adjective
100ός
noun
βιταμίνη Α
/ɑbɑˈʒuɾ/
noun
αμπαζούρ
noun
αβάκα
/ɑ.bɑˈcys/
noun
άβακας
adjective
ad
  1. έβενος
  2. εβένινος
noun
σύμφωνο
/ɑbɑɾtmɑk/
verb
υπερβάλει
noun
υπερβολή
noun
φροντίδα
adjective
καυλωμένος
/ab.ˈdest/
noun
πλύσιμο
/ab.dyc.tœɾ/
noun
απαγωγός μυς
adjective
αλφαβητικός
adjective
άκαρπος
/ab.ˈhaz.d͡ʒa/
adjective
Abhazca
αμπχαζικά
/ab.ˈhaz.d͡ʒa/
pronoun
Abhazca
αβχαζιανά
pronoun
Αμπχαζία
noun
άβυσσος
/a.bi.jo.ɟeˈnez/
noun
αβιογένεση
adjective
αβιοτικός
noun
αφαιρετική
adjective
συνδρομητής
pronoun
ιθαγενής
noun
αψέντι
noun
απορρόφηση
adjective
παράλογος
noun
κλίμα
adverb
έτοιμο ανθυγιεινό φαγητό
adjective
παράξενος
noun
βιασύνη
adjective
βιαστικός
noun
βιασύνη
adverb
βιαστικά
pronoun
Πέρσης
noun
ατζέμ πιλάφι
adjective
  1. άπειρος
  2. ατζαμής
noun
πράκτορας
adjective
Επείγον
/ɑːˈd͡ʒil t͡ʃɯˈkɯʃ/
noun
έξοδος κινδύνου
/aˈd͡ʒuɾ/
noun
  1. ξυλάγγουρο
  2. αντζούρι
noun
επικαταλλαγή
/[ɑ.ˈd͡ʒɯ]/
adjective
ön ad
πικρός
noun
πικραμυγδαλιά
noun
λούπινο
noun
οίκτος
adjective
αδίστακτος
noun
χρένο
adjective
ανώδυνος
verb
λυπώ
noun
μετωνυμία
noun
πτώση
noun
ονοματοχώρος
noun
φυσητήρας
noun
μαυροπετρίτης
noun
αιγαιόγλαρος
noun
κουνέλι
noun
φασκόμηλο
/a.da.ˈd͡ʒɯc/
noun
coğrafya
νησάκι
/a.daː.ˈlɛt/
noun
kanunlarla herkesin kendi hakkının kullanılmasının sağlanması
δικαιοσύνη
noun
νησιώτης
noun
μανδραγόρας
/aˈdaj/
noun
υποψήφιος
noun
νομιναλισμός
pronoun
Etiyopya'ın başkenti
Αντίς Αμπέμπα
noun
ακέραιος
pronoun
Άντεν
noun
αδενίνη
/aː.ˈdiː/
adjective
âdî
πρόστυχος
noun
Ψηφιακή Εγκληµατολογία
noun
δικαστήριο
adjective
ονοματιζόμενος
noun
  1. επινεφρίνη
  2. αδρεναλίνη
noun
διεύθυνση
verb
αφήνω μια διεύθυνση
/ad.ɾi.ja.ˈtik de.ni.zi/
pronoun
Adriyatik Denizi
Αδριατική θάλασσα
noun
προσρόφηση
adjective
χωρίς όνομα
noun
παράμεσος
/ɑˈdɯm/, /ˈɑ.dɯm/
noun
βήμα
adverb
βήμα προς βήμα
noun
βηματόμετρο
adjective
αεροδυναμικός
noun
αεροδυναμική
noun
αεροπήκτωμα
noun
aerosol
αεροζόλ
noun
χάρη
adjective
αγωνιώδης
noun
ρινοδέλφινο
/affetˈmec/
verb
συγχωρώ
pronoun
  1. Αφγανός
  2. Αφγανή
pronoun
Αφγανιστάν
pronoun
Ισλαμική Δημοκρατία του Αφγανιστάν
/aːfiˈjet olsun/
expression
καλή όρεξη
noun
αφίσα
pronoun
Αφρική
pronoun
Αφρικάνος
/af.ɾi.ˈkan.d͡ʒa/
pronoun
  1. Αφρικάνικα
  2. αφρικάνικα
noun
όπιο
/a.ɡa.ˈmem.non/
pronoun
Agamemnon
Αγαμέμνονας
noun
αγνωστικισμός
noun
αγνωσία
noun
αγραφία
noun
επιθετικότητα
noun
επιθετικότητα
pronoun
Αγρίνιο
noun
αγρονόμος
pronoun
Αχαρνές
adjective
ad
  1. γνωστός
  2. σύντροφος
  3. φίλος
adjective
αρμονικός
adverb
αργός
/a:hize/
noun
ακουστικό
noun
ηθικό
adjective
ηθικός
noun
ανηθικότητα
adverb
ηθικά
noun
ηθικολόγος
/ah.ta.ˈpot/
noun
mürekkep balığı türü
χταπόδι
noun
  1. σμέουρο
  2. σμεουριά
  3. φραμπουάζ
noun
στάβλος
adjective
ξύλινος
pronoun
Αίγιο
/aː.i.ˈle/
noun
evlilik ve kan bağına dayanan birlik
οικογένεια
noun
αιλουροφοβία
verb
ανήκω
noun
πράκτορας
/a.ˈd͡ʑans/
noun
ajans
πρακτορείο
noun
αναβρασμός
adjective
αγωνιώδης
noun
  1. άσπρο
  2. λευκό
noun
λευκοκέφαλος θαλασσαετός
noun
αδενίτιδα
noun
σουσουράδα
noun
πελεκάνος
/a.ˈkad.d͡ʒa/
adjective
Akadca
ακκαδικά
noun
ακαδημία
adjective
ακαδημαϊκός
adjective
μαόνι
noun
ağma, meteor, şahap
μετέωρο
noun
σκουληκάκι
/aˈkasja/, /aˈkasjaˈlaɾ/
noun
ακακία
noun
γύπας
/ˈacd͡ʒi‿eɾ/
noun
πνεύμονας
noun
υπεζωκώς
/ˈac.de.niz/
pronoun
Akdeniz
  1. Μεσόγειος Θάλασσα
  2. Μεσόγειος
noun
υδροφόρου ορίζοντα
noun
αχάτης
adjective
πυρακτωμένος
noun
ακμή
noun
συνοδός
noun
  1. συγχορδία
  2. ακόρντο
noun
συγγενής
noun
συγγένεια
noun
συνομήλικος
noun
τραπεζική πίστωση
/ɑkˈɾɛp/
noun
  1. Scorpiones takımında yer alan eklem bacaklıların genel adı
    σκορπιός
  2. Saatin iki ibresinden küçüğü
    ωροδείκτης
noun
ακροβασία
noun
ακροβάτης
noun
ακρόπολη
noun
ακροστιχίδα
noun
προφορά
noun
εξάρτημα
noun
αξίωμα
noun
δράση
noun
άξων
noun
φτάρνισμα
noun
φτάρνισμα
noun
ανταπόκριση
noun
μεταβιβάζω
adjective
δραστήριος
noun
ακτίνη
noun
  1. actini
  2. ακτίνιο
/ak.ˈtœɾ/
noun
aktör
ηθοποιός
noun
επικαιρότητα
noun
αναλογιστής
noun
βελονισμός
noun
ακουστικός
/ɑkˈvɑɾjum/
noun
İçinde su canlılarının beslendiği camdan yapılmış kap
  1. ενυδρείο
  2. ακουάριο
adjective
υπόλευκος
noun
νόμισμα
noun
σφενδάμι
noun
σιρόπι σφενδάμου
noun
νόμισμα
noun
συσσωρευτής
noun
ροή
adjective
ευφραδής
/a.ˈkɯl/
noun
μυαλό
noun
ψυχιατρείο
/a.kɯl.ˈlɯ/
interjection
ön ad
έξυπνος
noun
έξυπνο τηλέφωνο
noun
εντάση
noun
ρεύμα
noun
ούρο
verb
χύνω
noun
ρευστό
noun
ρευστοδυναμική
noun
  1. βράδυ
  2. εσπέρα
/[ɑc.ˈʃɑm je.me.‿i]/
noun
öğün
  1. δείπνο
  2. βραδυνό
noun
πονοκέφαλος
/[ɑk.ʃɑm.sɛ.fɑː.sɯ]/
noun
Mirabilis jalapa
  1. δειλινό
  2. νυχτολούλουδο
adjective
αλμπίνος
noun
αλφισμός
/ˈal/
noun
κόκκινος
noun
πέστροφα
noun
μαυροκιρκίνεζο
noun
πέστροφα
/a.la.ˈba.ma/
pronoun
Amerika Birleşik Devletleri'nin bir eyâleti
Αλαμπάμα
noun
λυκόφως
adjective
πολύχρωμος
noun
πλατώνι
noun
κίσσα
/aˈlan/
noun
εμβαδό
/a.ˈɫan a.dɯ/
noun
  1. όνομα τομέα
  2. όνομα χώρου
noun
αγοραφοβία
noun
συναγερμός
noun
σύνταγμα
noun
άλμπατρος
noun
συνταγματάρχης
noun
άλμπουμ
noun
  1. λευκωματίνη
  2. αλβουμίνη
noun
αλδεΰδη
verb
αναμένω
adjective
αδιάφορος
/alegoˈɾi/
noun
αλληγορία
adjective
αλληγορικός
noun
αλεξία
/a.ˈɫɛm/
noun
bayrak, dikdörtgen şeklinde kumaş
σημαία
noun
διαφήμιση
noun
εργαλείο
/a.ˈɫev/
noun
alev
φλόγα
noun
φλογοβόλο
noun
κωλοφωτιά
noun
Άλφα
adjective
αλφαβητικός
/[ˈɑlɡ]/
noun
φύκι
/aɫ.ɡo.ˈɾit.ma/
noun
algoritma
αλγόριθμος
noun
αισθητότητα
adjective
αλειφατικός
pronoun
Άλιμος
pronoun
Αλκαίος
noun
αλκαλίο
noun
αλκαλοειδές
noun
αλκάνια
noun
αλκίνιο
noun
αλκοολικός
noun
αλκοολισμός
adjective
αλκοολούχος
adjective
αλκοολούχος
noun
χειροκρότημα
/aɫ.ˈɫah/
pronoun
Allah
Αλλάχ
noun
αλλοπαθητική
/alˈmak/
verb
almak
παίρνω
adjective
  1. Γερμανός
  2. γερμανικός
pronoun
milliyet
  1. Γερμανός
  2. Γερμανίδα
noun
αλμανάκ
/al.ˈman.d͡ʒa/
adjective
dil
γερμανικά
/al.ˈman.ja/
pronoun
ülke adı
Γερμανία
pronoun
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
interjection
εμπρός
noun
αλλοτροπία
noun
αλπάκα
noun
yazıda alt bölümün başlığı
υπότιτλος
noun
κάτω χείλος
noun
εναλλασσόμενο ρεύμα
adjective
  1. εναλλακτικός
  2. προαιρετικός
noun
εναλλακτήρας
adjective
εξήντα
adjective
εξήντα έν
adjective
εξήντα δύο
adjective
εξήντα τρείς
adjective
εξηκοστός
noun
υπότιτλοι
/ɑɫ.tyst/
adjective
ανάποδα
noun
  1. χρυσός
  2. χρυσάφι
noun
χρυσό μετάλλιο
noun
χρυσή τομή
noun
βασιλικό νερό
noun
βέρα
noun
ερυθροκύτταρο
adjective
  1. χαμηλός
  2. κοντός
noun
μετριοφροσύνη
verb
κατεβαίνω
adjective
γύψος
noun
γυψοσανίδα
noun
  1. αλουμίνιο
  2. αργίλιο
adjective
αποδέκτης
adjective
ηλίθιος
/a.ˈlɯm/
noun
alım
αγορά
adjective
γοητευτικός
/aɫɯn/
noun
μέτωπο
verb
αναφέρω
noun
κράταιγος
noun
αγορά
noun
συνήθεια
noun
αγοραπωλησία
adjective
ασυνήθιστος
/ˈam/
noun
am
μουνί
conjunction
αλλά
pronoun
Αμαλιάδα
interjection
α
noun
ερασιτεχνική αστρονομία
/[ɑ.ˈmɑt͡ʃ]/
noun
σκοπός
noun
συσκευαστής
noun
εμπάργκο
noun
φυσητήρας
noun
έμβλημα
/[ambuˈɫans]/
noun
ασθενοφόρο
interjection
ad
θείος
noun
χειρουργείο
/a.me.ˈɾi.ka/
pronoun
kıta
Αμερική
/a.me.ˈɾi.ka biɾ.ɫe.ˈʃik dev.ɫet.ɫe.ɾi/
pronoun
Amerika Birleşik Devletleri
  1. Ηνωμένες Πολιτείες τής Αμερικής
  2. Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής
/a.me.ɾi.ˈcan sa.mo.a.sɯ/
pronoun
Amerikan Samoası
  1. Αμερικανική Σαμόα
  2. Αμερικανικές Σαμόα
/ˈa.me.taɫ/
noun
αμέταλλο
noun
ναύαρχος
/[amiˈɾaɫ ɟemiˈsi]/
noun
ναυαρχίδα
noun
ναυαρχείο
noun
Αμμάν
noun
αμμώνιο
noun
αμορτισέρ
pronoun
Αμπελόκηποι
noun
αμπέρ
noun
αμπερόμετρο
noun
ακρωτηριασμός
pronoun
  1. Άμστερνταμ
  2. Αμστελόδαμο
/ˈan/
noun
zaman
στιγμή
/aː.ˈna/
interjection
ana
κύριος
noun
γονείς
/aˈna dili/
noun
μητρική γλώσσα
noun
πατρίδα
noun
πατρίδα
noun
μητρική εταιρεία
pronoun
Ναύπλιο
/aˈna.do.lu/
pronoun
Anadolu
Ανατολία
noun
δίνη
noun
ανάγραμμα
/a.nah.ˈtaɾ/
noun
κλειδί
noun
κλειδαρότρυπα
/a.nah.ˈtaɾ ce.ɫi.me/
noun
anahtar kelime
κλειδολέξη
noun
κλειδολέξη
noun
μητρική κάρτα
noun
Ανακρέων
/a.na.kɾo.ˈnik/
adjective
αναχρονιστικός
/a.na.kɾoˈnizm/
noun
anakronizm
  1. αναχρονισμός
  2. ἀναχρονισμός
adjective
πρωκτικός
noun
αναλυτής
adjective
αναλυτικός
noun
αναλυτική γεωμετρία
/anaˈliz/
noun
ανάλυση
noun
αναλυτής
noun
κεφαλαιοκράτης
/ɑ.nɑˈnɑs/
noun
ανανάς
noun
νηπιαγωγείο
noun
κεφάλαιο
noun
αναρχία
noun
αναρχικός
noun
αναρχισμός
noun
γλυκάνισο
pronoun
Ανατολή
noun
ανατομία
noun
ανατόμος
/aˈlaɾjas/
noun
σύνταγμα
/[an.ˈdʒak]/
adverb
μόνο
/an.ˈdoɾ.ɾa/
pronoun
Andorra
  1. Ανδόρα
  2. Ανdόρρa
  3. Ανδόρρα
pronoun
Πριγκιπάτο της Ανδόρας
pronoun
Ανδορρανός
noun
ανδρογόνο
verb
μοιάζω
noun
ανέκδοτο
/a.nev.ˈɾiz.ma/
noun
anevrizma
ανεύρυσμα
pronoun
Αγγαράς
pronoun
  1. Αγκόλα
  2. Ανγκόλα
pronoun
Δημοκρατία της Αγκόλας
pronoun
Ανγκολέζα
adjective
ξαφνικός
noun
απεικόνιση
noun
εμπνευστής
noun
κυνάγχη
/ˈaŋ.ka.ra/
pronoun
şehir adı
Άγκυρα
noun
αγκύλωση
noun
άγχος
noun
νόημα
noun
αποσαφήνιση
noun
σημασιολογία
verb
  1. καταλαβαίνω
  2. κατανοώ
verb
διηγούμαι
noun
αφηγητής
/anlaˈtɯm/
noun
έκφραση
/ɑnɫɑˈjɯʃ/
noun
κατανόηση
noun
καταλλαγή
noun
ιντελεκτουαλισμός
noun
Çocuğu olan kadın
  1. μητέρα
  2. μαμά
  3. μάνα
noun
μητρότητα
pronoun
Άνω Λιόσια
adjective
ανώνυμος
/a.no.ˈnim ʃiɾ.cet/
noun
anonim şirket
ανώνυμη εταιρεία
noun
εγκυκλοπαίδεια
noun
όρκος
verb
ορκίζομαι
/ant.aɾc.ˈtic/
adjective
antarktik
ανταρκτικός
pronoun
Ανταρκτική
noun
κεραία
noun
αντιβιοτικό
/an.tiˈfon/
noun
αντίφωνο
/an.ˈtiː.ɡu.a/
pronoun
Antigua
Αντίγκουα
/an.ˈtiː.ɡu.a ve baɾ.ˈbuː.da/
pronoun
Antigua ve Barbuda
Αντίγκουα και Μπαρμπούντα
adjective
αντίκα
/an.ti.ˈcoɾ/
noun
αντίσωμα
noun
αντιλόπη
noun
αντικυκλώνας
noun
αντίθεση
noun
ανθολογία
noun
είσοδος
/[ɑn.tɾɛn.ˈmɑn]/
noun
προπόνηση
noun
αποθήκη
noun
ανθρωπολόγος
noun
ανθρωπολογία
noun
ανθρωπομορφισμός
noun
ανιόν
noun
πρωκτός
/a.ˈnɯ/, /aː.ˈnɯ/
noun
anı
μνήμη
adjective
έτοιμος
verb
θυμίζω
noun
μνημείο
/a.ˈnɯt.ca.biɾ/
pronoun
Anıtkabir
Ανίτκαμπιρ
noun
καλαμιά
noun
αορτή
noun
σκωληκοειδής απόφυση
noun
σκωληκοειδίτιδα
noun
διαμέρισμα
noun
απατίτης
/[a.pe.ɾi.ˈtif]/
noun
ορεκτικό
pronoun
Απόλλων
noun
απόστολος
noun
απόστημα
noun
en kısa mat
ματ των ανόητων
/[ɑ.ˈɾɑ]/
noun
διάλειμμα
adverb
κάπου κάπου
/ɑ.ɾɑ.ˈbɑ/
adjective
taşıt
  1. αυτοκίνητο
  2. αμάξι
/aɾabaˈd͡ʒɯ/
noun
αμαξάς
noun
ενδιάμεση μνήμη
noun
αραβούργημα
/a.ɾa.bis.ˈtan/
pronoun
ülkeler
Αραβία
pronoun
αραγονικά
noun
αρχιπέλαγος
/[ɑ.ɾɑ.ˈlɯc]/
noun
aylar
  1. Δεκέμβριος
  2. Δεκέμβρης
noun
μηχανή εύρεσης, ευρετήριο, ψαχτήρι
verb
bulmaya çalışmak
  1. ζητώ
  2. ψάχνω
/a.ɾa.ˈmiː.d͡ʒe/
pronoun
Aramice
Αραμαϊκή
/a.ˈɾap.t͡ʃa/
adjective
Arapça
  1. αραβικά
  2. Αραβικά
/aɾasɯnˈda/
adposition
ανάμεσα
/a.ˈɾa.jyz/
noun
διεπαφή
/a.ˈɾat͡ʃ/
noun
όχημα
noun
οργανική
/[ɑ.ɾɑʃ.tɯɾ.ˈmɑ]/, /[ɑ.ɾɑʃ.ˈtɯɾ.mɑ]/
verb
έρευνα
/[ɑ.ɾɑʃ.tɯɾ.mɑ.ˈd͡ʒɯ]/
noun
araştırmacı
ερευνητής
noun
ερευνητής
noun
  1. γιουνίπερος
  2. άρκευθος
noun
τσιχλαηδόνι
noun
τσίχλα
pronoun
Άρης
noun
υφάδι
noun
αργκό
noun
αργό
pronoun
Άργος
pronoun
Αργοστόλι
noun
Αριάδνη
noun
αριθμητική
noun
μέσος όρος
pronoun
Αργεντινή
pronoun
Αργεντινή Δημοκρατία
/aɾˈka/
adjective
  1. ad
    πίσω πλευρά
  2. ön ad
    πισινός
noun
βάθος
adverb
πίσω
/aɾ.ka.ˈdaʃ/, /aɾ.ˈka.daʃ/
noun
φίλος
/aɾc.ˈtic/
adjective
arktik
αρκτικός
/aɾc.ˈtic oc.ja.nu.ˈsu/
pronoun
Arktik Okyanusu
Αρκτικός Ωκεανός
pronoun
Αρκτική
noun
εθνόσημο
noun
εραλδική
adjective
αρμονικός
/aɾ.ˈmut/
noun
armut
  1. αχλάδι
  2. απίδι
/aɾ.na.ˈvut/
noun
Arnavut
  1. Αλβανός
  2. αλβανικός
/aɾ.na.vut.ˈluc/
pronoun
ülke
Αλβανία
pronoun
Δημοκρατία της Αλβανίας
/aɾnaˈvutt͡ʃa/
pronoun
  1. αλβανικά
  2. Αλβανικά
noun
άρωμα
noun
άρπα
noun
κριθάρι
noun
μᾶζα
noun
ακίνητο
noun
αρσενικό
adjective
θρασύς
pronoun
Αρτέμιδα
noun
αρτεσιανός
verb
αβγατίζω
noun
οστεοαρθρίτιδα
noun
συν
noun
πλεόνασμα
noun
δίσεκτο έτος
noun
μελωδία
pronoun
Αργυρούπολη
noun
επιθυμία
verb
επιθυμώ
/a.ˈɾɯ/
noun
zar kanatlılar
μέλισσα
noun
καολίνης
noun
κυψέλη
noun
μελισσοφάγος
noun
μελισσοκόμος
noun
μελισσοκομία
noun
απορρυπαντικό
/aɾ.ʃi.ˈdyk/
noun
arşidük
αρχιδούκας
noun
αρχείο
noun
αρχειοφύλακας
noun
άσος
/a.ˈsal sa.jɯ/
noun
asal sayı
πρώτος αριθμός
noun
παράσιτο
noun
παρασιτισμός
noun
  1. ασανσέρ
  2. ανελκυστήρας
/[asˈbest]/
noun
αμίαντος
/ˈɑsɛcsyel/
noun
  1. άγαμος
  2. άφυλος
noun
οξικό οξύ
noun
ακετόνη
adjective
άσφαλτος
noun
Asfaltlama
  1. ασφάλτωση
  2. ασφαλτόστρωση
adjective
ελάχιστος
noun
κατώτατος μισθός
adjective
ανυπότακτος
verb
αφομοιώνω
noun
ασύμπτωτη
noun
οξύ
/as.ˈcer/
adjective
ad
στρατιώτης
/[asˈcæɾ katʃaˈɯ]/
noun
λιποτάκτης
/as.ceɾ.ˈɫic/
noun
θητεία
/as.ce.ˈriː/
adjective
askerî
  1. στρατιωτικός
  2. πολεμικός
noun
κρεμάστρα
/as.ˈla/, /ˈas.laː/
adverb
asla
ποτέ
/asˈlan/
pronoun
Λέων
/asˈɫan/
noun
λιοντάρι
noun
σκυλάκι
adverb
βασικά
adjective
άμπελος
noun
φυλοξήρα
noun
ημιόροφος
noun
λουκέτο
noun
κρεμαστή γέφυρα
noun
ασπιρίνη
pronoun
Ασπρόπυργος
noun
φόδρα
noun
άστατο
/as.te.ɾo.ˈit/
noun
asteroit
αστεροειδής
noun
αστροφυσική
noun
αστροφυσικός
/astɾoˈlog/
noun
αστρολόγος
noun
αστρολογία
/as.tɾo.no.ˈmi/
noun
astronomi
αστρονομία
adjective
αστρονομικός
noun
αστροναύτης
noun
υπαξιωματικός
/asˈjtuɾjas/, /asˈtuɾjasˈlaɾ/
pronoun
Αστούριες
noun
άσθμα
/ˈas.ja/
pronoun
kıta
Ασία
/ˈas.ja.lɯ/
adjective
Asyalı
Ασιάτης
/ˈas.ja.lɯ/
pronoun
Asyalı
Ασιάτης
noun
προέλευση
noun
αιώνας
/[ˈɑt̪]/
noun
  1. atgiller
    1. άλογο
    2. ίππος
  2. satranç
    ίππος
noun
αγριοκαστανιά
noun
αταραξία
noun
πάλσαρ
noun
αρτηρία
/a.ˈta.sø.zy/
noun
dil bilimde söz türü
παροιμία
/a.ˈta.tyɾc/
pronoun
Atatürk
Ατατούρκ
noun
συνδετήρας
/[ɑ.ˈtɛʃ]/
noun
  1. φωτιά
  2. πυρετός
noun
δηλόνιξ η βασιλική
noun
πυγολαμπίδα
noun
σαρδέλα
noun
  1. πυροβόλο
  2. πυροβόλο όπλο
noun
θερμαστής
pronoun
Αθηνά
pronoun
Αθήνα
/ɑtinɑˈɫɯ/
pronoun
  1. Αθηναία
  2. Αθηναίος
  3. πρωτευουσιάνα
  4. πρωτευουσιάνος
noun
εκουιζέτο
verb
πηδώ
/at.ɫan.ˈtic oc.ja.nu.su/
pronoun
Atlantik Okyanusu
Ατλαντικός Ωκεανός
noun
αθλητής
/ɑtˈɫɯkɑɾɯnˈd͡ʒɑ/
noun
καρουζέλ
noun
γεράκι
verb
ρίχνω
noun
ατμόσφαιρα
adjective
ατμοσφαιρικός
noun
άτομο
noun
ατομική βόμβα
noun
ατομική φυσική
noun
ατομικός αριθμός
noun
ατομική θεωρία
noun
πυρήνας ατόμου
adjective
ατομικός
/a.tøl.je/
noun
εργαστήριο
adjective
απόρριμμα
noun
βόρειο σέλας
/ˈɑv/
noun
avlama
  1. κυνήγι
  2. θήρα
noun
κυνηγόσκυλο
noun
κυνηγετικό όπλο
/a.van.ˈtaʒ/
noun
avantaj
πλεονέκτημα
/a.vɑn.tyɾ/
adjective
περιπέτεια
noun
κυνηγός
noun
Αβινιόν
noun
αυλή
noun
αβοκάντο
pronoun
Ευρασία
noun
γυναίκα
/ˈav.ɾo/
noun
avro
ευρώ
/[ɑv.ˈɾu.pɑ]/
pronoun
Avrupa
Ευρώπη
/av.ˈɾu.pa biɾ.ɫi.ˈ‿i/
pronoun
Avrupa Birliği
Ευρωπαϊκή Ένωση
/av.ˈɾu.pa biɾ.ɫi.ˈ‿i baʃ.can.ˈlaɾ kon.se.ˈji/
pronoun
Avrupa Birliği Bakanlar Konseyi
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
/av.ˈɾu.pa dev.ɫet ve hy.kʲuː.met baʃ.can.la.ˈɾɯ kon.se.ˈji/
pronoun
Avrupa Devlet ve Hükûmet Başkanları Konseyi
Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
/av.ˈɾu.pa kon.se.ˈji/
pronoun
Avrupa Konseyi
Συμβούλιο της Ευρώπης
pronoun
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
adjective
Ευρωπαία
/[ɑv.ˈɾu.pɑ.mɛɾ.kɛz.d͡ʒɪ.ˈɫɪk]/
noun
Avrupamerkezcilik
ευρωκεντρισμός
/a.vu.ˈcat/
noun
avukat
  1. δικηγόρος
  2. συνήγορος
pronoun
Αυστραλία
adjective
Αυστραλέζα
/a.vus.ˈtuɾ.ja/
pronoun
Avusturya
Αυστρία
/a.vus.ˈtuɾ.ja d͡ʒum.huː.ɾi.je.ˈti/
pronoun
Avusturya
Δημοκρατία της Αυστρίας
/a.vus.ˈtuɾ.ja.ˈlɯ/
pronoun
Avusturyalı
Αυστριακός
verb
παρηγορώ
/[ˈɑj]/
pronoun
Dünya'nın uydusu
  1. }}
  2. Σελήνη
/ˈɑj/
noun
ay
  1. φεγγάρι
  2. δορυφόρος
  3. Σελήνη
  4. μήνας
noun
Πρόσωπο στη Σελήνη
noun
σεληνάκατος
noun
έκλειψη Σελήνης
noun
κρουασάν
noun
σεληνόφως
noun
παλάμη
pronoun
Αγία Παρασκευή
pronoun
Αγία Βαρβάρα
/[ɑ.ˈjɑk]/
noun
  1. πόδι
  2. οπλή
noun
αστράγαλος
noun
πόδι αθλητή
noun
δάχτυλο του ποδιού
/a.ˈjac.ca.bɯ/
noun
παπούτσι
noun
τσαγκάρης
pronoun
Άγιος Νικόλαος
noun
έμμηνος κύκλος
/aj.dɯn.ˈlɯc/
adjective
φωτεινός
/aj.dɯn.ˈlɯc/
noun
φως
noun
επιβήτορας
noun
συσκευή
pronoun
Άγιοι Ανάργυροι
adjective
ανώμαλος
adjective
άεργος
adjective
μηνιαίος
adjective
έμμισθος
/aj.ˈma.ɾa.d͡ʒa/
pronoun
Aymaraca
Αϊμαρά
/ajˈna/
adjective
  1. καθρέφτης
  2. κάτοπτρο
adposition
  1. ακριβώς
  2. επακριβώς
pronoun
ίδιος
/[aj.nɯ.seˈfa]/
noun
καλέντουλα
pronoun
Άγιος Δημήτριος
pronoun
Άγιος Στέφανος
pronoun
Άγιος Ιωάννης Ρέντη
noun
  1. αριάνι
  2. αϊράνι
noun
άγκιστρο
/ɑjˈɾɯ/
adjective
ξεχωριστός
/ɑjˈɾɯ ɑjˈɾɯ/
adjective
χωριστά
noun
αγριάδα
noun
διαφορά
noun
διάκριση
noun
λεπτομέρεια
adjective
  1. λεπτομερής
  2. διεξοδικός
/aj.ˈva/
noun
  1. κυδωνιά
  2. κυδώνι
/ˈaj.t͡ʃi.t͡ʃe.‿i/
noun
bitki türü
ηλίανθος
/ˈɑjt͡ʃit͡ʃɛː‿ˈi jɑː‿ˈɯ/
noun
ηλιέλαιο
noun
φώκια
adjective
νηφάλιος
/aˈjɯp/
noun
ντροπή
verb
διακρίνομαι
/ˈaz/
verb
Nicelik bildiren sıfat
λίγος
pronoun
Αζοφική θάλασσα
verb
λιγοστεύω
/aː.zeɾ.baj.dʒan/
pronoun
Αζερμπαϊτζάν
pronoun
Αζερμπαϊτζανική Δημοκρατία
pronoun
αζέρικος
/ˈazimut/
noun
αζιμούθιο
pronoun
Αζόρες
noun
άζωτο
/[ˈɑt͡ʃ]/
verb
aç
  1. νηστικός
  2. πεινασμένος
/ɑt͡ʃ kɑɾnɯˈnɑ/
adverb
mide boşken
με άδειο στομάχι
noun
αζαλέα
noun
κλειδί
noun
αζαλέα
adjective
άπληστος
noun
απληστία
noun
πείνα
/[ɑt͡ʃˈmɑk]/
verb
ανοίγω
noun
  1. δημοπρασία
  2. πλειστηριασμός
/a.ˈt͡ʃɯc caj.nac/
noun
ανοικτός κώδικας
noun
ανοικτό σύστημα
noun
εξήγηση
verb
εξηγώ
/[ɑˈt͡ʃɯkt͡ʃa]/
adverb
φυσικά
verb
ερμηνεύω
noun
έναρξη
/ˈɑː/
noun
örgü
δίκτυο
/ˈa‿ get͡ʃitleˈɾi/, /ˈa‿ get͡ʃiˈdi/
noun
πύλη δικτύου
noun
τοπολογία δικτύου
/a.ˈ‿a.bej/
interjection
ağabey
αδελφός
/aˈat͡ʃ/
adjective
bitki türü
  1. δέντρο
  2. δένδρο
noun
φλοιός
noun
κιτριά
noun
  1. δενδροκούναβο
  2. καθαροκούναβο
noun
δενδροσπουργίτι
noun
δρυοκολάπτης
adjective
δασώδης
noun
θάμνος
noun
κλάμα
/a‿.la.ˈma du.vɑ.ˈɾɯ/
pronoun
Ağlama Duvarı
Δυτικό Τείχος
verb
κλαίω
noun
τραγωδία
/[ɑ‿.ˈɾɯ]/
noun
fizyoloji
πόνος
adjective
επώδυνος
adjective
ανώδυνος
noun
Αύγουστος
noun
γρύλος
noun
  1. πικροδάφνη
  2. ροδοδάφνη
noun
κώνειο
noun
μαντρί
adjective
τοξικός
adverb
  1. ön ad
  2. belirteç
βαρύς
noun
βαρύ ύδωρ
idiom
ağır yaralanmak
τραυματίζομαι σοβαρά
adjective
σοβαρός
noun
φλεγματικός
noun
βάρος
/ɑ.ˈ‿ɯz/
noun
στόμα
noun
βαθμός
noun
ιεραρχία
adverb
κάτω
/a.ʃa.ˈ‿ɯ a.vus.tuɾ.ja/
pronoun
Aşağı Avusturya
Κάτω Αυστρία
pronoun
Κάτω Αίγυπτος
pronoun
Σορβικά
/[ˈaʃc]/
noun
  1. αγάπη
  2. έρωτας
/ˈaʃ.ce.lon/
pronoun
Aşkelon
Ασχαλων
noun
  1. μάγειρας
  2. μαγείρεμα
noun
μαγειρική
noun
εμβόλιο
noun
αστράγαλος
noun
εμβολιασμός
adjective
διαβρωτικός
noun
λογοκλοπή
verb
αποκρύπτω
noun
αναφυλαξία
/[baˈba]/
noun
  1. πατέρας
  2. μπαμπάς
  3. πάτερ
  4. πατήρ
noun
γιαγιά
noun
  1. μπαμπάκας
  2. πατερούλης
noun
  1. ιστός
  2. κατάρτι
  3. ξάρτι
noun
πατρότητα
noun
μετριοφροσύνη
/ˈba:bil/, /ˈba:bilˈleɾ/
pronoun
Βαβυλώνα
noun
  1. καπνοδόχος
  2. φουγάρο
/ba.ˈd͡ʒac/
noun
anatomi
πόδι
noun
μπατζανάκης
noun
  1. αμύγδαλο
  2. μύγδαλο
noun
αμυγδαλή
noun
σωματοφύλακας
noun
αποσκευές
noun
μπαγκέτα
pronoun
Μπαχάμες
noun
αφορμή
noun
άνοιξη
noun
  1. μπαχαρικό
  2. καρύκευμα
adjective
καρυκευμένος
adjective
καρυκευμένος
pronoun
Μπαχρέιν
/[bahˈɾejn kɾaɫɫɯː]/
pronoun
Βασίλειο του Μπαχρέιν
/bah.ˈt͡ʃe/
noun
  1. κήπος
  2. μπαξές
  3. περιβόλι
noun
κηπουρός
noun
  1. μπαξίσι
  2. φακελάκι
noun
υπουργός
noun
υπουργείο
noun
μπακάλαινα
noun
κουκί
/baklaˈva/
noun
μπακλαβάς
verb
  1. βλέπω
  2. κοιτάζω
noun
μικρόβια
noun
βακτηριοφάγος
noun
μικροβιολογος
pronoun
Μπακού
noun
επιμέλεια
noun
  1. χαλκός
  2. μπακίρι
noun
χαλκοπλάστης
adjective
ασύμμετρος
/[ˈbäɫ̪]/
noun
arıcılık, yiyecekler
μέλι
noun
κολοκύθα
noun
μελισσοκέρι
noun
μπαλαλάικα
noun
γάμπα
noun
περόνη
/bal.ˈdɯz/
noun
baldız
κουνιάδα
noun
μπαλέτο
pronoun
Βαλεαρίδες Νήσοι
noun
μπαλαρίνα
/ba.ˈli.na/
noun
φάλαινα
noun
βλητική
pronoun
Βαλκανική χερσόνησος
noun
μπαλκόνι
noun
τσεκούρι
adjective
βαλτικός
pronoun
Βαλτική Θάλασσα
noun
άργιλος
adjective
αργιλώδης
pronoun
Ιχθύες
/bɑˈɫɯk/
noun
  1. ψάρι
  2. ιχθύς
noun
ιχθυολογία
noun
αλιάετος
noun
αυγοτάραχα
/bɑˈɫɯk t͡ʃɔɾbɑˈsɯ/
noun
ψαρόσουπα
noun
αλιεία
/ˈbambu/
adjective
μπαμπού
noun
μπάμια
adjective
μπανάλ
pronoun
Μπανγκόκ
pronoun
  1. Μπανγκλαντές
  2. Μπαγκλαντές
/[baŋɡɫaˈdeʃ haɫk dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Λαϊκή Δημοκρατία του Μπανγκλαντές
pronoun
Μπανγκλαντεσιανή
noun
μπάντζο
noun
πάγκος
/ban.ˈca/, /ˈban.ca/
noun
bankacılık, finans
τράπεζα
noun
  1. λουτρό
  2. μπάνιο
/[bɑɳˈjɔ cœpyː‿ˈy]/
noun
αφρόλουτρο
noun
μπαομπάμπ
noun
  1. πόρτα
  2. πύλη
noun
φράγμα
pronoun
Μπαρμπάντος
/[bɑɾˈbɑɾ]/
adjective
  1. βάρβαρος
  2. βαρβαρικός
pronoun
Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα
/[bɑɾ.ˈbuɳ.jɑ]/
noun
μπαρμπούνι
adjective
ποτήρι
noun
μπάρμαν
noun
βαρόμετρο
noun
βαρυόνιο
/ba.ˈɾɯʃ/
noun
ειρήνη
/bɑɾɯʃ ʧʋbʋɰʋ/
noun
πίπα της ειρήνης
/ˈbas/
noun
ήχος χαμηλής κλίμακας
noun
βαθμίδα
noun
κατανόηση
adjective
  1. απλός
  2. εύκολος
adverb
απλά
noun
καλαθοσφαίριση
/ˈbask.ˈt͡ʃa/
pronoun
Baskça
  1. βασκικά
  2. Βασκικά
verb
πατώ
pronoun
Βασόρα
pronoun
Περσικός Κόλπος
noun
μπαστούνι
/baˈsɯ/
noun
έκδοση
noun
τυπογραφείο
noun
πίεση
adjective
ad
έλος
noun
έλος
verb
βυθίζω
noun
πλευστότητα
/bat.taː.ni.ˈje/
noun
κουβέρτα
/ba.ˈtɯ/
noun
yönler
δύση
/ba.ˈtɯ al.man.ja/
pronoun
Δυτική Γερμανία
pronoun
Δυτική Ασία
pronoun
Δυτική Ευρώπη
pronoun
Δυτική Σαχάρα
noun
βαλίτσα
pronoun
Βαυαρία
noun
κίσσα
noun
ξεφτέρι
noun
βραχοκιρκίνεζο
noun
κοράκι
noun
λαβράκι
noun
τυτώ
noun
bayağı puhu
μπούφος
noun
φασιανός
noun
ψαρόνι
noun
Γερανός
noun
γατόψαρο
noun
γερακίνα
/bajˈkuʃ/
noun
  1. κουκουβάγια
  2. μπούφος
noun
Bayrak, dikdörtgen biçiminde kumaş
σημαία
noun
κοντάρι σημαίας
/baj.ˈɾam/
noun
sosyal etkinlik
γιορτή
noun
δυφιοοκτάδα
verb
λιποθυμώ
noun
βάση
noun
βασάλτης
/baːzen/
adverb
ενίοτε
noun
βασιλική
/ba.ˈzu.ca/
noun
bazuka
μπαζούκα
adjective
μερικά
/[ˈbɑ‿]/
noun
ziraat
αμπέλι
pronoun
Βαγδάτη
noun
συμφραζόμενα
/ba‿.la.ˈma/, /ba‿.ˈla.ma/
verb
bağlama
σάζι
/ba‿.la.ˈmac/
verb
δένω
noun
σύνδεσμος
noun
δεσμός
noun
μισαλλοδοξία
adjective
εξαρτημένος
noun
εξάρτηση
/ba.‿ɯm.ˈsɯz/
adjective
ανεξάρτητος
/ba.‿ɯm.ˈsɯz/
noun
ανεξάρτητος
/ba.‿ɯm.ˈsɯz dev.ɫet.ˈɫeɾ top.lu.lu.ˈ‿u/
pronoun
Bağımsız Devletler Topluluğu
Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών
verb
έντερο
noun
δωρεά
verb
συγχωρώ
/[bɑ.‿ɯ.ʃɯc.ˈlɯc]/
noun
bağışıklık
ανοσία
/[bɑ.ɣɯ.ʃɯk.ˈɫɯk sɪs.tɛ.mɪ]/
noun
ανοσοποιητικό
/[ˈbɑʃ]/
noun
baş
  1. κεφάλι
  2. κεφαλή
pronoun
Παρθένος
noun
επιτυχία
adjective
επιτυχημένος
noun
η αποτυχία
noun
  1. πρωθυπουργός
  2. πρωθυπουργίνα
/baʃ.ˈka/
adjective
başka
διαφορετικός
/bɑʃˈkɑn/
noun
πρόεδρος
verb
αρχίζω
noun
αρχή
/bɑʃ.ɫɯk/
noun
επικεφαλίδα
noun
αντίχειρας
/ˈbaʃpiskopos/
noun
αρχιεπίσκοπος
noun
ηγούμενος
noun
αναρχία
noun
παπαδίτσα
adposition
για κάθε
/[bɛ.ˈbɛk̚]/
interjection
  1. μωρό
  2. βρέφος
/bɛˈbɛc ɑɾɑbɑˈsɯ/
noun
καροτσάκι
noun
επιδεξιότητα
adjective
άχρηστος
noun
καταριέμαι
noun
σώμα
noun
κτηνοβασία
noun
μπεζ
noun
αίθουσα αναμονής
/bec.leˈmec/
verb
bilmek
περιμένω
adjective
απροσδόκητος
/bɛcˈɾiː/
adjective
  1. μπέκρω
  2. μπεκρής
  3. μπεκρού
noun
φραγκοστάφυλο
/be.ˈkʲaɾ/
noun
evlenmemiş kimse
  1. εργένης
  2. μπεκιάρης
noun
μέση
/beˈlaː/
noun
μπελάς
pronoun
Δημοκρατία της Λευκορωσίας
/belediˈje/
noun
δήμος
noun
έγγραφο
noun
τεκμηρίωση
adjective
ντοκιμαντέρ
adjective
αιτιοκρατικός
noun
οριστικό άρθρο
/beliɾˈtet͡ʃ/
noun
επίρρημα
noun
σύμπτωμα
noun
έμβλημα
noun
ορίζουσα
noun
αιτιατική
/be.ɫiɾt.ˈme haː.ɫi/
noun
αιτιατική
verb
διατυπώνω
noun
αξίωμα
/bɛlˈci/
adverb
ίσως
/bɛlˈci/
conjunction
μήπως
/beɫ.ˈɫek/
noun
μνήμη
noun
  1. βλεννόρροια
  2. γονόρροια
pronoun
Βέλγιο
/[bælˈtʃika kɾaɫɫɯː]/
pronoun
Βασίλειο του Βελγίου
pronoun
Βέλγος
noun
ύφεση
adjective
εγωκεντρικός
/benˈdʒil/
adjective
εγωιστής
/be.ne.ˈlyks/
pronoun
Benelüks
Μπενελούξ
pronoun
Όρμος της Βεγγάλης
pronoun
βεγγαλική γλώσσα
pronoun
Μπενίν
verb
μοιάζω
noun
βενζόλιο
pronoun
μάλιστα
adjective
μοναδικός
/benzin/
noun
βενζίνη
noun
βενζινάδικο
noun
βενζινοκινητήρας
adverb
μαζί
noun
κουρέας
noun
μπερές
noun
περγαμότο
adposition
έκτοτε
/ˈbeɾ.ɫin/
pronoun
Berlin
Βερολίνο
/ˈbeɾ.ɫin du.vɑ.ˈɾɯ/
pronoun
Berlin Duvarı
Τείχος του Βερολίνου
pronoun
Βερμούδες
pronoun
Βέρνη
noun
Coğrafya
ισθμός
noun
τροφή
/bes.ɫe.ˈmec/
verb
beslemek
ταΐζω
noun
διατροφή
noun
  1. σκυρόδεμα
  2. μπετόν
  3. τσιμέντο
noun
οπλισμένο σκυρόδεμα
/ˈbej/
noun
κύριε
noun
ανακοίνωση
noun
δήλωση
adjective
  1. λευκός
  2. άσπρος
pronoun
Λευκορωσία
/beˈjaz ɾust͡ʃa/
pronoun
λευκορωσικά
noun
κύριος
noun
  1. άλογο
  2. ίππος
/be.ˈjin/
noun
anatomi
  1. μυαλό
  2. εγκέφαλος
/bɛˈjin ɟœˈt͡ʃy/
noun
διαρροή εγκεφάλων
/ˈbej.ɾut/
pronoun
Beyrut
Βηρυτός
noun
  1. αρακάς
  2. μπιζέλι
verb
αγαπώ
/ˈbeʃ/
adjective
beş
  1. πέντε
  2. ε΄
/ˈbeʃ/
noun
ad
πέντε
/ˈbeʃ jyz/
adjective
sayı
πεντακόσια
adjective
πέμπτος
noun
δίαθλο
/[biˈbæɾ]/
noun
πιπεριά
noun
δεντρολίβανο
noun
μπικίνι
noun
μπιλιάρδο
/bildiɾˈme kipleˈɾi/, /bildiɾˈme kiˈpi/
noun
οριστική έγκλιση
verb
πληροφορώ
noun
καρπός
noun
εισιτήριο
noun
βραχιόλι
noun
ακόνι
noun
εξάρτημα
noun
ένωση
adjective
σοφός
adverb
σοφά
/bil.ˈɡi/
noun
γνώση
noun
πληροφορική
/[bilɟisaˈjaɾ]/
noun
  1. υπολογιστής
  2. κομπιούτερ
  3. ηλεκτρονικός
noun
δίκτυο υπολογιστών
noun
πληροφορική
noun
μηχανική υπολογιστών
noun
υπολογιστικό πρόγραμμα
/bi.ˈɫim/
noun
επιστήμη
noun
επιστημονικός κλάδος
noun
επιστημονική φαντασία
adjective
επιστημονικός
adjective
γνωστός
/bi.ˈɫint͡ʃ/
noun
συνείδηση
adjective
  1. ασυνείδητο
  2. υποσυνείδητος
  3. υποσυνείδητο
noun
ειδήμων
noun
πληροφορική
noun
πληροφορική
/bilˈmec/
verb
  1. γνωρίζω
  2. ξέρω
/bi.ˈnaː/
noun
mimarlık
κτίριο
noun
ταγματάρχης
noun
ιππασία
adjective
χιλιοστός
noun
χιλιετία
/ˈbir/
adjective
sayı
  1. ένα
  2. ένας
/ˈbir/
noun
sembol
  1. ένα
  2. ένας
adjective
μονοκύτταρος
/biɾ‿ˈʃɛj/
pronoun
κάτι
noun
  1. μπίρα
  2. μπύρα
  3. ζύθος
pronoun
αλλήλων
noun
άτομο
noun
ατομοκρατία
/ˈbi.ɾi/
pronoun
κάτι
/bi.ˈɾim/, /ˈbi.ɾim/
noun
  1. ενικός
  2. μονάδα
/bi.ɾin.ˈd͡ʒi/
adjective
birinci
πρώτος
adjective
πρώτη τάξη
adjective
πρώτος
/biɾ.ɫe.ʃik a.ˈɾap e.miɾ.ɫic.ɫe.ɾi/
pronoun
Birleşik Arap Emirlikleri
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
/biɾ.ɫe.ˈʃik kɾal.lɯc/
pronoun
ülke
Ηνωμένο Βασίλειο
/biɾleˈʃic søzd͡ʒyc/, /biɾleˈʃic søzd͡ʒycˈleɾ/
noun
σύμμειγμα
verb
συνδυάζω
/ˈbiɾ.ɫeʃ.ˈmiʃ miɫ.ɫet.ˈɫeɾ/
pronoun
Birleşmiş Milletler
Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών
/biɾ.ˈlic/
noun
µονοειδές
adverb
μαζί
noun
αμφιφυλόφιλος
noun
ποδήλατο
noun
μπισκότο
/bit ɔˈtu/
noun
  1. αγριοσταφίδα
  2. κονιδοβότανο
  3. ψειριάρικη
  4. ψειρόχορτο
noun
κατάληξη
/biˈtinja/
pronoun
Βιθυνία
verb
τελειώνω
adjective
συνεχόμενος
noun
φυτό
noun
βοτανολόγος
noun
φυτολογία
noun
φυσιολογία των φυτών
noun
φυτοπαθολογία
noun
τσάι από βότανα
adjective
βοτανικός
adjective
φυτικός
/bit.ˈmek/
verb
τελειώνω
noun
βιοχημεία
noun
βιολόγος
/bi.jo.ɫo.ˈd͡ʑi/
noun
biyoloji
βιολογία
adjective
βιολογικός
noun
  1. βιοτεχνολογία
  2. Βιοτεχνολογία
noun
βιοτίτης
noun
βιοποικιλότητα
noun
εμείς
adverb
μπιζ μπιζέ
noun
μόρφημα
verb
κόβω
pronoun
Kırgızistan'ın başkenti
Μπισκέκ
noun
βλαστός
/ˈbloɡ/
noun
blog
ιστολόγιο
/bluzˈlaɾ/, /ˈbluz/
noun
μπλούζα
noun
σκατό
adjective
άφθονος
pronoun
Βολιβία
noun
αφθονία
/[bombaɾdɯˈman uˈt͡ʃaːɯ]/
noun
βομβαρδιστικό
noun
βομβίνος
noun
χάντρα
noun
βόριο
noun
θύελλα
noun
χρηματιστήριο
noun
σωλήνας
noun
χρέος
noun
μπορς
/ˈbos.na/
pronoun
devletler: Bosna
Βοσνία
/ˈbos.na ˈheɾ.sek/
pronoun
Bosna ve Hersek
Βοσνία και Ερζεγοβίνη
/ˈbos.na ˈheɾ.sek/
pronoun
Bosna-Hersek
Βοσνία και Ερζεγοβίνη
/ˈbos.na.ˈlɯ/
pronoun
Bosnalı
Βόσνια
noun
  1. λαχανόκηπος
  2. μποστάνι
noun
σκιάχτρο
noun
βοτανικός κήπος
pronoun
Μποτσουάνα
pronoun
μποβαρισμός
noun
ύψος
noun
  1. μπογιατζής
  2. βαφέας
noun
ζωγραφιά
noun
  1. μποϊκοτάζ
  2. αποκλεισμός
noun
γεωγραφικό μήκος
adjective
κέρατο
noun
  1. λαιμός
  2. αυχένας
adverb
κατά μήκος
noun
διάσταση
noun
γκρι
noun
νανογέρακο
noun
καφέ αρκούδα
/bo.ˈzon/
noun
μποζόνιο
adjective
σάπιος
noun
ψιλά
/boˈɰɑ/
noun
ταύρος
noun
πονόλαιμος
/ˈbo‿.dan/
pronoun
Boğdan
Μολδάβας
/boʃ/
adjective
  1. άδειος
  2. κενός
verb
αδειάζω
verb
παίρνω διαζύγιο
/bo.ʃan.ˈma/, /bo.ˈʃan.ma/
noun
sosyoloji
διαζύγιο
noun
διάστημα
/boʃ.ˈnac.t͡ʃa/
adjective
βοσνιακός
adverb
μάταια
/bɾeˈton.d͡ʒa/
pronoun
βρετονικά
pronoun
Βραζιλία
pronoun
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας
/[bɾɪ.ˈtɑn.jɑ]/
pronoun
Britanya
Βρετανία
noun
βρώμιο
noun
βρόγχος
noun
βρογχίτιδα
pronoun
Μπρουνέι
pronoun
βρετονικά
pronoun
Βρυξέλλες
/ˈbu/
adjective
en yakın olanı gösteren söz
  1. αύτη
  2. ούτος
  3. τούτο
/ˈbu/
pronoun
işaret adılı
  1. αύτη
  2. ούτος
  3. τούτο
pronoun
Βούδας
noun
κόμπος
adjective
βουδιστικός
/bu.ˈdizm/
pronoun
Budizm
βουδισμός
noun
εθνολογία
/bugyn/
adverb
σήμερα
adjective
σημερινός
pronoun
Μπουχάρα
/[buhaɾˈɫɯ ɟeˈmi]/
noun
  1. ατμόπλοιο
  2. ατμάκατος
noun
ατμομηχανή
noun
κρίση
noun
  1. μπουζί
  2. αναφλεκτήρας
/bukaɫeˈmun/
noun
χαμαιλέοντας
noun
ανθοδέσμη
adjective
μεταδοτικός
noun
πλυντήριο πιάτων
adjective
βουλγάρικος
pronoun
  1. βουλγαρικά
  2. Βουλγαρικά
pronoun
Βουλγαρία
pronoun
Δημοκρατία της Βουλγαρίας
verb
βρίσκω
noun
τοπική
/bu.ˈlut/
noun
toprağa değmeyen gözle görülür kütle
  1. νέφος
  2. σύννεφο
noun
υπολογιστικό νέφος
/bu.lut.ˈlu/
adjective
bulutlu
νεφώδης
noun
ευρεσιτεχνία
noun
συνάντηση
/bu.ɫuʃˈmak/
verb
συναντάω
noun
λεωφόρος
/burˈdɑ/, /[burɑˈdɑ]/
adverb
εδώ
/ˈbuɾ.ɡen.land/
pronoun
Burgenland
Μπούργκενλαντ
noun
μπουρζουαζία
/[buˈrun]/
noun
  1. μύτη
  2. ρίνος
/ˈbut/
noun
anatomi
μηρός
/ˈbu.tan/
pronoun
Butan
Μπουτάν
noun
διαταγή
noun
πάγος
/ˈbuz da.‿ɯ/
noun
buz dağı
παγόβουνο
noun
μοσχάρι
noun
ψυγείο
noun
παγοθραυστικό
noun
κατάψυξη
noun
παγετώνας
adjective
ήμισυς
/bu‿.ˈdaj/
noun
buğday
σιτάρι
noun
σιτάλευρο
noun
αγρωστώδη
noun
  1. νεφρό
  2. νεφρός
/bøˈd͡ʒɛc/
noun
έντομο
noun
διαιρέτης
/bøɫ.ˈɡe/
noun
περιοχή
adjective
τοπικός
verb
διαιρώ
noun
λόχος
/bø.ˈɫym/
noun
  1. μέρος
  2. πηλίκο
noun
διαιρετέος
noun
δίκτυο
noun
μαυρομάτικα φασόλια
adverb
έτσι
noun
  1. βατόμουρο
  2. βατομουριά
  3. jeżyna
  4. ostrężyna
  5. ożyna
pronoun
Βουκουρέστι
verb
κυρτώνομαι
/bylˈbyl/
noun
αηδόνι
noun
προτομή
noun
προϋπολογισμός
noun
κάθε
noun
μαγεία
adjective
μεγαλούτσικος
noun
αργυροτσικνιάς
/by.ˈjyk bɾi.tan.ja/
pronoun
Μεγάλη Βρετανία
pronoun
Μεγάλες Λίμνες
adjective
κεφαλαίο
/by.ˈjyc oc.ja.nus/
pronoun
Büyük Okyanus
Ειρηνικός Ωκεανός
pronoun
Αλέξανδρος ο Μέγας
noun
παππούς
noun
μεγαλείο
noun
μεγαλούπολη
noun
ορτύκι
noun
τζατζίκι
noun
δρόμος
/[d͡ʒɑˈdɯ ɑˈvɯ]/
noun
cadı olduğu düşünülen kişileri cezalandırma olayı
κυνήγι μαγισσών
/d͡ʒɑdɯˈɫɯk/
noun
μαγεία
/d͡ʒaː.ˈhil/
adjective
cahil
αδαής
/dʒam/
noun
bina malzemeleri
  1. γυαλί
  2. τζάμι
adjective
ad
ακροβάτης
/d͡ʒam.ˈd͡ʒɯ/
noun
camcı
υαλοπώλης
noun
κυανός
/d͡ʒaː.ˈmi/
noun
τζαμί
/ˈd͡ʒan/
noun
ψυχή
noun
αδελφή ψυχή
noun
στέρνο
adjective
εγκάρδιος
/d͡ʒan.ˈlɯ/
adverb
  1. canlı (yayın)
    ζωντανά
  2. organizma
    οργανισμός
noun
ανιμισμός
noun
ζωντάνια
adjective
άψυχος
pronoun
Ιάβας
noun
τζαζ
/d͡ʒe.ˈbiɾ/
noun
matematik
άλγεβρα
/d͡ʒe.biɾ.ˈseɫ/
adjective
cebirsel
αλγεβρικός
noun
κόλαση
/dʒeˈcet/
noun
  1. ζακέτα
  2. μπουφάν
/d͡ʒelˈlat/
noun
δήμιος
/d͡ʒe.ma.ˈat/
noun
εκκλησίασμα
noun
κοινωνία
/d͡ʒe.ˈnev.ɾe/
pronoun
Γενεύη
pronoun
Τζένγκις Χαν
noun
πόλεμος
noun
  1. παράδεισος
  2. ουρανός
noun
τσέπη
noun
κινητό τηλέφωνο
noun
πολεμοφόδια
pronoun
  1. cüce gezegen
  2. mitoloji
  1. Δήμητρα
  2. Κέρες
noun
χειρουργός
/d͡ʒeɾ.ɾaː.ˈhi/
noun
cerrahi
χειρουργική
/[d͡ʒɛ.sɑː.ˈɾɛt]/
noun
cüret
θάρρος
noun
πτώμα
/[d͡ʒɛ.ˈsuɾ]/
adjective
τολμηρός
/[d͡ʒɛ.ˈsuɾ]/
adverb
γενναίος
/d͡ʒetˈvel/
noun
  1. κανόνας
  2. χάρακας
/d͡ʒeˈvap/
noun
απάντηση
noun
γαζέλα
/d͡ʒe.ˈzaː/
noun
hukuk
  1. τιμωρία
  2. ποινή
/ce.ˈzaː.e.vi/
noun
φυλακή
/[dʒe.za.ˈjiɾ]/
pronoun
ülke
  1. Αλγερία
  2. Αλγέρι
/[dʒezaˈjiɾ demokɾaˈtic haɫk dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Λαϊκή Δημοκρατία της Αλγερίας
/d͡ʒɛzˈvɛ/
noun
μπρίκι
pronoun
Νήσος των Χριστουγέννων
noun
κουνουπιέρα
pronoun
Τζιμπουτί
pronoun
Τζέντα
adjective
σοβαρός
/d͡ʒiˈhat/
noun
τζιχάντ
noun
πλευρά
adjective
αγυάλιστος
noun
  1. δέρμα
  2. τόμος
noun
βιβλιοδέτης
adjective
τσιγγούνης
/ˈd͡ʒin/
noun
alkollü içecekler
τζιν
noun
ανθρωποκτονία
adjective
γένος
adjective
σεξουαλικός
noun
συνουσία
noun
αναπαραγωγικό όργανο
noun
σεξουαλικός προσανατολισμός
noun
σεξολογία
noun
φύλο
/d͡ʒi.ˈsim/
noun
  1. anatomi
  2. fizik
σώμα
noun
κλωσσοπουλάκι
noun
τσιμούχα
pronoun
Νήσοι Κουκ
/ˈd͡ʒop/
noun
cop
γκλομπ
adjective
γεωγραφικός
noun
γεωγραφία
noun
γεωγράφος
noun
ενθουσιασμός
/d͡ʒu.ˈmaɾ.te.si/
noun
haftanın günü
Σάββατο
noun
δημόσιος
/[d͡ʒʊm.hʊː.ɾɪ.ˈjɛt]/
noun
δημοκρατία
noun
γενναιοδωρία
adverb
γενναιόδωρα
adjective
νάνος
/d͡ʒy.ˈd͡ʒe ɡe.ze.ɡen/
noun
cüce gezegen
πλανήτης νάνος
/d͡ʒym.ˈɫe/, /ˈd͡ʒym.ɫe/
noun
dil bilimi
πρόταση
/d͡ʒy.ˈɾym/
noun
έγκλημα
noun
διάρροια
noun
υδράργυρος
noun
αμάλγαμα
adjective
υγρός
noun
αδελφός
noun
νταντά
pronoun
Δάφνη
/da.ˈha/
adverb
  1. henüz
    1. ακόμη
    2. ακόμα
  2. (karşılaştırma)
    1. από
    2. περισσότερο
  3. önemli durum
    περισσότερο
adverb
πάντα
noun
κύκλος
/[dɑˈcʰɪː.kɑ]/
noun
  1. minuto
  2. λεπτό
noun
δακτυλογράφος
/dal.ˈɡa/
noun
dalga
κύμα
noun
μήκος κύματος
noun
κυματοθραύστης
verb
κυματίζω
adjective
κυματιστός
verb
βουτώ
/ˈdam/
noun
σκεπή
noun
ουρανίσκος
adjective
ουρανικός
/[daˈmaɾ]/
noun
  1. αγγείο
  2. φλέβα
noun
γαμπρός
/dam.ˈla/, /ˈdam.la/
verb
σταγόνα
noun
ουρική αρθρίτιδα
noun
απόσταξη
suffix
-dan
πό
noun
μοσχάρι
pronoun
  1. δανικά
  2. δανέζικα
/[dɑ.nɪ.ˈmɑɾ.kɑ]/
pronoun
  1. Δανία
  2. Δανιμαρκία
/[dɑ.nɪ.ˈmɑɾ.kɑ kɾɑl.lɯ.‿ɯ]/
pronoun
Danimarka Krallığı
Βασίλειο της Δανίας
/[dɑ.nɪ.ˈmɑɾ.kɑ.ˈlɯ]/
adjective
δανικός
/[dɑ.nɪ.ˈmɑɾ.kɑ.ˈlɯ]/
pronoun
Δανός
noun
πληροφορία
noun
σύμβουλος
noun
οξεία γωνία
noun
απόβαρο
noun
  1. αγχόνη
  2. κρεμάλα
noun
πραξικοπηματίας
noun
κεχρί
/daː.ˈvaː/
noun
dava
αγωγή
noun
κάλεσμα
verb
παρακαλώ
verb
δρω
/davɾaˈnɯʃ/
noun
συμπεριφορά
/daˈvul/
noun
τύμπανο
verb
βασίζω
adjective
ad
θείος
/ˈda‿/
noun
coğrafya, jeomorfoloji, tabii bilimler
  1. βουνό
  2. όρος
  3. ὀρος
noun
αρκούδα γκρίζλι
noun
ορειβάτης
noun
αλπινισμός
/da.‿ɯ.ˈnɯc disc/
pronoun
Dağınık Disk
αντικείμενα του διασκορπισμένου δίσκου
pronoun
Νταγκεστάν
/ˈded.loc/
noun
deadlock
κώλυμα
noun
εκβολή
noun
συμπλέκτης
pronoun
Αλεξανδρούπολη
noun
ερευνητής
noun
κουτσομπολιό
/dɛfˈnɛ/
noun
δάφνη
noun
δαφνόφυλλο
/[defˈteɾ]/
noun
defter
τετράδιο
noun
ντεϊσμός
noun
δέκαθλο
adjective
διακοσμητικός
noun
δεξτρίνες
pronoun
Δελχί
/de.ˈɫi/
adjective
deli
τρελός
noun
δεντρογέρακο
noun
τρύπα
verb
τρυπώ
/ˈdelta/
noun
δέλτα
noun
αυταπάτη
/de.ˈmans/
noun
demans
άνοια
noun
έννοια
verb
λέω
noun
ανθοδέσμη
/deˈmiɾ/
adjective
  1. σίδηρος
  2. σίδερο
  3. σιδερένιος
/dɛˈmiɾ peɾˈdɛ/
pronoun
σιδηρούν παραπέτασμα
/de.ˈmiɾ jo.lu/
noun
demir yolu
σιδηρόδρομος
noun
σιδεράς
noun
γκρι
noun
δημογραφία
noun
δημοκρατία
adjective
δημοκράτης
pronoun
Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
noun
δημοκρατικοποίηση
verb
εκδημοκρατίζω
verb
δοκιμάζω
noun
ελεγκτής
noun
πείραμα
noun
εμπειρισμός
noun
εμπειρικός
noun
πειραματικός
/deɲ.ˈɟe/
noun
denge
ισορροπία
adjective
ισόρροπος
noun
τζην
/[deˈniz]/
noun
okyanus bilimi
  1. θάλασσα
  2. πέλαγος
noun
θαλάσσια βιολογία
noun
  1. αγγούρι της θάλασσας
  2. ολοθούριο
noun
θαλάσσια χελώνα
noun
θαλασσαετός
noun
ναυτικό
noun
  1. γοργόνα
  2. Σειρήνα
noun
στάθμη θάλασσας
noun
θαλάσσια ύδατα
/[deˈniz uˈt͡ʃaːɯ]/
noun
υδροπλάνο
noun
θαλασσινά
noun
  1. μέδουσα
  2. τσούχτρα
noun
θαλάσσιο λιοντάρι
noun
ιππόκαμπος
noun
ναυτικός
noun
αχινοί
noun
αυτί της θάλασσας
noun
αστερίας
noun
θαλάσσια ανεμώνη
noun
εξίσωση
noun
αποσμητικό
/dep.ˈɾem/
noun
deprem
Σεισμός
noun
κατάθλιψη
noun
  1. βαθμός
  2. μοίρα
noun
άνηθος
noun
περιοδικό
/deˈɾi/
adjective
δέρμα
pronoun
νταρί
/deˈɾin/
adjective
βαθύς
noun
άβυσσος
/deˈɾin devlet/
noun
κράτος εν κράτει
noun
βάθος
noun
συγκέντρωση
noun
δερματολογία
noun
σύλλογος
/ˈdæɾs/
noun
ders
μάθημα
/deɾ.ˈviʃ/
noun
derviş
δερβίσης
/deɾ.ˈjaː/
noun
θάλασσα
noun
δεκατόμετρο
noun
υποστήριξη
/ˈdev/
noun
masal
γίγαντας
noun
εξακολούθηση
verb
συνεχίζω
adjective
αδιάκοπος
adjective
κολοσσιαίος
/de.ˈve/
noun
καμήλα
/dɛˈvɛ dicɛˈni/
noun
γαϊδουράγκαθο
noun
στρουθοκάμηλος
noun
κινητικότητα
noun
κίνηση
noun
κύκλος
/dev.ˈɫet/
noun
  1. κράτος
  2. καθεστώς
noun
επικεφαλής του κράτους
/ˈdev.ɾe/
noun
belirlenmiş zaman dilimi
  1. κύκλος
  2. περίοδος
adjective
επαναστατικός
noun
επαναστάτης
noun
ιδίωμα
/dɛjˈjus/
noun
  1. κερατάς
  2. κερασφόρος
noun
απολυμαντικό
noun
παραπληροφόρηση
/deˈ‿eɾ/
noun
τιμή
/de‿eɾlendiɾˈmec/
verb
εκτιμώ
/de.ˈilʲ/, /ˈde.ilʲ/
adposition
değil
δεν
noun
μυλόπετρα
/de.‿i.ˈʃen jɯl.dɯz/
noun
astronomi
μεταβλητός αστέρας
/de.iˈʃic/
adjective
διαφορετικός
noun
μεταβλητή
/de.‿iʃ.ˈmec/
verb
değişmek
αλλάζω
verb
αλλάζω
/de‿ˈmec/
verb
αγγίζω
pronoun
Διαβατά
pronoun
Τίγρις
noun
διαιθυλαιθέρας
adjective
ψηφιακός
noun
ορθή γωνία
noun
απόκλιση
/[dic.dœɾt.ˈɟen]/
adjective
ορθογώνιο παραλληλόγραμμο
noun
αγκάθι
adverb
κατακόρυφος
/diˈciz ɑjnɑˈsɯ/
noun
εσωτερικός καθρέφτης
/di.ˈciʃ ma.ci.ne.si/
noun
dikiş makinesi
ραπτομηχανή
/dik.kätʲ/
noun
προσοχή
adverb
  1. επιμελώς
  2. προσεκτικά
verb
ράβω
noun
δικτατορία
/ˈdiɫ/
noun
  1. anatomi
  2. dil bilimi
γλώσσα
/ˈdiɫ aː.i.ɫe.ˈsi/
noun
dil ailesi
γλωσσική οικογένεια
noun
γλώσσα
adjective
γραμματικός
noun
γραμματική
noun
γλωσσολογία
noun
υοειδές
noun
γένος
noun
γλωσσολόγος
noun
επιθυμία
verb
dilemek
ζητώ
noun
επαίτης
adjective
γλωσσολογικός
noun
δυναμίτης
verb
ακούω
noun
ακροάτρια
adjective
θρησκευτικός
adverb
αμέριμνος
/diː.ˈniː/
adjective
θρησκευτικός
noun
πάτος
/dip.ˈɫo.ma/
noun
δίπλωμα
/dip.ɫo.ma.ˈsi/
noun
διπλωματία
noun
διπλωμάτης
noun
ιστός
verb
ανθίσταμαι
noun
αντιστάτης
noun
αγκώνας
/[disipˈlin]/
noun
πειθαρχία
noun
δίσκος
noun
δισκοβολία
noun
ντισκομπάλα
noun
απόσταξη
/dis.ˈtop.jɑ/
noun
distopya
δυστοπία
/di.ja.ˈbet/
noun
διαβήτης
noun
διάφραγμα
/di.ja.ˈɡɾam/
noun
diyagram
διάγραμμα
noun
διάκονος
/di.ja.ˈloɡ/
noun
diyalog
διάλογος
/[dijɛ]/
adverb
για να
noun
διαιτολόγος
noun
διοπτρία
noun
δίοδος
noun
γόνατο
noun
επιγονατίδα
noun
στίχος
noun
στοιχειοθέτης
/di.ˈzi/
noun
dizi
ακολουθία
/di.ˈzin/
noun
dizin
ευρετήριο
noun
φορητός υπολογιστής
adjective
άλλος
/ˈdiʃ/
noun
diş
δόντι
noun
οδονταλγία
/[diʃ fɯɾ.tʃa.ˈsɯ]/
noun
οδοντόβουρτσα
noun
  1. οδοντίατρος
  2. οδοντογιατρός
/diʃ mɑːd͡ʒuˈnu/
noun
  1. οδοντόκρεμα
  2. οδοντόπαστα
adjective
μελιά
/di.ˈʃi/
adjective
döllenebilen memeli
γυναικείος
/di.ˈʃi/
noun
döllenebilen memeli
θηλυκός
adjective
θηλυκός
adjective
άδοντος
adjective
ενενήντα
adjective
  1. ενενηκοστός
  2. ενενηκοστή
noun
διδάκτορας
noun
δόγμα
noun
ιστός
noun
ιστολογία
adjective
ιστολογικός
noun
υφαντική
noun
υφαντής
verb
υφαίνω
verb
συγκινώ
/do.ˈcuz/
adjective
  1. εννιά
  2. εννέα
adjective
ένατος
verb
απατώ
/do.lan.dɯ.ɾɯ.ˈd͡ʒɯ/
noun
dolandırıcı
κομπιναδόρος
/do.lan.dɯ.ɾɯ.d͡ʒɯ.ˈlɯc/
noun
dolandırıcılık
απάτη
adposition
επομένως
verb
βόλτα
noun
κυκλοφορικό σύστημα
/[doɫˈma]/
adjective
ντολμάς
/[doɫˈma kaˈlæm]/
noun
πένα
noun
χαλάζι
noun
ντομάτα
adjective
δεσπόζουσα
verb
  1. δεσπόζω
  2. εξουσιάζω
  3. κυριαρχώ
pronoun
Δομινικανή Δημοκρατία
pronoun
Δομινίκα
noun
φαινόμενο ντόμινο
/doˈmuz/
noun
  1. γουρούνι
  2. χοίρος
noun
γρύπη των χοιρών
noun
γουρουνάκι
noun
παγετός
/do.na.nɯm.ˈɫaɾ/, /do.na.ˈnɯm/
noun
ηλεκτρονικός εξοπλισμός
/don.duɾ.mɑ/
noun
παγωτό
noun
σκυρόδεμα
noun
πήξη
verb
παγώνω
verb
κατεψυγμένος
noun
ντοπαμίνη
/ˈdost/
adjective
  1. ad
    φίλος
  2. φιλικός
noun
φίλια πυρά
noun
φιλία
/dɔstˈɫuk mɑˈt͡ʃɯ/
noun
φιλικός
/ˈdos.ja/
noun
bilişim
αρχείο
noun
δόση
noun
δοσολογία
noun
υφηγητής
noun
φύση
noun
φυσικές επιστήμες
/do.ˈ‿al ɡaz/
noun
φυσικό αέριο
noun
φυσικοί πόροι
noun
φυσική επιλογή
/[d̪o̞ˈɑn̪]/
noun
bayağı doğan
γεράκι
verb
γεννιέμαι
/doɰˈɾu/
adjective
σωστός
/doɰˈɾu/
adverb
σωστός
/doɰˈɾu/
noun
αληθής
adjective
γραμμικός
noun
γραμμική άλγεβρα
/[do.ˈ‿ʊ]/
adjective
yön
ανατολή
/do.ˈ‿u al.man.ja/
pronoun
Ανατολική Γερμανία
pronoun
Ανατολική Ασία
pronoun
Ανατολική Ευρώπη
pronoun
Ανατολικό Τιμόρ
/[do.ˈ‿ʊ tyɾ.kɪs.tɑn]/
pronoun
Doğu Türkistan
Ανατολικό Τουρκεστάν
noun
Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας
/[do.ˈ‿ʊm]/
noun
doğum
  1. τοκετός
  2. γέννα
noun
ημερομηνία γέννησης
noun
γενέτειρα
noun
γονιμότητα
verb
γεννώ
pronoun
Δράμα
pronoun
Δραπετσώνα
/du.ˈɑː/
noun
dua
προσευχή
verb
προσεύχομαι
noun
προσευχόμενος
noun
διπλάσιος
pronoun
Δουβλίνο
/duˈdac/
noun
  1. χείλος
  2. χείλι
noun
στάση
/du.ˈɾum/
noun
κατάσταση
noun
δίκη
noun
  1. μουριά
  2. μούρο
/du.ˈvaɾ/
noun
duvar
τοίχος
/du.vaɾ.ˈd͡ʒɯ/
noun
duvarcı
χτίστης
verb
ακούω
noun
αίσθηση
noun
αίσθηση
/ˈduʃ/
noun
ντους
/duʃ ʒɛˈli/
noun
αφρόλουτρο
pronoun
Ντουσαμπέ
noun
χυτοσίδηρος
verb
χύνω
noun
απόγονος
noun
επικύηση
noun
έμβρυο
/dœnæm/
noun
περίοδος
/dœnenˈd͡ʒɛ/
noun
τροπικός
verb
γύρος
noun
γύρος
noun
βρόχος
/dønˈmec/
verb
γυρίζω
verb
μετατρέπω
adjective
τέταρτος
noun
  1. τέσσερα
  2. τέσσερις
noun
γυαλάκιας
noun
τετράεδρο
noun
τετράστιχο
adjective
τατουάζ
verb
χτυπώ
noun
ψευτομαχητής
verb
μάχομαι
noun
ούπα
adjective
σφυρίχτρα
noun
μονομαχία
noun
  1. κατάστημα
  2. μαγαζί
noun
πηδάλιο
adverb
χθες
/dyn.ˈjaː/
pronoun
Güneş Sistemi'nin üçüncü gezegeni
Γη
/[dynˈjaː]/
pronoun
  1. dış çevre, ortam
    κόσμος
  2. üstünde yaşadığımız toprak, yeryüzü
    1. κόσμος
    2. ντουνιάς
/dyɾˈbyn/
noun
  1. κιάλια
  2. διόπτρες
  3. ματάκι πόρτας
noun
ορμέμφυτο
noun
αγελαδίτσα
noun
ön ad
επίπεδος
noun
περισπωμένη
/dyˈzen/
noun
  1. αρμονία
  2. είδος χορδίσματος
  3. ντουζένι
  4. χόρδισμα
noun
μηχανισμός
verb
διοργανώνω
/dy.zen.ˈɫi/
adjective
düzenli
ομαλός
/dy.zen.ˈɫi i.faː.de/
noun
düzenli ifade
κανονική έκφραση
noun
επίπεδο
noun
κουμπί
noun
γάμος
noun
γαμοπίλαφο
/ˈdyʃ/
noun
Hayal
όνειρο
noun
εξάρτηση
noun
  1. εχθρός
  2. εχθρά
verb
πέφτω
/[dyˈʃyc]/
adjective
αποβολή
noun
σκέψη
/dyʃynˈd͡ʒe/
noun
σκέψη
noun
δεξαμενή σκέψης
verb
σκέφτομαι
verb
düşünüp taşındı
θεωρώ
idiom
σκέπτομαι, άρα υπάρχω
noun
σκέψη
verb
πτώση
/ˈdɯʃ/
adjective
ön ad
εξωτερικός
noun
  1. περίττωμα
  2. κόπρανα
noun
ηλεκτρονικό βιβλίο
noun
ημέιλ
noun
μαυροσταχτάρα
noun
  1. μαία
  2. μαμή
/e.be.ˈdiː/
adjective
ebedî
αιώνιος
/e.be.ˈvejn/
noun
γονείς
noun
φαρμακοποιός
noun
φαρμακευτική
noun
φαρμακείο
/e.ˈdat/
noun
edat
μόριο
/e.de.bi.ˈjat/
noun
λογοτεχνία
/e.de.ˈbiː/
adjective
ebedî
λογοτεχνικός
adjective
παθητική
noun
συντάκτης
/eˈfændi/
noun
ünvan
κύριος
/ˈef.ɫak/
pronoun
Eflâk
Βλαχία
noun
θρύλος
adjective
Yabhgtl
θρυλικός
adjective
ηγεμονικός
noun
κυριαρχία
noun
εγώ
noun
έκζεμα
/eɡ.zeɾ.ˈsiz/
noun
egzersiz
άσκηση
noun
εξάτμιση
noun
άδεια οδήγησης
/ɛʒdəɾhɑː/
noun
δράκος
/ˈec/
noun
ek
παράθημα
noun
  1. Οκτώβριος
  2. Οκτώβρης
noun
χαβαρόνι
/ec.ˈlem/
noun
anatomi
κλείδωση
verb
προσθέτω
/ec.ɫe.me.ˈɫi diɫ/
noun
eklemeli dil
συγκολλητικός
/ec.ˈɫeɾ/
noun
εκλέρ
adjective
οικονομικός
noun
οικονομολόγος
noun
οικοσύστημα
/[ecˈɾan]/
noun
οθόνη
noun
άξονας
/ec.se.ɾi.jet/
noun
πλειονότητα
adjective
μείον
/ec.ˈsic/
noun
eksik
  1. έλλειψη
  2. απώλεια
pronoun
  1. Ισημερινός
  2. Εκουαδόρ
/ec.va.ˈtoɾ/
pronoun
ισημερινός
pronoun
Ισημερινή Γουινέα
adjective
ξινός
noun
αγουράδα
noun
φακός
noun
εγχειρίδιο
/ɛl ˈnin.jo/
noun
El Niño
Ελ Νίνιο
noun
χειροσφαίριση
noun
Έλβας
pronoun
Έλβας
/[ɛl.bi.ˈse]/
noun
ρούχο
noun
κρεμάστρα
noun
μετρητά
noun
γάντι
noun
κόσκινο
/e.ɫec.ˈtɾic/
noun
elektrik
ηλεκτρισμός
noun
ηλεκτρικό ρεύμα
noun
ηλεκτρική καρέκλα
noun
ηλεκτροφόρο χέλι
adjective
ηλεκτρικός
noun
ηλεκτρολόγος
noun
ηλεκτροφόρηση
noun
ηλεκτροχημεία
adjective
ηλεκτρομαγνητικός
noun
ηλεκτρομαγνητισμός
noun
ηλεκτρόνιο
/e.ɫec.tɾo.ˈnic/
adjective
elektronik
ηλεκτρονικός
noun
ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
noun
ηλεκτροστατική
/e.ɫe.ment/
noun
element
στοιχείο
noun
κριτικός
noun
έλλειψη
/eɫ.ˈɫi/
noun
elli
πενήντα
adjective
πενήντα έξ
adjective
πενήντα πέντε
adjective
πενήντα έν
adjective
πενήντα τέσσαρες
adjective
πενήντα δύο
adjective
πενήντα οκτώ
adjective
πενήντα επτά
/eɫ.ˈma/
noun
meyve
  1. μήλο
  2. μηλιά
noun
γκισάρι
noun
διαμάντι
/eɫ.ˈt͡ʃi/
noun
αντιπρόσωπος
/e.ˈmin/
adjective
  1. güvenli
  2. kesinlik
ασφαλής
/e.ˈmiɾ/
noun
emir
διαταγή
noun
προστακτική
/em.ˈɫak/
noun
ακίνητη περιουσία
noun
κτηματομεσίτης
verb
βυζαίνω
noun
ασφάλεια
noun
ενσυναίσθηση
noun
ιμπεριαλισμός
noun
θηλασμός
noun
γαλάκτωμα
/ˈen/
noun
en
πλάτος
/en.ˈdeks/
noun
  1. dizin, indeks
  2. yayıncılık
ευρετήριο
noun
ανησυχία
noun
κατήχηση
/en.do.ˈnez.d͡ʒe/
pronoun
Endonezce
ινδονησιακά
/[en.do.ˈnez.ja]/
pronoun
Endonezya
Ινδονησία
pronoun
Δημοκρατία της Ινδονησίας
noun
ενδοπλασματικό δίκτυο
/ˈendylys/
pronoun
Ανδαλουσία
/en.dys.tɾiˈjɛl/
adjective
βιομηχανικός
/ɛ.nɛɾ.ˈʒi/
noun
ενέργεια
noun
enfeksiyon
λοίμωξη
/[en.fɫas.ˈjon]/
noun
πληθωρισμός
noun
εμπόδιο
/ɛɳɟiˈnɑɾ/
noun
αγκινάρα
noun
πλάτος
noun
  1. αυχένας
  2. σβέρκος
noun
εγκεφαλίτιδα
noun
ινστιτούτο
noun
ολοκληρωμένο κύκλωμα
noun
εντομολογία
noun
δολοπλοκία
noun
εντροπία
noun
επιδιδυμίδα
adjective
επικός
noun
επεισόδιο
/ˈeɾ/
adverb
asker
στρατιώτης
noun
αρετή
adjective
ενάρετος
/ˈeɾ.do.‿an/
pronoun
ad, soyad
Ερντογάν
/ɛɾɛcsiˈjɔn/
noun
στύση
/ɛɾɛcˈtil/
adjective
στυτικός
noun
εφηβεία
noun
πορφυροτσικνιάς
noun
δαμάσκηνο
adjective
  1. αρσενικό
  2. 남성
noun
τήξη
pronoun
Ερυθραία
pronoun
Κράτος της Ερυθραίας
pronoun
Γιερεβάν
adjective
προσιτός
adjective
απρόσιτος
verb
φτάνω
noun
ενέργεια
/æɾ.ˈcec/
adjective
bay
άνδρας
noun
στήμονας
/[æɾcecˈlic oɾɡaˈnɯ]/
noun
πέος
/eɾcɛcsiˈlic/
noun
ανδροπρέπεια
adverb
νωρίς
/eɾ.me.ˈni/
pronoun
Ermeni
Αρμένιος
/eɾ.me.ˈni.dʒe/
pronoun
Ermenice
  1. αρμενικά
  2. αρμένικα
pronoun
Αρμενία
pronoun
Δημοκρατία της Αρμενίας
noun
ηρωίνη
/e.ɾo.ˈtic/
noun
ερωτικός
noun
ερωτοφοβία
noun
υγεία
/e.ˈsæɾ/
noun
eser
έργο
noun
δέσμιος
/es.ˈci/
noun
ön ad
  1. παλιός
  2. αρχαίος
/es.ˈci jyc.sec al.man.d͡ʒa/
pronoun
Eski Yüksek Almanca
αρχαία άνω γερμανική
/[ɛs.ˈcɪ ɪn.ɡɪ.ˈlɪz.dʒɛ]/
pronoun
İngilizce
αρχαία αγγλική γλώσσα
adjective
απαρχαιωμένος
adjective
ευέλικτος
noun
ευελιξία
/es.pe.ˈɾan.to/
pronoun
bir yapay dil
  1. Εσπεράντο
  2. εσπεράντο
adjective
αισθητικός
noun
αισθητική
/es.ˈton.d͡ʒa/
pronoun
εσθονικά
pronoun
Εσθονία
pronoun
Δημοκρατία της Εσθονίας
adjective
Εσθονός
/ˈet/
verb
et
  1. σάρκα
  2. κρέας
noun
αιθάνιο
noun
αιθανόλη
/e.ˈtec/
noun
giyim
φούστα
noun
φούστα
noun
αιθέρας
noun
ηθική
pronoun
Αιθιοπία
noun
παράγοντας
noun
επιρροή
adjective
χαρισματικός
noun
αλληλεπίδραση
adjective
αποτελεσματικός
/et.ˈmec/
verb
bir işi yapmak
  1. κάνω
  2. φτιάχνω
noun
εθνογραφία
noun
εθνολόγος
noun
εθνολογία
/ˈet.ɾysc/
adjective
Etrüsk halkından olan
Ετρούσκος
/et.ˈɾysc.t͡ʃe/
pronoun
Etrüskçe
Ετρουσκική γλώσσα
pronoun
Ευρώπη
/ˈev/
noun
  1. σπίτι
  2. οίκος
noun
νοικοκυριό
noun
νοικοκυρά
noun
κατοικίδιο ζώο
/[e̞ˈve̞t̪ʰ]/
adposition
  1. ναί
  2. ναι
/eviɾmed͡ʒeˈleɾ/
noun
αναγραμματισμός
noun
απόγονος
verb
παντρεύομαι
/ev.ˈɫi/
adjective
evlenmiş olan
παντρεμένος
/ev.ɫi.ˈɫic/
noun
evlilik
γάμος
pronoun
διάστημα
noun
σύμπαν
noun
εξέλιξη
noun
σέλα
/ejˈ.lem/
noun
ρήμα
noun
  1. Σεπτέμβριος
  2. Σεπτέμβρης
verb
απομνημονεύω
noun
μελωδία
conjunction
αν
noun
εφαπτομένη
noun
εκπαίδευση
verb
εκπαιδεύω
noun
αναψυχή
verb
διασκεδάζω
noun
  1. γλέντι
  2. διασκέδαση
/e‿ɪ̯.ɾi/
noun
ad
καμπύλη
noun
καμπυλότητα
noun
  1. ομοφυλόφιλη
  2. ομοφυλόφιλος
noun
ομοφυλοφιλία
pronoun
Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα
noun
συνώνυμο
noun
  1. γάιδαρος
  2. γαϊδούρι
noun
μεγάλη σφήκα
noun
πικραγγουριά
noun
κατώφλι
adjective
ίσος
noun
ισότητα
noun
ανισότητα
verb
συνοδεύω
adjective
μοναδικός
/eʃ.ˈjaː/
noun
eşya
αντικείμενο
adjective
ενεργός
noun
δραστηριότητα
noun
παραμύθι
/fab.ˈɾi.ka/
noun
fabrika
εργοστάσιο
noun
κατασκευαστής
noun
κατασκευαστής
noun
φαγκότο
noun
πουτάνα
noun
πορνεία
/faː.ˈiz/
noun
τόκος
noun
επιτόκιο
adjective
φτωχοί
noun
φακίρης
noun
φτώχια
noun
αίτιος
noun
παράγοντας
noun
παραγοντικό
/fa.cyl.ˈte/
noun
σχολή
/fɑɫɑˈfel/
noun
  1. φαλάφελ
  2. фалафель
noun
φάλαγγα
noun
μάντης
pronoun
  1. Νήsοι Fάλκλaνt
  2. Νήsοι Fώκλaνt
adjective
φανατικός
/[faːˈɾe]/
noun
  1. ποντίκι
  2. ποντικός
pronoun
περσικά
/faɾc.ˈlɯ/
adjective
farklı
διαφορετικός
verb
αντιλαμβάνομαι
noun
φαρμακολόγος
noun
φαρμακολογία
pronoun
Νήσοι Φερόες
/ˈfaɾs.t͡ʃa/
pronoun
Farsça
περσικά
pronoun
Μαρόκο
pronoun
Βασίλειο του Μαρόκου
noun
φασόλι
/fa.tuˈɾa/
noun
  1. τιμολόγιο
  2. λογαριασμός
noun
φάουλ
/fajdaˈlɯ/
adjective
χρήσιμος
adjective
άχρηστος
noun
αυτοθυσία
/ˈfe.ˈde.ɾas.ˈjon/
noun
federasyon
ομοσπονδία
noun
έννοια
noun
φαινόμενο
/fe.ɫaː.ˈket/
noun
καταστροφή
noun
αστρονομία
/feleˈmenct͡ʃe/
pronoun
ολλανδικά
/fel.se.fe.ˈleɾ/, /fel.se.ˈfe/
noun
φιλοσοφία
/[felsefeˈd͡ʒi]/
noun
φιλόσοφος
/femiˈnist/
noun
φεμινίστρια
adjective
φεουδαρχικός
/feɾ.mi.ˈjon/
noun
φερμιόνιο
noun
φέσι
noun
βασιλικός
noun
βίτσιο
/fiˈil/
noun
ρήμα
pronoun
Φίτζι
/fiˈciɾ/
noun
ιδέα
/ˈfil/
noun
ελέφαντας
adjective
φίλντισι
pronoun
Ακτή Ελεφαντοστού
noun
τερματοφύλακας
noun
υδατογράφημα
/[filipinˈlæɾ dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία των Φιλιππίνων
/fi.ɫis.ˈtin/
pronoun
coğrafya
Παλαιστίνη
/ˈfilm/
noun
film
φιλμ
noun
  1. φιλόλογος
  2. γλωσσολόγος
noun
φιλολογία
noun
φιλόσοφος
adjective
φιλοσοφικός
/ˈfil.tɾe/
noun
φίλτρο
adjective
φινλανδικός
pronoun
Φινλανδός
noun
φλιτζάνι
adjective
  1. Φινλανδός
  2. φινλανδικά
pronoun
Φινλανδία
/[finɫanˈdija dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Φινλανδίας
pronoun
Φινλανδός
/fiɾ.ˈˤavn/
noun
  1. φαραώ
  2. Φαραώ
/ˈfiɾ.ma/
noun
firma
επιχείρηση
/fiˈjat/
noun
Ticaret
τιμή
noun
σφυριχτάρι
/fiˈzik/
noun
φυσική
adjective
φυσικός
noun
φυσικό μέγεθος
noun
φυσικός
noun
φυσιολογία
noun
φλόκος
noun
φθόριο
pronoun
Φλωρεντία
verb
φλερτάρω
noun
φώκια
noun
λαογράφος
noun
απόθεμα
noun
φον ντε τεν
noun
φώνημα
/fɔnk.si.ˈjɔn/
noun
συνάρτηση
noun
φωνογράφος
noun
αίτηση
noun
μυρμηκικό οξύ
noun
τύπος
noun
φόρουμ
noun
φωσφίνη
noun
φωσφόρος
noun
απολίθωμα
adjective
φωτογενής
noun
φωτοτυπία
/fo.to‿.ˈɾaf/
noun
fotoğraf
φωτογραφία
/fo.to‿.ɾaf.ˈt͡ʃɯ/
noun
fotoğrafçı
φωτογράφος
/fo.to‿.ɾaf.t͡ʃɯ.ˈlɯc/
noun
fotoğrafçılık
φωτογραφία
noun
τρέιλερ
pronoun
Γαλλία
/fɾan.ˈsɯz/
adjective
γαλλικός
pronoun
Γαλλική Δημοκρατία
pronoun
Γαλλική Γουιάνα
pronoun
Γαλλική Πολυνησία
pronoun
Κυανή Ακτή
/fɾan.ˈsɯz.d͡ʒa/
adjective
  1. Fransızca
  2. bu dille yazılmış olan
γαλλικά
adjective
Φράγκος
noun
  1. φρέσκο
  2. τοιχογραφία
pronoun
Φρυγία
noun
ζωφόρος
/ˈfɾiz.d͡ʒe/
pronoun
φριζιακά
noun
ποδόσφαιρο
noun
μπάλα ποδοφαίρου
noun
  1. ποδοσφαιριστής
  2. ποδοσφαιρίστρια
noun
φουντούκι
noun
φρεγάτα
noun
ευκαιρία
/[fɯɾ.ˈtʃa]/
noun
βούρτσα
noun
φούρνος
noun
  1. φούρναρης
  2. αρτοποιός
noun
κήλη
adjective
βαρέλι
pronoun
Γκαμπόν
noun
γαδολίνιο
noun
ράμφος
verb
τσιμπώ
/ɡa.ɡaː.ˈvuz/
pronoun
Gagavuz
  1. Γκαγκαβούζης
  2. Γκαγκαούζος
/ɡa.ɫak.ˈsi/
noun
galaksi
γαλαξίας
noun
γκαλερί
/ɡalˈleɾ/
pronoun
Ουαλία
/ɡa.ˈlon/
noun
galon
γαλόνι
pronoun
Γαλατία
noun
σβάστικα
pronoun
Γκάμπια
noun
λακκάκι
/ˈɡa.na/
pronoun
Batı Afrika'da bir ülke
Γκάνα
/ˈɡa.na.lɯ/
adjective
Ganalı
Γκανέζα
adjective
ἔμπεδος
/ɡaɾ.di.ˈjan/
noun
δεσμοφύλακας
noun
αλλοτριότητα
noun
  1. σερβιτόρος
  2. γκαρσόνι
noun
γαστρικό οξύ
noun
γαστρονομία
/ˈɡaj.ɾi.men.ˈcuɫ/
noun
gayrimenkûl
ακίνητο
noun
  1. AEΠ
  2. ακαθάριστο εγχώριο προïόν
noun
θερμοπίδακας
/ˈɡaz/
noun
  1. αέριο
  2. ατμός
noun
εφημερίδα
noun
δημοσιογράφος
/ɡɑˈzɔz/
noun
γκαζόζα
/ˈɡaz.ze ʃe.ɾi.ˈdi/
pronoun
coğrafya
Γάζα
/ˈɡaz.ze ʃe.ɾi.ˈdi/
pronoun
coğrafya
Λωρίδα της Γάζας
/ɡe.ˈd͡ʒe/
adverb
gece
νύχτα
noun
νυχτοκόρακας
noun
νυχτοφύλακας
noun
νυχτερινό κέντρο
noun
μεσάνυχτα
adverb
νυχτιάτικα
noun
γκέλα
noun
μέλλοντας
/ɡeleˈnec/
noun
gelenek
παράδοση
adjective
παραδοσιακός
/gelˈgit/
noun
παλίρροια
/ɡe.ˈɫin/, /ˈɡe.ɫin/
verb
aile, düğün
νύφη
noun
παπαρούνα
adjective
ad
νυφικό
noun
εξέλιξη
/[ɡɛɫ.ˈmɛ]/, /[ˈɡɛɫ.mɛ]/
noun
ερχομός
/[ɟeˈmi]/
noun
  1. πλοίο
  2. καράβι
/ˈɡen/
adjective
γονίδιο
noun
οίκος ανοχής
adverb
συνήθως
/ɡe.ne.ˈɾaɫ/
noun
askerî rütbe
στρατηγός
noun
γενική
noun
  1. αόριστος
  2. παρόν
noun
πλάτος
noun
πλάτος
/ˈɡent͡ʃ/
adjective
  1. νεαρός
  2. νέος
noun
νιάτα
/ɡeometˈɾi/
noun
γεωμετρία
/ˈd͡ʒoɾ.d͡ʒi.ja/
pronoun
Amerika Birleşik Devletleri'nin eyaleti
Τζόρτζια
/gɛɾɛk/
adjective
αναπόφευκτος
adjective
απαραίτητος
adverb
μάταια
noun
  1. ρινόκερος
  2. ρινόκερως
adjective
τεντωμένος
adverb
στην αρχική θέση
noun
πίσω
noun
ανάδραση
noun
ανάδραση
noun
ανακύκλωση
noun
αντίστροφη μέτρηση
noun
αντιδραστικός
noun
τάση
/ɟeɾ.t͡ʃec/
noun
doğru olan şey
αλήθεια
verb
βγαίνω αληθινός
noun
πραγματικότητα
adverb
πράγματι
/ɡe.tiɾ.ˈmec/
verb
getirmek
φέρνω
idiom
μηρυκάζω
adjective
χαλαρός
noun
ελάφι
/[ɡezeˈɡen]/
noun
bir yıldız çevresinde dolanan, ondan aldıkları ışığı yansıtan gök cisimlerinin ortak adı
πλανήτης
adjective
αργά
adjective
προσωρινός
noun
διαπερατός
noun
μετάβαση
adjective
μεταβατικός
noun
μεταβατικό ρήμα
noun
ώσμωση
noun
αμετάβατο ρήμα
/[ɡɛt͡ʃˈmiʃ zɑmɑn]/
noun
αόριστος
/ɟejiɾˈmec/
verb
ρεύομαι
noun
ερυγή
/[ɟi.ˈbi]/
adposition
όπως
noun
αναχώρηση
pronoun
Γουινέα
pronoun
Κόλπος της Γουινέας
pronoun
Γουινέα-Μπισσάου
noun
είσοδος
noun
συσκευή εισόδου
/ɟi.ɾi.ˈʃim/
noun
απόπειρα
/[ɟiɾˈmec]/
verb
μπαίνω
pronoun
Κερύνεια
/ɟiˈtaɾ/
noun
κιθάρα
/[ɡɪt.ˈmɛc]/
verb
gitmek
πάω
verb
φορώ
noun
  1. γκιλοτίνα
  2. καρμανιόλα
noun
μυστικισμός
adjective
μυστικός
noun
μονομάχος
noun
CH2OH-CHOH-CH2OH
γλυκερίνη
/ɡnos.ti.ˈsizm/
noun
gnostisizm
γνωστικισμός
/ˈɡo/
noun
masa oyunu
γκο
noun
γκολ
noun
γόνδολα
/ɡɾɑnylːy ɛndɔplaʐmɪc ɾɛtɪcʊlʊm/
noun
αδρό ενδοπλασματικό δίκτυο
/ɡɾɑnylsyʐ ɛndɔplaʐmɪc ɾɛtɪcʊlʊm/
noun
λείο ενδοπλασματικό δίκτυο
noun
βαρυτόνιο
pronoun
ελληνική
/ˈɡɾev/
noun
grev
απεργία
noun
  1. γκρι
  2. γκρίζος
noun
σταχτοτσικνιάς
/ˈɡɾup/
noun
grup
ομάδα
/ˈɡɾønlɑnd/
pronoun
Γροιλανδία
/ˈɡɾønlɑndˈd͡ʒɑ/
pronoun
γροιλανδικά
/ˈɡɾønlɑndˈlɯ/
adjective
γροιλανδικός
/ˈɡɾønlɑndˈlɯ/
noun
Γροιλανδός
pronoun
Γουαδελούπη
/ˈɡu.am/
pronoun
Guam
Γκουάμ
pronoun
Γουατεμάλα
noun
βρογχοκήλη
pronoun
Γκουτζαρατικά
noun
κούκος
noun
ρολόι κούκου
noun
γκούλας
noun
αξιοπρέπεια
adjective
περήφανος
noun
ουρική αρθρίτιδα
pronoun
Γουιάνα
/[ɟɑ.ˈʋuɾ]/
adjective
dinsiz kimse
γκιαούρης
noun
ομφάλιος λωρός
noun
χορός οριεντάλ
/ɡø̞becˈli tepe/
pronoun
Γκεμπεκλί Τεπέ
/ˈɟøc/
adjective
ad
ουρανός
noun
αστρονόμος
noun
αστρονομία
/ˈɡøc d͡ʒis.mi/
noun
gök cismi
ουράνιο σώμα
noun
ουράνια μηχανική
noun
μετεωρίτης
noun
ουρανοξύστης
noun
γαλαζολαίμης
noun
ευρωπαϊκή χαλκοκουρούνα
noun
ουράνιο τόξο
noun
ιριδίζουσα πέστροφα
noun
ουράνια σφαίρα
noun
παρδαλοτσικλιτάρα
noun
ουρανός
noun
φασσοπερίστερο
/ˈɡøɫ/
noun
coğrafya, jeoloji
λίμνη
noun
λιμνούλα
noun
  1. σκιά
  2. ίσκιος
noun
θύμαλλος
noun
πουκάμισο
verb
στέλνω
noun
έθιμο
/ɡø.ˈɾev/
noun
  1. καθήκον
  2. λειτουργία
verb
  1. βλέπω
  2. κοιτάζω
  3. κοιτάω
  4. κοιτώ
noun
φαινόμενο
verb
φαίνομαι
verb
άφαντος
noun
αόρατο χέρι
/ɡøˈɾyʃ/
noun
άποψη
noun
θέαμα
noun
κώλος
/ɟɶtvɛˈɾen/
noun
πούστης
/ɡøv.ˈde/
noun
gövde
κορμός
noun
ανατομία
/[ɟøz]/
noun
anatomi
  1. μάτι
  2. οφθαλμός
  3. όμμα
noun
  1. φυλλομετρητής
  2. σελιδομετρητής
noun
πόρος
/ɡøzˈlem/
noun
παρατήρηση
noun
παρατηρήτρια
/[ɡøzˈlyc]/
noun
gözlük
γυαλιά
noun
οπτικός
noun
δάκρυ
/ˈɡøt͡ʃ/
noun
göç
μετανάστευση
/ɡøt͡ʃebeˈlic/
noun
νομαδισμός
noun
αντιμετάθεση
/[ɟœˈys]/
noun
  1. στήθος
  2. θώρακας
noun
θώρακας
noun
στέρνο
noun
  1. κοπριά
  2. λίπασμα
noun
Γκουτζαράτ
pronoun
γκουτζαράτι
noun
σφαίρα
verb
γελώ
verb
χαμογελάω
noun
δασμός
/ɡy.ˈmyʃ/
noun
  1. άργυρος
  2. ασήμι
/ˈɟyn/
noun
  1. ημέρα
  2. μέρα
/ˈgyn batɯˈmɯ/
noun
  1. δύση
  2. δύση του ηλίου
/ɡy.ˈnah/
noun
αμαρτία
noun
αποδιοπομπαίος τράγος
/[ɟyˈnaːh tʃɯkaɾˈmak]/
verb
ομολογώ
/[ɟy.nɑh.ˈkʲɑɾ]/
noun
hukuk, din
αμαρτωλός
/gynajdɯn/
interjection
καλημέρα
adjective
τωρινός
noun
εφήμερος
/ɡyn.ˈdyz/
noun
ημέρα
adverb
τη μέρα
noun
νότος
pronoun
Νότια Αφρική
pronoun
Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής
pronoun
Νότια Αμερική
pronoun
Νότια Ασία
/[ɡy.ˈnɛj ɑv.ɾu.pɑ]/
pronoun
Güney Avrupa
Νότια Ευρώπη
pronoun
Νότια Κορέα
pronoun
Νότιος Πόλος
/ɡy.ˈnej oc.ja.nu.ˈsu/
pronoun
Güney Okyanusu
Νότιος Ωκεανός
pronoun
Νότιο Σουδάν
pronoun
Güney Çin Denizi
Θάλασσα της Νότιας Κίνας
/ɡy.ˈnej.ba.tɯ/
noun
güneybatı
νοτιοδυτικά
noun
νοτιοανατολικά
/ɡy.ˈney.do.‿u as.ja/
pronoun
Asya'nın güneydoğusu
Νοτιοανατολική Ασία
/ɡy.ˈneʃ/
pronoun
yıldız
  1. ήλιος
  2. Ήλιος
/ɟy.ˈneʃ/
noun
ήλιος
noun
γυαλιά ηλίου
noun
ηλιακή κηλίδα
/ɡy.ˈneʃ sis.te.mi/
pronoun
Güneş Sistemi
ηλιακό σύστημα
noun
έκλειψη ηλίου
adjective
έχει λιακάδα
/ɡyn.ˈlyc/
adjective
her gün yapılagelen
καθημερινός
/ɡyn.ˈlyc/
noun
hâtırâ defteri
ημερολόγιο
noun
αφήλιο
pronoun
Γεωργία
/[ɡyɾ.ˈd͡ʒy]/
pronoun
Gürcü
γεωργιανός
/[ɡyɾ.ˈd͡ʒy.d͡ʒɛ]/
pronoun
Gürcüce
γεωργιανά
noun
πάλη
/gyɾgenˈleɾ/, /gyɾˈgen/
noun
γάβρος
noun
θόρυβος
adjective
θορυβώδης
noun
νυχτοπεταλούδα
noun
βεβαιότητα
noun
ασφάλεια
noun
αλεξίπυρο διάφραγμα
verb
εμπιστεύομαι
/ɟy.vɛɾ.dʒin/
noun
περιστέρι
noun
κατάστρωμα
/[ɟy.ˈzɛl]/
adjective
  1. όμορφος
  2. ωραίος
noun
άτροπος
/ɡy.zeɫ.ˈɫic/
noun
güzellik
ομορφιά
/ˈɡyt͡ʃ/
noun
kuvvet
δύναμη
verb
ενισχύω
adjective
ισχυρός
adjective
αδύνατος
noun
λάρυγγας
noun
τάπητας
/ha.ˈbeɾ/
noun
ειδήσεις
noun
ειδησεογραφικό πρακτορείο
noun
είδηση
/haˈbeɾ kipleˈɾi/, /haˈbeɾ kiˈpi/
noun
οριστική έγκλιση
noun
οριστική έγκλιση
noun
αγγελιοφόρος
pronoun
Αβησσυνία
/ha:bilˈleɾ/, /ha:ˈbil/
pronoun
Άβελ
/ˈhad͡ʒ/
noun
  1. din
  2. İslâm
προσκύνημα
noun
όγκος
/haˈd͡ʒɯ/
noun
προσκυνητής
noun
δρομάδα
/ha.ˈdis/
noun
Ehl-i Sünnet, Şia
χαντίθ
noun
ευνούχος
adverb
ön ad
ελαφρύς
noun
άφνιο
noun
  1. εβδομάδα
  2. βδομάδα
noun
σαββατοκύριακο
adjective
εβδομαδιαίος
noun
ραβίνος
adjective
  1. προδότης
  2. δοσίλογος
pronoun
Αϊτή
/ˈhac/
adjective
hukuk
δίκιο
verb
αξίζω
noun
προσβολή
verb
προσβάλλω
noun
διαιτητής
/haciːˈkatʲ/
noun
αλήθεια
adjective
αληθινός
/hak.kɯn.ˈda/
adverb
για
noun
αδικία
pronoun
Χαλάνδρι
noun
σχοινί
/haˈlef/
noun
διάδοχος
pronoun
Χαλέπι
/ˈhalc/
noun
  1. λαός
  2. έθνος
noun
φολκλόρ
/hal.ˈca/
noun
halka
δακτύλιος
pronoun
Χαλκίδα
noun
παραίσθηση
noun
πρώτη ύλη
noun
αργό πετρέλαιο
noun
αιώρα
/hɑmɑɫ̪/
noun
αχθοφόρος
/ha.ˈmam/
noun
hamam
χαμάμ
noun
κατσαρίδα
pronoun
Αμβούργο
/[hamileˈlic]/
noun
εγκυμοσύνη
noun
Engraulis encrasicholus
γαύρος
adjective
ad
ζύμη
noun
αρτοσκεύασμα
pronoun
  1. Πάσχα των Ιουδαίων
  2. εβραϊκό Πάσχα
/haː.ˈne/
noun
ev, konut
σπίτι
pronoun
ποιος
pronoun
Χανιά
noun
  1. εγχειρίδιο
  2. στιλέτο
/ha.pis.haː.ˈne/
noun
hapishane
φυλακή
noun
φτάρνισμα
noun
μουστάρδα
/ha.ɾe.ˈcet/
noun
αναχώρηση
verb
κινώ
noun
επιχείρηση
noun
χαρέμι
noun
  1. χάρτης
  2. άτλαντας
noun
χαρτογράφος
noun
αρμονία
pronoun
Ααρών
noun
κονίαμα
noun
συγκομιδή
adjective
ζηλεύω
/has.ˈta/
adjective
hasta
άρρωστος
/has.ta.ˈlɯk/
noun
sağlığın bozulması hâli
  1. αρρώστια
  2. νόσος
  3. ασθένεια
/has.taː.ˈne/
noun
hastane
νοσοκομείο
/ˈhat/
noun
çizgi
γραμμή
/ha.ˈtaː/
noun
  1. λάθος
  2. σφάλμα
noun
μνήμη
verb
θυμούμαι
verb
θυμίζω
/ha.vɑ/
adjective
  1. αέρας
  2. καιρός
noun
αεροπορία
noun
πρόγνωση καιρού
noun
hava taksisi
αεροταξί
noun
αεροσκάφος
noun
αερόσακος
noun
αερογραμμή
noun
αεροπορία
noun
Αβάνα
noun
γάβγισμα
verb
γαβγίζω
noun
πετσέτα
noun
πεταλούδα
noun
καρότο
noun
Εύα
noun
χαβιάρι
/ha.ˈvaː.iː/
pronoun
Hawaii
Χαβάη
/ha.ˈvaː.iː di.ɫi/
pronoun
Hawaii dili
χαβανέζικα
/ha.ˈvaː.iː.ɫi/
pronoun
Hawaiili
χαβανέζικος
/hɑ.jɑːˈlet/
noun
φάντασμα
/ha.ˈjat/
noun
fizyoloji: doğumla ölüm arasında yaşanan süre
  1. ζωή
  2. βίος
noun
Af
πόρνη
verb
ölümcül kaza veya zor yaşam şartları sonrası yaşamaya devam etmek
επιβιώνω
pronoun
Χαϊδάρι
noun
αναφώνηση
/hajˈvan/
noun
  1. ζώο
  2. κτήνος
noun
ζωολογία
noun
δικαιώματα των ζώων
noun
ζωολογικός κήπος
adjective
ζωώδης
/ha.ˈjɯɾ/, /ˈha.jɯɾ/
adposition
yok
όχι
/haˈzaɾ denizi/
pronoun
Κασπία Θάλασσα
noun
θησαυρός
noun
  1. Ιούνιος
  2. Ιούνης
adverb
belirteç
έτοιμος
verb
  1. ετοιμάζω
  2. προετοιμάζω
noun
παρασκευή
noun
φιλικός
/ˈhat͡ʃ/
noun
σταυρός
/hɑt͡ʃˈkɑɾ/
noun
χατσκάρ
/haʃ.ˈhaʃ/
noun
haşhaş
αφιόνι
pronoun
Ήβη
noun
συλλαβή
noun
απλολογία
noun
δρομάδα
noun
στόχος
/he.di.ˈje/
noun
hediye
δώρο
noun
σουβενίρ
/he.ɟe.mɔn.ja/
noun
ηγεμονία
noun
  1. γιατρός
  2. Δόκτωρ
pronoun
Ελσίνκι
noun
ήλιο
adverb
αμέσως
adverb
σχεδόν
noun
αιμοφιλία
/hɛmʃiˈɾɛ/, /hɛmʃiːˈɾɛ/
noun
νοσοκόμα
noun
αυλάκι
adverb
πάντα
pronoun
Ήφαιστος
/ˈheɾ/
pronoun
κάθε
/ˈheɾ.bi.ɾi/
pronoun
her biri
έκαστος
adverb
πάντα
pronoun
Ήρα
/[ɦæɾ̪ʲ.cʰɛs̪]/
pronoun
herkes
άπαντες
pronoun
Ερμής
noun
χερτζ
/he.ˈsap/
noun
bankacılık, bilişim
λογαριασμός
noun
  1. αριθμομηχανή
  2. κομπιουτεράκι
noun
υπολογισμός
pronoun
Εστία
/hɛtɛɾɔˈmiɫˈɫijett͡ʃiˈɫic/
noun
ετεροεθνικισμός
adjective
ενθουσιασμένος
noun
αστρονομία
/hej.ˈceɫ/
noun
sanat dalı
άγαλμα
noun
γλυπτική
noun
  1. γλύπτης
  2. γλύπτρια
noun
ένυδρο άλας
noun
υδρογόνο
/ˈhid.ɾo.kaɾ.bon/
noun
hidrokarbon
υδρογονάνθρακας
adjective
υδραυλικός
noun
υδρόλυση
noun
υγιεινή
/hiʒ.je.nic/
adjective
υγιεινός
noun
σοφία
/hi.kjaː.ˈje/
noun
αφήγηση
noun
παρατατικός
noun
ανέκδοτο
/hi.ˈlɑl/
noun
ημισέληνος
/ˈhi.lo.zo.ˈizm/
noun
hilozoizm
υλοζωισμός
pronoun
Ιμαλάια
noun
αντίδι
pronoun
Ινδία
pronoun
Δημοκρατία της Ινδίας
/ˈhin.du.ˈizm/
pronoun
Hinduizm
ινδουισμός
pronoun
Ινδή
/ˈhint oc.ja.nu.su/
pronoun
Hint Okyanusu
Ινδικός Ωκεανός
pronoun
  1. Χίντι
  2. χίντι
noun
υπερβολή
noun
ύπνωση
pronoun
Ιπποκράτης
/hi.pɔ.tɑ.ɫɑ.mus/
noun
υποθάλαμος
noun
αίσθημα
/hi.ˈsaɾ/
noun
hisar
φρούριο
noun
μετοχή
noun
μετοχή
noun
μέτοχος
noun
αίσθηση
verb
ψυλλιάζομαι
noun
ῥητορικός
noun
στάθμη
noun
υπηρεσία
noun
υπηρέτης
pronoun
κανένας
noun
χόμπυ
noun
χότζας
noun
χόκεϊ
pronoun
Χολαργός
noun
ὅλος
pronoun
Hollanda
  1. Ολλανδία
  2. Κάτω Χώρες
noun
Ολλανδικές Αντίλλες
/[hoɫˈɫanda kɾaɫɫɯː]/
pronoun
Βασίλειο των Κάτω Χωρών
noun
όλμιο
noun
ομοφοβία
noun
  1. ομοφυλόφιλος
  2. λεσβία
pronoun
Χονγκ Κονγκ
/hop.ˈpa/
adjective
hoppa
ελαφρός
noun
ορμόνη
noun
  1. κόκορας
  2. πετεινός
noun
φάντασμα
/hoɾˈtum/
noun
σίφουνας
/ˈhoʃ/
adjective
beğenilen
  1. καλός
  2. ωραίος
/ˈhoʃ ɡeɫ.di.niz/
interjection
hoş geldiniz
  1. καλώς ορίσατε
  2. καλωσορίσατε
noun
  1. κομπόστα
  2. χοσάφι
adjective
ικανοποιημένος
interjection
αντίο
/hɾis.ti.ˈjan/
adjective
Hristiyan
  1. χριστιανή
  2. χριστιανός
/hɾis.ti.ˈjan/
pronoun
Hristiyan
  1. χριστιανικός
  2. χριστιανός
/hɾis.ti.jan.ˈlɯk/
pronoun
χριστιανισμός
noun
σύνορα
/hu.ˈcuc/
noun
hak
δικαίωμα
/hu.cuc.ˈt͡ʃu/
noun
meslek
νομικός
adjective
αιμοσταγής
noun
χουρμαδιά
adjective
  1. κακότροπος
  2. κακόκεφος
  3. βλοσυρός
  4. κατσούφης
  5. οξύθυμος
adjective
αγωνιώδης
noun
σημύδα
noun
λυροπετεινός
/haː.ˈcim/
noun
δικαστής
/ˈhɑɫ/
noun
κατάσταση
adverb
ακόμα
noun
κύτταρο
/hy.kʲuː.ˈmet/
noun
hükûmet
κυβέρνηση
/hy.ˈkym/
noun
ετυμηγορία
noun
μονάρχης
noun
κυριαρχία
noun
hümanizm
ανθρωπισμός
/hyɾ.ɾi.ˈjet/
noun
hürriyet
χειραφέτηση
/hyɾ.ɾi.ˈjet hej.ce.ɫi/
pronoun
Hürriyet Heykeli
άγαλμα της Ελευθερίας
noun
ευσεβείς πόθοι
adposition
ναί
noun
γουρούνι
/hɯɾ.ˈsɯz/
noun
hırsız
κλέφτης
noun
κλοπή
/[hɯɾˈvɑt]/
pronoun
Κροάτης
/[hɯɾvɑtɪsˈtɑn]/
pronoun
Κροατία
/[hɯɾvɑtɪsˈtɑn d͡ʒʊmhʊːɾɪjɛˈtɪ]/
pronoun
Δημοκρατία της Κροατίας
/hɯɾ.ˈvat.t͡ʃa/
pronoun
Hırvatça
κροατικά
/hɯ.ˈjaɾ/
noun
hıyar
αγγούρι
noun
ταχύτητα
adverb
γρήγορος
noun
λόξιγκας
/i.baː.ˈdet/
noun
ibadet
λατρεία
noun
βελόνα
noun
  1. εφεύρεση
  2. επινόηση
verb
εκτελώ
noun
διαχείριση
noun
ιδεαλισμός
/i.de.o.ɫo.ˈʒi/
noun
ideoloji
ιδεολογία
noun
ειδύλλιο
/idˈman/
noun
προπόνηση
noun
ούρο
/i.faː.de/
noun
έκφραση
/if.fet/
noun
αγνεία
/if.fetˈli/
adjective
αγνός
noun
πτώχευση
noun
συκοφαντία
noun
ιγκουάνα
verb
προδίδω
adverb
πιθανότητα
noun
πάθος
/ih.ti.ˈjat͡ʃ/
noun
ανάγκη
/ihtiˈʃam/
noun
μεγαλοπρέπεια
/i.ˈci/
adjective
iki
  1. δύο
  2. δυο
/i.ˈci/
noun
iki
  1. δύο
  2. δυο
noun
άνω και κάτω τελεία
/i.ˈci jyz/
adjective
iki yüz
διακόσια
noun
αναδιπλασιασμός
/i.ci.ˈɫi/
adjective
δυαδικός
/[icindʒi]/
adjective
δεύτερος
adjective
δευτερεύων
noun
κλίμα
verb
πείθω
/i.ˈkon/
noun
  1. Ortodoksluk
  2. bilgisayar
εικόνα
/icˈsiɾ/
noun
φίλτρο
/ic.ti.ˈsat/
noun
ekonomi
οικονομικά
/ˈilʲ/
noun
επαρχία
/iˈɫah/
noun
θεός
interjection
ύμνος
noun
θεολογία
noun
θεολόγος
noun
ανακοίνωση
verb
αγγέλω
noun
φάρμακο
noun
κυβερνήτης
conjunction
με
interjection
εμπρόσθιος
noun
προοδευτισμός
/i.le.ti.ˈʃim/
noun
επικοινωνία
noun
ενδιαφέρον
verb
ενδιαφέρω
adjective
  1. αδιάφορος
  2. μη ενθουσιώδης
  3. χλιαρός
/ilˈhak/
noun
  1. ένωση
  2. προσάρτηση
/[ɪ.lɪʃ.ˈkɪ]/
noun
bağlantı, temas
σχέση
noun
πρώτες βοήθειες
/ˈilkbahar/
noun
mevsim
άνοιξη
/iɫ.ˈke/
noun
ilke
αρχή
noun
πρωτόγονος
noun
αρρώστια
/iɫ.ˈmiː/
adjective
ilmî
επιστημονικός
/iɫ.ˈt͡ʃe/
noun
δήμος
/iˈmam/
noun
ιμάμης
/iːˈmaːn/
noun
πίστη
interjection
βοήθεια
/imˈdɑt fɾɛˈni/
noun
φρένο έκτακτης ανάγκης
/im.ˈkʲan/
noun
imkân
δυνατότητα
/imˈlaː/
noun
ορθογραφία
noun
δρομέας
/im.pa.ra.ˈtoɾ/
noun
imparator
κάιζερ
noun
αυτοκράτειρα
/im.pa.ra.tɔɾ.ˈluc/
noun
imparatorluk
αυτοκρατορία
/im.ˈzaː/
noun
imza
υπογραφή
verb
υπογράφω
/inaˈnan/
noun
πιστός
adjective
πειστικός
verb
inanmak
πιστεύω
noun
πίστη
adjective
απίστευτος
adjective
πεισματάρης
noun
γινάτι
adjective
  1. αδύνατος
  2. λεπτός
noun
λεπτό έντερο
noun
λεπτόραμφος γλάρος
noun
μπροστινό φωνήεν
noun
γραμπίνια
noun
κνήμη
noun
σύκο
noun
έκπτωση
verb
κατεβάζω
/[iˈne̞c]/
noun
αγελάδα
noun
βουστάσιο
noun
εγκεφαλικό
verb
προσγειώνομαι
/[ɪn̪ʲˈs̪ɑn̪]/
noun
toplum hâlinde yaşayan tür
άνθρωπος
/inˈsan bit͡ʃimd͡ʒiˈlic/
noun
ανθρωπομορφισμός
noun
ανθρώπινα δικαιώματα
adjective
ανθρωπογενής
adjective
επανδρωμένος
noun
ανθρωπότητα
adjective
μη επανδρωμένος
noun
analiz
ολοκλήρωμα
noun
εντύπωση
noun
επικαρπία
noun
αυτοκτονία
/in.ʃa.ˈˤat/
noun
inşaat
εργοτάξιο
interjection
Θεού θέλοντος
/ˈip/
noun
ip
χορδή
noun
  1. μέταξα
  2. μετάξι
noun
μεταξοσκώληκας
noun
  1. κλωστή
  2. νήμα
noun
ύψιλον
noun
ένδειξη
pronoun
Ιράκ
pronoun
Δημοκρατία του Ιράκ
noun
γυρίνος
noun
πύον
noun
ίριδα
noun
σιμιγδάλι
/ˈiɾ.ɾas.jo.ˈneɫ sa.jɯ/
noun
irrasyonel sayı
άρρητος αριθμός
adjective
εξωπραγματικός
noun
ύψος
/ˈis/
noun
kimya
αιθάλη
noun
διάρροια
/i.ˈsim/
noun
isim
  1. ουσιαστικό
  2. όνομα
/isimˈsiz/
noun
χωρίς όνομα
noun
τραπουλόχαρτο
noun
αποβάθρα
noun
σκελετός
/is.min haː.ˈɫi/
noun
ismin hâli
πτώση
/isˈpat etmec/
verb
αποδεικνύω
noun
φυσητήρας
/ˈist/
suffix
-izm
ίστρια
noun
σταθμός
/is.ta.tis.ˈtik/
noun
istatistik
στατιστική
/is.tec/
noun
ευχή
noun
στέκα
noun
επιφυλακτικότητα
/is.te.ˈmec/
verb
istemek
  1. θέλω
  2. βούλομαι
noun
παραίτηση
noun
πληροφορία
/isticaːˈmet/
noun
κατεύθυνση
noun
αποφασιστικότητα
noun
στρείδι
noun
ανταρσία
/isjanˈd͡ʒɯ/
adjective
αντάρτης
/[itfaiˈje]/
noun
πυροσβεστική
/iːtiˈdaˑl/
noun
ισορροπία
/iː.ti.ˈmat/
noun
itimat
εμπιστοσύνη
/[iːtiˈɾɑf]/
noun
ομολογία
noun
ένσταση
/it.ˈmek/
verb
σπρώχνω
/it.ti.ˈfac/
noun
ittifak
συμμαχία
noun
κτητικό επίθημα
/i.ˈji/
adjective
iyi
  1. καλός
  2. αγαθός
/i.ˈji/
noun
iyi
  1. αγαθός
  2. καλός
interjection
καλημέρα
noun
καλοσύνη
adjective
αισιόδοξος
/i.ˈjon/
noun
ιόν
noun
ιονισμόσ
noun
ιώδιο
noun
ίχνος
noun
εξήγηση
verb
επιτρέπω
/iz.ɫe.ˈmek/
verb
izlemek
παρακολουθώ
noun
εντύπωση
/izm/
suffix
-izm
ισμός
adjective
ad
γέμιση
noun
επένθημα
noun
έσω ους
noun
ενδοκρινολογία
noun
εμφύλιος πόλεμος
noun
αυτισμός
noun
ποτό
adverb
σε
adverb
σε
/ˈit͡ʃ.ci/
noun
αλκοολούχο ποτό
noun
μέθυσος
verb
  1. πίνω
  2. απορροφώ
noun
σοσιαλιστής
noun
λαρδί
noun
αδράχτι
/iː.ˈne/
noun
iğne
  1. βελόνα
  2. πευκοβελόνα
/ɪ‿.ˈnɛ jɑp.ɾɑc.lɯ ɑ.‿ɑt͡ʃ/
noun
iğne yapraklı ağaç
κωνοφόρο
adjective
αηδιαστικός
/ˈiʃ/
adjective
  1. εργασία
  2. έργο
noun
συνεργασία
noun
ένδειξη
noun
νοηματική γλώσσα
noun
δείκτης
/i.ʃa:.ˈɾet za.mi.ɾi/
noun
işaret zamiri
δεικτική αντωνυμία
verb
ουρώ
noun
ακοή
verb
ακούω
/[iʃcæmˈbe]/
noun
πατσάς
noun
πατσάς
noun
βασανιστήριο
adjective
εργασιομανής
/iʃ.lem.ˈd͡ʒi/
noun
işlemci
επεξεργαστής
/ɪʃlɛmɛk/
verb
επεξεργάζομαι
noun
τελεστέος
/iʃ.ɫe.ˈtim sis.te.mi/
noun
bilişim
λειτουργικό σύστημα
noun
λειτουργία
/iʃlɛvselˈlic/
noun
λειτουργικότητα
noun
ανεργία
noun
αμοιβαιότητα
noun
εργοδότης
noun
εργάτρια
pronoun
Τζαμάικα
noun
  1. ζαμπόν
  2. χοιρομέρι
/ʒa.ˈpon.dʒa/
pronoun
  1. ιαπωνικός
  2. ιαπωνικά
pronoun
Ιαπωνία
noun
ιδιογλωσσία
noun
γέλη
noun
γενιά
noun
γεωφυσική
noun
γεωφυσικός
/jeoˈłog/
noun
γεωλόγος
/ʒe.o.lo.ˈʒi/
noun
jeoloji
γεωλογία
noun
γυναικολόγος
noun
γυναικολογία
noun
τζούντο
/ˈd͡ʑuɫ/
noun
jul
τζάουλ
/ˈʒuː.noː/
pronoun
  1. asteroid
    Ήρα
  2. Roma tanrısı
    Γιούνο
noun
ιωβηλαίο
/d͡ʑy.ˈpi.teɾ/
pronoun
Jüpiter
Δίας
noun
γιούτα
/[kɑ.ˈbɑ.dɑ.jɯ]/
adjective
ad
  1. καβγατζής
  2. νταής
  3. παλικαράς
noun
παράπτωμα
adjective
κολοκυθάκι
noun
παρωτίτιδα
noun
αγένεια
noun
καμπαρέ
verb
ανάγλυφο
/ka:ˈbil/
pronoun
Κάιν
/kaː.bi.ɫi.ˈjet/
noun
kabiliyet
ικανότητα
noun
καμπίνα
noun
υπουργικό συμβούλιο
/ˈcablo/, /ˈcabloˈlaɾ/
noun
καλώδιο
/[ka.boˈtaʒ]/
noun
ακτοπλοΐα
/[ka.bo.taʒ hakˈkɯ]/
noun
δικαίωμα καμποτάζ
noun
κοιμητήρι
noun
κέλυφος
noun
φλοιώδης
noun
καρκινοειδή
noun
αποδοχή
/ka.ˈbuː.ɫet.mec/
verb
tasdik etmek
δέχομαι
/ka.ˈdaɾ/
adverb
kadar
μέχρι
/kɑˈdɛh/
noun
κύπελλο
/ka.ˈdeɾ/
noun
ezelî takdir
πεπρωμένο
adjective
βελούδο
noun
γλήνι
noun
κάδμιο
noun
γυναικολογία
adjective
γυναικείος
noun
γαλέρα
noun
φυσητήρας
/ka.ˈfa/
noun
anatomi
κεφάλι
noun
κρανίο
noun
καφεΐνη
noun
ομοιοκαταληξία
pronoun
Καύκασος
noun
ήρωας
adjective
ηρωικός
noun
ηρωισμός
noun
πρωΐνό
/kah.ˈve/
noun
καφές
noun
μύλος του καφέ
noun
καφενείο
/kahˈveɾengi/
adjective
  1. καφέ
  2. καστανός
/qaːiˈde/
noun
κανόνας
/ka.ˈka.o/
noun
kakao
κακάο
/kɑkˈtys/
noun
κάκτος
noun
κάρδαμο
noun
ερμίνα
/ka.laˈmaɾ/
noun
καλαμάρι
/[kʰäˈɫän]/
noun
υπόλοιπο
noun
  1. κασσίτερος
  2. λευκοσίδηρος
verb
  1. βγάζω
  2. διαγράφω
noun
περονοφόρο
noun
κατάργηση
/kaˈle/
noun
πύργος
noun
τερματοφύλακας
/[kaˈlem]/
adjective
μολύβι
noun
καλειδοσκόπιο
noun
ποιότητα
noun
ασπίδα
noun
καλκάνι
verb
αναδύομαι
pronoun
καλμουκικά
/ˈkaɫp/
noun
anatomi
καρδιά
noun
καρδιακή ανακοπή
noun
μυοκάρδιο
noun
ασβεστίτης
noun
  1. ασβεστιο
  2. ασβέστιο
noun
γαλόνι
noun
ισχίο
adjective
μόνιμος
noun
παχύ έντερο
adjective
καλούπι
verb
κληρονομώ
noun
σφήνα
pronoun
Καμπότζη
/[kamˈbotʃja kɾaɫɫɯː]/
pronoun
Βασίλειο της Καμπότζης
noun
εικονολήπτης
pronoun
Καμερούν
noun
κατασκήνωση
noun
δημόσιο δίκαιο
noun
καλάμι
/ˈcan/
noun
anatomi
αίμα
noun
πίεση του αίματος
noun
αιματολογία
noun
αιμοφόρο αγγείο
noun
βεντέτα
noun
ομάδα αίματος
noun
πλάσμα
noun
σαγκουίνι
pronoun
Καναδάς
noun
χήνα της φυλής του Καναδά
adjective
καναδέζικος
noun
Καναδέζα
noun
κανάλι
noun
αιμορραγία
noun
καναρίνι
/[kaˈnat]/
noun
  1. φτερό
  2. πτέρυγα
noun
άγκιστρο
noun
άφτρα
noun
καναπές
/kaŋ.ɡɾɛn/
noun
γάγγραινα
noun
καγκουρό
noun
κανό
noun
καρκίνος
noun
αναιμία
noun
κανταρτζής
/kaː.ˈnun/
noun
bilim
νόμος
noun
φαράγγι
/ca.ˈnɯ/
noun
γνώμη
/kɑˈɔs/
noun
χάος
/[ˈkɑp]/
noun
kaplar, mutfak eşyaları
αγγείο
/caˈpac/
noun
καπάκι
/ka.pa.ˈlɯ/
adjective
kapalı
κλειστός
verb
κλείνω
noun
δόκανο
noun
κυρία
verb
επίχρισμα
noun
  1. τίγρη
  2. τίγρης
noun
χελώνα
noun
κάψα
noun
θυρωρός
/[ˈkɑɾ]/
noun
buz kristallerinden oluşan su buharı
χιόνι
noun
χιονοπέδιλο
noun
χιονοθύελλα
noun
χιονοτσίχλονο
noun
buz kristali
χιονονιφάδα
/kɑɾ tɔpʊ/
noun
χιονόμπαλα
verb
χιονίζω
/[kɑ.ˈɾɑ]/
noun
renkler
μαύρος
noun
μαυρόγυπας
noun
μαυροτσικλιτάρα
noun
ρουσομύτη
noun
αούγαρο
noun
  1. μαύρη τρύπα
  2. μελανή οπή
noun
λασποσκαλίδρα
noun
μαύρος κύκνος
/kaˈɾalahaˈna/
noun
λαχανίδα
noun
μαυροπελαργός
noun
μελανόγλαρος
noun
μαυροπίνακας
/kɑˈɾɑ jɑˈzɯ/
noun
κακομοιριά
noun
  1. φτελιά
  2. λεύκα
noun
ευρωπαϊκός κορμοράνος
noun
αγριολεβάντα
noun
  1. πιπέρι
  2. μαυροπίπερο
/ka.ˈɾa.d͡ʒa/
noun
karaca
ζαρκάδι
noun
  1. ήπαρ
  2. συκώτι
pronoun
Μαυροβούνιο
/ca.ˈɾa.de.niz/
pronoun
Karadeniz
  1. Μαύρη Θάλασσα
  2. Εύξεινος Πόντος
noun
μαύρη χήρα
/kɑɾɑˈdut/
noun
μαύρο μούρο
/kɑɾɑfɑˈci/
noun
καραφάκι
noun
Kαραγκιόζης
noun
πικραλίδα
noun
Καράκας
/kɑ.ˈɾɑ.kɔn.d͡ʒɔ.ˈɫɔs/
noun
καλικάντζαρος
/ka.ɾak.ˈteɾ/
noun
χαρακτήρας
/kɑɾɑmɛla/
noun
καραμέλλα
/ka.ɾan.ˈlɯc/
adjective
ön ad
σκοτεινός
noun
σκοτεινή ύλη
/ka.ˈɾaɾ/
noun
karar
απόφαση
verb
αποφασίζω
/ka.ɾaɾ.ɡʲah/
noun
karargâh
αρχηγείο
noun
οικιακή μύγα
noun
κότσυφας
noun
τσίχλα
noun
καράτε
noun
τροχόσπιτο
pronoun
Καραϊβική Θάλασσα
/kaɾ.ˈbon/
noun
karbon
άνθρακας
/caɾboˈnat/
noun
μαγειρική σόδα
noun
διοξείδιο του άνθρακα
noun
υδατάνθρακας
noun
ανθρακικό οξύ
noun
μονοξείδιο του άνθρακα
/kɑɾˈdɑn ɑˈdɑm/
noun
χιονάνθρωπος
noun
  1. γάλανθος
  2. λευκόιο
/[kʰäɾ̞̊ˈd̪e̞ʃ]/
noun
αδέλφι
/kardiˈnal/
noun
καρδινάλιος
/kɑɾdijɔˈlɔɡ/
noun
καρδιολόγος
noun
καρδιολογία
noun
χάος
noun
γαρίδα
/ca.ˈɾin.ti.ja/
pronoun
Karintiya
Καρινθία
adjective
πολύπλοκος
/caɾ.ma.ˈʃˈɯc sa.jɯ/
noun
matematik
μιγαδικός αριθμός
noun
κουνουπίδι
noun
καρό
noun
  1. καρπούζι
  2. υδροπέπων
/ˈkaɾt/
noun
κάρτα
/kɐɾˈtɐɫ/
noun
Accipitridae ailesinden, etçil, iri, yırtıcı kuş
αετός
noun
καρτ-ποστάλ
noun
καρυότυπος
/[kʰäˈɾɯ̞n̪]/
noun
κοιλιά
noun
μυρμήγκι
noun
μυρμηγκοφάγος
noun
πιθαμή
verb
αναμιγνύω
noun
κράμα
noun
αντεπαναστάτης
verb
συναντώ
verb
τυχαίνω
noun
συγκριτικός
adjective
αμοιβαίος
noun
αντιπολίτευση
/ka.ˈsa/
noun
kasa
χρηματοκιβώτιο
noun
  1. βουλώνω
  2. χασάπης
noun
συνομιλώ
noun
ταμίας
noun
κράνος
adjective
μυώδης
noun
κάστα
noun
αχαμνά
/ka.ˈsɯm/, /ˈka.sɯm/
noun
yılın ayı
  1. Νοέμβριος
  2. Νοέμβρης
noun
χρυσάνθεμο
/ka.ˈsɯɾ.ɡa/
noun
τυφώνας
/ˈcat/
verb
mimarlık
  1. όροφος
  2. πάτωμα
/ca.ta.ˈɫan/
pronoun
Katalan
καταλανικός
/ca.ta.ˈɫan.d͡ʒa/
adjective
Katalanca
καταλανικά
/kɑtɑliˈtic soˈbɑ/
noun
καταλυτικός θερμαντήρας
noun
κατάλογος
pronoun
  1. Καταλονία
  2. Καταλωνία
/ca.ta.ma.ˈɾan/
noun
  1. δίγαστρο
  2. καταμαράν
/ˈka.taɾ/
pronoun
Katar
Κατάρ
noun
καταρράκτης
noun
κατατονία
/ka.te.ɡo.ɾi/, /categoˈɾi/
noun
κατηγορία
noun
σφαγή
/[kɑtˈmɑn]/
noun
διάστρωση
/ka.to.ˈɫik/
pronoun
Katolik
καθολικός
/ka.to.ɫic.ˈɫic/
pronoun
Katoliklik
καθολικισμός
noun
  1. πίσσα
  2. κατράμι
noun
κατιόν
adjective
σκληρόκαρδος
verb
παρίσταμαι
/[kɑ.ˈtɯɾ]/
noun
  1. μουλάρι
  2. ημίονος
noun
καουτσούκ
/ka.ˈvak/
noun
λεύκα
noun
βάζο
noun
λόγος
noun
πεπόνι
adjective
πεπονής
noun
σύνοδος
/ca.ˈja/
noun
kaya
βράχος
noun
αγριοπερίστερο
noun
χρυσαετός
noun
σκι
noun
αλμα με σκι
/ka.ˈjat͡ʃ/
noun
kayaç
πέτρωμα
/ka.jat͡ʃ.laʃ.ˈma/
noun
kayaçlaşma
λιθοποίηση
/[kajdetˈmec]/
verb
αναγράφω
/kɑjɡɑnɫɑʃtɯɾɯˈd͡ʒɯ/
noun
  1. λιπαντικό
  2. λιπαντικό τζελ
noun
ανησυχία
/kaj.ˈmac/
verb
κρέμα γάλακτος
/kaj.ˈnac/
noun
kaynak
πηγή
/kaj.ˈnac ko.du/
noun
bilişim
πηγαίος κώδικας
noun
πεθερός
/kajn̪at̪mak/
verb
βράζω
/ca.ˈjɯn/
adjective
kayıngiller
οξιά
adjective
χαμένος
noun
  1. βερύκοκο
  2. βερίκοκο
noun
ιμάντας
/ˈkaz/
noun
kuş
χήνα
/ka.ˈza/, /ka.ˈzaː/
noun
ατύχημα
/ka.ˈzak/
pronoun
Kazak
Καζάκα
/ka.ˈzak/
adjective
elbise
πουλόβερ
pronoun
  1. Καζαχστάν
  2. Καζακστάν
/ca.ˈzac.t͡ʃa/
pronoun
Kazakça
καζακικά
/ca.ˈzan/
verb
χύτρα
/ca.zan.ˈmac/
verb
  1. κερδίζω
  2. αποκτώ κάτι
adjective
κερδοφόρος
verb
σκάβω
noun
ανασκαφή
noun
αρχαιολόγος
noun
αρχαιολογία
adjective
πόσοι
/[kɑt͡ʃ.ˈmɑk]/
verb
δραπετεύω
adjective
αναπόφευκτος
noun
anatomi
  1. φρύδι
  2. τσίνορο
noun
φυσητήρας
noun
  1. κουτάλι
  2. χουλιάρι
noun
χουλιαρόπαπια
noun
κνησμός
noun
κεμπάπ
adjective
πένθιμος
/ce.di/
noun
γάτα
/cɛˈdi bɑɫɯː‿ˈɯ/
noun
γατόψαρο
/cɛdidiˈli/
noun
σαβουαγιάρ
noun
κεφίρ
noun
δαχτυλίθρα
/cɛhɾiˈbɑɾ/
adjective
  1. ad
    1. κεχριμπάρι
    2. ήλεκτρο
  2. κεχριμπαρένιος
noun
  1. κέικ
  2. γλυκό
noun
θυμάρι
noun
πέρδικα
/ˈcel/
adjective
φαλακρός
noun
λευκοκέφαλος θαλασσαετός
adjective
  1. πεταλούδα
  2. ψυχή
/ce.ɫi.ˈme/
noun
  1. λέξη
  2. λόγος
noun
λεξιλόγιο
/cɛliˈmɛ ɔjuˈnu/
noun
λογοπαίγνιο
/ceˈman/
noun
βιολί
noun
ζώνη
/ce.ˈmic/
noun
kemik
  1. οστό
  2. κόκκαλο
  3. οστά
noun
οστεοπόρωση
noun
τρωκτικό
verb
ροκανίζω
noun
χημειοσύνθεση
noun
άκρη
pronoun
ο ίδιος
adjective
αυθόρμητος
/cɛnt/
noun
πόλη
pronoun
Κένυα
noun
  1. πιτυρίδα
  2. πίτουρο
noun
κουτάλα
noun
ξυλεία
noun
ξυλέμπορος
noun
ποταμοκαραβίδα
noun
πλίνθος
noun
σαύρα
noun
καραβάνι
noun
καραβανσεράι
noun
σκεπάρνι
noun
σφαγή
adjective
βέβαιος
/ce.siɾ/
noun
κλάσμα
noun
διατομή
noun
διασταύρωση
adjective
κοφτερός
noun
ελεύθερος σκοπευτής
noun
απόστροφος
/kestiɾmeˈleɾ/, /kestiɾˈme/
noun
υπνάκος
adjective
λινάρι
noun
κέτσαπ
noun
σουρωτήρι
/ce.ˈt͡ʃi/
noun
evcil hayvan
  1. κατσίκα
  2. γίδα
noun
  1. χαρουπιά
  2. χαρούπι
/ciˈbaɾ/
noun
ευγενικός
/ciˈbiɾ/
noun
υπεροψία
adjective
αναιδής
noun
σπίρτο
/cibˈɾit kutuˈsu/
noun
σπιρτόκουτο
pronoun
Κίεβο
/ˈcil/
noun
  1. άργιλος
  2. πηλός
noun
κιλίμι
/kiliˈse/
noun
  1. Hristiyanlıkta mezhep
    εκκλησία
  2. Hristiyanlarca ibadethane
    1. εκκλησία
    2. ναός
noun
χιλιόμετρο
/ˈkim/
pronoun
kim
ποιος
/ˈkim.se/
pronoun
κάποιος
noun
χημεία
noun
χημικός
/kim.jaː.ˈsal/
adjective
kimyasal
χημικός
noun
χημικός δεσμός
noun
χημική ένωση
/cim.je.ˈviː e.ɫe.ment/
noun
kimyasal element
χημικό στοιχείο
noun
χημική αντίδραση
noun
αγριοκύμινο
noun
θυμός
adjective
κινητικός
noun
κινητική ενέργεια
noun
μόδα
noun
  1. κερασι
  2. κεράσι
noun
ασβέστης
noun
ασβεστόλιθος
noun
δοκάρι
adjective
ακάθαρτος
noun
κύστη
noun
βιβλιοπωλείο
/ciˈtɑp/
noun
kitap
  1. βιβλίο
  2. τόμος
/[citaptʃɯk]/
noun
βιβλιαράκι
noun
ακτινίδιο
/ci.ˈʃi/
noun
άτομο
noun
προσωπικότητα
/[ciʃiˈlic bozukɫuː‿ˈu]/
noun
διαταραχή προσωπικότητας
noun
προσωπικός υπολογιστής
verb
χλιμιντρίζω
/ciʃ.ˈniʃ/
noun
kişniş
κόλιαντρος
noun
  1. κλαρινέτο
  2. κλαρίνο
noun
κλασική μουσική
noun
κλασέρ
noun
τσέμπαλο
/klav.je/
noun
  1. πληκτρολόγιο
  2. κλαβιέ
noun
κλεπτομανία
/[ˈklɪk]/
noun
κλίκα
noun
κλινική ψυχολογία
noun
  1. χλώριο
  2. χλωριο
noun
χλωροφόρμιο
noun
κλειστοφοβία
noun
KOAH
ΧΑΠ
noun
κοάλα
adjective
μεγάλος
noun
ζαχαρότευτλο
/ˈkod/
noun
  1. bilişim
  2. harf
  3. şifre
κώδικας
noun
κωδεΐνη
noun
συνένζυμο
/ˈkok/
noun
kimya
κοκ
noun
κοκαΐνη
noun
μεφίτιδα
verb
μυρίζω
verb
μυρίζω
noun
κοκτέιλ
/koˈku/
noun
μυρωδιά
adjective
αμύριστος
/kɔɫ sɑːˈti/
noun
ρολόι
noun
κόλα
noun
κολάζ
adjective
εύκολος
adverb
εύκολα
noun
συλλογή
/ko.ɫec.ˈtif/
adverb
ön ad: kolektif
συλλογικότητα
noun
χοληστερίνη
pronoun
Κολομβία
/[koˈɫon]/
noun
στήλη
noun
αποικία
noun
πολυθρόνα
noun
κώμα
pronoun
Κομόρες
noun
κομπόστα
noun
σύνθεση
noun
  1. κομμουνιστής
  2. κομμουνίστρια
/komyˈnizm/
noun
κομμουνισμός
/[comˈʃʊ]/
noun
γείτονας
noun
εισπράκτορας
noun
ζώνη άνεσης
/con.ˈfyt͡ʃ.jys/
pronoun
Κομφούκιος
/con.fyt͡ʃ.jys.t͡ʃy.ˈɫyc/
pronoun
Konfüçyüsçülük
κομφουκιανισμός
pronoun
Δημοκρατία του Κονγκό
noun
κώνος
adjective
κωνικός
noun
εικασία
/kon.ˈsej/
noun
konsey
συμβούλιο
noun
σύμφωνο
noun
σύμφωνο
noun
κομητεία
/kon.ˈɾoɫ/
noun
kontrol
έλεγχος
verb
ελέγχω
/koˈnu/
noun
θέμα
noun
επισκέπτης
/coˈnum/
noun
θέση
/co.ˈnut/
noun
κατοικία
noun
δημώδης
/konuʃˈmac/
verb
  1. μιλώ
  2. μιλάω
noun
κοντσέρτο
pronoun
Κοπεγχάγη
noun
κοπερνίκιο
noun
διασπορά
noun
αντίγραφο
noun
αντιγράφω
/ˈcoɾ/
noun
kor
θράκα
/koɾaˈmiɾal/
noun
αντιναύαρχος
pronoun
Κορέα
/[koˈɾe dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Κορέας
/[koˈɾe demokɾaˈtic haɫk dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας
/ˈko.re.d͡ʒe/
adjective
Korece
κορεατικά
/kó.ɾe.li/
pronoun
  1. Κορεάτης
  2. Κορεάτισσα
noun
χορογράφος
pronoun
Κέρκυρα
noun
αντιπτέραρχος
noun
αεροδιάδρομος
pronoun
Κόρινθος
noun
φόβος
noun
σκιάχτρο
adjective
άφοβος
verb
τρομάζω
noun
κλάξον
noun
αγγουράκι
/coˈɾona/
noun
στέμμα
noun
πειρατεία f
noun
Κορσική
pronoun
κορσικανικά
/ˈcoɾt/
noun
kort
γήπεδο
noun
άλσος
/ko.ɾu.ˈma/, /ko.ˈɾu.ma/
noun
  1. korumak işi
    προστασία
  2. meslekler
    σωματοφύλακας
/ko.ɾu.ma.d͡ʒɯ.ˈlɯc/
noun
korumacılık
προστατευτισμός
/koruˈmak/
verb
προστατεύω
noun
κερατοειδής χιτώνας
adjective
μεγάλο
pronoun
Κόστα Ρίκα
noun
κωδικοποιώ
pronoun
Υδροχόος
/[ko.ˈvɑ]/
noun
kova
κουβάς
noun
ομοιοπολικός δεσμός
noun
τρύπα
noun
κοιλάδα
/[kojˈmak]/
verb
βάζω
noun
πρόβειο κρέας
noun
ατού
idiom
δίνω αβάντζο
/koˈza/
noun
κουκούλι
noun
  1. κουκουνάρα
  2. κουκουνάρι
noun
καλλυντικά
adjective
κοσμικός
pronoun
Κριός
noun
κριάρι
noun
συνδετικό ρήμα
noun
τρέξιμο
noun
δρομέας
noun
όρος
adjective
υποθετικός
noun
ιπποσκευή
/ˈk(ɯ)ɾɑl/
noun
kral
βασιλιάς
pronoun
βασιλιάς Αρθούρος
noun
βασίλειο
noun
βασίλισσα
noun
μέλισσα βασίλισσα
/kɾal.ˈlɯc/
noun
βασίλειο
noun
στροφαλοφόρος άξονας
/kɾɑˈvɑt iː‿nɛˈsi/
noun
  1. γραβατοπιάστρα
  2. καρφίτσα γραβάτας
/ˈk(ɯ).ɾe.di/
noun
δάνειο
adjective
κρέμα
noun
τηγανίτα
noun
εγκληματολογία
noun
κρυπτογραφία
noun
κρυστάλλωση
noun
κρυσταλλογραφία
noun
κριτικός
noun
χρωμόσωμα
/kɾo.ˈnic obs.tɾyc.ˈtif ˈac.d͡ʒi.‿eɾ has.ta.lɯ.‿ɪ/
noun
tıp
χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
noun
χρονολογία
noun
κρουασάν
noun
ξύλωμα
noun
κομμωτής
/ku.vaɾk/
noun
κουάρκ
/kubˈbe/
noun
θόλος
/ˈcu.dys/
pronoun
şehir adı
Ιερουσαλήμ
noun
πούμα
noun
ανδρείκελο
noun
kukumav
  1. μικρός κουκουβάγια
  2. κουκουβάγια
/[kʰuˈɫ̪äkʰ]/
noun
  1. αυτί
  2. αφτί
noun
πτερύγιο ωτός
noun
ακουστικό τύμπανο
noun
νανόμπουφος
noun
πύργος
verb
χρησιμοποιώ
noun
χρήστης
/cul.la.nɯ.ˈd͡ʒɯ a.ɾa.jy.zy/
noun
διεπαφή χρήστη
/cuˈlyp/
noun
κλαμπ
/ˈcum/
noun
jeoloji, madencilik
άμμος
/kum sɑːˈti/
noun
κλεψύδρα
/[ˈkʊm tɑ.ʃɯ]/
noun
ψαμμίτης
noun
αρχηγός
noun
στοίχημα
noun
καζίνο
/ku.ˈmaʃ/
noun
kumaş
ύφασμα
noun
κουμπαράς
adjective
αμμώδης
noun
δεκοχτούρα
noun
αμμουδιά
noun
αμμόλοφος
noun
παπούτσι
/[kʊɾ.ˈʔɑːn]/
pronoun
Kur'ân
Κοράνιο
noun
ξηρασία
noun
κανόνας
noun
θεωρητικός
adjective
θεωρητικός
noun
θυσία
noun
βάτραχος
/kuɾdɛˈlɛ/
noun
  1. κορδέλα
  2. ταινία
verb
  1. εγκαθιστώ
  2. μοντάρω
adjective
λύκος
/cuɾtaɾˈmac/
verb
διασώζω
noun
  1. σωτήρας
  2. λυτρωτής
/kuɾ.tuˈɫuʃ/
noun
σωτηρία
noun
προνύμφη
noun
σταφίδα
/ku.ˈɾul/
noun
επιτροπή
verb
στεγνώνω
noun
εγκατάσταση
/ku.ˈɾum/
noun
αιθάλη
verb
στεγνώνω
noun
μόλυβδος
/[kuɾˈʃun ɑsˈceɾ]/
noun
μολυβένιος στρατιώτης
verb
ξερνώ
noun
έμεσμα
noun
ελάττωμα
noun
γιορτή
/kutlaˈmac/
verb
συγχαίρω
/kut.ˈsal/
adjective
kutsal
άγιος
noun
ιερή ίβιδα
/cuˈtu/
noun
  1. κουτί
  2. κιβώτιο
noun
πολική αρκούδα
pronoun
Κυνόσουρα
noun
βόρειο σέλας
noun
χαλαζίας
pronoun
Κουβέιτ
/kuv.ˈvet/
noun
fizik: güç, fizikî vektörel kemiyet
δύναμη
/kuvvetˈɫi/
adjective
δυνατός
noun
ουρά
noun
σκορπιός
/cuj.ɾuc.ˈlu jɯl.dɯz/
noun
kuyruklu yıldız
κομήτης
/ku.ˈju/
noun
genelde silindir biçimde su depolanan alan
πηγάδι
noun
χρυσοχόος
/cu.ˈzen/
noun
kuzen
ξάδερφος
/[kʊˈzɛj]/
noun
yönler
βορράς
pronoun
Βόρεια Αφρική
pronoun
Βορειά Ευρώπη
pronoun
Βόρεια Θάλασσα
noun
ἀκανθίς
pronoun
Βόρεια Κορέα
/[kʊ.ˈzɛj kɯb.ɾɯs]/
pronoun
ülke
Βόρεια Κύπρος
/[kʊ.ˈzɛj kɯb.ɾɯs ˈtyɾk d͡ʒʊm.hʊː.ɾɪ.jɛ.ˈtɪ]/
pronoun
ülke adı
Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου
/cu.zej ma.ɾi.ˈja.na a.da.la.ɾɯ/
pronoun
Kuzey Mariana Adaları
Βόρειες Μαριάνες Νήσοι
pronoun
Βόρεια Ιρλανδία
/ku.ˈzej.ba.tɯ/
noun
kuzeybatı
luode
noun
βορειοανατολικά
noun
  1. κοράκι
  2. κόρακας
noun
γλαδιόλα
/cu.ˈzin/
noun
kuzin
ξαδέλφη
noun
  1. αρνί
  2. αμνός
noun
  1. łabędź
  2. κύκνος
/[ˈkuʃ]/
noun
  1. πουλί
  2. πτηνό
noun
εναέρια άποψη
noun
ορνιθολογία
noun
σόρβον
/ku.ˈʃac/
noun
kuşak
ζώνη
noun
  1. σπαράγγι
  2. ασπάραγος
noun
υπόνοια
verb
αμφιβάλλω
/ˈkʲaː.be/
pronoun
Kâbe
Κάαμπα
noun
εφιάλτης
noun
τσουλούφι
/kʲa.ˈ‿ɯt/
noun
kâğıt endüstrisi, matbaacılık
χαρτί
/ˈcœc/
noun
ρίζα
noun
köken
ρίζα
noun
ετυμολογία
noun
έλατο
noun
σκλάβος
/cø.ˈmyɾ/
adjective
kömür
κάρβουνο
noun
καρχαρίας
noun
κυνόδοντας
/cøpˈry/
noun
    1. mimarlık
    2. dişçilik
    γέφυρα
  1. müzik
    καβαλάρης
/cøp.ˈry ys.ty/
noun
köprü üstü
γέφυρα
/cøp.ry.ˈd͡ʒyc ce.mi.‿i/
noun
anatomi
κλείδα
noun
αφρός
/[cœˈpyc bɑɳjɔˈsu]/
noun
αφρόλουτρο
noun
κόλπος
noun
κάρι
noun
κέρλινγκ
/cøɾ.ˈɫyc/
noun
körlük
τύφλωση
noun
ateşi canlandıran araç
φυσερό
/cø.ty/
adverb
ön ad
  1. κακός
  2. άσχημος
/ˈcøj/
noun
yerleşim birimi
χωριό
noun
χωριάτα
noun
γωνία
adjective
γωνιώδης
pronoun
Κούβα
noun
μούχλα
verb
βρυχιέμαι
noun
θείο
/ˈcyl/
noun
στάχτη
noun
κιλότα
/cyl.ˈtyɾ/
noun
toplum: kültür
πολιτισμός
/ky.ˈme/
noun
küme
σύνολο
noun
κύβος
noun
οδοντογλυφίδα
pronoun
Κουρδιστάν
/[ky.ˈɾɛ]/
noun
σφαίρα
noun
  1. φτυάρι
  2. κουπί
noun
ωμοπλάτη
verb
  1. τραβάω κουπί
  2. κωπηλατώ
noun
κωπηλάτης
/cy.ɾe.ˈseɫ ɯ.sɯn.ma/
noun
küresel ısınma
παγκόσμια θέρμανση
noun
γούνα
/ˈkyɾt/
pronoun
Kürt
Κούρδος
noun
έκτρωση
/ˈkyɾt.t͡ʃe/
pronoun
Kürtçe
  1. κουρδικά
  2. Κουρδικά
noun
κουσκούτα
/kytyphaːne/
noun
βιβλιοθήκη
noun
βιβλιοθηκάριος
noun
λουτήρας
/ky.ˈt͡ʃyc/
noun
küçük
μικρός
noun
Μικρές Αντίλλες
noun
νανοτσικλιτάρα
noun
σταφυλή
noun
γλάρος
noun
μπασταρτοκανάρινο
noun
κάργια
noun
φοινικοτρύγονο
noun
κόκκινο πάντα
noun
υποκοριστικό
/[ˈkɯb.ɾɯs]/
pronoun
Kıbrıs
Κύπρος
/ˈcɯb.ɾɯs.lɯ/
adjective
Kıbrıslı
Κυπριώτης
/ˈcɯb.ɾɯs.lɯ/
pronoun
Kıbrıslı
Κύπριος
noun
τρίχες
/kɯɫˈd͡ʒɑɫ dɑˈmɑɾ/
noun
τριχοειδές αγγείο
noun
  1. ξίφος
  2. σπαθί
noun
ξιφίας
noun
ευρωπαϊκή αβοκέτα
noun
θήκη
/kɯˈnɑ/
noun
χένα
noun
το φυτό και η βαφή χένα
noun
coğrafya
εξοχή
noun
βαλτόμπουφος
noun
σταβλοχελίδονο
noun
  1. πάχνη
  2. πάγος
/[ˈkʰɯr.ɡɯz d͡ʒʊm.hʊː.ɾɪ.jɛ.ˈtɪ]/
pronoun
Δημοκρατία της Κιργιζίας
/kɯɾ.ˈɡɯz.d͡ʒa/
adverb
Kırgızca
κιργιζικά
pronoun
  1. Κιργιζία
  2. Κιργιζιστάν
adjective
σαράντα έξ
adjective
σαράντα έν
adjective
σαράντα εννέα
adjective
σαράντα δύο
adjective
σαράντα οκτώ
adjective
σαράντα επτά
verb
κουρεύω
adjective
τεσσαρακοστός
noun
χελιδόνι
noun
τρίγλη
/kɯɾmɯˈzɯ/
noun
  1. κόκκινο
  2. κόκκινος
noun
κόκκινη κάρτα
noun
κόκκινο κρασί
adjective
αγροτικός
/ˈkɯɾ.taː.si.ˈje/
noun
yazı
γραφική ύλη
/ˈkɯɾ.taː.si.se.ˈd͡ʒi/
noun
kırtasiyece
χαρτοπώλης
/cɯˈɾɯc/
noun
κάταγμα
noun
διάθλαση
noun
Δείκτης διάθλασης
noun
σφαγή
/ˈcɯɾɯm tataɾd͡ʒalaˈɾɯ/, /ˈcɯɾɯm tataɾd͡ʒasɯ/
pronoun
Κριμαϊκή Ταταρική γλώσσα
noun
διάθλαση
adverb
ön ad
  1. κοντός
  2. σύντομος
noun
ενωτικό
/cɯ.salt.ˈma/, /cɯ.ˈsalt.ma/
noun
kısaltma
συντομογραφία
noun
kelimeleşmiş kısaltma
ακρωνύμιο
verb
συντομεύω
/kɯˈsajol/
noun
συντόμευση
adjective
ζηλιάρης
noun
ζήλια
/kɯs.ˈkat͡ʃ/
noun
kıskaç
αγγειολαβίδα
noun
ακρωνύμιο
interjection
  1. κισμέτ
  2. κισμέτι
adjective
μερικός
noun
φοράδα
noun
ισθμός
noun
μέρος
noun
στειρότητα
/cɯ.ˈta/
noun
coğrafya
ήπειρος
noun
υφαλοκρηπίδα
noun
  1. λιμός
  2. πείνα
noun
ηλεκτρίζω
noun
σπινθήρας
noun
ηλεκτροστατική
/cɯjˈma/, /ˈcɯjma/
noun
  1. κιγμάς
  2. κιμάς
/kɯjˈmet/
noun
αξία
adjective
πολύτιμος
/ˈkɯz/
verb
dişi cinsten çocuk veya genç
κορίτσι
noun
ευρωπαϊκή καλημάνα
noun
ιλαρά
noun
ερυθρά
verb
κοκκινίζω
noun
υμένας
adjective
  1. οστρακιά
  2. χρυσός
  3. άλικος
  4. κομμουνίστρια
  5. κομμουνιστής
noun
όρνιο
noun
κοκκινότσιχλα
noun
κόκκινο ελάφι
noun
ψαλιδιάρης
noun
υπέρυθρος
noun
κρανιά
pronoun
Ερυθρά Θάλασσα
noun
κοκκινολαίμης
noun
κοκκινούρης
/[ˈkɯʃ]/
noun
χειμώνας
noun
χειμερινό άθλημα
noun
χειμερία νάρκη
/ˈkɯʃ.ɫɑ/
noun
στρατώνας
/ɫa.bi.ˈɾent/
noun
labirent
λαβύρινθος
noun
εργαστήριο
adjective
  1. ad
  2. ön ad
σκούρο μπλε
noun
ερυθρελάτη
noun
λαχανοντολμάς
pronoun
Χάγη
/lahmɑːˈd͡ʒun/
noun
λαχματζούν
noun
λακρός
/ˈɫaɫ/
adjective
lâl
βουβός
/lɑ:lɛ/
noun
τουλίπα
/ˈla.ma/
noun
lama
λάμα
/ɫɑm.bɑ/
noun
λάμπα
pronoun
Λάος
noun
κατάπλασμα
/ɫas.ˈtik/
noun
λάστιχο
noun
κόμμι
/ɫa.ˈtin.d͡ʒe/
pronoun
  1. Λατινικά
  2. λατινικά
/ˈlav/
noun
Yanardağların püskürtmesi ile çıkan madde
λάβα
noun
νιπτήρας
/la.ˈvan.ta/
noun
λεβάντα
noun
κλύσμα
noun
λαούτο
pronoun
Λαζοί
/lɛblɛˈbi/
noun
στραγάλι
/lɛblɛbiˈd͡ʒi/
noun
στραγαλατζής
pronoun
Λευκωσία
noun
καλάι
/ˈɫeh.t͡ʃe/
pronoun
Lehçe
πολωνικά
/ˈɫeh.t͡ʃe/
noun
lehçe
διάλεκτος
/ɫe.ˈce/
noun
kirlilik
λεκές
noun
  1. λυμφώνας
  2. λέμφος
/lenɪˈnɪzm/
pronoun
λενινισμός
/ˈɫeɾ/
suffix
-ler
ά
pronoun
  1. Λεσότο
  2. Λεσόθο
/ɫe.ˈton.d͡ʒa/
pronoun
λετονικά
pronoun
Λεττονία
pronoun
Δημοκρατία της Λεττονίας
pronoun
Λετονός
pronoun
Λεβάντες
noun
λαβράκι
noun
πασχαλιά
/lejlec/
noun
  1. πελαργός
  2. λελέκι
/[lɛʐ.bɪ.ˈjɛn]/
noun
lezbiyen
λεσβία
noun
χαρά
noun
κουρούνα
adjective
φιλελεύθερος
pronoun
Λιβερία
pronoun
Λιβύη
noun
  1. ανελκυστήρας
  2. ασανσέρ
/[ˈɫɪh.tɛn.ʃtɑjn]/
pronoun
Lihtenştayn
  1. Λίχτενσταϊν
  2. Λιχτενστάιν
pronoun
Λυκία
noun
λικέρ
/liˈmɑn/
noun
gemiler için sığınak
  1. λιμάνι
  2. λιμένας
pronoun
λιμβουργιανή γλώσσα
/ɫi.ˈmon/
noun
limon
λεμόνι
/limonɑˈtɑ/
noun
λεμονάδα
noun
λιγνίτης
/ˈlise/
noun
λύκειο
noun
κατάλογος
noun
λιθογραφία
/ɫitˈvan.d͡ʒa/
adjective
λιθουανικός
/ɫitˈvan.d͡ʒa/
pronoun
λιθουανικά
pronoun
Λιθουανία
/[litˈvanja dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Λιθουανίας
pronoun
Λιβαδειά
noun
λογάριθμος
noun
σήμα κατατεθέν
/lo.ˈʒi/
suffix
-loji
λογία
noun
επιμελητεία
noun
εστιατόριο
/lɔkmɑˈd͡ʒɯ/
noun
λουκουματζής
noun
ατμομηχανή
/lɔkumˈd͡ʒu/
noun
λουκουμτζής
pronoun
Λομβαρδία
/ˈlon.dɾa/
pronoun
Londra
Λονδίνο
/ˈlon.dˈɾɑ.ɫɯ/
pronoun
Londra
Λονδρέζα
/los ˈen.dʒe.ɫes/
pronoun
Los Angeles
Λος Άντζελες
noun
λοσιόν
/lu.i.si.ˈaː.naː/
pronoun
Amerika Birleşik Devletleri'nin bir eyâleti
Λουιζιάνα
noun
λούνα παρκ
pronoun
Νεκρά θάλασσα
noun
λευχαιμία
pronoun
Λίβανος
/[lybˈnan dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία του Λιβάνου
pronoun
Λουξεμβούργο
pronoun
Μέγα Δουκάτο του Λουξεμβούργου
pronoun
λουξεμβουργιανός
noun
λουλάς
interjection
παρακαλώ
noun
μισθός
/maː.ˈbet/
noun
mâbet
ναός
pronoun
ουγγρικός
pronoun
ουγγρικά
pronoun
Ουγγαρία
/[madʒaɾisˈtan dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Ουγγαρίας
/maːdʒe.ɾaː/
noun
περιπέτεια
/ma.da.ˈɡas.kaɾ/
pronoun
Madagaskar
Μαδαγασκάρη
noun
μετάλλιο
/madˈde/
noun
ύλη
/[madˈdiː]/
adjective
υλικός
noun
ορυχείο
noun
εξόρυξη
adjective
μεταλλικός
noun
κέρμα
pronoun
Μαδρίτη
noun
μαφία
noun
εικονογραφημένος
/ˈmaɡ.ma/
noun
magma
μάγμα
noun
μαγνήσιο
noun
συνοικία
pronoun
Μαχαράστρα
/mah.ke.ˈme/
noun
mahkeme
δικαστήριο
/mah.ɾe.mi.ˈjet/
noun
mahremiyet
ιδιωτικότητα
adjective
χαρακτηριστικός
verb
καταστρέφω
noun
μεγαλειότητα
noun
άρθρο
pronoun
Μακάου
noun
τροχαλία
pronoun
σλαβομακεδονικά
/[mɑ.cɛ.ˈdon.jɑ]/
pronoun
Makedonya
Μακεδονία
noun
μοντέλο
/ma.ˈci.ne/
noun
μηχανή
/ma.ˈci.ne di.ɫi/
noun
makine dili
γλώσσα μηχανής
noun
σκόπος
noun
μακιγιάζ
/ˈmal/
noun
    1. ekonomi: emtia
    2. ekonomi: mal varlığı
    αγαθά
  1. argo, kaba konuşma: fahişe
    πόρνη
noun
μαλαχίτης
pronoun
Μαλάουι
pronoun
μαλαγιαλαμικά
/ma.ˈlaj.d͡ʒa/
pronoun
μαλαισιανά
pronoun
Μαλδίβες
/en.do.ˈnez.ja/
pronoun
Μαλαισία
noun
αμάλγαμα
/mal.ˈɡaʃ.t͡ʃa/
pronoun
Malgaşça
μαλαγασικά
/ˈma.ɫi/
pronoun
ülke
Μάλι
noun
βύνη
pronoun
Μάλτα
/[ˈmaɫta dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Μάλτας
pronoun
μαλτέζικα
noun
υλικό
noun
μαμούθ
/ˈman a.da.sɯ/
pronoun
Man Adası
Νήσος του Μαν
/maː.ˈnaː/
noun
σημασία
noun
μοναστήρι
noun
εντολή
noun
μανταλάκι
noun
γαλακτοπωλείο
noun
ελιγμός
noun
μαγγάνιο
noun
μάνγκο
noun
μανιφέστο
adjective
μανιακός
noun
ανδρείκελο
noun
μανόλια
noun
  1. μανιτάρι
  2. μύκητας
/man.ˈtɯk/
noun
λογική
adjective
λογικός
adjective
άλογος
/manˈjak/
noun
μανιακός
noun
μαγνητικό πεδίο
/man.za.ˈɾa/
noun
manzara
άποψη
noun
ποίημα
pronoun
Γλώσσα Μαντσού
noun
  1. ξυλουργός
  2. μαραγκός
pronoun
μαραθικά
/[mɑɾk.ˈsɪzm]/
pronoun
Marksizm
μαρξισμός
pronoun
Θάλασσα του Μαρμαρά
noun
μαρμελάδα
/ˈmaɾs/
pronoun
Mars
Άρης
/maɾ.ˈʃal a.da.la.ɾɯ/
pronoun
ülkeler
Νήσοι Μάρσαλ
noun
  1. Μάρτιος
  2. Μάρτης
pronoun
Μαρτινίκα
noun
γλάρος
noun
μαρούλι
/ˈme.ɾi.ɫend/
pronoun
Amerika Birleşik Devletleri'nin bir eyâleti
Μέριλαντ
noun
mobilya
  1. τραπέζι
  2. τράπεζα
noun
επιφάνεια εργασίας
noun
μάσκαρα
noun
μαυροτσιροβάκος
/mɑstʏɾbɑsjɔn jɑpmɑk/
verb
αυνανίζομαι
/[mɑ.tɛ.mɑ.ˈtɪk]/
noun
matematik
μαθηματικά
adjective
μαθηματικός
/mɑtɛmɑtɪkˈt͡ʃɪ/
noun
μαθηματικός
noun
μήτρα
/[mɑtɾuʃˈkɑ]/
noun
  1. ματριόσκα
  2. μπάμπουσκα
  3. μπαμπούσκα
pronoun
Μαυρίκιος
adjective
μπλε
noun
  1. μπλε
  2. γαλάζιος
noun
γαλαζοπαπαδίτσα
noun
μαγιά
/majˈmun/
noun
  1. πίθηκος
  2. μαϊμού
noun
μαγιό
/mɑjɔˈnɛz/
noun
μαγιονέζα
pronoun
Μαγιότ
noun
νάρκη
/ma.ˈjɯs/
noun
ay
  1. Μάιος
  2. Μάϊος
  3. Μάης
noun
μηλολόνθη
noun
  1. παρελθόν
  2. παρατατικός
noun
έννοια
noun
ντίζελ
noun
ματς
/ˈma‿aɾa/
noun
σπηλιά
/ˈma‿.ɾip/
pronoun
Mağrip
Μαγκρέμπ
noun
μαστραπάς
noun
έννοια
noun
βουλή
/me.de.ni.ˈjet/
noun
πολιτισμός
/me.de.ˈniː haɫ/
noun
medenî hâl
οικογενειακή
/[me̞.d̪íː.n̪e̞]/
pronoun
Μεδίνα
noun
διαλογισμός
noun
έννοια
noun
ΜΜΕ
noun
μεγάφωνο
noun
μηχανική
noun
μηχανικός
noun
μηχανισμός
/mek.ke/
pronoun
İslâm, Suudi Arabistan
Μέκκα
noun
Κόλπος του Μεξικού
noun
Μεξικάνα
/mek.ˈtup/
noun
mektup
  1. επιστολή
  2. γράμμα
verb
αλληλογραφώ
/ˈme.la.ˈnez.ja/
pronoun
Melanezya
Μελανησία
noun
άγγελος
/mɛɫ.haː.mɛ.ˈˤi kyb.ˈɾaː/
pronoun
Melhâme-i Kübrâ
Αρμαγεδδών
noun
μελόδραμα
noun
πηγή
/me.ˈme/
noun
  1. στήθος
  2. θώρακας
  3. μίμημα
  4. μιμίδιο
  5. στέρνο
noun
ρώγα
/memeˈli hajˈvan/
noun
ζώο
noun
Θηλαστικό
/mem.ɫe.ˈcet/
noun
doğup büyülen yer
πατρίδα
noun
συμπατριώτης
adjective
ικανοποιημένος
/meː.ˈmuɾ/
noun
υπάλληλος
noun
μενεξές
noun
σπέρμα
noun
αξιόγραφο
noun
χρηματιστήριο
noun
εμμηνόπαυση
/menteˈʃe/
noun
μεντεσές
/men.ˈzil/
noun
uzaklık
έκταση
/meˈny/
noun
κατάλογος
noun
μεράκι
noun
μαντζουράνα
/meɾ.ˈd͡ʒec/
noun
mercek
φακός
/meɾ.d͡ʒi.ˈmec/
noun
mercimek
φακή
/ˈmær.hɑ.bɑː/
interjection
selamlaşma ifadesi
  1. γεια
  2. γεια σας
  3. γεια σου
/meɾ.ha.ˈmet/
noun
acıma
έλεος
noun
αλοιφή
noun
κεντρική τράπεζα
noun
κεντρικό νευρικό σύστημα
/meɾ.ˈkyɾ/
pronoun
Merkür
  1. Ερμής
  2. Μερκούριους
noun
μάρμαρο
noun
σφαίρα
noun
μυρτιά
noun
στουριόνι
/meɾ.ˈjem/
pronoun
Meryem
Μαρία
/me.saː.fe.ˈleɾ/, /me.saː.fe/
noun
απόσταση
/meˈsaʒ/
noun
μήνυμα
pronoun
Μεσολόγγι
noun
μεσσίας
/mes.ˈɫek/
noun
meslek
επάγγελμα
adjective
ανεύθυνος
noun
μεταβολισμός
/me.taɫ/
noun
  1. μέταλλον
  2. μέταλλο
adjective
μεταλλικός
noun
μεταλλουργία
noun
μεθάνιο
/me.te.ˈoɾ/
noun
meteor
μετέωρο
noun
μετεωρολογία
noun
κείμενο
noun
ερωμένη
noun
μετρό
noun
σταθμός μετρό
noun
μετρονόμος
adjective
υπάρχων
/mevˈsim/
noun
εποχή
/mej.ˈdan/
noun
şehircilik
πλατεία
noun
προκαλώ
noun
yiyecek
  1. μῆλον
  2. καρπός
  3. φρούτο
noun
φρουτοχυμός
/me.ˈzaɾ/
noun
mezar
τάφος
noun
σφαγείο
noun
χαμωτίδα
noun
βακαλάος
/mez.ˈhep/
noun
mezhep
αίρεση
noun
μεσόνιο
pronoun
Μεσοποταμία
/mez.ˈɾaː/
noun
yerleşim birimi
χωριουδάκι
/meˈʃe/
adjective
  1. *βαλανιδιά??
  2. βελανιδιά
/meʃ.ɡul/
adjective
dolu
απασχολημένος
/meʃ.ˈhuɾ ha.dis/
adjective
διάσημος
noun
στομάχι
pronoun
  1. Λέσβος
  2. Μυτιλήνη
noun
μύδι
noun
μουσαφίρης
noun
μυκητολογία
/[ˈmɪc.ɾɔ.biɫ.ɟi.sɑ.jɑɾ]/
noun
mikrobilgisayar
μικροϋπολογιστής
noun
μικροκύμα
/micɾɔdɑɫˈɡɑ fɯˈɾɯn/
noun
φούρνος μικροκυμάτων
/ˈmik.ɾo.dev.ɫet/
noun
politika
μικροκράτος
noun
μικρόφωνο
noun
μικρόκοσμος
/ˈmikɾooɾɡanizma/
noun
μικροοργανισμός
/mikˈɾop/
noun
mikroskopla görülen tek hücreli canlı
μικρόβιο
/mik.ɾos.ˈkop/
noun
mikroskop
μικροσκόπιο
noun
μίξερ
noun
ποσότητα
/ˈmiɫ/
noun
ölçüm, ulaşım
μίλι
pronoun
Μιλάνο
noun
χιλιοστόμετρο
/miɫ.ˈɫet/
noun
ulus
έθνος
/miɫ.ˈɫet.ve.ciː.ɫi/
noun
βουλευτής
noun
εθνικότητα
/ˈmiɫˈɫijetˈt͡ʃi/
adjective
εθνικίστρια
/ˈmiɫˈɫijett͡ʃiˈɫic/
noun
εθνικισμός
/miɫ.ˈɫiː/
adjective
millete mahsus
εθνικός
noun
εθνικότητα
adjective
εκατομμύριο
noun
εκατομμυριούχος
noun
αρχιτέκτονας
adjective
αρχιτεκτονικός
noun
αρχιτεκτονική
noun
αρχιτεκτονική
/mi.naː.ˈɾe/
noun
μιναρές
noun
ορυκτό
noun
ορυκτολογία
pronoun
Μίνως
/mi.saː.ˈfiɾ/
noun
μουσαφίρης
noun
μόσχος
/misˈcɛt limoˈnu/
noun
μοσχολέμονο
noun
μύθος
/ˈmi.tinɡ/
noun
επίδειξη
verb
νιαουρίζω
noun
χιούμορ
noun
ζυγός
/mo.bi.ˈɫet/
noun
mobilet
μοτοποδήλατο
noun
  1. έπιπλο
  2. έπιπλα
noun
μόδα
/mo.ˈdeɫ/
noun
numune, örnek
μοντέλο
/moˈdeɾn junand͡ʒa/
pronoun
Νέα Ελληνικά
/mo.dy.ɫas.ˈjon/
noun
διαμόρφωση
/ˈmol.do.va/
pronoun
Μολδαβία
noun
μόριο
adjective
μοριακός
/mo.ˈna.ko/
pronoun
Monako
Μονακό
/mo.naɾˈʃi/
noun
μοναρχία
/mo.no.te.ˈizm/
noun
monoteizm
μονοθεϊσμός
pronoun
Μοντσερράτ
noun
πορφυρός
noun
νεκροθάλαμος
noun
μπακαλιάρος
/mo.ɾi.ˈtan.ja/
pronoun
Moritanya
Μαυριτανία
pronoun
Μαυρίκιος
/mɔˈɾuk/
noun
γεροπαράξενος
pronoun
Μόσχα
noun
μοτίβο
/mo.ˈtoɾ/
noun
makine mühendisliği
  1. κινητήρας
  2. μηχανή
noun
μηχανοκίνητο σκάφος
noun
  1. μοτοσικλέτα
  2. μοτοσυκλέτα
noun
γουρουνάκι
pronoun
Μοζαμβίκη
pronoun
Μόγγολος
adjective
μογγολικά
pronoun
μογγολικά
adjective
ισοδύναμος
noun
εφευρέτης
/muː.d͡ʒi.ˈze/
noun
θαύμα
noun
τραγουδίστρια
noun
  1. ανταποκριτής
  2. ρεπόρτερ
noun
αντιπολίτευση
/mu.haː.ɾe.ˈbe/
noun
muharebe
μάχη
noun
λογίστρια
noun
λογιστής
noun
μνημόνιο
noun
πολυμέσο
noun
κερί
pronoun
Μουμπάι
pronoun
Μωυσής
noun
βρύση
/mus.taˈfa/
pronoun
Μουσταφά
noun
σεφ
adjective
απόλυτος
adjective
ευτυχισμένος
noun
mutluluk
ευτυχία
noun
δυστυχία
/muz/
noun
  1. μπανάνα
  2. μπανανα
noun
μούσμουλο
pronoun
Μυανμάρ
noun
υπερβολή
noun
διευθυντής
noun
δημιουργός
/my.ez.ˈzin/
noun
müezzin
μουεζίνης
noun
ενικός
noun
μουφτής
/my.hen.ˈdis/
noun
mühendisli işlerde uzmanlaşmış kişi
μηχανικός
/my.ˈhim/
adjective
ehemmiyetli, önemli
σπουδαίος
/my.him.ˈmat/
noun
cephane
πυρομαχικά
/myˈhyɾ/
noun
βούλα
verb
τελειοποιώ
noun
τελειότητα
/ˈmyɫc/
noun
κτήμα
/myɫ.ci.ˈjet/
noun
ιδιοκτησία
noun
πρόσφυγας
adjective
  1. πιθανός
  2. δυνατός
pronoun
Μόναχο
adjective
yazı yazmak, desen çizmek veya basmak içinkullanılan, türlü renklerde sıvı madde
μελάνι
noun
σουπιά
adjective
ανεκτικός
/[mys.ɫy.ˈmɑn]/
adjective
İslâm
  1. μουσουλμάνος
  2. μουσουλμανικός
/[mys.ɫy.ˈmɑn]/
pronoun
İslâm
μουσουλμάνος
/mysˈɾif/
noun
σπάταλος
verb
διαβάζω
noun
αξίωμα
adjective
δεινός
/my.vek.ˈkiɫ/
noun
müvekkil
πελάτης
/myzaːceˈɾe/
noun
συζήτηση
noun
μουσείο
/myˈzɪc/
noun
μουσική
noun
μουσικός
noun
δυσκολία
/myʃ.te.ˈri/
noun
πελάτης
noun
καρφί
pronoun
Αίγυπτος
/ˈmɯ.sɯɾ/
noun
mısır
καλαμπόκι
/[mɯˈsɯɾ aˈɾap dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου
noun
καλαμποκόσουπα
noun
πτώμα
adverb
σπάνιος
/naː.fi.ˈle/
adverb
κάκου
noun
αντιβασιλέας
noun
πέταλο
/ˈnaːm/
noun
όνομα
/naː.ˈme/
noun
επιστολή
noun
Ναμίμπια
/nɑːˈmus/
noun
τιμή
/[nɑːˈ.nɛ]/
noun
  1. μέντα
  2. δυόσμος
pronoun
  1. Νάπολη
  2. Νεάπολη
noun
ναπολιτάνικος
/nɑɾ ɛcʃiˈsi/
noun
μελάσα ροδιού
pronoun
Άρτα
noun
ναργιλές
/nasjonał sosjaizmˈleɾ/, /nasjonał sosjaˈizm/
noun
εθνικοσοσιαλισμός
adverb
πώς
/na.ˈu.ɾu/
pronoun
Okyanusya'da bir ada ülkesi
Ναουρού
/na.ˈva.ho.d͡ʒa/
pronoun
Navahoca
ναβάχο
noun
ναυσιπλοΐα
noun
νάιλον
/nazaɾ/
noun
ματιά
adverb
τι [ти]
interjection
ίντα
adverb
πόσο
/ˈne za.man/
adverb
ne zaman
πότε
/ne.ˈden/
adverb
neden
γιατί
noun
ανάσα
noun
δύσπνοια
adjective
χαριτωμένος
/nef.ˈɾet/
noun
nefret
μίσος
noun
νεφρολογία
noun
ποταμός
noun
υγρασία
/ne.ˈme.sis/
pronoun
Νέμεσις
noun
νύμφη
adjective
νοτερός
pronoun
Nepal
Νεπάλ
/ne.ˈpaɫ.d͡ʒe/
pronoun
Nepalce
νεπαλική
/ˈnep.tyn/
pronoun
Neptün
Ποσειδώνας
/ˈnɛ.ɾɛ.d̪ɛ/, /ˈnɛɾ.d̪ɛ/
adverb
hangi yerde, hangi yönde
πού
adverb
σχεδόν
adverb
οποίο
noun
γενιά
noun
αντικείμενο
/nes.ˈne jø.ne.ɫim.ˈɫi/
adjective
nesne yönelimli
αντικειμενοστρεφής
/nes.ˈne jø.ne.ɫim.ˈɫi pɾoɡ.ɾam.la.ma/
noun
αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός
noun
αντικειμενικότητα
noun
αποτέλεσμα
/ne.ˈvi/
noun
nevi
είδος
/nʲuː ˈd͡ʒeɾ.siː/
pronoun
eyalet
Νιού Τζέρσεϊ
/nju ˈjoɾk/
pronoun
New York
Νέα Υόρκη
adjective
χαρούμενος
noun
ποσότητα
noun
κβάντο
noun
επιφώνημα
noun
διχόνοια
adverb
τελοσπάντων
pronoun
Νίγηρας
/ni.ˈʒeɾ.ja/
pronoun
Nijerya
Νιγηρία
noun
νικέλιο
noun
νικοτίνη
pronoun
Νείλος
noun
νούφαρο
/ni:sɑn/, /ni:sɑnlɑɣ/
noun
  1. Απρίλιος
  2. Απρίλης
noun
ποιότητα
noun
επίθετο
noun
νιτρικό οξύ
pronoun
Νιούε
noun
πρόθεση
/ˈni.t͡ʃin/
adverb
niçin
γιατί
noun
βέρα
noun
αρραβωνιαστικός
noun
άμυλο
/noˈbeljum/
noun
νομπέλιο
/ˈno.eɫ/
pronoun
Χριστούγεννα
noun
  1. ρεβίθι
  2. ρεβιθιά
/nokˈtɑ/
noun
σημείο
noun
στίξη
noun
σημείο στίξης
/nɔktɑˈɫɯ viɾˈɟyl/
noun
  1. άνω τελεία
  2. ερωτηματικό
/nokˈtʏɾn/
noun
νυχτωδία
noun
φυσιολογικός
/ˈnoɾ.vet͡ʃ/
pronoun
Νορβηγία
pronoun
Νορβηγική Θάλασσα
pronoun
Βασίλειο της Νορβηγίας
/noɾ.ˈvet͡ʃ.t͡ʃe/
pronoun
Norveççe
νορβηγικά
/ˈnot/
noun
βαθμός
noun
νότα
noun
συμβολαιογράφος
verb
αριθμώ
noun
νευρολογία
noun
νευροψυχολογία
adjective
πυρηνικός
noun
πυρηνική ενέργεια
noun
πυρηνικός αντιδραστήρας
noun
νουκλεϊκό οξύ
noun
νουκλεοτίδιο
noun
νομισματολογία
noun
αντικειμενικός φακός
noun
καταβοθρα
/ob.si.di.ˈjen/
noun
obsidiyen
οψιδιανός
noun
σκοταδισμός
/o.ˈbuɾ/
adjective
obur
λαίμαργος
noun
λαιμαργία
noun
παραγώνι
/ˈod/
noun
ωδή
/o.ˈda/
noun
oda
δωμάτιο
noun
μουσική δωματίου
noun
οδαλίσκη
noun
ωδείο
/o.ˈdun/
noun
  1. καυσόξυλο
  2. ξύλο για τζάκι
noun
ξυλοκόπος
noun
  1. οφσάιντ
  2. εκτός παιδιάς
noun
  1. Βέλος
  2. βέλος
noun
πλάστης
adjective
φαρέτρα
noun
οξυγόνο
noun
kimya
οξείδιο
/ok.si.ˈtan.d͡ʒa/
pronoun
Oksitanca
οξιτανικά
noun
οξυτοκίνη
/o.ˈkul/
noun
okul
σχολείο
noun
μαθητής
noun
αλεξία
/o.cu.ˈmac/
verb
bir yazıyı seslendirme
διαβάζω
adjective
  1. καλλιεργημένος
  2. μορφωμένος
/[o.ˈcuɾ.ja.zaɾ.ˈlɯc]/
noun
okuryazarlık
αλφαβητισμός
noun
αναγνώστης
/oc.ja.ˈnus/
noun
okyanus
ωκεανός
noun
θαλάσσιο ρεύμα
/oc.ja.ˈnus bi.ɫi.mi/
noun
bilim dalı
ωκεανογραφία
pronoun
Ωκεανία
noun
τοξοβολία
verb
  1. θωπεύω
  2. χαϊδεύω
adjective
δυνατός
noun
δυνατότητα
/oˈɫɑn oɫˈdu/
idiom
ό,τι έγινε, έγινε
noun
δυνατότητα
adverb
σαν
/o.ɫa.sɯ.ˈɫɯk/
noun
πιθανότητα
/o.ˈlaj/
noun
hadise
γεγονός
noun
ορίζοντας γεγονότων
adjective
κοινός
/olaˈ‿anysty haɫ/
noun
κατάσταση έκτακτης ανάγκης
/[ol.ˈɡʊ]/
noun
γεγονός
adjective
ώριμος
verb
ωριμάζω
noun
ωριμότητα
noun
Ολυμπιακοί Αγώνες
adjective
θετικός
verb
αποτελώ
verb
σχηματίζομαι
noun
ωμ
noun
σπόνδυλος
/[oˈmuɾɡa]/
noun
ραχοκοκαλιά
/[oˈmuɾɡalɯ]/
adjective
σπονδυλωτό
noun
ώμος
/ˈon al.tɯ/
adjective
  1. δεκαέξι
  2. δεκάξι
/ˈon beʃ/
adjective
on beş
δεκαπέντε
/ˈon biɾ/
adjective
έντεκα
/ˈon bi.ɾin.ˈd͡ʒi/
adjective
ενδέκατος
/ˈon do.cuz/
adjective
  1. δεκαεννιά
  2. δεκαεννέα
/ˈon døɾ.dyn.ˈd͡ʒy/
adjective
δέκατος τέταρτος
/ˈon døɾt/
adjective
  1. δεκατέσσερα
  2. δεκατέσσερις
/on e.ˈmiɾ/
pronoun
On Emir
δέκα εντολές
/ˈon i.ci/
adjective
δώδεκα
/ˈon i.cin.ˈd͡ʒi/
adjective
δωδέκατος
/ˈon se.ˈciz/
adjective
δεκαοκτώ
/ˈon je.di/
adjective
  1. δεκαεπτά
  2. δεκαεφτά
/ˈon yt͡ʃ/
adjective
  1. δεκατρία
  2. δεκατρείς
/ˈon y.t͡ʃyn.ˈd͡ʒy/
adjective
δέκατος τρίτος
noun
ογκολογία
adjective
δέκατος
noun
ωογένεση
adjective
  1. οπτικός
  2. оπτική
noun
οπτική αναγνώριση χαρακτήρων
/ˈo.ɾa.da/
adverb
εκεί
noun
λόγος
noun
ουρακοτάγκος
adjective
σχετικός
noun
αναλογία
/oɾ.ˈdu/
noun
bir devletin silahlı kuvvetleri
στρατός
noun
όργανο
noun
οργανική ένωση
/ˈoɾganˈic cimja:ˈlaɾ/, /ˈoɾganˈic ˈcimja:/
noun
οργανική χημεία
/oɾ.ɡa.ni.zas.ˈjon/
noun
organizasyon
  1. οργάνωση
  2. οργανισμός
/oɾɡaˈnizma/
noun
οργανισμός
noun
οργασμός
noun
γενικός
noun
ορχήστρα
noun
τόνος
/oɾˈman/
noun
  1. δάσος
  2. δρυμός
noun
δασοκομία
adjective
δασώδης
noun
πλατύποδας
noun
ορογένεση
/o.ɾosˈpu t͡ʃo.d͡ʒuː/
noun
hakaret sözü
πουτάνας γιος
/oɾ.ˈta/
adjective
ad
μέση
pronoun
Κεντροαφρικανική Δημοκρατία
noun
Κεντρική Αμερική
/oɾˈta asja/
pronoun
Κεντρική Ασία
pronoun
Κεντρική Ευρώπη
pronoun
Orta Doğu
Μέση Ανατολή
/oɾ.ˈta fɾan.sɯz.d͡ʒa/
pronoun
Orta Fransızca
μέση γαλλική
noun
μέσο ους
noun
μέσοξ
pronoun
Μεσαίωνας
adjective
κοινός
noun
σύντροφος
noun
μέγιστος κοινός διαιρέτης
expression
ortak bölenlerin en büyüğü
μέγιστος κοινός διαιρέτης
/oɾtalaˈma/, /oɾtaˈlama/
noun
μέσος
noun
ορτανσία
noun
μετοχή
/oɾ.to.ˈdoks/
pronoun
Ortodoks
ορθόδοξος
/oɾtodocsˈluc/
pronoun
Ορθοδοξία
/o.ˈɾut͡ʃ/
noun
oruç
νηστεία
/o.ˈɾut͡ʃ tut.mak/
verb
oruç tutmak
νηστεύω
pronoun
Όσλο
pronoun
Οθωμανική Αυτοκρατορία
/os.ˈman.lɯ tyrk.t͡ʃe.si/
adjective
eski bir Türk dili
οθωμανικά τουρκικά
/os.ˈman.lɯ im.pa.ra.tɔɾ.lu.‿u/
pronoun
Osmanlı İmparatorluğu
Οθωμανική Αυτοκρατορία
/os.ˈman.lɯ.d͡ʒa/
adjective
Özel ad
οθωμανικά τουρκικά
verb
κλάνω
noun
  1. πορδή
  2. κλανιά
/ˈot/
noun
χόρτο
/o.tan.ˈtic/
noun
αυθεντικός
/o.ˈteɫ/
noun
otel
ξενοδοχείο
verb
βόσκω
/ˈoto/
noun
αυτοκίνητο
prefix
αὐτός-
noun
αυτοβιογραφία
/o.to.ˈbys/
noun
otobüs
λεωφορείο
noun
αυτόματο
adverb
αυτόματος
/o.to.mo.ˈbil/
noun
αυτοκίνητο
noun
αυτοκινητόδρομος
noun
σαλοτραπεζαρία
verb
  1. κάθομαι
  2. μένω
  3. κατοικώ
noun
συνεδρία
adjective
τριάντα
adjective
τριάντα έξ
adjective
τριάντα πέντε
adjective
τριάντα έν
idiom
αυνανίζομαι
adjective
τριάντα εννέα
adjective
τριάντα τέσσαρες
adjective
τριάντα δύο
adjective
τριάντα οκτώ
/o.tuz je.ˈdi/
adjective
τριάντα επτά
adjective
τριάντα τρείς
adjective
τριακοστός
noun
πεδίο
adjective
ωόδης
/ˈoj/
noun
ψήφος
/ojˈla/
noun
ψηφοφορία
noun
  1. φυλή
  2. φύλο
verb
παίζω
/oˈjʊn/
noun
παιχνίδι
noun
παιδική χαρά
noun
ηθοποιός
noun
όζον
pronoun
Αιγόκερως
noun
  1. κατσίκι
  2. κατσικάκι
/o‿.ˈlan/
noun
αγόρι
noun
παιδεραστής
noun
αγοράκι
/o.ˈ‿ul/
noun
aile, primatlar
γιος
noun
παπούτσι
noun
φαλαινοκέφαλος
/pa.ɡa.ˈnizm/
noun
paganizm
ειδωλολατρία
noun
τιμή
adjective
ακριβός
/paˈcet/
noun
  1. δέμα
  2. πακέτο
pronoun
Πακιστάν
/[pacisˈtan isˈlam dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν
noun
φτυάρι
noun
παλλάδιο
noun
παλαμίδα
pronoun
Παλάου
noun
παλαιοντολογία
/paɫjatif/
adjective
καταπραϋντικός
/[pʰɑʎ̟.ˈjɑː.t̠̠͡ʃo̞ʷ]/
noun
  1. κλόουν
  2. γελωτοποιός
  3. παλιάτσος
noun
βαμβάκι
pronoun
Παναμάς
noun
τεύτλο
noun
μενταγιόν
/pandeˈmi/
noun
πανδημία
noun
ομάδα
/pan.te.ˈizm/
noun
πανθεϊσμός
noun
  1. παντελονι
  2. παντελόνι
noun
πάπας
noun
χαμομήλι
/paˈpaz/
noun
  1. παπάς
  2. ιερέας
/[pʰɑ.pɑ.ˈɑn]/
noun
παπαγάλος
noun
  1. πιπεριά
  2. πάπρικα
pronoun
  1. Παπουασία-Νέα Γουινέα
  2. Παπούα Νέα Γουινέα
/pɑˈɾɑ/
noun
para
  1. χρήματα
  2. λεφτά
  3. γρόσια
  4. λαλάκια
  5. μονέδα
  6. νομίσματα
noun
πρόστιμο
noun
παραβολή
/pa.ɾa.ˈdoks/
noun
paradoks
  1. παράδοξος
  2. παραδοξολογία
pronoun
Παραγουάη
noun
παράλληλος
verb
παραλληλίζω
noun
παρένθεση
noun
παραψυχολογία
adjective
νομισματικός
noun
παράσιτο
noun
άρωμα
/[pɑːɾis]/
pronoun
Παρίσι
noun
πάρκο
adjective
λαμπερός
noun
parlamento
βουλή
verb
γυαλίζω
/paɾ.ˈmac/
noun
  1. δαχτυλο
  2. δάχτυλο
noun
λεοπάρδαλη
noun
βρεγματικά οστά
/paɾˈt͡ʃa/
noun
κομμάτι
/paɾ.t͡ʃa.ˈd͡ʒɯc/
noun
σωματίδιο
noun
σωματιδιακή φυσική
/paɾt͡ʃaˈd͡ʒɯc hɯzlandɯɾɯd͡ʒɯ/
noun
επιταχυντής
noun
διαβατήριο
noun
παθητική
/pa.si.ˈfic ok.ja.nu.su/
pronoun
Pasifik Okyanusu
Ειρηνικός Ωκεανός
/[pɑs.ˈkɑl.jɑ]/
pronoun
Paskalya
Πάσχα
noun
λαγουδάκι του Πάσχα
noun
πασχαλινό αβγό
noun
φουρνάρης, φουρνάρισσα
/bojɑ/
noun
κηρομπογιά
noun
παστίλια
noun
αδιέξοδο
noun
πατάτα
noun
τηγανητές πατάτες
noun
παγοπέδιλο
noun
ευρεσιτεχνία
/pat.la.ˈma/, /pat.ˈla.ma/
noun
έκρηξη
verb
ανατινάζω
adjective
εκρηκτικός
noun
εκρηκτική ύλη
noun
μελιτζάνα
/pa.to.ˈd͡ʑen/
noun
patojen
παθογόνος
noun
παθολογία
pronoun
Πάτρα
noun
αριθμητής
noun
μέτοχος
verb
μοιράζομαι
/pa.ˈzaɾ/
noun
haftanın günü
Κυριακή
noun
μάρκετινγκ
/pa.ˈzaɾ.te.si/
noun
haftanın günü
Δευτέρα
adverb
πολύ
/ˈpe.kin/
pronoun
Pekin
Πεκίνο
/pe.ɫi.ˈcan/
noun
πελεκάνος
noun
αρτεμισία
adjective
ροζ
/pembɛ diʐi/
noun
σαπουνόπερα
/penˈd͡ʒapt͡ʃ a/
noun
Παντζάμπι
/[pændʒeɾe]/
noun
παράθυρο
noun
πιγκουίνος
noun
πέος
/pɛˈnis hɑsɛˈdi/
noun
φθόνος του πέους
noun
λαβίδα
noun
πένταθλο
/pen.te.ˈkost/
pronoun
Πεντηκοστή
noun
νύχι
noun
περιφέρεια
noun
περισκόπιο
/peɾ.ʃem.ˈbe/
noun
Πέμπτη
/pe.ˈtek/
noun
petek
κηρήθρα
noun
πετρέλαιο
/pɛˈtunjɑ/
noun
πετούνια
/[pɛj.ɡɑm.ˈbɛɾ]/
noun
peygamber
προφήτης
noun
κενταύριον
/pɛjɡɑmˈbeɾdɛvɛˈsi/
noun
μάντις
/pej.ˈniɾ/
noun
peynir
τυρί
/[pe.ze.ˈvenc]/
interjection
σωματέμπορος
/ˈpiː/
noun
pi
π
noun
εικονοστοιχείο
/ˈpiɫ/
noun
pil
μπαταρία
noun
πιλάφι
noun
κοτοπουλάκι
adjective
πιλότος
noun
πίπα
noun
ορείχαλκος
adjective
βρόμικος
noun
χωματίδα
/piskoˈpos/
noun
  1. επίσκοπος
  2. δεσπότης
/piscoposˈluc/
noun
επισκοπή
noun
ακαθαρσία
noun
πιστόνι
/ˈpi.ton/
noun
Afrika ve Asya'da yaşayan zehirsiz çok kuvvetli büyük bir yılan
πύθωνας
/ˈpi.to.ˈɾesc/
adjective
pitoresk
γραφικός
noun
λοταρία
noun
πιάνο
/pi.jon/
noun
  1. πιόνι
  2. στρατιώτης
noun
πίτσα
verb
μαγειρεύω
noun
μπιτς βόλεϊ
/ˈpʎak/
noun
βινύλιο
verb
σχεδιάζω
/plʲɑs.tic/
noun
πλαστικό
noun
πλατφόρμα
noun
πλάσμα
/ˈply.ton/
pronoun
cüce gezegenler
  1. Πλούτων
  2. Πλούτωνας
noun
πνευμοκονίωση
noun
πογκρόμ
noun
πολυγαμία
/po.ɫi.ˈnez.ja/
pronoun
Polinezya
Πολυνησία
noun
πολυωνυμικός
/[poˈlis]/
noun
αστυνομία
/po.ɫi.ˈti.ca/
noun
πολιτική
noun
συναλλαγματική
pronoun
Πολωνία
/[poˈɫonja dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Πολωνίας
noun
ποπ μουσική
noun
πληθυσμός
/pɔ.py.lɛɾ/
adjective
δημοφιλής
adjective
πορσελάνες
/poɾ.ˈsuk/
noun
ασβός
/poɾ.ta.ˈcal/
noun
  1. πορτοκάλι
  2. πορτοκαλιά
noun
πορτοκαλάδα
/ˈpoɾ.te.kiz/
pronoun
Πορτογαλία
/[ˈpoɾ.tɛ.kiz d͡ʒʊm.hʊː.ɾɪ.jɛ.ˈtɪ]/
pronoun
Πορτογαλική Δημοκρατία
pronoun
Πορτογάλος
pronoun
  1. Πουέρτο Ρίκο
  2. Πόρτο Ρίκο
pronoun
Ποσειδώνας
/ˈpos.ta ko.du/
noun
posta kodu
ταχυδρομικός κώδικας
noun
ταχυδρόμος
noun
κάλιο
/pɔːˈt͡ʃɑ/, /pɔː‿ɑˈt͡ʃɑ/
noun
μπουγάτσα
noun
τσάντα
pronoun
Πράγα
noun
βασιλόπουλο
noun
βασιλοπούλα
noun
πρωτεύον
noun
πρωτεύοντα
adjective
προβιοτικός
noun
προβιοτικό
noun
πρόβλημα
adjective
επαγγελματικός
adjective
ad
προφίλ
/pɾoɡ.ˈɾam/
noun
  1. bilgisayar için yazılan komutlar dizisi
  2. öngörülen işlemlerin bütünü
πρόγραμμα
/pɾoɡ.ɾam.la.ˈma/, /pɾoɡ.ɾam.ˈla.ma/
noun
bilgisayar programlarının yazılması
προγραμματισμός
/pɾoɡ.ɾam.la.ˈma di.ɫi/
noun
programlama dili
γλώσσα προγραμματισμού
noun
έργο
/pɾoʒɛcsiˈjɔn/
noun
προβολή
noun
διαδικασία
noun
προστάτης
noun
καρκίνος προστάτη
noun
  1. πρώτα
  2. πρωτεΐνη
noun
πρόθεση
/ˈpɾo.to diɫ/
noun
πρωτογλώσσα
/pɾo.to.ˈcoɫ/
noun
protokol
πρωτόκολλο
noun
πρωτόνιο
noun
πρωτότυπο
noun
πλώρη
/psiciˈjɑtɾ/
noun
ψυχίατρος
noun
ψυχιατρική
/psicijɑtˈɾist/
noun
ψυχίατρος
/psikɔˈlɔɡ/
noun
ψυχολόγος
/psi.ko.lo.ˈʒi/
noun
psikoloji
ψυχολογία
noun
ψυχοπαθής
/ˈpis.ko.te.ɾa.pi/, /ˈpsi.ko.te.ɾa.pi/
noun
ψυχοθεραπεία
noun
kimyasal madde
ψυχοδραστική ουσία
noun
ψύχωση
adjective
ψυχωτικός
noun
ζάχαρη άχνη
noun
λέπι
noun
πρύμνη
noun
πυξίδα
/ˈpuː.tɪn/
pronoun
soyadı
Πούτιν
adjective
ειδωλολάτρης
noun
πράσο
noun
μπριγιάν
pronoun
Ραμπάτ
noun
ριζοσπαστικοποίηση
noun
ψυγείο
/ˈrad.jo/
noun
  1. radyo vericisi
    ραδιόφωνο
    1. radyo (kuruluş)
    2. radyo (teknoloji)
    3. radyo alıcısı
    1. ραδιόφωνο
    2. ράδιο
noun
ραδιοκύμα
/ˈrad.jo te.ɫes.co.bu/
noun
radyo teleskobu
ραδιοτηλεσκόπιο
adjective
  1. ραδιενεργός
  2. ραδιοενεργό
noun
ακτινογραφία
noun
ακτινολογία
noun
ράφι
interjection
ön ad
άνετος
verb
ενοχλώ
noun
μοναχή
noun
μοναχός
noun
αριθμός
noun
ούζο
noun
έκθεση
noun
αστεροσκοπείο
verb
συναντώ
/ɾas.jo.ˈneɫ sa.jɯ/
noun
rasyonel sayı
ρητός αριθμός
noun
ραβέντι
noun
σιδηροτροχιά
noun
ραχίτιδα
noun
αντίδραση
noun
πραγματικότητα
/ˈɾed.det.mec/
verb
reddetmek
απορρίπτω
/ˈɾe.ˈɛn.kaɾ.nas.jɔn/
noun
reenkarnasyon
μετενσάρκωση
noun
δημοψήφισμα
/ɾe.ɟy.las.jɔn/
noun
ρύθμιση
/ɾɛh.ˈbeɾ/
noun
εγχειρίδιο
noun
όμηρος
noun
τάρανδος
noun
  1. Χρώμα
  2. χρώμα
noun
δραματολόγιο
noun
ρεσεψιονίστ
noun
εικόνα
adjective
επίσημος
/ɾes.ˈmiː diɫ/
noun
επίσημη γλώσσα
noun
ζωγράφος
noun
εστιατόριο
noun
αναστήλωση
pronoun
Ρεϋνιόν
noun
ραβανί
/ˈɾejc.ja.vic/
pronoun
Reykjavík
  1. Reikjavika
  2. Ρέικιαβικ
noun
ρετσίνι
noun
αρένα
noun
  1. ρέγγα
  2. ρέγκα
noun
κίνδυνος
/ɾitim/
noun
ρυθμός
pronoun
Ριάντ
noun
ρομπότ
noun
ρομποτική
noun
ροκ
noun
ρόκα
noun
ρόλος
/ˈɾom/
noun
rom
ρούμι
/ˈɾo.ma/
pronoun
Roma
Ρώμη
/ɾo.maˈɫɯ/
pronoun
Ρωμαίος
noun
μυθιστόρημα
/ɾo.ˈman.ja/
pronoun
Romanya
Ρουμανία
noun
ρόμπα
noun
διαδρομή
pronoun
Ρότερνταμ
pronoun
Ρουάντα
/ˈɾuh/
noun
ruh
ψυχή
noun
ψυχολόγος
noun
ψυχολογία
adjective
ψυχολογικός
noun
αδελφή ψυχή
noun
κραγιόν
/ɾu.ˈmen.d͡ʒe/
pronoun
Rumence
ρουμανικά
adjective
Ρωσίδα
pronoun
Ρώσος
/ɾusɑɫˈkɑ/
noun
ρουσάλκα
/ˈɾus.ja/
pronoun
Rusya
  1. Ρωσία
  2. Ρωσσία
/[ˈɾusja fedeɾasjoˈnu]/
pronoun
Ρωσική Ομοσπονδία
/[ˈɾʊst͡ʃɑ]/
adjective
  1. ρωσικά
  2. ρώσικα
noun
ρυμουλκό πλοίο
/ʀœntˈgeːnjʊm/
noun
ρεντγκένιο
noun
  1. όνειρο
  2. ενύπνιο
/ɾyzˈɟaɾ/
noun
rüzgâr
άνεμος
noun
ανεμοδείκτης
noun
αποβάθρα
/sɑˈɑtʲ/
noun
  1. ώρα
  2. ρολόι
noun
  1. πρωί
  2. πρωινό
/saˈban/
noun
  1. άροτρο
  2. αλέτρι
noun
αλετροπόδα
adjective
σταθερά
verb
σαπουνίζω
noun
υπομονή
noun
λαμαρίνα
noun
φαρέτρα
/sa.da.ˈka/
noun
ελεημοσύνη
verb
απλοποιώ
noun
λεπτός
noun
χοληδόχος κύστη
noun
ακτή
noun
κάτοχος
verb
έχω
pronoun
Σαχάρα
adjective
κίβδηλος
pronoun
Άγιος Χριστόφορος και Νέβις
pronoun
Αγία Λουκία
pronoun
Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες
noun
  1. γένι
  2. γενειάδα
noun
γυπαετός
adjective
ήρεμος
verb
κρύβω
noun
κρυφτό
noun
καρακάξα
adjective
γλάστρα
pronoun
Χίος
noun
μαστίχα
noun
κολοκυθάκι
noun
πρόβατο Χίου
noun
σχεδία
verb
βελτιώνω
noun
σαλάμι
noun
άλμη
noun
σαλάτα
adjective
επιθετικός
noun
επιθετικότητα
verb
επιτίθεμαι
noun
σαλέπι
noun
όγκος
noun
σουλτανάτο
/saʎjɑɳˈɡɔz/
noun
σαλιγκάρι
/ˈsalz.buɾɡ/
pronoun
Salzburg
Σάλτσμπουργκ
noun
ντοματοπελτές
/saˈlɯ/
noun
Τρίτη
noun
άχυρο
pronoun
Γαλαξίας
/sa.ˈmat.ja/
pronoun
Ψαμάθεια
/sa.ˈmo.a/
pronoun
Samoa
Σαμόα
/sa.ˈmo.a.d͡ʒa/
pronoun
Samoaca
σαμοανικά
noun
ζιμπελίνα
/sa.ˈmu.ɾaj/
noun
savaşçı
σαμουράι
pronoun
Άγιος Μαρίνος
noun
εικονική μηχανή
noun
  1. τέχνη
  2. επιτηδειότητα
adjective
καλλιτεχνικός
noun
καλλιτέχνης
noun
βιομηχανία
/[s̪änˈd͡ʒɑkʰ]/
noun
Bayrak, dikdörtgen biçiminde kumaş
σημαία
noun
  1. καρέκλα
  2. καθέκλα
/sɑndˈvit͡ʃ/
noun
  1. σάντουιτς
  2. αμφίψωμο
/san.ˈdɯk/
verb
sandık
κιβώτιο
noun
δευτερόλεπτο
adverb
λες και
noun
κουνάβι
noun
λογοκρισία
noun
εκατοστόμετρο
adjective
φυγόκεντρος
pronoun
Σάο Τομέ και Πρίνσιπε
noun
μίσχος
noun
σφεντόνα
/sapˈma/
noun
απόκλιση
/saˈpɯc/
noun
ανώμαλος
noun
επιληψία
verb
  1. κιτρινίζω
  2. χλομιάζω
/saˈɾaj/
noun
saray
παλάτι
pronoun
  1. Σαράγεβο
  2. Σαράγιεβο
noun
σαρδέλα
noun
Σαρδηνία
pronoun
σαρδηνιακά
noun
μέθη
noun
εκκρεμές
noun
σαρμάς
adjective
κίτρινος
noun
  1. κίτρινο
  2. κίτρινος
noun
κίτρινη κάρτα
noun
χρυσοτσίχλονο
noun
  1. σαρίκι
  2. τουρμπάνι
/saɾɯˈlɯk/
noun
ίκτερος
noun
σκόρδο
noun
chloro
adjective
ξανθομάλλης
verb
πουλάω
/sɑtˈɾɑnt͡ʃ/
noun
σκάκι
noun
σκακιέρα
noun
πεσσός
/ˈsa.tyɾn/
pronoun
gezegen
Κρόνος
adjective
προς πώληση
/sa.ˈtɯn al.mac/
verb
satın almak
αγοράζω
/saˈtɯɾ/
noun
μπαλτάς
noun
πώληση
noun
σάουνα
/sa.ˈvaʃ/
noun
πόλεμος
/[saˈvaʃ ɟemiˈsi]/
noun
πολεμικό πλοίο
verb
πάλη
/sɑ.vɑʃ.ˈt͡ʃɯ/
noun
  1. μαχητής
  2. πολεμιστής
/[sɑv.ˈd͡ʒɯ]/
noun
savcı
  1. εισαγγελέας
  2. δημόσιος κατήγορος
noun
αμυντικός μηχανισμός
verb
απολογούμαι
noun
μετρητής
adjective
διαφανής
noun
σλάιντ
/[sɑjɡɯˈsɯz]/
adjective
αγενής
verb
μετρώ
noun
αρρώστια
noun
aritmetik, matematik
αριθμός
noun
θεωρία αριθμών
noun
  1. κυπρίνος
  2. σαζάνι
noun
  1. μαλλιά
  2. μαλλί
noun
βούρτσα μαλλιών
adjective
παράλογος
adjective
δεξιός
/sɑː kɑɫˈmɑk/
verb
  1. επιζώ
  2. γλυτώνω
  3. διασώζομαι
  4. επιβιώνω
/sa.‿a.ˈnac/
noun
sağanak
νεροποντή
noun
κοινή λογική
adjective
υγιής
/[s̪ɑ̝̂ːˈɫ̪ɯkʰ]/
noun
υγεία
adjective
υγιής
verb
αρμέγω
adjective
  1. κουφός
  2. κωφός
/se.ˈbep/
noun
λόγος
noun
λαχανικό
noun
ψωρίαση
noun
ιζηματολογία
noun
φορείο
/sefaːˈret/
noun
πρεσβεία
noun
καβαλέτο
adjective
  1. οχτώ
  2. οκτώ
adjective
όγδοος
/ˈsecs/
noun
έρωτας
/sɛcs iʃt͡ʃiˈsi/
noun
  1. σεξεργάτης
  2. σεξεργάτρια
verb
κάνω σεξ
noun
κουτσό
adjective
ογδόντα οκτώ
adjective
ογδοηκοστός
noun
χαιρετισμός
/se.laːnic/
pronoun
  1. Θεσσαλονίκη
  2. Σαλονίκη
/sɛlaːnicˈli/
pronoun
  1. Θεσσαλονικιά
  2. Θεσσαλονικιός
noun
κυτταρίνη
adjective
ουράνιος
noun
σύμβολο
noun
συμβολισμός
/seˈmeɾ.kant/
pronoun
Σαμαρκάνδη
noun
αντράκλα
/ˈsæn/
pronoun
kişi adılı
εσύ
noun
σενάριο
noun
συνδικάτο
/sen.ˈdrom/
noun
tıp
σύνδρομο
noun
έτος
pronoun
Σενεγάλη
noun
συμφωνία
/seˈni sevijoːˈɾum/
expression
Σ'αγαπώ
/senkɾetizm/
noun
συγκρητισμός
adverb
χωρίς εσένα
noun
κεντρομερές
/se.ˈpet/
noun
kaplar
  1. καλάθι
  2. κάνιστρο
noun
κεραμική
noun
ön ad
ανεμπόδιστος
noun
ελευθερία
/seɾmaːˈje/
noun
κεφάλαιο
/seɾmaːjeˈdaɾ/
noun
επενδυτής
noun
σεροτονίνη
adjective
  1. ανόητος
  2. ζαλισμένος
adjective
αλήτης
/ˈseɾt/
adverb
  1. sert
  2. belirteç
σκληρός
noun
κυπαρίσσι
noun
τράχηλος
noun
  1. σπουργίτης
  2. σπουργίτι
noun
μικρός
/ˈses/
noun
  1. ήχος
  2. φωνή
noun
φωνητική
noun
φωνολογία
noun
αφωνία
noun
φώνημα
verb
φωνάζω
noun
φωνήεν
adjective
ήρεμος
noun
σύμφωνο
noun
σύμφωνο
noun
βουβόκυκνος
noun
σιγή
adjective
ομώνυμο
/sɛv.dɑ.ˈliɳ.kɑ/, /sɛv.dɑː.ˈliɳ.kɑ/
noun
σεβνταλίνκα
adjective
ερωτευμένος
/sevɟi/
noun
αγάπη
adjective
αγαπητός
/sevinˈmec/
verb
αγάλλομαι
/se.vi.ˈje/
noun
seviye
επίπεδο
verb
αγαπώ
/se.ja.ˈhat/
noun
ταξίδι
noun
θεατής
pronoun
Σεϋχέλλες
/se.t͡ʃe.ˈnek/
noun
birinin yerine seçilebilecek bir başka yol
επιλογή
/se.ˈt͡ʃim/
noun
seçim
εκλογή
verb
  1. επιλέγω
  2. διαλέγω
/set͡ʃ.ˈmen/
noun
seçmen
ψηφοφόρος
noun
κυβερνητική
/si.ˈbiɾ.ja/
pronoun
Sibirya
Σιβηρία
pronoun
Σικελία
/si.ˈd͡ʒiɫ.ja.d͡ʒa/
adverb
Sicilyaca
σικελικά
noun
ούρο
pronoun
  1. Σιέρα Λεόνε
  2. Σιέρρα Λεόνε
noun
τσιγάρο
/siˈɡoɾta/
noun
ασφάλιση
noun
μάγος
noun
γαμήσι
noun
κέρμα
verb
γαμάω
adjective
ένοπλος
noun
κύλινδρος
noun
  1. πυριτιο
  2. πυρίτιο
verb
διαγράφω
noun
σύμβολο
noun
συμβολισμός
noun
κουλούρι
noun
αλχημιστής
noun
προσομοίωση
noun
σκίουρος
noun
πέψη
noun
κολιμπρί
noun
διωναία
noun
μυγοσκοτώστρα
/ˈsin.ɡa.puɾ/
pronoun
Singapur
Σιγκαπούρη
pronoun
Δημοκρατία της Σιγκαπούρης
/si.ˈniɾ/
noun
anatomi
νεύρο
/si.ˈniɾ a.‿ɯ/
noun
νευρικό σύστημα
noun
νευρώνας
/[siniɾ sistɛmi]/
noun
νευρικό σύστημα
noun
νευροεπιστήμη
noun
σήμα
/ˈsiɾc/
noun
sirk
τσίρκο
noun
  1. ξίδι
  2. ξύδι
noun
κίρρωση
/sis.ˈtem/
noun
sistem
σύστημα
noun
κυτταρολογία
/si.ˈvil top.ˈlum ku.ɾu.lu.ˈʃu/
noun
μη κυβερνητικός οργανισμός
noun
σπυράκι
noun
αιχμηρός
/[sɪv.ˈɾɪ.ˈsɪ.nɛk]/
noun
κουνούπι
adjective
μαύρος
noun
φραγκοστάφυλο
noun
πολιτικός
/si.jaː.ˈsiː paɾ.ti/
noun
parti
πολιτικό κόμμα
/ˈsiz/
pronoun
εσείς
noun
κρεατοελιά
noun
σκέλετον
noun
σκετς
noun
όσχεο
pronoun
Σλοβακία
pronoun
σλοβακικά
/sɫo.ˈven.d͡ʒe/
pronoun
Slovence
σλοβενικά
/slo.ˈven.ja/
pronoun
ülke
Σλοβενία
/[sɫoˈvænja dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Σλοβενίας
noun
υδροξείδιο νατρίου
noun
χλωριούχο νάτριο
/sɔ.fis.ti.ce/
adjective
εγκεφαλικός
pronoun
Σόφια
verb
συζητώ
/soˈkɑk t͡ʃod͡ʒuːˈ‿u/
noun
  1. αλάνι
  2. χαμίνι
  3. παιδί του δρόμου
pronoun
Νήσοι Σολομώντα
/sɔɫuˈd͡ʒɑn/
noun
σκουλήκι
noun
τραχεία
noun
  1. σπάραχνο
  2. βράγχια
noun
αναπνοή
noun
διάλυμα
/so.ˈma.ɫi/
pronoun
Somali
Σομαλία
/so.ˈma.ɫi.d͡ʒe/
pronoun
Somalice
σομαλικά
/so.ˈma.ɫi.ˈɫi/
adjective
Somalili
Σομαλή
noun
παξιμάδι
adjective
συγκεκριμένος
noun
επίθημα
noun
επίλογος
/ˈsonbahar/
noun
φθινόπωρο
/[ˈsɔn.ɾɐ]/
adposition
μετά
adjective
άπειρος
noun
άπειρο
noun
άπειρο
adverb
τελικά
noun
αποτέλεσμα
noun
βέργα
pronoun
Σορβικά
pronoun
Σορβικά
/soɾɡulaˈma dili/
noun
γλώσσα ερωτημάτων
verb
  1. ρωτώ
  2. ρωτάω
/soˈɾu/
noun
ερώτηση
/soˈɾu iʃa:ɾeˈti/
noun
ερωτηματικό
adjective
υπεύθυνος
/so.ɾum.ɫu.ˈɫuk/
noun
sorumluluk
ευθύνη
/soˈɾun/, /ˈso.ɾun/
noun
πρόβλημα
noun
σάλτσα
noun
λουκάνικο
noun
χοτ ντογκ
adjective
κοινωνικός
/sos.ˈjaɫ bi.ɫim/
noun
sosyal bilim
κοινωνική επιστήμη
noun
κοινωνική ψυχολογία
noun
  1. σοσιαλιστής
  2. σοσιαλιστικός
noun
σοσιαλισμός
noun
κοινωνιολόγος
/sos.jo.ɫo.ˈd͡ʑi/
noun
sosyoloji
κοινωνιολογία
/sov.jet sos.ja.ˈɫist d͡ʒum.huː.ɾi.jet.ˈɫeɾ biɾ.ɫi.‿i/
pronoun
Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών
pronoun
Σοβιετική Ένωση
verb
γένος
/ˈsoj me.taɫ/
noun
ευγενές μέταλλο
/ˈsoj.a.dɯ/
noun
soyadı
επώνυμο
noun
γενεαλογικό δέντρο
noun
ληστεία
/ˈsoj.cɯ.ɾɯm/
noun
soykırım
γενοκτονία
adjective
ευγενής
noun
ευγένεια
verb
ξεντύνω
verb
γδύνομαι
adjective
αφηρημένος
noun
αφηρημένο ουσιαστικό
/soˈjut sɯˈnɯf/
noun
αφηρημένη κλάση
noun
αφαίρεση
/so.ˈ‿an/
noun
sebzeler, soğangiller
κρεμμύδι
adverb
ön ad
ψυχρός
noun
ψυχρότητα
noun
απορρόφηση
verb
απορροφώ
noun
εικασία
/spɛcʏlaˈtif/
adjective
αναπόδεικτος
adjective
αυθόρμητος
noun
ad
άθλημα
noun
αθλητής
pronoun
Σρι Λάνκα
/sankt ˈpe.teɾs.buɾɡ/
pronoun
St. Petersburg
Αγία Πετρούπολη
adjective
ανθεκτικός
noun
εξάσκηση
/standaɾt/
noun
καθιερωμένος
noun
στάδιο
adjective
στερεότυπο
/stɾa.te.ˈʒi/
noun
στρατηγική
noun
στρεπτόκοκκος
noun
άγχος
/ˈstyd.jo/
noun
στούντιο
/su/
noun
  1. νερό
  2. ύδωρ
noun
ιπποπόταμος
noun
υδρολογία
noun
ατμός
noun
υδραγωγείο
noun
αλάβαστρο
noun
βίδρα
/[su sɑvɑˈʃɯ]/
noun
μπουγέλωμα
/[su tɑbɑnd͡ʒɑˈsɯ]/
noun
νεροπίστολο
noun
μπεκατσίνι
noun
ερώτηση
noun
αξιωματικός
pronoun
Σουδάν
/su.i.ˈkast/
noun
suikast
δολοφονία
noun
ειρήνη
adjective
υδρόβιος
/su.ˈmac/
noun
σουμάκι
noun
βωμός
/suːˈniː ɟybˈɾɛ/
noun
τεχνητό λίπασμα
/su.nu.ˈd͡ʒu/
noun
bilişim, yazılım
εξυπηρετητής
/suː.ˈɾe/
noun
İslâm
σουράτ
/ˈsʊːɾɪjɛ ɑˈɾɑp d͡ʒʊmhʊːɾɪjɛˈtɪ/
pronoun
Αραβική Δημοκρατία της Συρίας
noun
σησαμέλαιο
verb
διψώ
/sus.ˈmac/
verb
σιωπώ
verb
ησυχάζω
/su.uː.ˈdiː a.ɾa.bis.tan/
pronoun
ülkeler
Σαουδική Αραβία
/su.uː.ˈdiː a.ɾa.bis.tan kɾal.lɯ.ˈ‿ɯ/
pronoun
ülkeler
Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας
noun
υδρόλυση
noun
έγκλημα
noun
ανεμοβλογιά
noun
κατηγορία
verb
κατηγορώ
pronoun
σουαχίλι
pronoun
Σουαζιλάνδη
noun
αποικιοκρατία
verb
σβήνω
verb
λέω
noun
προφορά
noun
φήμη
noun
προφορά
/ˈsøz/
noun
λόγος
verb
υπόσχομαι
noun
αφασία
adjective
ρητορικός
/søz.ɫeʃ.ˈme/, /søz.ˈɫeʃ.me/
verb
sözleşme
συμβόλαιο
adjective
προφορικός
/søz.ˈlyc/
noun
anlamlarıyla birlikte bir sıralı sözcükler listesini içeren yayım
λεξικό
noun
λεξικογράφος
noun
ιτιά
/sy.ʒɛ/
noun
θέμα
noun
θειικό οξύ
noun
βδέλλα
noun
  1. υάκινθος
  2. ζουμπούλι
/ˈsy.meɾ/
pronoun
milletler, tarih
Σουμέριος
/sy.ˈmeɾ.d͡ʒe/
adjective
Sümerce
σουμεριακή γλώσσα
noun
σούλα
noun
γυμνοσάλιαγκας
adjective
όλκιμος
/syŋˈɟæɾ/
noun
σφουγγάρι
noun
ξιφολόγχη
/[syn.ˈnɛt]/
noun
  1. İslâm, Mûsevîlik, tıp
  2. İslâm
περιτομή
/ˈsy.peɾ.noː.vaː/
noun
süpernova
υπερκαινοφανής
verb
σκουπίζω
noun
ταχύτητα
verb
εξακολουθώ
/[s̪ʏɾɛ]/
noun
διάρκεια
adjective
αδιάκοπος
/sy.ɾec.ɫi.ˈɫic/
noun
süreklilik
συνέχεια
/sy.ˈɾet͡ʃ/
noun
διαδικασία
noun
σύρτης
noun
εξορία
noun
τριβή
/syɾ.jɑː.ˈniː.d͡ʒe/
pronoun
Süryanice
συριακά
noun
αγέλη
noun
οδηγός
noun
δίπλωμα οδήγησης
/sy.ɾyn.ˈɟen/
noun
sürüngen
ερπετό
noun
καλλωπιστικά φυτά
/ˈsyt/
noun
γάλα
/sytɑnˈnɛ/
noun
τροφός
proverb
όποιος καεί με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι
noun
στήλη
noun
sütyen
σουτιέν
noun
γαλατάς
adjective
ad
ζέστη
noun
θερμοκρασία
noun
θερμόμετρο
/sɯ.ˈfat/
noun
sıfat
επίθετο
/sɯˈfat fiiɫ/
noun
μετοχή
/s̪ɯhˈhɑt̪/
noun
υγεία
adverb
συχνά
verb
ζουλώ
adjective
βαρετός
noun
ανία
noun
στρατιωτικός νόμος
noun
εξέταση
/sɯ.nɯf/
noun
  1. τάξη
  2. θέση
noun
κατάταξη
/sɯ.ˈnɯɾ/
noun
  1. coğrafya, politika
    σύνορα
  2. son, uç
    σύνορο
noun
περιορισμός
adjective
περιορισμένος
adjective
άπειρος
noun
οροσειρά
noun
τακτικό αριθμητικό
pronoun
Σερβία
/[sɯɾbisˈtan dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Σερβίας
adjective
σερβικά
pronoun
σερβικά
/ˈsɯɾt/
noun
sırt
πλάτη
/sɯɾtˈɫan/
noun
ύαινα
noun
ελονοσία
noun
σοβάς
noun
δεντροτσοπανάκος
noun
υγρό
noun
αρουραίος
/sɯː/
adjective
ρηχός
noun
άλκη
/sɯ.‿ɯ.ˈnac/
noun
askeriye, mimarlık
καταφύγιο
noun
γελαδάρης
noun
ψαρόνι
/ta.ʔar.ˈruz/
noun
şiddetle saldırma
επίθεση
noun
πιάτο
noun
διάστρωση
verb
αργάζω
/ta.ˈban/
noun
βάση
adjective
-παγής
noun
φύση
adjective
φυσικός
adverb
φυσικά
noun
εθνικότητα
noun
γιατρός
noun
εικόνα
noun
τάγμα
/ta.ˈbut/
noun
tabut
φέρετρο
noun
τατζίκ
/taːdʒiz/
noun
παρενόχληση
/tagaˈlogd͡ʒa/, /tagaˈlogd͡ʒaˈlaɾ/
pronoun
ταγκαλόγκ
noun
ταχίνι
noun
εκκένωση
/[tɑh.ˈmɪn]/
noun
εικασία
pronoun
Τεχεράνη
noun
όργανο καλάμων
/tɑhtɛɾɛˈvalli/
noun
τραμπάλα
noun
δημητριακά
noun
ανταλλάσσω
verb
ακολουθώ
noun
παρατσούκλι
verb
φορώ
noun
ταξί
/tɑksimɛtˈɾɛ/
noun
ταξίμετρο
noun
ταξινομία
/tak.tic/
noun
τακτική
/tac.ˈvim/
noun
takvim
ημερολόγιο
noun
  1. εργαλειομηχανή
  2. μηχανικό εργαλείο
/ta.ˈcɯm.jɯl.dɯz/
noun
takımyıldız
αστερισμός
noun
ζήτηση
noun
τύχη
noun
οδηγία
pronoun
  1. Ταλίν
  2. Ταλλίν
/ˈtaɫ.mud/
pronoun
Talmud
Ταλμούδ
/ˈtam sa.jɯ/
noun
aritmetik, matematik
ακέραιος αριθμός
/taˈmaːm/
adjective
πλήρης
verb
επιδιορθώνω
noun
γενική
noun
dil bilimi
γενική
noun
ουδέτερη ζώνη
noun
ξημερώνω
pronoun
Τανάκ
noun
ροπή
noun
σπόρος
noun
askeriye
άρμα μάχης
/tɑn.ˈɾɯ/
noun
kendisine tapınılan insanüstü varlık
θεός
noun
θεολογία
/tan.ɾɯ.d͡ʒɯ.ˈlɯc/
noun
θεϊσμός
noun
αθεϊσμός
noun
θεά
/tɑnsiˈjɔn ɑːlɛˈti/
noun
πιεσόμετρο
pronoun
Τανζανία
noun
διάγνωση
verb
γνωρίζω
/t̪ʰä.nɯm.ˈɫ̪ɯk/
noun
dil bilimi
άρθρο
noun
αγνωστικισμός
verb
γνωρίζω
/ta.pɯ.ˈnac/
noun
tapınak
ναός
/ta.ˈraf/
noun
μεριά
noun
οπαδός
/ta.ɾa.fɯn.ˈdan/
adverb
από
noun
χτένα
/ta.ɾa.ˈma/
noun
meze
ταραμοσαλάτα
verb
χτενίζω
noun
σαρωτής
noun
ιστορικός
/taː.ɾi.ˈhiː/
adjective
tarihsel
ιστορικός
noun
αγρός
noun
χωραφόχηνα
noun
σιταρήθρα
noun
τάρτα
verb
ζυγίζω
noun
τρόπος
noun
κανέλα
noun
γεωργία
noun
αγρονομία
verb
σχεδιάζω
/ta.sa.ɾɯm.ˈɫaɾ/, /ta.sa.ˈɾɯm/
noun
σχέδιο
/tas.ˈdiː.cet.mec/
verb
tasdik etmek
επιβεβαιώνω
noun
προσχέδιο
/tat/
noun
γεύση
noun
γούστο
/ta.ˈtaɾ/
pronoun
Τάταρος
/ta.ˈtaɾ.d͡ʒa/
pronoun
ταταρικά
noun
εφαρμογή
noun
αργία
/tat.ˈlɯ/
noun
tatlı
επιδόρπιο
noun
γλυκοπατάτα
noun
γλυκό νερό
noun
λότα η ποταμία
noun
γλυκύτητα
adjective
ικανοποιητικός
noun
  1. ταβάνι
  2. οροφή
/tavsiˈje/
noun
σύσταση
noun
  1. κότα
  2. κοτόπουλο
noun
παγώνι
/tavˈʃan/
noun
λαγός
noun
πουλάρι
pronoun
ταϊλανδικά
noun
φάσμα
pronoun
Güneydoğu Asya'da bir ülke
Ταϊλάνδη
/ˈtaj.van/
pronoun
Tayvan
Ταϊβάν
noun
νέος
noun
πέταλο
/ˈdɑʃ/, /[ˈt̪ɑʃ]/
adjective
  1. λίθος
  2. πέτρα
noun
πετρόψαρο
noun
λιθάνθρακας
noun
χτίστης
verb
κουβαλώ
verb
μετακομίζω
noun
ακίνητο
noun
όχημα
noun
κιμωλία
noun
εμπειρία
noun
θεραπεία
adjective
αγωνιώδης
noun
ντέφι
idiom
απειλώ
adjective
επικίνδυνος
/tɛhlicɛliˈlic/
noun
επικινδυνότητα
/te.ˈizm/
noun
θεϊσμός
adverb
μóνος
adverb
μόνο
adjective
μονόφθαλμος
noun
δρομάδα
/tek.ˈbiɾ/
noun
tekbir
τακμπίρ
adverb
ομοιόμορφος
noun
μονοπώλιο
noun
τροχός
noun
ενικός
/tecˈlif etmec/
verb
προτείνω
noun
κλοτσιά
/tec.ˈnic/
adjective
teknik
τεχνικός
/tek.no.ɫo.ˈd͡ʑi/
noun
teknoloji
τεχνολογία
/tekɾaɾ/
adverb
ξανά
noun
ομογενοποιώ
/tekja:ˈmył/
noun
ανάπτυξη
adjective
σύρμα
noun
τηλεπικοινωνία
noun
τέλεξ
/te.le.sec.ɾe.tɛɾ/
noun
αυτόματος τηλεφωνητής
/[te.lesˈkop]/
noun
uzağı gösteren optik alet
τηλεσκόπιο
/te.le.viz.ˈjon/
noun
τηλεόραση
noun
δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας
noun
ασύρματος
pronoun
τελούγκου
adjective
τεμπέλης
noun
τεμπελιά
adjective
θεμέλιο
/te.ˈmeɫ paɾ.t͡ʃa.d͡ʒɯk/
noun
στοιχειώδης σωματίδιο
adjective
καθαρός
noun
καθαρίστρια
noun
  1. Ιούλιος
  2. Ιούλης
noun
δέρμα
noun
κατσαρoλάκι
noun
τένοντας
noun
αντισφαίριση
noun
τενίστας
noun
βάμμα
noun
θεοδόλιχος
noun
θεολογία
noun
θεώρημα
/te.o.ˈɾi/
noun
θεωρία
/teˈpe/
noun
λόφος
noun
αντίδραση
noun
αντίδραση
/ˈteɾ/
noun
derinin gözeneklerinden sızan
ιδρώτας
noun
θεραπευτής
pronoun
Ζυγός
noun
ζυγός
/teɾ.ˈd͡ʒih/
noun
εκλογή
/teɾd͡ʒyˈman/
noun
δραγουμάνος
/teɾ.d͡ʒy.ˈme/
noun
çeviri
μετάφραση
/teɾ.d͡ʒy.ˈme et.mec/
verb
tercüme etmek
μεταφράζω
noun
βούτυρο
/te.ˈɾim/, /ˈte.ɾim/
noun
terim
όρος
noun
παντόφλα
noun
θερμοδυναμική
noun
ναυπηγείο
noun
τάξη
noun
σύμπτωση
noun
εμπορικό σήμα
/te.set.ˈtyɾ/
noun
tesettür
χιτζάμπ
noun
επήρεια
/tes.ˈɫis/
noun
teslis
Αγία Τριάδα
/ˈtest/
noun
δοκιμή
noun
πριόνι
adjective
σκανδάλη
/tev.ˈɾat/
pronoun
Πεντάτευχος
verb
φαίνομαι
noun
καταλύτης
noun
τεζάκι
/teʃecˈcyɾ edeɾim/
interjection
ευχαριστώ
verb
ευχαριστώ
noun
διάγνωση
verb
αποτελώ
/ti.ˈbet.t͡ʃe/
pronoun
θιβετιανός
noun
εμπόριο
noun
εμπορικό επιμελητήριο
pronoun
Τιφλίδα
adjective
αηδιαστικός
verb
αηδιάζω
adjective
αλεπού
/timˈsah/
noun
κροκόδειλος
/ˈtip/
noun
τύπος
noun
τυπογραφία
noun
ενωτικό
/ti.ˈɾoɫ/
pronoun
Tirol
Τιρόλο
verb
τρέμω
noun
κραδασμός
/tiˈjatro/
noun
θέατρο
/ˈto.ɡo/
pronoun
ülke adı
Τόγκο
noun
σπόρος
adjective
άσπερμος
pronoun
Τοκελάου
/tonˈga/
pronoun
Τόνγκα
noun
βόλος
verb
κουτσαίνω
/topˈlam/
noun
άθροισμα
noun
στρατόπεδο συγκέντρωσης
verb
προσθέτω
noun
συνάντηση
noun
φλέβα
/top.lu.ˈluc/
noun
κοινότητα
/topˈlum/
noun
κοινωνία
noun
σοσιαλισμός
adjective
κοινωνικός
/topoloˈʒi/
noun
τοπολογία
noun
τοπογράφος
/top.ɾak/
adjective
yer
γείωση
noun
κατολίσθηση
idiom
θάβω
noun
κότσος
noun
σάκος
noun
παλαμίδα
pronoun
Τορίνο
noun
τόρνος
noun
τορναδόρος
/to.ˈɾun/
noun
εγγονός
noun
θόριο
pronoun
Τοσκάνη
noun
οπλή
noun
σκόνη
noun
μάτσα
/[t(ɯ)ɾɑˈfic]/
noun
ulaşım yollarının yayalar ve taşıtlar tarafından kullanılması
  1. κίνηση
  2. κυκλοφορία
noun
πινακίδα
noun
τραμ
noun
τρανζίστορ
noun
διάβαση
/tɾɛn/
noun
  1. τρένο
  2. αμαξοστοιχία
  3. συρμός
pronoun
Τρινιντάντ και Τομπάγκο
pronoun
Τρίπολη
noun
τρολ
noun
τρομπέτα
adjective
τροπικός
pronoun
Τροία
noun
τσουνάμι
/tuːˈfan/
noun
κατακλυσμός
adjective
περίεργος
noun
θούλιο
pronoun
Δούναβης
noun
τούνδρα
pronoun
Τυνησία
adjective
ad
kρατέρωμα
/ˈtuɾ/
noun
ξενάγηση
pronoun
Νήσοι Τερκς και Κάικος
noun
τιρκουάζ
/tuɾpˈlaɾ/, /ˈtuɾp/
noun
ραπάνι
noun
πίτα
adjective
τουρσί
noun
κόλλα
noun
πάθος
/tut.ˈsak/
verb
δέσμιος
noun
συνδετήρας
noun
υποθήκη
noun
δεσμώτης
noun
χαρτί υγείας
pronoun
Τουβαλού
/ˈtuz/
noun
  1. αλάτι
  2. άλας
verb
αλατίζω
/tøv.ˈbe/
noun
tövbe
μετάνοια
/ty.fɛc/
noun
τουφέκι
noun
καταναλωτής
noun
κατανάλωση
verb
καταναλώνω
noun
όγκος
noun
σήραγγα
adjective
είδος
noun
τουρμπάνι
/tyˈɾɛv/
noun
παράγωγο
/ty.ˈɾin.ˈɡi.ja/
pronoun
Θουριγγία
/ˈtyɾc/
pronoun
milliyet adı
  1. Τούρκος
  2. Τουρκάλα
/tyɾc kɑhvɛˈsi/
noun
  1. ελληνικός καφές
  2. τούρκικος καφές
  3. ελληνικός
  4. τούρκικος
/[tyɾ.kɪs.ˈtɑn]/
pronoun
coğrafya
Τουρκεστάν
/ˈtyɾ.ci.je/
pronoun
Türkiye
Τουρκία
/[ˈtyɾ.ci.jɛ d͡ʒʊm.hʊː.ɾɪ.jɛ.ˈtɪ]/
pronoun
Türkiye Cumhuriyeti
Δημοκρατία της Τουρκίας
pronoun
Τουρκμενιστάν
/ˈtyɾc.t͡ʃe/
adjective
τουρκικά
noun
τουρλού
noun
  1. καπνός
  2. νικοτιανή
noun
  1. φτερό
  2. πούπουλο
noun
φτερό
noun
νομικό πρόσωπο
/tɯbˈbiː/
adjective
ιατρικός
verb
βουλώνω
/tɯl.ˈsɯm/
noun
φυλαχτό
noun
ιατρική
/[tɯ.ˈɾaʃ fɯɾ.tʃa.ˈsɯ]/
noun
πινέλο
/tɯˈɾɑʃ cœpʏː‿ˈʏ/
noun
αφρός ξυρίσματος
noun
αναρρίχηση
verb
ανεβαίνω
noun
νύχι
noun
εισαγωγικά
noun
δρεπανι
noun
κάμπια
noun
βελονάκι
adjective
φτηνός
adjective
μικρός
noun
ορίζοντας
pronoun
Ουγκάντα
pronoun
Ουκρανία
pronoun
  1. Ουκρανικά
  2. ουκρανικά
noun
ulaç
γερούνδιο
verb
φτάνω
adjective
μεγάλος
noun
στεπογέρακο
verb
ουρλιάζω
/uˈɫus/
noun
έθνος
adjective
εθνικός
noun
αργία
noun
εθνικότητα
/ulusˈlaraɾasɯ/
adjective
διεθνής
pronoun
Διεθνές Δικαστήριο της Δικαιοσύνης
verb
ελπίζω
/ˈum.man/
pronoun
Umman
Ομάν
pronoun
Αραβική Θάλασσα
noun
ελπίδα
noun
  1. αλεύρι
  2. ardi
/unutˈma/
noun
λήθη
/uˈnutmɑbɛˈni/
noun
  1. μη με λησμόνει
  2. μυοσωτίδα
verb
  1. ξεχνώ
  2. λησμονώ
noun
όγκος
noun
ουράνιο
/u.ˈɾa.nys/
pronoun
Uranüs
Ουρανός
pronoun
Ούρντου
pronoun
Ουρουγουάη
/ˈus/
noun
μυαλό
/[usˈkumɾu]/
noun
σκουμπρί
noun
  1. γολέτα
  2. σκούνα
/[us̪ˈt̪ɑ]/
noun
μάστορας
/us.ˈtʰu.ɾa/
noun
ξυράφι
/us.tuɾ.ˈlap/
noun
usturlap
ἁστρολάβον
noun
προέλευση
noun
σχιζοφρένεια
adjective
ντροπαλός
verb
ντρέπομαι
noun
ντροπή
verb
αφυπνίζω
verb
ξυπνώ
noun
προσαρμογή
verb
προειδοποιώ
noun
προειδοποίηση
/ujˈdu/
verb
δορυφόρος
noun
πολιτισμός
/uj.ɡu.la.ˈma/, /uj.ɡu.ˈla.ma/
verb
  1. bilişim
  2. uygulamak işi
εφαρμογή
/uj.ɡu.la.ˈma pɾoɡ.ɾam.la.ˈma a.ɾa.jy.zy/
noun
bilişim
διεπαφή προγραμματισμού εφαρμογών
adjective
κατάλληλος
adjective
ακατάλληλος
/uj.ˈku/
noun
ύπνος
noun
μηρός
verb
ταιριάζω
noun
εθνικότητα
noun
αρμονία
verb
  1. κοιμάμαι
  2. κοιμούμαι
verb
κοιμίζω
verb
αποκοιμιέμαι
adjective
ναρκωμένο
adjective
μακριά
pronoun
Άπω Ανατολή
noun
απόσταση
verb
κείτομαι
verb
τείνω
noun
διαστημόπλοιο
/[u.zaj ɟe.miˈsi]/
noun
διαστημόπλοιο
/uˈzaj meciˈ‿i/
noun
διαστημικό λεωφορείο
/u.ˈzaj.za.man/
noun
uzayzaman
χωροχρόνος
/uˈzɔ/
noun
ούζο
/[uˈz̪un̪]/
adverb
  1. ön ad
    μακρύς
  2. ad
    ψηλός
noun
άλμα εις μήκος
adjective
μακρόστενος
noun
μήκος
/ˈut͡ʃ/
verb
uç
αιχμή
/[ʊ.ˈtʃak]/
noun
havacılık
  1. αεροπλάνο
  2. αεροσκάφος
/[uˈt͡ʃak ɟemiˈsi]/
noun
αεροπλανοφόρο
/[utʃaksaˈvaɾ]/
noun
αντιαεροπορικός
noun
ιπτάμενος δίσκος
noun
χαρταετός
noun
πτήση
noun
  1. αποκλίνον κατάστρωμα
  2. γωνιώδες κατάστρωμα
noun
σχέδιο πτήσης
adjective
τύχη
/uˈ‿uɾ bød͡ʒeˈ‿i/
noun
πασχαλίτσα
noun
υπόσχεση
/va.ˈˤaz/
noun
επίπληξη
/vaː.ˈdiː/
noun
vadi
κοιλάδα
noun
μουνί
noun
κολεόσπασμος
/va.ˈcit/
noun
zaman
χρόνος
noun
κερί
noun
  1. ίδρυμα
  2. βακούφι
noun
κυβερνήτης
pronoun
βαλλωνικά
noun
έννοια
noun
βανίλια
noun
ανεμιστήρας
noun
εγγαστρίμυθος
pronoun
Βανουάτου
/ˈvaː.ɾol.mac/
verb
vâr olmak
υπάρχω
noun
οντολογία
noun
πλούτος
verb
φτάνω
noun
υπαρξισμός
/vɑˈroʃ/
noun
  1. παραγκούπολη
  2. φτωχογειτονιά
pronoun
Βαρσοβία
adjective
μέτριος
/vaːsɯˈta/
noun
όχημα
noun
πατριωτισμός
/va.tan.ˈdaʃ/
noun
vatandaş
πολίτης
/va.tan.daʃ.ˈlɯc/
noun
vatandaşlık
υπηκοότητα
/ˈva.ti.can/
pronoun
Vatikan
Βατικανό
/ˈva.ti.can ʃe.ˈhiɾ dev.ɫe.ti/
pronoun
Vatikan Şehir Devleti
Κράτος της Πόλης του Βατικανού
noun
βαζελίνη
/vaziːˈfe/
noun
καθήκον
noun
ανθοδοχείο
noun
λύγκας
/ˈve/, /[ve]/
conjunction
ve
και
noun
  1. πανούκλα
  2. πανώλη
noun
λακωνικός
noun
αντίο
adjective
ακριβής
noun
διάνυσμα
/ve.kjaː.ɫet.naː.ˈme/
noun
πληρεξούσιο
pronoun
Βενετία
/veneˈdikt͡ʃe/
pronoun
βενετικά
/ˈve.nys/
pronoun
Venüs
Αφροδίτη
noun
συνθηκολόγηση
adjective
φυματίωση
/veɾˈɡi/
noun
φόρος
/ve.ˈɾi ta.ba.nɯ/
noun
düzenli şekilde saklanan bilgi ortamı
βάση δεδομένων
noun
πομπός
verb
βερνικώνω
noun
κτηνίατρος
/[ˈve.ja]/
conjunction
  1. ή
  2. είτε
noun
συνείδηση
noun
βίδα
noun
βίντεο
pronoun
Βιετνάμ
/[vjetˈnam sosjaˈlist dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Βιετνάμ
pronoun
βιετναμέζικα
/ˈvi.ˈci/
noun
viki
βίκι
/vi.ci.pe.ˈdi/
pronoun
Vikipedi
Βικιπαίδεια
/vi.ci.ˈsøz/
pronoun
Vikisöz
Βικιφθέγματα
/vi.ci.søzˈlyc/
pronoun
Vikisözlük
Βικιλεξικό
noun
γερανός
noun
λοιμοτοξικότητα
/ˈviɾys/
noun
ιός
noun
ουίσκι
noun
ταχύτητα
noun
κιβώτιο ταχυτήτων
/[vi.ˈjɑ.nɑ]/
pronoun
Viyana
Βιέννη
/[vi.ˈjɑ.nɑ.ɫɯ]/
adjective
Viyana olduğu hâlde, Viyana'ya ait
Βιενέζα
/[vi.ˈjɑ.nɑ.ɫɯ]/
pronoun
Viyanalı
Βιενέζα
noun
βιόλα
noun
βίζα
noun
βιζόν
noun
βυσσινιά
/ˈvo.ca.tif/
noun
vokatif
κλητική
noun
  1. πετοσφαίριση
  2. βόλεϊ
noun
βολφράμιο
/vol.ca.no.ˈloɡ/
noun
volkanolog
ηφαιστειολόγος
/vol.ca.no.lo.ˈʒi/
noun
volkanoloji
ηφαιστειολογία
noun
βολτόμετρο
noun
βότκα
adjective
χυδαίος
/ˈvulva/
noun
αιδοίο
noun
  1. τονισμός
  2. έμφαση
noun
τονισμός
verb
υπογραμμίζω
verb
χτυπώ
/vaːkɯf/
adjective
αρμόδιος
noun
κορμί
/ˈva.ʃinɡ.ton/
pronoun
Washington
Ουάσιγκτον
/ˈveb saj.fa.ˈsɯ/
noun
bilişim
ιστοσελίδα
/ˈveb siteˈsi/
noun
ιστότοπος
/viː.neɾ ˈnoj.ʃtadt/
pronoun
Wiener Neustadt
Βίνερ Νόιστατ
noun
σφήκα
noun
  1. αγριόχοιρος
  2. κάπρος
  3. αγριογούρουνο
noun
χήνα
noun
μαυρο μουρο
/ja.ban.ˈd͡ʒɯ/
adjective
ξένος
/ja.ban.ˈd͡ʒɯ/
noun
ξένη
/jɑbɑːˈniː ɛɳɟiˈnɑɾ/
noun
  1. αγκινάρα
  2. κάκτος
noun
παστινάκη
noun
γιαχνί
/ja.hu.ˈdi/
adjective
Yahudiliğe ait, Yahudilik ile alakalı
εβραϊκός
/ja.hu.ˈdi/
pronoun
din, millet
Εβραίος
/ja.hu.di.ˈlic/
pronoun
Yahudilik
ιουδαϊσμός
pronoun
Ιωάννης
/ja.ˈca/
noun
giyim
γιακάς
verb
προσεγγίζω
adjective
προσεγγιστικός
verb
καίω
/jaː.ˈcut.t͡ʃa/
pronoun
Yakut Türkçesi
γιακουτικά
/[ja.ˈkɯn]/, /[ˈja.kɯn]/
adjective
yakın
κοντινός
/[ja.ˈkɯn]/, /[ˈja.kɯn]/
adverb
κοντινός
noun
οικειότητα
noun
καύσιμο
/jaˈlac/
noun
ποτίστρα
/[jɑ.ˈlɑn]/
noun
doğru olmayan söz
  1. ψεῦδος
  2. ψέμα
verb
ψεύδομαι
/[jɑ.lɑn.ˈd͡ʒɯ]/
noun
  1. γιαλαντζί
  2. ψεύτης
/jɑlˈnɯz/
adjective
μοναχός
/jɑlˈnɯz/
adverb
μόνος
/jɑlˈnɯz/
noun
μόνος
noun
φλόγα
noun
φλόγα
/jaˈlɯn durum/, /jaˈlɯn durumˈlaɾ/
noun
ονομαστική
noun
μονωτής
noun
ευρωπαϊκή αλκυόνη
noun
μπάλωμα
noun
κανίβαλος
/[jan]/
adverb
ad
πλευρό
noun
temel cümleye bağlanan cümle
δευτερεύουσα πρόταση
/[jɑ.ˈnɑɾ.dɑː]/
noun
yanardağ
ηφαίστειο
noun
  1. πυρκαγιά
  2. φωτιά
/jɑɳˈɡɯn sœndyɾˈmɛ tyˈpy/
noun
πυροσβεστήρας
/jɑɳˈɡɯn sœndyɾyˈd͡ʒy/
noun
πυροσβεστήρας
noun
ηχώ
noun
προκατάληψη
adjective
  1. λανθασμένος
  2. ψεύτικος
adverb
κατά λάθος
noun
καύση
/[jan.ˈmak]/
verb
καίγομαι
noun
αντανάκλαση
verb
ανακλώ
noun
παράνοια
noun
παρανοειδής σχιζοφρένεια
noun
έγκαυμα
noun
απάντηση
adjective
τεχνητός
/ja.ˈpaj ze.kʲaː/
noun
yapay zekâ
τεχνητή νοημοσύνη
/jap.ˈmak/
verb
yapmak
κάνω
/[jɑp.ɾɑk]/
noun
bitkilerde solunum
φύλλο
noun
σχοινόπρασο
noun
κύρωση
/ja.ˈpɯ/
noun
bina
δομή
verb
διαμορφώνω
noun
παραγωγός
noun
πληγή
adjective
τραυματισμένος
adjective
ad
αβάντα
adjective
χρήσιμος
noun
νυχτερίδα
adjective
δημιουργικός
noun
δημιουργικότητα
noun
πλάσμα
/jɑɾɑtɯɫɯʃt͡ʃɯˈɫɯk/
noun
δημιουργισμός
noun
αντισυνταγματάρχης
/[jɑɾ.ˈdɯm]/
noun
yardım
βοήθεια
verb
  1. βοηθάω
  2. βοηθώ
noun
βοηθητικό ρήμα
noun
κρίση
verb
δικάζω
noun
δικαστής
noun
γιαρμάς
verb
σχίζω
/ja.ˈɾɯ/
adjective
μισός
noun
ημιαγωγός
/ja.ˈɾɯm/
adjective
μισό
/ja.ˈɾɯ.ma.da/
noun
yarımada
χερσόνησος
/ˈja.ɾɯn/
noun
αύριο
noun
ακτίνα
noun
αγώνας
adjective
άνομος
adjective
απαγορευμένος
adjective
νομικός
adjective
επίπεδος
noun
  1. μαξιλάρι
  2. προσκέφαλο
noun
μαξιλαροπόλεμος
verb
θαλαμηγός
/ja.ˈtak/
noun
yatak
  1. στρώμα
  2. κρεβάτι
noun
  1. κρεβατοκάμαρα
  2. υπνοδωμάτιο
verb
κείτομαι
noun
επένδυση
adverb
αργά
noun
βραδύτητα
noun
αρτεμισία
/ˈjaj/
pronoun
burç
Τοξότης
/ˈjaj/
noun
ok atmaya yarayan alet
  1. τόξο
  2. δοξάρι
adverb
πεζός
adjective
διαδεδομένος
noun
yayla
οροπέδιο
verb
άλειμμα
noun
δουρβάνι
noun
εκδότρια
verb
εκδίδω
/ja.ˈjɯn/
noun
yayın
εκπομπή
/ˈjaz/
noun
καλοκαίρι
noun
συγγραφέας
adjective
θερινός
/jɑˈzɯ/
noun
έγγραφο
noun
γραφομηχανή
noun
εκτυπωτής
adjective
γραπτός
/ja.zɯ.ˈlɯm/
noun
yazılım
λογισμικό
/ˈj‿a/
noun
  1. λάδι
  2. έλαιο
noun
λιπαρό οξύ
/jɑː.ˈmuɾ/
noun
βροχή
noun
τροπικό δάσος
adjective
βροχερός
noun
εχθρός
noun
υετός
/ˈjɑʃ/
noun
  1. δάκρυ
  2. ηλικία
noun
γενέθλια
/ja.ˈʃam/
noun
ζωή
/ja.ʃa.ˈmac/
verb
ζω
adjective
  1. ηλικιωμένος
  2. γηραιός
noun
γηρατειά
noun
γηριατρική
/je.ˈdi/
adjective
  1. εφτά
  2. επτά
/je.ˈdi/
noun
  1. επτά
  2. εφτά
/jeˈdi ølymˈd͡ʒyl ˈgynah/
noun
επτά θανάσιμα αμαρτήματα
adjective
έβδομος
noun
έβδομη τέχνη
/ˈjɛl/
noun
άνεμος
noun
  1. πανί
  2. ιστίο
noun
κότερο
verb
κλάνω
noun
  1. ανεμιστήρας
  2. βεντάλια
noun
δόλωμα
noun
οισοφάγος
noun
κατάλογος
pronoun
Υεμένη
/je.ˈmin/
noun
όρκος
/je.ˈmiʃ/
noun
yemiş
καρπός
interjection
νύφη
noun
  1. καβούρι
  2. καρκίνος
pronoun
Τροπικός του Καρκίνου
adverb
  1. νέος
  2. καινούριος
  3. καινούργιος
pronoun
Καινή Διαθήκη
pronoun
Νέο Δελχί
pronoun
Νέα Γουινέα
pronoun
Νέα Καληδονία
noun
Πρωτοχρονιά
pronoun
Yeni Zelanda
Νέα Ζηλανδία
/[jɛ.ˈnɪ ɪn.ɡɪl.ˈtɛ.rɛ]/
pronoun
Yeni İngiltere
Νέα Αγγλία
noun
γενίτσαρος
verb
νικώ
noun
αγκινάρα της Ιερουσαλήμ
noun
φυστίκι
adjective
τοπικός
noun
τοπική αυτοδιοίκηση
noun
αλληγορία
noun
υδρόγειος
noun
καθίζηση
adjective
ντόπιος
/je.te.ˈnec/
noun
τάλαντο
adjective
αρκετός
adverb
επαρκώς
adjective
αρκετός
noun
υποσιτισμός
/jeˈtim/
adjective
ορφανός
/jɛtimhɑːˈnɛ/
noun
ορφανοτροφείο
noun
  1. ενήλικας
  2. ενήλικος
verb
  1. προλαβαίνω
  2. προσεγγίζω
  3. φτάνω
noun
αρχή
adjective
εβδομήντα έν
adjective
εβδομήντα δύο
adjective
εβδομηκοστός
adjective
αβαρής
adjective
πράσινος
noun
  1. πράσινο
  2. πράσινος
noun
πρασινοτσικλιτάρα
noun
πράσινο τσάι
noun
μάτσα
noun
  1. πρασινοκέφαλη
  2. αγριόπαπια
adjective
  1. είκοσι
  2. κ΄
adjective
είκοσι πέντε
adjective
είκοσι ένα
/jiɾ.mi.ˈlic diʃ/
noun
φρονιμίτης
adjective
εικοστός
/jitiɾˈmec/
verb
χάνω
verb
καταστρέφω
/[jo̞kˈsʊl]/
adjective
φτωχός
noun
αδεκαρία
noun
  1. ταξιδιώτης
  2. ταξιδιώτισσα
noun
επιβατική αμαξοστοιχία
noun
ταξίδι
noun
αποστολή
/jol.la.ˈmac/
verb
yollamak
στέλνω
noun
διαφθορά
noun
τριφύλλι
noun
διαδικασία
noun
πάπλωμα
adjective
κουρασμένος
noun
καταπόνηση
verb
κουράζω
verb
κουράζομαι
noun
διερμηνευτής
noun
δαχτυλιδόχηνα
adjective
παχύρρευστος
noun
σιντί
noun
  1. γιαούρτι
  2. γιαούρτη
/ju.ka.ˈɾɯ/
adverb
yukarı
πάνω
/ju.ka.ˈɾɯ/
noun
yukarı
πάνω
pronoun
Άνω Αίγυπτος
noun
  1. βρόμη
  2. βρώμη
noun
καπίστρι
/yumruk/
noun
γροθιά
/ju.muɾ.ˈtɑ/
noun
  1. αυγό
  2. αβγό
noun
  1. κρόκος
  2. κροκάδι
noun
ωοθήκη
adverb
μαλάκιο
adjective
ελληνικός
/ju.ˈnan.d͡ʒa/
pronoun
Yunanca
  1. ελληνικά
  2. ελληνική γλώσσα
pronoun
  1. Ελλάδα
  2. Ελλάς
pronoun
Ελληνική Δημοκρατία
pronoun
Ιωνάς
noun
δελφίνι
pronoun
Ιωσήφ
noun
φάρυγγας
noun
φαρυγγίτιδα
verb
καταπίνω
noun
φωλιά
adjective
στρογγυλός
/[jɒːɾ]/
noun
φίλος
noun
κατεύθυνση
/jønelˈme duɾumu/
noun
δοτική
noun
μάνατζερ
/jø.ne.tim.ˈleɾ/, /jø.ne.ˈtim/
noun
διοίκηση
adjective
διοικητικός
noun
μέθοδος
/ˈjyc ɡe.mi.si/
noun
φορτηγό πλοίο
noun
υποζύγιο
/jycˈlem/
noun
κατηγόρημα
noun
υψικάμινος
noun
ύψος
noun
υψόμετρο
noun
σπουδές
noun
  1. δαχτυλίθρα
  2. δακτυλήθρα
adjective
μαλλί
/jyˈɾɛc/
noun
καρδιά
noun
γενναιότητα
verb
βαδίζω
noun
ισχύς
noun
yürüyen merdiven
κυλιόμενες σκάλες
/ˈjyz/
adjective
  1. sayı
    1. εκατό
    2. εκατόν
  2. anatomi
    πρόσωπο
adverb
πρόσωπο με πρόσωπο
noun
επιφάνεια
noun
γεωμορφολογία
noun
πτερύγιο
noun
πισίνα
verb
κολυμπάω
noun
αιώνας
noun
κολυμβητής
adjective
εκατοστός
verb
πλένω
noun
καταστροφή
noun
επέτειος
noun
χέλι
noun
τοξότης
noun
ανεμοπύρωμα
noun
αστραπή
/jɯl.ˈdɯz/
noun
astronomi
  1. αστέρι
  2. άστρο
noun
αστρολόγος
/jɯl.dɯz.ˈlaɾ.a.ɾa.ˈsɯ/
adjective
yıldızlararası
  1. διάστερος
  2. διαστρικός
noun
αστέρας
adjective
αρπακτικό
/[zɑ.ˈfeɾ]/
noun
Galibiyet, başarı
νίκη
noun
  1. πικροδάφνη
  2. ροδοδάφνη
/[z̪äˈmɑn̪]/
noun
χρόνος
/za.ˈmiɾ/
noun
dil biliminde bir söz türü
αντωνυμία
noun
χειροτεχνία
/zɑŋˈɡot͡ʃ/
noun
  1. εκκλησάρης
  2. νεωκόρος
noun
μεμβράνη
noun
ζημιά
/za.ɾaɾ.ˈlɯ/
adjective
zararlı
επιβλαβής
/za.ɾaɾ.ˈsɯz/
adjective
zararsız
αβλαβής
/ˈzɑɾf/
noun
φάκελος
adjective
αναντικατάστατος
noun
άτομο
noun
πνευμονία
/za.ˈjɯf/
adjective
zayıf
αδύναμος
/za.jɯf.la.ˈmac/
verb
kilo vermek
αδυνατίζω
/ˈza.za.d͡ʒa/
adverb
Zazaca
Ζαζαϊκή
noun
χρυσόλιθος
noun
  1. ζέβρα
  2. ζέβρος
  3. όναγρος
/ze.ˈhiɾ/
noun
zehir
δηλητήριο
/ze.hiɾ.ɫe.ˈmek/
verb
zehirlemek
δηλητηριάζω
adjective
δηλητηριώδης
/ze.ciː/
adjective
zeki
έξυπνος
/ze.ˈkʲaː/
noun
psikoloji
νοημοσύνη
noun
δείκτης νοημοσύνης
noun
ελατήριο
noun
  1. πιπερόριζα
  2. τζίντζερ
noun
ξενοφοβία‎
noun
κουρκουμάς
/zeɾ.ˈdyʃt/
pronoun
Zerdüşt
Ζωροάστρης
pronoun
Zerdüştçülük
ζωροαστρισμός
noun
ελαιόλαδο
noun
ανούβιος μπαμπουίνος
noun
ψυχή
noun
κουδούνι
pronoun
Ζιμπάμπουε
/zi.ˈnaː/
noun
zina
μοιχεία
noun
  1. άλυσος
  2. αλυσίδα
noun
μπουντρούμι
noun
ευωχία
verb
επισκέπτομαι
noun
επισκέπτης
/[ˈʐɔmbi]/
noun
hortlak
ζόμπι
noun
έρπης ζωστήρας
/ˈzor/
noun
δύσκολος
/[zo̞ɾˈɫuk]/
noun
δυσκολία
adjective
υποχρεωτικός
/zuˈhuɾ/
noun
εμφάνιση
pronoun
Ζουλού
noun
καταπίεση
/Zurna/
noun
ζουρνάς
/zaː.ˈniː/
noun
zâni
μοιχαλίδα
noun
σμαράγδι
noun
καμηλοπάρδαλη
pronoun
Ζυρίχη
noun
συρραπτικό
pronoun
Τσαντ
pronoun
Δαρδανέλια
/ˈt͡ʃec/
pronoun
  1. Çekler
  2. Çekler
Τσέχα
/[tʃec dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Τσεχίας
/t͡ʃɛ.kɔs.ɫɔ.ˈvɑk.jɑ/
pronoun
ülke adı
Τσεχοσλοβακία
/ˈt͡ʃec.ja/
pronoun
Τσεχία
pronoun
τσεχικά
/t͡ʃeɫ.ja.ˈbinsk/
pronoun
Τσελιάμπινσκ
/t͡ʃe.ˈt͡ʃen.d͡ʒe/
adverb
Çeçence
τσετσενικά
pronoun
Δημοκρατία της Τσετσενίας
/[ˈt͡ʃin d͡ʒʊm.hʊː.ɾɪ.jɛ.ˈtɪ]/
pronoun
Δημοκρατία της Κίνας
/[tʃin haɫk dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας
/t͡ʃin sɛdˈdi/
pronoun
Μέγα Σινικό Τείχος
/ˈt͡ʃin.d͡ʒe/
adjective
  1. Κινέζικα
  2. κινέζικα
/t͡ʃin.ˈli/
adjective
  1. κινέζικος
  2. Κινέζος
/t͡ʃin.ˈli/
pronoun
Κινέζος
pronoun
Ουζμπεκιστάν
/øz.ˈbec.t͡ʃe/
adjective
Özbekçe
ουζμπεκικά
pronoun
Ιορδανία
/[yɾˈdyn haːʃiˈmi kɾaɫɫɯː]/
pronoun
Χασεμιτικό Βασίλειο της Ιορδανίας
/ˈaɾ/
pronoun
Üsküdar
Ουσκουντάρ
adjective
αβοήθητος
/aː.ˈdem.eɫ.ma.sɯ/
noun
âdemelması
καρύδι
/aː.ˈdet/
noun
biyoloji, fizyoloji, jinekoloji
περίοδος
/aː.ˈɫɛm/
noun
σύμπαν
/a.ˈʃɯc/
noun
εραστής
verb
ερωτεύομαι
adjective
ερωτευμένος
adverb
γρήγορα
noun
σκηνή
/t͡ʃɑˈkɯɫ tɑˈʃɯ/
noun
βότσαλο
noun
διπλοσάινο
noun
ξυπνητήρι
/tʃɑɫ.ɡɯ/
noun
μουσικό όργανοm
adjective
κλοπή
verb
Müzik aleti kullanmak
  1. κλέβω
  2. παίζω
noun
αγριόκουρκος
noun
υπάλληλος
adjective
εργατικός
noun
εργασία
verb
  1. Belirlenmemiş çeviriler
    δουλεύω
  2. iş yapmak
    1. δουλεύω
    2. εργάζομαι
noun
εκπαιδευτής
noun
πεύκο
noun
άπλυτα
noun
χλωρίνη
adjective
λάσπη
/ˈt͡ʃan/
noun
καμπάνα
/t͡ʃa.ˈnak/
noun
γαβάθα
noun
τσάπα
noun
τσίμπλα
noun
αβραμίδα
noun
λύση
/t͡ʃɑː.ɾɛ.sizˈlic/
noun
απελπισία
/t͡ʃaɾˈpɯm/
noun
γινόμενο
/t͡ʃɑɾˈpɯm tɑbɫoˈsu/
noun
προπαίδεια
noun
σύγκρουση
/[t͡ʃɑɾ.ʃɑm.ˈbɑ]/
noun
haftanın günü
Τετάρτη
verb
ραγίζω
/t͡ʃa.ˈtɯ/
noun
çatı
σκεπή
/t͡ʃa.tɯɾˈtɯ/
noun
  1. τριγμός
  2. τρίξιμο
noun
αψιμαχία
noun
σίκαλη
noun
λοχίας
/[t͡ʃaj]/
noun
çay bitkisi
τσάι
noun
  1. τσαγιέρα
  2. τσαγερό
noun
  1. λιβάδι
  2. βοσκοτόπι
/ˈt͡ʃa‿/
noun
εποχή
/t͡ʃa‿.ˈɾɯ/
noun
κάλεσμα
noun
βομβητής
verb
αποκαλώ
noun
επιταγή
/t͡ʃeˈcim/
noun
κλίση
noun
πυρήνας
noun
πυρηνική φυσική
noun
  1. σφυρί
  2. σφύρα
noun
συρτάρι
/t͡ʃecˈmec/
verb
  1. τραβώ
  2. σέρνω
/tʃe.lic/
adjective
  1. ατσάλι
  2. χάλυβας
/t͡ʃem.ˈbeɾ/
noun
çember
στεφάνη
/t͡ʃe.ˈne/
noun
anatomi
  1. σαγόνι
  2. γνάθος
noun
κοτυληδόνα
/t͡ʃɛɳɟelˈli iː‿ˈnɛ/
noun
παραμάνα
noun
κάδρο
/t͡ʃe.ˈte/
noun
σπείρα
noun
μετάφραση
noun
  1. μεταφραστής
  2. μεταφράστρια
noun
περιβάλλον
adjective
περιβαλλοντικός
noun
προίκα
noun
παραλλαγή
/t͡ʃeʃˈme/
noun
yalaklı su hazinesi
  1. κρήνη
  2. βρύση
  3. τσεσμές
noun
αρτιοδάκτυλα
noun
αγρόκτημα
noun
αγρότης
noun
φακίδα
/ˈt͡ʃi.lec/
noun
  1. φράουλα
  2. χαμοκέρασο
noun
κλειδαράς
noun
ήρα
/t͡ʃiˈmen/
noun
çimen
γκαζόν
/t͡ʃi.ˈni/
noun
fayans
φαγεντιανό
noun
  1. ψευδάργυρος
  2. τσίγκος
noun
τσιπούρα
/t͡ʃiɾ.ˈcin/
adjective
άσχημος
noun
  1. γατόπαρδος
  2. τσιτάχ
  3. κυναίλουρος
  4. τσίτα
/tʃɪvɪ/, /tʃɪvɪlɛɣ/
noun
καρφί
noun
διάγραμμα
noun
γραμμή
noun
σχέδιο
noun
μπότα
verb
  1. ζωγραφίζω
  2. σχεδιάζω
noun
Bitki anatomisi
  1. άνθος
  2. λουλούδι
/t͡ʃiˈt͡ʃɛc dyɾbyˈny/
noun
καλειδοσκόπιο
noun
ανθοπωλείο
adjective
ωμός
noun
κρόκος
noun
  1. τσοπάνης
  2. βοσκός
/t͡ʃoˈd͡ʒuc/
noun
  1. αγορακι
  2. παιδί
noun
παιδική ηλικία
adjective
άτεκνος
noun
ατεκνία
/ˈt͡ʃoc/
adverb
aşırı bir şekilde
πολύ
noun
πολυμορφισμός
/ˈt͡ʃoc cɑtˈlɯ/
noun
πολυχώρος
adjective
πολύγλωσσος
noun
πολυεπεξεργασία
noun
πληθυντικός
/tʃokˈtan/
adverb
ήδη
noun
ετερογενής
/t͡ʃoˈlac/
adjective
κουλός
/t͡ʃoɾ.ˈba/
noun
içecekler, yemekler
σούπα
/t͡ʃo.ˈ‿ul/
noun
çoğul
πληθυντικός
noun
πλειοψηφία
noun
βέργα
noun
δακράκι
noun
λάκκος
noun
μπεκάτσα
adjective
ad
  1. σακί
  2. τσουβάλι
verb
καταπίπτω
noun
έρημος
noun
ερημοποίηση
noun
κοιλιοκάκη
verb
κάθομαι οκλαδόν
noun
σκουπίδια
/t͡ʃœ.zælˈti/
noun
διάλυμα
/t͡ʃø.ˈzym/
noun
çözüm
λύση
/t͡ʃø.zym.ˈɫeɾ/
noun
çözümler
αναλυτής
noun
διαλυτότητα
conjunction
  1. γιατί
  2. διότι
noun
σάπιος
verb
σαπίζω
noun
αφαιρετέος
verb
αφαίρεση
/t͡ʃɯ.caɾ.ˈmac/
verb
αφαιρώ
/t͡ʃɯcma duɾumlaˈɾɯ/, /t͡ʃɯcˈma duɾumu/
noun
αφαιρετική
/t͡ʃɯk.ˈmak/
verb
çıkmak
  1. βγαίνω
  2. βγάζω
noun
ροδάνι
noun
εξόδος
noun
πλάτανος
noun
κουδουνάκι
noun
κροταλίας
noun
άγκυρα
/tʃɨplɑk/, /tʃɨplɑklɑɣ/
noun
  1. γυμνός
  2. τσιτσίδι
noun
γυμνό
noun
γυμνότητα
/t͡ʃɯ.ˈjan/
noun
σαρανταποδαρούσα
noun
συγκρότημα
noun
χολή
verb
πληρώνω
noun
εργασία για το σπίτι
noun
ανταμοιβή
verb
αμείβω
/[ɶdylˈsyz]/
adjective
αβράβευτος
/øf.ˈce/
noun
θυμός
/øf.ce.ˈli/
adverb
θυμωμένος
noun
στοιχείο
noun
ευκαρυώτης
noun
τσαρτσάρα
noun
ιξός
noun
βήχας
/øcˈsyz/
adjective
ορφανός
noun
οικουμένη
noun
βόδι
/øɫ.dyɾ.ˈmec/
verb
öldürmek
σκοτώνω
/øɫ.ˈmec/
verb
ölmek
  1. πεθαίνω
  2. αποβιώνω
/øɫ.ˈmyʃ/
adjective
ölmüş
νεκρός
noun
κλίμακα
verb
μετρώ
noun
  1. καταμέτρηση
  2. μέτρηση
noun
κριτήριο
/ø.ˈɫym/
interjection
θάνατος
noun
θανατική ποινή
/ølymˈd͡ʒyl ɡynah/
noun
θανάσιμο αμάρτημα
noun
θανάσιμος
adjective
αθάνατος
noun
ζωή
noun
πρόθεμα
/ˈøn.beɫ.ɫek/
noun
κρυφή μνήμη
adjective
προηγούμενος
noun
προτεραιότητα
noun
αιωνιότητα
/[ø.ˈnɛm]/
noun
σημασία
/[ø.nɛm.ˈlɪ]/
adjective
σημαντικός
/[ø.nɛm.ˈsɪz]/
adjective
ασήμαντος
noun
πρόταση
verb
προτείνω
noun
πήχης
adverb
εκ των προτέρων
noun
προκατάληψη
/øn.ɫe.ɾin.ˈde/
noun
önlerinde
μπροστά
/ø.nyn.ˈde/
noun
önünde
μπροστά
noun
φιλί
verb
  1. φιλώ
  2. ασπάζομαι
noun
ασπασμός
noun
  1. πάπια
  2. νύσσα
  3. νήσσα
/øɾ.ˈɡyt/
noun
οργάνωση
verb
πλέκω
/øɾ.ˈnec/
noun
örnek
παράδειγμα
noun
δειγματίζω
noun
δειγματοληψία
noun
αμόνι
noun
ευφημισμός
noun
κουβέρτα
/ø.ɾym.ˈd͡ʒec/
noun
αράχνη
noun
  1. αραχνιά
  2. ιστός αράχνης
noun
μετάφραση
noun
κελαηδότσιχλα
noun
αγριόκυκνος
adjective
ηχηρός
noun
έπαινος
noun
ιστορία
noun
εξομοιωτής
adverb
λοιπόν
/ˈøz/
pronoun
öz
εαυτός
noun
ιδιοτέλεια
noun
αφορισμός
noun
κέντρο
adjective
ειδικός
noun
κύριο όνομα
noun
ιδιωτικοποίηση
/ø.zel.ˈlic/
noun
ιδιομορφία
adverb
ειδικά
noun
έγνοια
noun
αυτονομία
noun
περίληψη
noun
επιτομή
noun
μαζοχισμός
adjective
διαφορετικός
noun
χαρακτηριστικό
noun
ιδιοτιμή
/øz.ɟyɾ/
adjective
ελεύθερος
/øz.ɟyɾ.ˈlyc/
noun
ελευθερία
noun
αυτοκτονία
verb
επιθυμώ
noun
υποκείμενο
adjective
υποκειμενικός
noun
υποκειμενικότητα
/øz.ve.ˈri/
noun
αυτοθυσία
verb
ζητώ συγνώμη
noun
εκδίκηση
noun
μεσημέρι
noun
  1. γεύμα
  2. μεσημεριανό
/øː.ɾen.d͡ʒi.ˈleɾ/, /øː.ɾen.ˈd͡ʒi/
noun
  1. μαθητής
  2. μαθήτρια
noun
υποτροφία
noun
μάθηση
verb
μαθαίνω
noun
δόγμα
noun
κατήχηση
noun
διδακτική
verb
διδάσκω
noun
καθηγητής
/[ø̞‿ˈyn]/
noun
γεύμα
/[ø̞‿ˈyt]/
noun
συμβουλή
noun
μισθός
verb
φυσώ
noun
πνευστό
noun
φύσημα
/[yl̪ˈcɛ]/
noun
χώρα
noun
ιδανικός
noun
τελεσίγραφο
/y.ˈmit/
noun
ümit
ελπίζω
/y.ni.veɾ.si.ˈte/
noun
üniversite
πανεπιστήμιο
noun
επιφώνημα
noun
θαυμαστικό
/ynˈly/
adjective
διάσημος
/ynˈly/
noun
φωνήεν
/ynˈsyz/
noun
σύμφωνο
/y.ɾɛ.ˈmɛ/, /y.ˈɾɛ.mɛ/
noun
αναπαραγωγή
noun
αναπαραγωγικό σύστημα
noun
κατασκευαστής
noun
παραγωγή
verb
παράγω
/yˈɾɛtɾɑ/
noun
ουρήθρα
verb
φοβάμαι
noun
προϊόν
noun
ύφος
noun
δύναμη
noun
επιδερμίδα
noun
πρωταθλητής
noun
μεταδεδομένα
adjective
ανώτερος
adverb
αβαθής
noun
υπερθετικός
adjective
ουτοπικός
noun
σιδερώστρα
noun
  1. κάποιος που σιδερώνει
  2. σιδερωτής
noun
θετή μητέρα
noun
τριγόνι
noun
μέλος
noun
ιδιότητα του μέλους
noun
αναβολέας
adverb
παντού
verb
θλίβω
verb
στεναχωριέμαι
noun
σταφύλι
noun
λύπη
/ˈyt͡ʃ/
adjective
sayı
  1. τρία
  2. τρίτο
  3. τρεις
/ˈyt͡ʃ/
noun
sembol
τρία
adjective
τρισδιάστατος
noun
αποσιωπητικά
/ˈyt͡ʃ jyz/
adjective
sayı
τριακόσια
noun
üç kenarlı geometrik şekil
τρίγωνο
noun
τριφύλλι
verb
κρυώνω
/ib.ɾaː.ˈhim/
pronoun
Αβραάμ
/[ibɾaːˈni]/
pronoun
İbrani
Εβραία
/ib.raː.ˈni.d͡ʒe/
pronoun
İbranice
εβραϊκά
pronoun
ίντο
pronoun
Δίδυμοι
pronoun
αρχαιότητα
/inˈd͡ʒil/
pronoun
ευαγγέλιο
/[ˈɪɲ.ɟɪ.lɪz]/
pronoun
İngiliz
Άγγλος
/[ɪn.ɡɪɫ.ˈtɛ.rɛ]/
pronoun
Αγγλία
/ˈin.teɾ.net/
pronoun
İnternet
Διαδίκτυο
/ˈiː.ɾan/
pronoun
İran
Ιράν
pronoun
Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν
adjective
ιρανικός
pronoun
Ιρανός
pronoun
Ιρλανδία
noun
Δημοκρατία της Ιρλανδίας
/iɾ.ˈlan.da.d͡ʒa/
pronoun
İrlandaca
ιρλανδικά
pronoun
  1. Ιρλανδός
  2. Ιρλανδή
  3. Ιρλανδέζα
  4. Ιρλανδέζος
pronoun
Ιησούς
pronoun
Σκανδιναβία
/iscɛˈt͡ʃɛ/
pronoun
Ξάνθη
/iscɛt͡ʃɛˈli/
pronoun
  1. Ξανθιώτης
  2. Ξανθιώτισσα
pronoun
Σκωτσέζος
/is.ˈkot͡ʃ.ja/
pronoun
Σκωτία
/is.ɫam.d͡ʒɯ.ˈlɯc/
pronoun
İslâmcılık
ισλαμισμός
/[ɪsˈpɑnjɑ]/
pronoun
Ισπανία
pronoun
Βασίλειο της Ισπανίας
/[ɪspɑnˈjol]/
adjective
Ισπανίδα
adjective
  1. ισπανικά
  2. ισπανική γλώσσα
pronoun
Ισραήλ
/[isɾaˈil devleˈti]/
pronoun
Κράτος του Ισραήλ
/is.ˈtan.bul/
pronoun
İstanbul
  1. Κωνσταντινούπολις
  2. Κωνσταντινούπολη
pronoun
Βόσπορος
pronoun
Θήβα
pronoun
Σουηδία
pronoun
Βασίλειο της Σουηδίας
pronoun
  1. Σουηδός
  2. Σουηδέζα
pronoun
σουηδικά
/is.ˈvit͡ʃ.ɾe/
pronoun
İsviçre
Ελβετία
/is.ˈvit͡ʃ.ɾe al.man.d͡ʒa.sɯ/
pronoun
ελβετικά γερμανικά
/[isˈvitʃɾe konfedeɾasjoˈnu]/
pronoun
Ελβετική Συνομοσπονδία
pronoun
ελβετικός
pronoun
Ιταλία
/[iˈtaɫja dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Ιταλική Δημοκρατία
pronoun
Ιταλική χερσόνησος
/i.tal.ˈjan/
adjective
Ιταλίδα
/i.tal.ˈjan/
pronoun
Ιταλίδα
/i.tal.ˈjan.d͡ʒa/
pronoun
ιταλικά
pronoun
Ιόνιο πέλαγος
/iz.ˈlan.da/
pronoun
ülke
Ισλανδία
/[izˈɫanda dʒumhuɾijeˈti]/
pronoun
Δημοκρατία της Ισλανδίας
pronoun
  1. Ισλανδικά
  2. ισλανδικά
/iz.ˈlan.da.lɯ/
pronoun
İzlandalı
Ισλανδέζα
/iʃ.ˈcod.ɾa/
pronoun
şehirler
Σκόδρα
noun
φιλύρα
adjective
χλιαρός
noun
ισημερία
/ˈɯɾk/
noun
biyoloji
ράτσα
noun
  1. ρατσισμός
  2. φυλετισμός
noun
ποταμός
verb
αστοχώ
noun
  1. αναθεωρητισμός
  2. ρεβιζιονισμός
/ɯsˈɫɑk mɛnˈdil/
noun
υγρή πετσέτα
noun
ονείρωξη
noun
υγρότητα
noun
σπανάκι
noun
αστακός
/ˈɯ.sɯ/
noun
θερμότητα
adjective
ενδοθερμικός
noun
θερμοδυναμική
/ɯ.sɯn.ˈmac/
verb
ısınmak
ζεσταίνω
verb
δαγκώνω
noun
καλοριφέρ
/ɯ.ˈʃɯc/
noun
φως
noun
ταχύτητα του φωτός
noun
έτος φωτός
noun
λαμπρότητα
noun
φωτογραφίδα
noun
ακτίνα
noun
ακτινολογία
noun
φθορισμός
pronoun
Σατανάς
pronoun
Χιλή
/ʃab.ɫon/
noun
şablon
πρότυπο
/ʃɑˈfɑk/
noun
αυγή
/ʃaː.ˈhin/
noun
şahin
γεράκι
/ʃa.ˈhɯs/
noun
şahıs
άτομο
/[ʃa.ˈhɯs za.mi.ɾi]/
noun
şahısların yerine kullanılan zamir
προσωπική αντωνυμία
/ʃaː.ˈˤiɾ/
noun
şair
ποιητής
noun
αστείο
noun
παιωνία
noun
σάλι
noun
γογγύλι
noun
σαμάνος
noun
σημαδούρα
noun
σαμανισμόσ
/ʃamˈdan/
noun
κηροπήγιο
/ʃam.pijon/
noun
πρωταθλητής
noun
  1. eutychia
  2. τύχη
noun
καγκελάριος
/ˈʃap/
noun
kimya
στυπτηρία
noun
καπέλο
/ʃa.ˈɾap/
noun
şarap
  1. κρασί
  2. οίνος
/ˈʃaɾʒ/
noun
φορτίο
/[ʃɑɾ.ˈkɯ]/
noun
müzik parçası
  1. τραγούδι
  2. ωδή
verb
τραγουδώ
noun
τραγουδιστής
noun
αγύρτης
noun
υποθετικός
noun
προδιαγραφή
noun
σύγχυση
noun
μπαμπουίνος
adjective
διαφανής
/ʃe̞fkɑt̪/
noun
τρυφερότητα
noun
ροδάκινο
/[ʃɛ.hɑː.ˈdet]/
noun
hukuk, İslâm
μαρτύριο
/ʃe.ˈhiɾ/
noun
πόλη
/ʃe.ˈhiɾ dev.ɫe.ti/
noun
şehir devleti
πόλη-κράτος
noun
ζάχαρη
noun
ζαχαροκάλαμο
noun
ζαχαρότευτλο
noun
σεκερλεμές
noun
ζαχαριέρα
/ʃecil/
noun
σχήμα
/ʃelaːˈle/
noun
καταρράκτης
noun
  1. χιμπαντζής
  2. χιμπατζής
noun
ομπρέλα
/ˈʃen/
adjective
şen
χαρούμενος
noun
λυκίσκος
/ʃe.ˈɾef/
noun
τιμή
/ʃe.ɾe.ˈfe/
interjection
γεια μας
/ʃe.ˈɾit/
noun
λωρίδα
/ˈʃej/
noun
πράγμα
adjective
βίαιος
/ʃi.ˈiɾ/
noun
şiir
ποίημα
noun
η ποίηση
/[ʃɪ.kʲɑː.ˈjɛt]/
noun
şikâyet
διαμαρτυρία
noun
ματζουράνα
noun
  1. στρώμα
  2. σελτές
/ˈʃim.di/
adverb
τώρα
/ʃim.ˈʃec/
noun
şimşek
αστραπή
/[ʃiɾ.cʰɛt̪]/
noun
şirket
εταιρεία
/[ʃizoˈid ciʃiˈlic bozukɫuː‿ˈu]/
noun
σχιζοειδής διαταραχή προσωπικότητας
/[ʃizotiˈpal ciʃiˈlic bozukɫuː‿ˈu]/
noun
σχιζοτυπική διαταραχή προσωπικότητας
/ʃiˈʃe/
adjective
  1. μπουκάλι
  2. φιάλη
verb
διατρυπώ
/ʃo.fœɾ/
noun
οδηγός
/ˈʃok/
adjective
şok
κλονισμός
noun
παντελονάκι
/[ˈʃʊ]/
pronoun
şu
εκείνος
noun
ακτίνα
noun
σιρόπι
/ʃuːr/
noun
psikoloji
συνείδηση
noun
Yangın
εστία
noun
ιππότης
/ʃypˈhɛ/
noun
αμφιβολία
verb
αμφιβάλλω
adjective
κομψός
verb
κακομαθαίνω