
στο πάνω όροφο
upswing
αύξηση, στροφή προς τα πάνω, άνοδος
up to
μέχρι
up to date
σύγχρονος
up to now
μέχρι τώρα
upturned
ανασηκωμένος
upwards
προς τα πάνω
urban
αστικός
urbane
αβρός
urban growth
αστική ανάπτυξη
urbanisation
αστικοποίηση
urbanity
αβρότητα
urchin
αχινός
urge
παροτρύνω, παρόρμηση, παρακινώ
urgent
άμεσος, επείγων
urgently
επειγόντως
urging
προτροπή
urinal
ουρητήριο
urinary system
ουροποιητικό σύστημα
urine
ούρα
urn
λάρνακα
us
εμάς
USA
ΗΠΑ
usa
ΗΠΑ
usable
χρησιμοποιήσιμος
usage
χρήση
use
χρήση, χρησιμοποιώ
used
μεταχειρισμένος
used to
συνήθιζα
use foul language
βωμολογώ
useful
χρήσιμος
usefulness
χρησιμότητα
useless
ανωφελής
uselessness
αχρηστία
user
χρήστης
use up
καταναλώνω
usher
ταξιθέτρια, ταξιθέτης
usher in
εισάγω
usher out
συνοδεύω στην έξοδο
u spat
έφτυσες
usual
συνήθης
usually
συνήθως
usufruct
επικαρπία
usurer
τοκογλύφος
usurp
νοσφρίζομαι, σφετερίζομαι
usurpation
νόσφριση
utensil
σκεύος
uterus
μήτρα
utilise
αξιοποιώ
utmost
ύψιστος, μέγιστος
utter
καθαρός, απόλυτος, ξεστομίζω, εκστομίζω
U-turn
στροφή 180 μοιρών
vacancy
κενή θέση, κενό
vacant
κενός, άδειος
vacate
εκκενώνω, αδειάζω
vacation
διακοπές
vaccinate
εμβολιάζω
vaccination
εμβόλιο, εμβολιασμός
vaccine
εμβόλιο
vacillate
αμφιρρέπω
vacillating
αμφίρροπος
vacuum
καθαρίζω με ηλεκτρική σκούπα, κενό
vacuum cleaner
ηλεκτρική σκούπα
vacuum packed
συσκευασία στο κενό
vacuum tube
αερόκενος σωλήνας
vagabond
πλάνης, πλανόδιος
vagina
κολεός
vaginal
κολπικός
vaginitis
κολπίτιδα
vague
ασαφής, ακαθόριστος, αμυδρός
vaguely
αμυδρά, αόριστα, αόριστως
vain
εγωκεντρικός, ματαιόδοξος, ξιπασμένος, μάταιος
vainglorious
καμαρωτός
valency
σθένος
Valentine's card
ερωτική κάρτα
valet
θαλαμηπόλος
valiant
γενναίος
valid
έγκυρος, ισχύων
validate
κυρώνω
valid for
έγκυρος
validity
ισχύς, κύρος
validity in law
κύρος νομικό
valley
κοιλάδα
valuable
πολύτιμος, τιμαλφής
valuable for
πολύτιμος
value
αξία, τιμή, εκτιμώ
valueless
χωρίς αξία
valve
βαλβίδα
van
φορτηγάκι
vandalism
βανδαλισμός
vane
πτερύγιο, ανεμοδείκτης
vanilla
βανίλια
vanish into thin air
γίνομαι καπνός
vanity
κενοδοξία, ματαιότητα, ματαιοδοξία, φιλαυτία
vanity case
πουδιέρα
vanquish
υπερνικώ, καταβάλλω, κατανικώ
vapid
αηδής, σαχλός, κενός, άνοστος, ανιαρός
vapour
ατμός
vapours
αναθυμιάσεις
variable
μεταβλητός
variable component
μεταβλητό στοιχείο
variable depreciation
μεταβλητή απόσβεση
variant
εναλλακτικός
variation
παραλλαγή
varicose
κιρσός, κιρσώδης
variety
ποικιλία
variety of
ποικιλία
various
διάφορα, διάφορος
varish
βερνίκι
varnish
βερνικώνω
varus
ραιβός
vary
παραλλάζω, ποικίλλω
vascular
αγγειακός
vas deferens
σπερματαγωγός πόρος
vase
βαζάκι
vast
τεράστιος, απέραντος
vastly
εκτεταμένα, τεράστια
vat
δοχείο
vault
κάβα
vaulting horse
εφαλτήριο
veal
μοσχαρίσιο κρέας
vedict
απόφαση δικαστηρίου
veer
αλλάζω, γυρίζω, αλλάζω κατεύθυνση
vegetable
λαχανικό
vegetable garden
κήπος με λαχανικά
vegetables
ζαρζαβατικά
vegetarian
χορτοφάγος
vegetate
φυτοζώω
vegetative mycelium
βλαστικό μυκήλιο
vehement
παράφορος
vehemently
φλογερά, σφοδρά
vehicle
όχημα
veil
πέπλος
veiled
συγκεκαλυμμένος
veiled threat
μιά συγκεκαλυμμένη απειλή
vein
φλέβα
velar
υπερώϊος
velocity
ταχύτητα
velvet
βελούδινος, βελούδο
velvet scoter
βελουδόπαπια
venality
διαφθορά, φαυλότητα, δωροληψία
vendetta
βεντέτα
veneer
καπλαμάς, επίστρωση
venerable
σεβαστός, σεπτός
veneral
αφροδισιακός
vengeance
εκδίκηση
venison
κρέας ελαφιού
venomous
ιόβολος
vent
διέξοδος, τρύπα
ventilate
αερίζω
ventilation
αερισμός
venture
επιχειρώ, αποτολμώ, τολμώ
venue
χώρος εκδήλωσης
veracity
ειλικρίνεια, αλήθεια
verb
ρήμα
verbal
φραστικός
verbally
φραστικά
verbatim
λέξη προς λέξη
verdict
δικαστική απόφαση, δικαστική απόφαση, ετυμηγορία
verdigris
γάνα
verge
μεταίχμιο
verge on
προσεγγίζω, αγγίζω τα όρια
verify
επαληθεύω
veritable
πραγματικός, αληθινός
vermillion
μίλτος
vermin
βλαβερά ζώα
vermouth
βερμούτ
vernacular
καθομιλούμενος
verse
στίχος
verses
στοίχοι
version
εκδοχή, τύπος
versus
εναντίον
vertebra
σπόνδυλος
vertebrae
σπόνδυλοι
vertebral
σπονδυλικός
vertebrate
σπονδυλωτό
vertex
κορυφή
vertical
κάθετος
vertiginous
ιλιγγιώδης
vertigo
ίλλιγος, ζάλη
verve
κέφι
very
πολύ
very clever
πανέξυπνος
very few people
τρείς και ο κούκος
very good
πολύ καλός
very grave
πολύ αυστηρός
very harmful
πολύ βλαβερός
very interesting
πολύ ενδιαφέρων
very likely
πολύ πιθανόν
very old
υπερήλικας
very severe
πολύ αυστηρός
very stern
πολύ αυστηρός
vesica
κύστη
vesper
εσπερινός
vessel
σκάφος, σκεύος, αγγείο, πλοίο
vest
φανέλα, φανελάκι
Vesta
Εστία
vesta
Εστία
vested interest
συμφέρον, κεκτημένο δικαίωμα
vestige
υπόλειμμα, ίχνος
vet
κτηνίατρος
veteran
παλαίμαχος
veterinary
κτηνιατρικός
veterinary science
κτηνιατρική
veto
προβάλλω βέτο, κάνω βέτο, αρνησικυρία
vexation
όχληση
via
δια
viable
βιώσιμος, εφαρμόσιμος
viaduct
υδραγωγείο
vibrant
παλλόμενος
vibration
δόνηση, κραδασμός
vicar
εφημέριος
vicarage
σπίτι του εφημέριου
vice
κακία, ανηθικότητα, ηθικό ελάττωμα
vicegerent
αντιπρόσωπος του θεού στην γη, αντικαταστάτης
vice president
αντιπρόεδρος
vice regency
περιόδος του αντιβασιλέα
vice versa
αντιστρόφως
vicious
αισχρός, φαύλος
vicious circle
φαύλος κύκλος
vicious cycle
φαύλος κύκλος
victim
θύμα
victim of
θύμα
victory
νίκη
videlicet
δηλαδή
video
βίντεο συσκευή
video cassette
βίντεοκασετα
video game
ηλεκτρονικό παιχνίδι
video recorder
το βίντεο
video screen
οθόνη βίντεο
videotape
βίντεο κασέτα
vie
συναγωνίζομαι
view
άποψη, θέα
viewer
τηλεθεατής
view with field glasses
διοπτεύω
vigilance
επαγρύπνιση
vigorous
δυνατός, ρωμαλέος
vigorously
σθεναρά
vigour
πυγμή, ικμάδα, ζωντάνια, σφρίγος
viictorious
νικηφόρος
villa
έπαυλη, εξοχικό σπίτι, βίλα
village
χωριό
villain
ο κακός
villainous
αχρείος
vindicate
δικαιώνω
vindictive
εκδικητικός, μνησίκακος
vindictiveness
εκδικτικότητα, μνησικακία
vine
κλήμα
vinegar
ξύδι
vineyard
αμπέλι
vintage
τρύγημα
viola
βιόλα
violate
παραβαίνω, αθετώ, παραβιάζω
violation
παράβαση
violence
βία
violent
βίαιος
violent attack
σφοδρή επίθεση
violently
βιαία
violent reaction
βιαία αντίδραση
violet
μενεξές
violin
βιολί
violinist
βιολιστής
VIP
πολύ σημαντικό πρόσωπο
vip
πολύ σημαντικό πρόσωπο
viper
οχιά, έχιδνα
viral
ιογενής, μολυσματικός
viral
που συσχετίζεται με ιό
virgin
παρθένα, παρθένος
Virgo
Παρθένος
virgo
Παρθένος
virology
ιολογία
virtually
σχεδόν, ουσιαστικά, κατ'ουσίαν
virtual reality
εικονική πραγματικότητα
virtue
φρονιμάδα, προσόν, αρετή, προτέρημα
virtuoso
βιρτουόζος
virulence
καταφορά
virulent
φαρμακερός
virus
ιός
virus
ιός, που συσχετίζεται με ιό
visa
βίζα
vis à vis
σε σχέση με, όσον αφορά
viscera
σπλάχνα
visceral
εντοστηθιακός
viscid
γλοιώδης, παχύρευστος
viscount
υποκόμης
viscous
παχύρευστος, γλοιώδης
visibility
ορατότητα
visible
ορατός
visible to
ορατός
visibly
αισθητά, καθαρά, φανερά
vision
όραση, όραμα
visionary
οραματιστής
visit
επίσκεψη, επισκέπτομαι
visitation
επίσκεψη, επιθεώρηση
visiting
επίσκεψη
visitor
επισκέπτης
visitor's book
βιβλίο επισκεπτών
vista
θέα, ορίζοντας
visual
οπτικός
visual aids
οπτικά βοηθήματα
visual angle
οπτική γωνία
visual art
οπτική τέχνη
visualise
οραματίζομαι
visually
οπτικά
visually impaired
με αδυνατή όραση
vital
ουσιώδης, ζωτικός
vital functions
ζωτικές λειτουργείες
vital impetus
ζωτική ορμή
vital importance
κατεπείγουσα ανάγκη
vital impulse
ζωτική ορμή
vitality
ικμάδα, ζωτικότητα
vital to
ζωτικής σημασίας σε
vitamin
βιταμίνη
vitamin deficiency
έλλειψη βιταμινών
vitellus
κρόκος του αυγού
vitiate
διαστρέφω, φθείρω
viticulture
αμπελοκομία
vitreous
υαλώδης
vitreous humour
υαλώδές υγρό
vitrification
υαλοποίηση
vitrify
υαλοποιώ
vitriolic acid
νιτρικό οξύ
vituperate
ονειδίζω, βρίζω, μέμφομαι
vivacious
ζωηρός
vivid
γλαφυρός, ζωντανός
vividly
ζωηρά
vivify
ζωογονώ
vivisect
ζωοτομώ
vivisectionist
ζωοτόμος
vixen
μέγαιρα, θηλυκιά αλεπού
viz
δηλαδή
vizier
βεζίρης
V-neck
με λαιμό σε σχήμα V
v-neck
με λαιμό σε σχήμα V
vocabulary
λεξιλόγιο
vocation
επιτήδευμα
vocational guidance
επαγγελματικός προσανατολισμός
vocational training
επαγγελματική καθοδήγηση
vodka
βότκα
voice
φωνή, εκφράζω
voice crying in the wilderness
φωνή βοώντος εν τη ερήμω
voice over
φωνή σχολιαστή
void
κενό
volatile
πτητικός
volcanic
ηφαιστειακός
volcano
ηφαίστειο
volition
θέληση, βούληση
volley
καταιγισμός
volleyball
βόλεϊ
volume
όγκος, φωνή, ποσότητα, φωνή τηλεοράσεως
voluntarily
εκουσίως, εκούσια, εθελοντικά
voluntary
εθελοντικός
volunteer
εθελοντής
volunteer for
εθελοντής
vomit
ξερνώ, κάνω εμετό
voracious
αχόρταγος, ακόρεστος, άπληστος
voraciously
αχόρταγα, ακόρεστα
vote
ψηφίζω, ψήφος
vote against
ψηφίζω κατά
vote for
ψηφίζω υπέρ, ψηφίζω
vote of censure
ψήφος μομφής
vote on
ψηφίζω για
voter
ψηφοφόρος
voting
ψηφοφορία, ψήφισμα
vow
ορκίζομαι, τάζω, όρκος
vowed
ταμένος
vows
τάματα
voyage
θαλασσινό ταξίδι
vulerable
τρωτός
vulga
κοινός
vulgar
βάναυσος, χυδαίος, πρόστυχος
vulgarity
προστυχιά
vulnerability
τρωτότητα
vulnerable
ευάλωτος, εύτρωτος
vulture
γύπας
wad
στουπί
waft
φέρνω απαλά στον αέρα
wage
μισθός
wager
στοίχημα, στοιχηματίζω
wages
μισθός
wage war
κάνω πόλεμο
wail
στριγγλίζω
wainscoat
ξύλινη επένδυση
waist
μέση
waistcoat
γιλέκο
wait
περίμενε, περιμένω
waiter
ο σερβιτόρος, τραπεζοκόμος
wait on. serve
σερβίρω
waitress
η σερβιτόρος
wake
απονέρια, ξυπνώ, αγρυπνία νεκρού
wake up
ξυπνώ
wake up call
κλήση αφύπνισης
wake up to
συνειδητοποιώ
Wales
Ουαλλία
wales
Ουαλλία
walk
περπατώ, περίπατος, σεργιανίζω
walk a fine line
σχοινοβατώ
walker
περιπατητής
walkie talkie
πομποδέκτης
walking
περπάτημα
walking shoes
παπούτσια γιά περπάτημα
walking stick
μπαστούνι
walkman
γουόκμαν
walk on stilts
σηκώνω σε ξυλοπόδαρα
walk on tiptoe
ακροπερπατώ
walkout
αποχώρηση
walk some one off their feet
ρέβω κάποιο στον ποδαρόδρομο
walk swiftly
γοργοποδίζω
walk the dog
βγάζω το σκύλο βόλτα
walkway
φαρδύς διάδρομος
wall
τοίχος
walled
με τείχη
wallet
πορτοφόλι
wallpaper
ταπετσαρία
wall unit
ντουλάπι κουζίνας
walnut
καρύδι
walnut tree
καρυδιά
waltz
βαλς
waltzer
αλογάκια
wand
μαγικό ραβδί
wander
τριγυρίζω, περιφέρομαι, περιπλανούμαι
wane
ελαττώνομαι, εξασθενίζω
wank
μαλακίζομαι, αυνανίζομαι
wanker
μαλάκας
want
έλλειψη, ανάγκη, θέλω
wanting
λείπει
wantoness
μουρνταριά
wantonness
έκλυση
war
πόλεμος
war cries
αλαλαγμός
war crimes
εγκλήματα πολέμου
ward
θάλαμος
ward off
αποκρούω, αποτρέπω
wardrobe
ντουλάπα, γκαρνταρόμπα
warehouse
αποθήκη
warfare
πόλεμος
wariness
περίσκεψη
warm
ζεστός
warm blooded
θερμόαιμος
warm-blooded
θερμόαιμος
warmly
ζεστά
warmonger
πολεμοκάπηλος
warmth
ζεστασιά
warm up
ζεσταίνω, προθέρμανση, προθερμαίνομαι
warn
προειδοποιώ
warning
προειδοποίηση
warning coloration
προειδοποιητικός χρωματισμός
war of aggression
επιθετικός πόλεμος
war of independence
πόλεμος ανεξαρτησίας
warp
διασίδι, διαστρεβλώνω
warped
διαστρεβλωμένος
warrant
ένταλμα
warrant for appearance
κλητήριο θέσπισμα
warring factions
αντιμαχόμενες φατρίες
warrior
πολεμιστής
warship
πολεμικό πλοίο
wart
κονδύλωμα
warts and all
και με τα μειονεκτήματα, ακριβώς όπως είναι
wary
προσεκτικός, προσεχτικός, επιφυλακτικός
wash
πλύνω, πλένω
wash and iron clothes
πλένω και σιδερώνω ρούχα
washbasin
νιπτήρας
wash dirty linen in public
βγάζω τα άπλυτα στην φόρα
washer
ροδέλα
washing
πλύση
washing machine
πλυντήριο ρούχων
wash the dishes
πλένω τα πιάτα
wash up
πλένω τα πίατα
wasp
σφήκα
waste
απόβλητα, λύμα, σπατάλη, σπαταλώ
waste disposal
διάθεση απορριμμάτων
wasteful
σπάταλος
waste of
σπατάλη
waste one's breath
ματαιοπονώ
waste one's time
ματαιοπονώ
waste paper basket
καλαθάκι αχρήστων
waste treatment
βιολογικός καθαρισμός
watch
φρουρά, ρολόι, βλέπω, παρακολουθώ
watch-chain
καδένα
watching
παρακολούΘηση
watch over
επιβλέπω
water
ποτίζω, ύδωρ, νερό
water closet
απόπατος
water colour
νερομπογιά
water-colour
ακουαρέλα
waterfall
καταρράκτης
waterfront
παραλία, προκυμαία
water lily
νούφαρο
waterline
ίσαλος
water pipe
σωλήνας νερού
waterproof
αδιάβροχος
water rail
νεροκοτσέλα
water resistant
αδιάβροχος
water rushed into the gap
το νερό όρμησε στο κενό
watershed
σταθμός
water skiing
θαλάσσιο σκι
watersnake
νερόφιδο
water softener
αποσκληρυντής νερού
watersports
θαλάσσια σπορ
watertightness
στεγανότητα
watery
υγρός, βουρκωμένος, νερουλός
watt
βατ
wave
κύμα
waveguide feedhorn
χοάνη τροφοδότησης κυματοδηγο
wavelength
μήκος κύματος
waver
αμφιρρέπω
wavering
που αμφιταλαντεύεται
wavy
κυματιστός, σπαστός
wax
κερί
wax eloquent
μιλώ με λυρικό τρόπο
waxwing
βομβυκίλα
way
τρόπος
waylay
διπλαρώνω
way of life
τρόπος ζωής
way of speaking
τρόπος του λέγειν
ways
δρόμοι, τρόποι
we
εμείς
we're stuck
κολλήσαμε
weak
ανίσχυρος, αδύναμος
weaken
αποδυναμώνω, αποδυναμώνομαι, εξασθενίζω
weaker
πιο αδύναμος
wealth
πλούτος, χλδή
wealthily
πλούσια
wealthy
εύπορος, ευκατάστατος, πλούσιος, πλούσι
wean
αποσπώ, σταματώ το θηλασμό, αποκόβω
weaponry
οπλισμός
wear
φορώ ήδη φορώ
wear and tear
φυσιολογική φθορά
wear a seat belt
φορώ ζώνη ασφάλειας
wear away
φθείρομαι, φθείρω
we are in the same boat
βράζουμε στο ίδιο καζάνι
we are on the air
είμαστε στον αέρα
weariness
κόπωση
wear off
περνάω, εξαφανίζομαι, εξαφανίζω
wear out
φθείρω
weary
εξαντλημένος, κουρασμένος
weather
καιρός
weathercock
ανεμοδείκτης
weather forecast
πρόβλεψη καιρού, δελτίο καιρού
weather permitting
αν το επιτρέψει ο καιρός
weave
υφαίνω
weaver
υφαντής
weaving
ύφανση
webbed
μεμβρανώδης
webbed foot
μεμβρανώδες πόδι
webbing
ούγια
webpage
ιστοσελίδα
wed
παντρεύομαι
wedding
γάμος
wedding gown
νυφικό
wedding ring
βέρα
wedge
γόμφος, σφήνα
Wednesday
Τετάρτη
we drank
ήπιαμε
wee
μικρός, κάνω τσίσα
weed
ζιζάνιο
weed out
ξεριζώνω, βγάζω
week
εβδομάδα
weekday
καθημερινή μέρα
weekend
σαββατοκύριακο
weekly
εβδομαδιαίος
weep
κλαίω
weeping
κλάμα
we flew
πετάξαμε
we had
είχαμε
weigh
έχω βάρος, ζυγίζω
weigh pros and cons
σταθμίζω
weight
βάρος
weightbearing exercise
άσκηση με βάρη
weightless
χωρίς βάρος
weight lifter
αρσιβαρίστας
weightlifting
άρση βαρών
weird
αλλόκοτος, απόκοσμος
weirdly
περιέργως
welch on
βάζω φέσι
welcome
υποδοχή, καλοδεχόμενος, καλωσορίζω
welcomer
αυτός που καλωσορίζει
weld
οξυγονοκολλώ, συγκολλώ
welded
συγκολλημένος
welfare
πρόνοια
well
πηγάδι, καλά, αναβλύζω, λοιπόν
well-being
ευεξία
well built
γεροδεμένος
well-built
γεροδεμένος
well-defined
ξεκάθαρος
well-deserved
δίκαιος
well-disposed
καλοπροαίρετος
well-disposed towards
έχοντας καλές διαθέσεις προς
well done
μπράβο
well-educated person
πανεπιστήμων
well-fitted
καλοεξοπλισμένος
well-founded
βάσιμος
well-groomed
περιποιημένος
wellhead
κεφαλή του πηγαδιού
well head
νερομάνα
wellhead body
σώμα της κεφαλής του πηγαδιού
wellingtons
γαλότσες
well intentioned
καλοπροαίρετος
well known
γνωστός, πασίγνωστος
well logs
διαγραφήσεις του πηγαδιού
well-maintained
καλά συντηρημένος
well off
εύπορος, ευκατάστατος
well placed
καλά τοποθετημένος
well shod
που φοράει καλά παπούτσια
well suited
πραγματικά κατάλληλος
well up
αναβλύζω
welsh
ουαλλικός
Welshman
ουαλλός
went
πήγα
west
δύση
westbound
με δυτική κατεύθυνση
westerly wind
δυτικός άνεμος
western
δυτικός, γουέστερν
westernize
εκδυτίζω
we stole
κλέψαμε
wet
βρεγμένος, υγρός, περιχύω, ένος
wet blanket
κρυόμπλάστρο
we threw
πετάξαμε
wet nurse
βυζάστρα
we went off the air
βγήκαμε από τον αέρα
whale
φάλαινα
whale hunting
φαλαινοθηρία
what
τί, τι
what's his line of business
με τι καταγίνεται
what's the best way to
ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος
what's the point of
τί ωφελεί να
what's the time?
τί ώρα είναι
what a pity
τι κρίμα
whatever
οτιδήποτε
whatever he says
ότι κι'αν λεει
whatever that may be
ο Θεός ξέρει τι είναι αυτό
what has been omitted
παραλειπόμενα
what is going on here?
τί συμβαίνει εδώ
whatsoever
καθόλου
what time is it?
τί ώρα είναι
what was said
λεχθέντα
wheat
σιτάρι, σίτος
wheedling
θωπεία, κολακεία
wheel
τροχός, ρόδα
wheel alignment
ευθυγράμμιση τροχών
wheelchair
αναπηρική καρέκλα
wheels
κούρσα
wheezing
ασθμαίνων
whelk
βουκίνο
when
πότε, όταν
Wild West
’γρια Δύση
Wilson's petrel
ωκεανίτης
Wilson's phalarope
αμερικανικός κολυμπότρυγγας
Winter Olympics
Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες
World Cup
παγκόσμιο κύπελλο
Yugoslav
Γιουγκοσλάβος
Yugoslavia
Γιουγκοσλαβία, Γιουγκοσλαβία
Yugoslavian
γιουγοσλαβικά